Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, upholding appellate court's valid secondary claim finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a claim for unjust enrichment. The appellant argued the appeal was inadmissible due to vagueness and that the appellate court failed to consider specific evidence, but the court found the secondary claim was properly examined and supported by the facts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the appellate court validly examines a secondary claim based on unjust enrichment even if the primary claim fails, provided the secondary claim is not vague and all submitted evidence was duly considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 713 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 713/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπραζιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσης, λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άρια-Αγλαΐα Μαϊντά-Κλάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 783/1995 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, 184/2003 του ανωτέρω δικαστηρίου και 552/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς.
Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αγωγή της η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι στις 15.11.1991 προσέλαβε στην υπηρεσία της την εναγομένη ιατρό για να προσφέρει με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας τις ιατρικές της υπηρεσίες στο εργαστήριο πυρηνικής φυσικής που διατηρούσε τα Τρίκαλα από 1.3.1992 και επί τρία έτη.
Ότι με βάση τους όρους της σύμβασης η εναγομένη θα συμβαλλόταν με τα ασφαλιστικά ταμεία στο όνομά της και θα εισέπραττε τις ανάλογες αμοιβές η ίδια για τις υπηρεσίες που θα παρείχε στους ασφαλισμένους πελάτες, αλλά θα είχε την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα τη διαφορά, αφού αφαιρούσε το συμφωνημένο υπέρ αυτής ποσοστό.
Ότι από λογιστικό έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι η εναγομένη κράτησε υπέρ αυτής από τις αμοιβές που εισέπραξε από τα ασφαλιστικά ταμεία περισσότερα από είχαν συμφωνήσει και συγκεκριμένα 1.108.137 δρχ. το 1992, 1.237.925 δρχ. το 1993 και 586.529 δρχ. το 1994. Ότι με βάση τη συμφωνία τους έπρεπε να της αποδώσει για το 1992 43.998 δρχ.
που αντιστοιχούσαν σε παρακρατηθέντες φόρους. Ότι επί πλέον, όντας η ίδια από το 28.6.1993 διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας, μερίμνησε και έλαβε ως αποδοχές της ποσά μεγαλύτερα από τα συμφωνημένα και συγκεκριμένα 348.750 και 60.000 δρχ. το 1993 και 69.000 δρχ. το 1994, έλαβε για το έτος 1993 1.322.500 δρχ. ως αποζημίωση άδειας χωρίς να το δικαιούται και παρέλειψε να αποδώσει στην ενάγουσα 1.259.942 δρχ.
που αντιστοιχούσαν σε παρακρατηθέντες φόρους που όφειλε να αποδώσει κατά τη συμφωνία τους στην ενάγουσα. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι η παρακράτηση των ανωτέρω ποσών συνιστούσε υπεξαίρεση, εξ αιτίας της οποίας υπέστη ισόποση ζημιά. Επικουρικά δε ισχυρίστηκε ότι τα ποσά αυτά κράτησε η εναγομένη χωρίς νόμιμη αιτία, αφού αντίθετα για ένα μέρος είχε συμβατική υποχρέωση να τα αποδώσει στην ενάγουσα, ενώ για το υπόλοιπο που αφορά στις αμοιβές της τα εισέπραξε επί πλέον από τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα να καταστεί πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της πληρώσει 6.093.891 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να διαταχθεί η προσωπική της κράτηση λόγω της αδικοπραξίας. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η αγωγή κατά την κύρια βάση της δεν ήταν νόμιμη και έπρεπε ν' απορριφθεί διότι, με βάση τα εξιστορούμενα, δεν συνέτρεχε περίπτωση αδικοπραξίας και μάλιστα υπεξαιρέσεως, αφού όσα μεν από τα ανωτέρω ποσά εισέπραξε η ίδια η εναγομένη γιατί βεβαιώθηκαν στο όνομα της από τα ασφαλιστικά ταμεία και τη Δ.Ο.Υ.
