Appeal dismissed because res judicata does not apply between different parties in separate legal proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal challenging a final judgment on legal fees. The appellant argued that a prior final decision regarding a different lawyer's fees constituted res judicata, preventing the court from ruling on the current case. The court rejected this claim because the parties in the two proceedings were not identical, meaning the legal principle of res judicata did not bind the current dispute.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 16 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply between different parties in separate proceedings involving distinct legal rights and subjects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 712 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 712/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΕΡΡΩΝ Α.Ε. - ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο Παραλίμνιο Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Άνθιμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1385/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1423/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία την αναίρεσε κατά ένα μέρος και παρέπεμψε, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1093/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24/10/2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 840/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της προκείμενης υπόθεσης, προκειμένου να δοθούν οι αναγραφόμενες διευκρινήσεις και να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Η υπόθεση επανεφέρεται με την από 3/12/2019 κλήση της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά ανέγνωσε την από 26/3/2019 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πιπιλίγκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-10-2014, με αριθ. κατάθεσης 223/29-10-2014 αίτηση αναίρεσης, που επαναφέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση επ' αυτής της υπ' αριθμ. 840/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να δοθούν οι διευκρινίσεις που αναφέρεται σ' αυτήν, με την από 3/12/2019 κλήση της αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθμ.1093/12.5.2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθμ.1423/28.9.2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά ένα μέρος την με αριθμ.1385/11.7.2007 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1093/2014, απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε σε συνέχεια της υπ' αριθμ. 1075/21.5.2012 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομιστούν, όσα διατάχθηκαν μ' αυτήν, αποδεικτικά μέσα, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 4.10.2006 και με αριθμ.
καταθ. 117/2006 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια που είχαν εισαχθεί ενώπιόν του ως άνω δικαστηρίου της παραπομπής εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 92/7.8.2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τα κεφάλαια αυτά, στο σύνολό τους, την από 12.12.2005 και με αριθμό κατάθεσης 4085/37/15.12.2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου και απορρίφθηκε η αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατ'αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας η επίδοση έλαβε χώρα, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στις 29-9-2014, χωρίς να προκύπτει κάτι διαφορετικό (αρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδαφ. α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς την θέλησή του το δικαστή που τον έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει την σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων (ιδίως αρθρ.4 αυτού περί της συνθέσεως των τμηματών τους) ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του. Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 15 του Ν. 1756/1988, όπως αντικ.
από το άρθρο 2 του ν. 2172/1993, ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή, ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου.
Συναφώς, κατά το άρθρο 305 αρ. 1 ΚΠολΔ, το πρωτότυπο της απόφασης, πρέπει να αναφέρει μεταξύ άλλων την σύνθεση του δικαστηρίου. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 παρ. 1, 2 του ν. 3994/2011 και πριν την αντικατάστασή του από 1.1.2016 με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει την δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 661/2015, ΑΠ 871/2011, ΑΠ 834/2010).
Περίπτωση όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται με στο πλαίσιο του άρθρου 254 ΚΠολΔ (όχι απλώς διευκρινίσεις αλλά) με προδικαστική απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, ή προσκόμιση εγγράφων και εξέταση μαρτύρων, αφού στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) ανασυζήτηση της υπόθεσης και στη σύνθεσή του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (ΑΠ 1126/19, 1190/2017, ΑΠ 2006/13).
Στην προκειμένη περίπτωση μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.1423/28.9.2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε κατά ένα μέρος η υπ' αριθμ.1385/22.7.2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια, που αφορούσαν καταβολή δικηγορικής αμοιβής για συγκεκριμένες πράξεις (πέντε τον αριθμό) και παραπέμφθηκε κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, η ένδικη υπόθεση εισήχθη ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατά το αναιρεθέν μέρος, με κλήση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 21ης Νοεμβρίου 2011 και επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.1075/23-5-2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, στο πλαίσιο του άρθρου 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν τα εκεί διαλαμβανόμενα έγγραφα και εξετασθεί ο μάρτυρας Γ. Μ., δηλαδή να διεξαχθούν περαιτέρω αποδείξεις. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, (κατά την μετ'απόδειξη συζήτηση της έφεσης) συγκροτήθηκε με άλλη σύνθεση από την προηγούμενη από την οποία συγκροτήθηκε το δικαστήριο που διέταξε την επανάληψη.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη δεν απαιτείτο να συγκροτηθεί με ίδια σύνθεση μ' αυτήν που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης αφού στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για ανασυζήτηση. Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, για κακή σύνθεση του, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης, από το άνω άρθρο, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Ως "πράγματα" νοούνται και οι επί μέρους λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 721/2017, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014.