ως αμοιβές για υπηρεσίες στους ασφαλισμένους και επιστρεπτέους φόρους αντίστοιχα περιήλθαν στην κυριότητα της και δεν ήταν ξένα πράγματα, έστω και αν είχε ενοχική υποχρέωση να αποδώσει το συμφωνημένο μέρος τους στην ενάγουσα, όσα δε εισέπραξε ως αμοιβή της επί πλέον των συμφωνημένων και αυτά, όπως και τα προηγούμενα, συνιστούν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της και όχι προϊόν κάποιας αδικοπραξίας.
Έπρεπε λοιπόν η αγωγή να απορριφθεί κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο όμως δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως όφειλε, αλλά με αντιφατικές αιτιολογίες την έκρινε νόμιμη με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδοσυμβατικής ευθύνης. Συγκεκριμένα έκρινε ότι η κύρια βάση της αγωγής θεμελιωνόταν στα άρθρα 361, 652, 914, 330 ΑΚ, 375 παρ. 1 ΠΚ.
Στο τέλος τη δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη, αλλά κατά ένα μέρος. Επομένως, αφού το δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το νόμιμο της αγωγής λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), μπορεί να την απορρίψει ως νομικά αβάσιμη, έστω και αν η ενάγουσα παραπονείται για την ουσία της υπόθεσης.
Αντίθετα, η εναγομένη έχει στην αντέφεσή της ειδικό λόγο που αναφέρεται στη νομιμότητα της κύριας βάσεως της αγωγής. Επομένως το δικαστήριο θα εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και θα απορρίψει στη συνέχεια την κύρια βάση της αγωγή ως μη νόμιμη"... Από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα κατά το επίδικο διάστημα 1992-1994 διατηρούσε στα Τρίκαλα εργαστήριο πυρηνικής ιατρικής. Με το από 15-11-1991 συμφωνητικό συνήψαν με την εναγομένη που είναι πυρηνικός ιατρός δύο συμβάσεις. Μία για την παροχή εξαρτημένης εργασίας και μία παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ειδικότερα, συμφωνήθηκαν τα εξής: 1) Η ιατρός θα διέθετε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για να εκδοθεί η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του εργαστηρίου πυρηνικής ιατρικής που είχε η ενάγουσα και περιλάμβανε τμήμα σπινθηρογραφήσεων, IN VITRO εξετάσεων, μετρήσεων οστικής πυκνότητας και μελλοντικά γ-CAMERA. 2) Η ιατρός συμφώνησε να συνάπτει (συμβάσεις) με ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς και να αποδίδει τις εισπράξεις εξ αυτών στην ενάγουσα 3) Η ιατρός θα ήταν υπεύθυνη για τις εξετάσεις, τις γνωματεύσεις των εξετάσεων και για κάθε ιατρική υπηρεσία που ήταν αναγκαία στους ασθενείς. 4) Η ιατρός θα είχε την υποχρέωση να γνωματεύσει ως προς τις εξετάσεις σε χρόνο που αυτή θα καθόριζε. 6) Η ιατρός, ως υπεύθυνη του εργαστηρίου, θα είχε την υποχρέωση να τηρεί την ιατρική δεοντολογία και όσα προβλέπονται από νόμους, εγκυκλίους και αποφάσεις της διοίκησης για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. 7) Η ιατρός θα αμειβόταν για την εξαρτημένη εργασία με μισθό 200.000 δραχμών μηνιαίως και για την προσφορά των λοιπών υπηρεσιών προς την εταιρία θα λάμβανε το ποσό των 300.000 δραχμών (μηνιαίως) με απόδειξη παροχής υπηρεσιών, αφαιρουμένων του φόρου κλπ.
Πέραν αυτών θα αμειβόταν με ποσοστό 10% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων όταν υπερέβαιναν μηνιαίως (και μόνο για το υπερβαίνον ποσό είσπραξης) από: ι) σπινθογραφήματα GFR και όγκους (τις) 800.000 δραχμές ιι) IN VITRO εξετάσεις (τις) 1.700.000 δραχμές, ιιι) Εξετάσεις μέτρησης οστικής πυκνότητας (τις) 88 εξετάσεις, 8) Η ιατρός σε καμιά περίπτωση δεν θα δικαιούταν άλλη αμοιβή ή αποζημίωση από την προσφορά των υπηρεσιών της. 9) Όλοι οι όροι της σύμβασης αυτής θα ήταν ουσιώδεις και σπουδαίοι. 10) Ο χρόνος ισχύος του συμφωνητικού ορίσθηκε σε 3 έτη με έναρξη την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων. 11) Συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή ποσοστού 15% ετησίως στις αμοιβές των 200.000 και 300.000 δραχμών.
Η εναγομένη ανέλαβε τα καθήκοντά της την 01.03.1992. Ήδη όμως τόσο αυτή όσο και ο αδελφός της ... , λογιστής της ενάγουσας, είχαν γίνει μέτοχοι της ενάγουσας εταιρίας. Στις 28-06-1993 η εναγομένη εκλέχθηκε νόμιμα ως διευθύνουσα σύμβουλος και ο αδελφός της εκλέχθηκε ως αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής.
Η εναγομένη άσκησε τα καθήκοντά της διευθύνουσας συμβούλου από 28-06-1993 έως 24-06-1994 και παρέσχε την εργασία και τις λοιπές συμβατικές υπηρεσίες της προς την ενάγουσα έως 30-06-1994. Στη διάρκεια του Ιουνίου 1994 δημιουργήθηκε στην ενάγουσα η υπόνοια ότι η εναγομένη, ενεργώντας ως εργαζομένη και ως διευθύνουσα σύμβουλος της ενάγουσας, δεν τηρούσε επακριβώς όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, αλλά ότι βρισκόταν σε οικονομική αταξία ως προς τα οικονομικά.
Επακολούθησε λογιστικός έλεγχος και διαπιστώθηκε ότι στη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από 01-03-1992, οπότε ανέλαβε η εναγομένη εργασία, έως 30-06-1994, οπότε λύθηκε η επίδικη σύμβαση και εργασιακή σχέση, η εναγομένη, ενεργώντας με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν (εργαζομένη, διευθύνουσα σύμβουλος) εισέπραξε, χωρίς νόμιμη αιτία και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της εξαιτίας των ανωτέρω ιδιοτήτων της και τα οποία όφειλε με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση να αποδώσει στην ενάγουσα.
Ειδικότερα, ο λογιστικός έλεγχος κατέδειξε ότι: 1) Στη διάρκεια του έτους 1992 πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο της ενάγουσας ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες απέφεραν συνολικό ποσό εισπράξεων 23.014.205 δραχμών και θεμελίωναν δικαίωμα της εναγομένης να λάβει ως συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή της συνολικά το ποσό των 340.369 δραχμών.
Η εναγομένη όμως, ενεργώντας αντισυμβατικά, παρακράτησε από τις εισπράξεις που είχε πραγματοποιήσει η ίδια από τα ασφαλιστικά ταμεία ως υπεύθυνη λειτουργίας του εργαστηρίου, συνολικό ποσό 1.446.349 δραχμών και έτσι εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία, επιπλέον της συμφωνημένης ποσοστιαίας αμοιβής της, το ποσό των 1.105.980 δραχμών.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του έτους 1992 η ενάγουσα εξέδωσε προς την εναγομένη 18 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 6/694/1-6 δραχμών. Στο ποσό αυτό αναλογούσε φόρος εισοδήματος ποσοστού 15% και ποσού 1.00.116 δραχμών, ο οποίος βάρυνε την εναγομένη και έπρεπε συνεπώς να αφαιρεθεί από το ποσό των 6.694.106 δραχμών, προκειμένου να εισπράξει η εναγομένη όσα είχε δικαίωμα να λάβει ως αμοιβή της, αφαιρουμένου του φόρου, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων.
Η εναγομένη όμως κράτησε από τις εισπράξεις που είχε πραγματοποιήσει ως υπεύθυνη λειτουργίας του εργαστηρίου ποσό 6.694.106 δραχμών με συνέπεια να εισπράξει χωρίς νόμιμη αιτία το ανωτέρω ποσό φόρων. Στη συνέχεια η εναγομένη απέδωσε στην ενάγουσα χρηματικό ποσό 960.118 δραχμών προκειμένου να αποσβεστεί η ανωτέρω οφειλή της.
Δηλαδή επέστρεψε ποσό μικρότερο κατά 43.998 δρχ. κατά το οποίο πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της ενάγουσας. 2) Στη διάρκεια του έτους 1993 πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο της ενάγουσας ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες απέφεραν συνολικό ποσό εισπράξεων 34.193.052 δραχμών και θεμελίωναν δικαίωμα της εναγομένης να λάβει ως συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή της το συνολικό ποσό των 698.784 δραχμών.
Η εναγομένη όμως ενεργώντας χωρίς δικαίωμα κράτησε από τις εισπράξεις που είχε πραγματοποιήσει ως υπεύθυνη λειτουργίας του εργαστηρίου συνολικό ποσό 1.993.234 δραχμών. Δηλαδή εισέπραξε, πέρα από τη συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή της, το ποσό των 1.294.450 δραχμών, κατά το οποίο πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της ενάγουσας.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους (1993) η εναγομένη, ενώ είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως (ακαθάριστη) μηνιαία αμοιβή εξαιτίας παροχής των ανεξαρτήτων υπηρεσιών της αρχικά το ποσό των 300.000 δραχμών και από 1-3-1993 το ποσό των 345.000 δραχμών (300.000 δρχ. + προσαύξηση 15%), ενεργώντας χωρίς δικαίωμα, εισέπραξε από την ενάγουσα αρχικά το ποσό των 345.000 δραχμών και από 1-5-1993 το ποσό των 396.750 δραχμών.
Ειδικότερα, από 1-1-1993 έως 10-9-1993, ενώ είχε δικαίωμα να λάβει από αυτή την αιτία ως καθαρές αποδοχές (μετά την αφαίρεση φόρου εισοδήματος ποσοστού 15%) το ποσό των 2.562.750 δραχμών (255.000 δρχ. Χ 2 μήνες + 293.250 δρχ. Χ 7 μήνες), έλαβε καθαρές αποδοχές 2.859. 185 δραχμών (293.250 δρχ. Χ 4 μήνες + 2.562.750 δρχ.) Στη συνέχεια, βέβαια από 1-10-1993 έως 31-12-1993, η εναγομένη δεν έλαβε αμοιβή εξαιτίας παροχής άλλων υπηρεσιών, μολονότι είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως καθαρές μηνιαίες αποδοχές από αυτή την αιτία το ποσό των 293.250 δραχμών.
Το γεγονός όμως αυτό δεν έχει έννομες συνέπειες στη δίκη αυτή, αφού η εναγομένη αξίωσε δικαστικά, με άλλες αγωγές της, όσα δεν έλαβε. Περαιτέρω, στη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών του ίδιου έτους (1993) η εναγομένη, ενώ είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως (ακαθάριστο) μηνιαίο μισθό της για την παροχή της εξαρτημένης εργασίας της το ποσό των 200.000 δραχμών, ενεργώντας χωρίς δικαίωμα, εισέπραξε 230.000 δραχμές (200.000 δρχ. +15%).
Ειδικότερα, από 1-1-1993 έως 28-2-1993, ενώ είχε δικαίωμα να λάβει από την αιτία αυτή ως καθαρές αποδοχές (μετά την αφαίρεση των κρατήσεων ΙΚΑ, ΤΣΑΥ, ΦΜΥ, χαρτοσήμου) το ποσό των 323.778 δραχμών (161.889 δρχ. Χ 2 μήνες) έλαβε καθαρές αποδοχές 351.602 δραχμών (175.801 Χ 2 μήνες),με συνέπεια να λάβει επιπλέον του συμφωνημένου μισθού της το ποσό τω 27.824 δραχμών (351.602-323.778 δρχ.).
Περαιτέρω, στη διάρκεια του ίδιου έτους (1993) η εναγομένη εισέπραξε από την ενάγουσα ως αποδοχές της διάφορα χρηματικά ποσά, τα στα όποία αναλογούσε φόρος εισοδήματος ποσοστού 15% και ποσού 1.259.942 δραχμών, ο οποίος βάρυνε την ίδια και έπρεπε, συνεπώς, να αφαιρεθεί από το ποσό των συνολικών αποδοχών της, προκειμένου να εισπράξει όσα είχαν συμφωνηθεί ως αμοιβή της.
Η εναγομένη όμως έλαβε τις αποδοχές της χωρίς προηγούμενη αφαίρεση του φόρου με συνέπεια να εισπράξει χωρίς νόμιμη αιτία το ανωτέρω ποσό φόρων. Περαιτέρω, την 1-3-1993 η εναγομένη συμπλήρωσε συνεχή απασχόληση 12 μηνών στην επίδικη επιχείρηση της ενάγουσας και είχε δικαίωμα να λάβει στη διάρκεια του ίδιου έτους (1993) κανονική άδεια με αποδοχές διάρκειας 20 ημερών, αφού εργαζόταν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας (βλ.
άρθρο 2 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983). Στις 3-5-1993 η εναγομένη υπέβαλε αίτηση προς την ενάγουσα και ζήτησε να της χορηγηθεί η κανονική άδειά της. Επακολούθησαν συζητήσεις ανάμεσα στον τότε εκπρόσωπο της ενάγουσας και την εναγομένη, οι οποίες όμως δεν απέληξαν σε συμφωνία, διότι έπρεπε να βρεθεί αντικαταστάτης της εναγομένης, ο οποίος θα διεκπεραίωνε την εργασία της στη διάρκεια της απουσίας της, αλλά η εναγομένη δεν αποδεχόταν ως αντικαταστάτη της αυτόν που πρότεινε η ενάγουσα.
Στις 28-6-1993 (δηλαδή μετά παρέλευση 57 ημερών από τις 3-5-1993) η εναγομένη εκλέχθηκε νόμιμα ως διευθύνουσα σύμβουλος στο δ.σ. της ενάγουσας. Έκτοτε, η εναγομένη άρχισε να επιδεικνύει μεγάλο ζήλο ως προς τη διεκπεραίωση και διερεύνηση των εργασιών του επίδικου εργαστηρίου και δεν έκανε πλέον νύξη να χορηγηθεί σε αυτή η νόμιμη άδεια.
Με τον τρόπο αυτό παρήλθε το επακόλουθο χρονικό διάστημα (δηλαδή το χρονικό διάστημα από 28-6-1993 έως 31-12-1993) χωρίς να λάβει η εναγομένη την ετήσια κανονική άδεια έτους 1993, την οποία είχε δικαίωμα να λάβει. Στη συνέχεια παρήλθε άπρακτο χρονικό διάστημα πέντε μηνών περίπου και στις 25-5-1994, όταν πλέον είχε αρχίσει η διαμάχη ανάμεσα στους διαδίκους, η εναγομένη, όντας ακόμη διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας, έλαβε ως αποζημίωση άδειας έτους 1993 το συνολικό ποσό των 1.322.500 δραχμών, υπολογίζοντας αυτό ως εξής:
Κανονική άδεια 1993: 264.500 δρχ. Πρόσθετη άδεια 6 εβδομάδων 1993 λόγω ειδικότητας: 396.750 δρχ. Προσαύξηση 100%: 661.250 δρχ. Σύνολο: 1.322.500 δρχ. Ο υπολογισμός όμως αυτός της αποζημίωσης άδειας είναι καταφανώς εσφαλμένος και οδηγεί σε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση της ενάγουσας. Ειδικότερα: Μετά την παρέλευση της 31-12-1993 χωρίς να χορηγηθεί άδεια στην εναγομένη, αυτή είχε δικαίωμα να λάβει ως αποζημίωση τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειάς της, οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις συνηθισμένες αποδοχές της τελευταίας ημέρας του αντίστοιχου έτους (1993).
Οι ακαθάριστες εργασιακές αποδοχές της εναγομένης εξαιτίας της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, στην οποία θεμελιώνεται το δικαίωμα για λήψη κανονικής άδειας, ανέρχονταν στις 31-12-1993 στο ποσό των 230,000 δραχμών.
Συνεπώς, η εναγομένη είχε δικαίωμα να λάβει ως αποζημίωση κανονικής άδειας 1993 το ποσό των 220.800 δραχμών (230.000 δρχ. Χ 24/25). Επιπλέον, η εναγομένη είχε δικαίωμα να λάβει κατά τη διάρκεια του έτους 1993, ως πυρηνική ιατρός, εργαζομένη σε εργαστήριο πυρηνικής ιατρικής, πρόσθετη ετήσια κανονική άδεια 6 εβδομάδων, σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 1821/1988, το οποίο εφαρμόζεται και στους ιδιώτες ιατρούς. Μετά την άπρακτη παρέλευση της 31-12-1993 η εναγομένη είχε δικαίωμα να λάβει ως αντίστοιχη αποζημίωση το ποσό των 331.200 δραχμών (230.000 δρχ. Χ 24/25 Χ 6/4).
Συνεπώς, η εναγομένη είχε δικαίωμα να λάβει συνολικά ως αποζημίωση άδειας 1993 το ποσό των 552.000 δραχμών (220.800 +331.200 δρχ. ) πλέον χαρτοσήμου 6.624 δραχμών. Παρόλα αυτά η εναγομένη έλαβε το συνολικό ποσό των 1.322.500 δραχμών και συνεπώς κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία ως προς τη διαφορά των ποσών αυτών, η οποία ανέρχεται σε 763.876 δραχμές (1.322.500-552.000-6.624 δρχ.).
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι είχε δικαίωμα να λάβει, επιπλέον και αποζημίωση ποσοστού 100%, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1-β α.ν. 539/1945 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η παράλειψη της ενάγουσας να χορηγήσει στην εναγομένη την άδεια έτους 1993 δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, προϋπόθεση αναγκαία για την καταβολή αυτής της αποζημίωσης, αλλά στην άρνηση της εναγομένης να εγκαταλείψει, έστω προσωρινά, τη θέση της και να αντικατασταθεί από πρόσωπο, το οποίο πρότεινε η ενάγουσα.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εναγομένη έλαβε στη διάρκεια του έτους 1993 αποδοχές μεγαλύτερες από τις συμφωνημένες, είχε ως συνέπεια να επιβαρυνθεί η ενάγουσα, χωρίς νόμιμη αιτία, με εισφορές ασφαλιστικών ταμείων συνολικού ποσού 57.110 δραχμών. Στη διάρκεια του έτους 1994 (συγκεκριμένα από 1-1-1994 έως 30-6-1994), πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο της ενάγουσας ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες απέφεραν συνολικό ποσό εισπράξεων 18.432.803 δραχμών και θεμελίωναν δικαίωμα της εναγομένης να λάβει ως συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή της συνολικό ποσό 597.041 δραχμών.
Η εναγομένη όμως έλαβε το συνολικό ποσό των 1.184.028 δραχμών και συνεπώς κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμα αιτία ως προς το ποσό των 586.987 δραχμών. Περαιτέρω, στη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών του ίδιου έτους (1994) η εναγομένη, ενώ είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως (ακαθάριστο) μηνιαίο μισθό της εξαιτίας παροχής εξαρτημένης εργασίας το ποσό των 230.000 δραχμών, εντούτοις εισέπραξε το ποσό των 264.500 δρχ. (200.000 δρχ. + 15% + 15%).
Ειδικότερα, από 1-1-1994 έως 28-2-1994, ενώ είχε δικαίωμα να λάβει από αυτή την αιτία ως καθαρές αποδοχές (μετά την αφαίρεση των κρατήσεων ΙΚΑ, ΤΣΑΥ, ΦΜΥ, χαρτοσήμου) το ποσό των 351.602 δραχμών (175.801 δρχ. Χ 2 μήνες ), έλαβε καθαρές αποδοχές 407.420 δραχμών (203.710 δρχ. Χ 2 μήνες), με συνέπεια να λάβει χωρίς νόμιμη αιτία, επιπλέον δηλαδή του συμφωνημένου μισθού της, το ποσό των 55.818 δραχμών (407.420 - 351.602 δρχ.), Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, η εναγομένη από όλες τις αιτίες κατέστη συνολικά πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό των 5.492.420 δρχ.
ή 16.120 ευρώ, το οποίο οφείλει να της το αποδώσει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Εν προκειμένω, η εναγομένη προτείνει με τις προτάσεις της σε συμψηφισμό α) (αντ)απαίτησή της κατά της ενάγουσας κεφαλαίου 3.705.771 δρχ. με τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα, η οποία της επιδικάστηκε τελεσίδικα με την υπ'αριθμ. 549/1996 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, και β) άλλη (αντ)απαίτησή της κεφαλαίου 4.606,38 ευρώ με τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα, η οποία της επιδικάστηκε τελεσίδικα με την υπ'άριθ. 399/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Η βασιμότητα των προτεινόμενων σε συμψηφισμό αποδεικνύεται αμέσως από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι. Ωστόσο κατά τη βάσιμη αντένσταση της ενάγουσας η πρώτη από τις ανωτέρω απαιτήσεις της εναγομένης είχε ήδη στο παρελθόν αποσβεστεί με πρόταση εξώδικου συμψηφισμού που είχε κάνει η εναγομένη κατά άλλης απαιτήσεώς της.
Ειδικότερα, η εναγομένη κατά το διάστημα από το Νοέμβριο 1993 μέχρι τον Οκτώβριο 1994, δηλαδή κατά τον επίδικο χρόνο παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών της προς την ενάγουσα, εισέπραξε για λογαριασμό της τελευταίας από ασφαλιστικούς οργανισμούς, και το ελληνικό δημόσιο διάφορα ποσά συνολικά 5.036.699 δρχ., τα οποία κράτησε χωρίς δικαίωμα, μολονότι είχε συμβατική υποχρέωση να τα αποδώσει στην ενάγουσα.
Τα κονδύλια αυτά δεν περιλαμβάνονται στα επίδικα. Η ενάγουσα υπέβαλε εναντίον της εναγομένης έγκληση για υπεξαίρεση, αλλά η τελευταία (εναγομένη) με εξώδικη δήλωση της προς την ενάγουσα στις 12-2-1995 συμψήφισε προς την ανωτέρω οφειλή της, την οποία έτσι αναγνώρισε, ανταπαίτησή της από διάφορες εργατικές αξιώσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ποσό των 3.705.771 δρχ.
για το οποίο είχε ασκήσει αγωγή και τελικά εκδόθηκε η τελεσίδικη υπ'αριθ. 549/1996 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Με βάση άλλωστε ακριβώς αυτή τη δήλωση συμψηφισμού το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων έκρινε με το υπ'αριθ. 168/1996 βούλευμα ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον της κατηγορία για την πράξη της υπεξαιρέσεως.
Η ανωτέρω δήλωση συμψηφισμού της εναγομένης προκάλεσε την απόσβεση της απαιτήσεώς της και συνεπώς δεν δικαιούται να την υποβάλλει και πάλι προς συμψηφισμό της επίδικης οφειλής της. Μάλιστα έχει αποσβεστεί όχι μόνο το κεφάλαιο (3.705.771 δρχ.) αλλά και οι τόκοι υπερημερίας, έστω και αν για την απαίτηση αυτή ακολούθησε η έκδοση της τελεσίδικης υπ'αριθ. 549/1996 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες απολογίες, το αποτέλεσμα της αποσβέσεως των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων ανατρέχει στο χρόνο της συνυπάρξεως (συναντήσεως) αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση και οι δύο αντίθετες απαιτήσεις είναι σύγχρονες, αφού γεννήθηκαν στο ίδιο χρονικό διάστημα παροχής εργασίας. Από την αναδρομική αυτή απόσβεση παρέπεται ότι αναιρούνται και οι εν τω μεταξύ τόκοι υπερημερίας, της οποίας ανατράπηκαν οι συνέπειες. Το αποτέλεσμα αυτό επήλθε έστω και αν μετά το χρόνο συναντήσεως των αμοιβαίων απαιτήσεων ασκήθηκε για κάποια από αυτές αγωγή και εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση.
Βάσιμη όμως είναι η ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης αναφορικά με τη δεύτερη απαίτησή της πάλι από εργατικές αξιώσεις που γεννήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο με την ένδικη οφειλή. Η απαίτησή της ανέρχεται σε 4.606,38 ευρώ και της επιδικάστηκε τελεσίδικα με την υπ'αριθ. 399/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Διατηρεί επίσης και απαίτηση 733 ευρώ που της επιδικάστηκε με την ίδια απόφαση ως δικαστική δαπάνη. Έτσι πρέπει να γίνει δεκτή η ένστασή της κατά τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία επέρχεται απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως. Απομένει λοιπόν υπόλοιπο υπέρ της ενάγουσας 10.781 ευρώ. Η εναγομένη αβάσιμα ζητεί να αφαιρεθούν υπέρ αυτής και οι τόκοι υπερημερίας συνολικού ύψους 8.553 ευρώ σύμφωνα με την υπ'αριθ. 399/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, το οποίο της επιδίκασε 4.606,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, με τη δήλωση συμψηφισμού επήλθε απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από το χρόνο που συνυπήρξαν (ανάγονται μάλιστα στην ίδια χρονική περίοδο) και συνεπώς εξέλιπε η υπερημερία, έστω και αν μετά το χρόνο συναντήσεως αυτών ασκήθηκε από την εναγομένη αγωγή και εκδόθηκε η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση.
Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή (κατά την επικουρική θεμελίωσή της) ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αλλά κατά ένα μέρος, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε νομίμως και δια πλήρων αναφορών ότι η εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής δεν ήταν νόμιμη, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, και περαιτέρω τις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ και 1 παρ. 4, 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, ως ισχύει, και 3 του ν.δ. 3755/1957 και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται πλήρως τα απαιτούμενα γεγονότα και ειδικώς τα αναγόμενα στις συμψηφιστέες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, καθώς και τα θεμελιούντα την έλλειψη υπαιτιότητας αυτής εν σχέσει προς τη χορήγηση της ετησίας αδείας αναπαύσεως της αναιρεσειούσης.
Κατ΄ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τέτοια παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου υφίσταται και όταν το δικαστήριο κρίνει εσφαλμένως το νομικώς ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ήτοι αξιώνει περισσότερα ή αρκείται σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την προσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι δια λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς δια των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον των αιτηθέντων ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής.
Δεν εμπίπτει όμως στην έννοια της διατάξεως ή μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος εξέταση από το εφετείο της μη εξετασθείσης πρωτοδίκως επικουρικής βάσεως της αγωγής, αφού η έρευνα αυτής από το εφετείο είναι τότε επιτρεπτή, σύμφωνα με τα άρθρα 522, 525, 527 και 535 ΚΠολΔ.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά το νόμο, ενώ κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, αλλ' ο ενάγων μπορεί, για την περίπτωση απορρίψεως της πρώτης βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, να στηρίξει αυτή σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση, στηριζομένη στην αυτή ή άλλη βάση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη τύποις και κατ΄ουσίαν έφεση της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης και αντέφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσειούσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει νόμιμη και εν μέρει ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή κατά την κυρία εκ της αδικοπραξίας βάση της, ακολούθως δε την εδέχθη ως νόμιμη και εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική βάση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού την απέρριψε κατά την κυρία βάση της, ως μη νόμιμη, Η αγωγή αυτή διαλαμβάνει πάντα τα κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αποδειχθέντα γεγονότα, που θεμελιώνουν την ένδικη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση της εναγούσης, καθώς και σχετικό αίτημα. Επομένως, το Εφετείο, που την έκρινε ορισμένη, κατά την επικουρική βάση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ορθώς δεν την εκήρυξε απαράδεκτη, ένεκα αοριστίας της, ούτε έλαβε υπόψη μη προταθέν πράγμα, ούτε επεδίκασε πλέον των αιτηθέντων. Κατ΄ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 9 και 14 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βεβαιώνει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Επομένως ελήφθησαν υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι η υπ'αριθμ. 253/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, και η υπ'αρ. 517/2004 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, περιλαμβανόμενες στην ως άνω επιτρεπτή, κατ'είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης. Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2005 αίτηση της .... για αναίρεση της 552/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