ΑΠ 1720/2013, ΑΠ 232/2009, ΑΠ 22/2005). Συνακόλουθα δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 781/2017). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 728/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 611/2016). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό των προβαλλομένων ισχυρισμών των διαδίκων. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ: ουσία, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 376/2018, ΑΠ 728/2010, ΑΠ 128/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που διαλαμβανόταν στο δεύτερο λόγο της έφεσης αυτής, ότι στη σύνταξη των προτάσεων αυτής - ως τότε εναγομένης (σε δύο περιπτώσεις) και ενάγουσας (σε μία περίπτωση) σε αγωγές τρίτου κατ' αυτής και σε αγωγή αυτής κατά τρίτου αντίστοιχα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών και στη σύνταξη δύο υπομνημάτων αυτής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών το πρώτο και ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών το δεύτερο, δεν προέβη ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, αλλά άλλοι δικηγόροι, με συνέπεια την απόρριψη ως κατ! ουσία αβάσιμης της αγωγής αυτού κατά τα εν λόγω κεφάλαια από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως δικαστήριο της παραπομπής, ενώ το δικαστήριο όφειλε ν' απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας - εναγομένης εταιρείας ως απαράδεκτο, αφού αυτός δεν είχε προβληθεί από την εναγομένη εταιρεία κατά την προφορική συζήτηση της ένδικης αγωγής αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ούτε αυτός είχε καταχωρηθεί στα οικεία πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 εδ.
β και 256 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ. αλλά προτάθηκε για πρώτη φορά με το σημείωμα που κατατέθηκε από αυτή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τρεις ημέρες μετά τη συζήτηση και κατά συνέπεια απαραδέκτως επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, καθότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ για τη βραδεία προβολή του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η σύνταξη των ως άνω δικογράφων από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του δικαιώματος αυτού προς λήψη της προβλεπομένης από τον τότε ισχύοντα Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του κατώτατα όρια, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ.1, 107 παρ. 1 και 155 εδ.
β του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν. 4507/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ν. 950/1979 (ΟλΑΠ 9/2008). Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας επί της άνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου με αντικείμενο την καταβολή στον τελευταίο της οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής ότι στη σύνταξη των ως άνω δικογράφων δεν προέβη ο ενάγων, ο οποίος απλά υπέγραψε και κατέθεσε αυτά ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά άλλος δικηγόρος, συνιστά ισχυρισμό αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι "πράγμα" κατά την προπαρατεθείσα έννοια, με συνέπεια να μην υπόκειται στους επικαλούμενους με τον αναιρετικό λόγο περιορισμούς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015.
ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο ίδιος δεν προέβη στη σύνταξη των δικογράφων για τα οποία ζητούσε την καταβολή της οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής, αλλά άλλοι δικηγόροι, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε α) την από 13.2 2007 εξώδικη δήλωση του δικηγόρου Μ. Γ., β) την υπ' αριθ. …/….11.2011 ένορκη βεβαίωση του εν λόγω δικηγόρου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας, γ) την από 17.11.2011 έγγραφη δήλωση του δικηγόρου Καβάλας Γ. Κ. και δ) τις με αριθ. 137/2004 και 2032/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα επί αγωγής του δικηγόρου Σερρών Κ. Χ. κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (σελίδα 14η) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων) η μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα προσκομιζομένη υπ' αριθ. …/….11.2011 ένορκη βεβαίωση του Γ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας, που λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη λήψη της.
καθώς και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης όπου μάλιστα γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων προκειμένου να καταλήξει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε απορριπτική επί της ουσίας κρίση επί των ανωτέρω κεφαλαίων της αγωγής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, καθώς και την με αριθ…./2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος., κατά το μέρος όπου υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, είναι απαράδεκτος (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 324 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα διαδίκων, ταυτότητα αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και το υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της διάταξης η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά την συγκεκριμένη έννομη σχέση Περαιτέρω, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.
Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο, ως χρήσιμα, για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 661/2013 ΑΠ 1550/2010, ΑΠ 995/1992), αλλά ούτε και για τα πλεοναστικώς κριθέντα περιστατικά που δεν ήσαν κατά νόμο αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και εντεύθεν δεν ανήκαν στην ιστορική αιτία.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 αριθ. 1 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο δεσμεύει κατά πρώτο λόγο τους διαδίκους, ως διάδικοι δε νοούνται εκείνοι στο όνομα των οποίων ή κατά των οποίων παρέχεται με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση έννομη προστασία (ΑΠ 1287/2003). Επομένως το δικαίωμα που κρίθηκε τελεσιδίκως σε δίκη μεταξύ του ενός των διαδίκων και τρίτου, δεν συνιστά δεδικασμένο στη δίκη μεταξύ του ως άνω διαδίκου και του αντιδίκου του, αφού δεν συντρέχει η προϋπόθεση της ταυτότητας υποκειμένων, ήτοι να πρόκειται περί των ιδίων διαδίκων που παρίστανται υπό την αυτή ιδιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι την ευθύνη για τη σύνταξη των δικογράφων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων είχε δικηγορικό γραφείο των Αθηνών, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 2032/2006 τελεσίδικη [και ήδη αμετάκλητη] απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπου έγινε τελεσιδίκως δεκτό, επί αγωγής του δικηγόρου Σερρών Κ.
Χ. (τρίτου) κατά της και τότε εναγομένης εταιρείας [ήδη αναιρεσίβλητης] προς καταβολή της δικηγορικής του αμοιβής, ότι τις προσφυγές ενώπιον των εν λόγω διοικητικών δικαστηρίων (όπου στη συνέχεια ο αναιρεσείων συνέταξε και κατέθεσε σχετικά υπομνήματα) συνέταξε ο εν λόγω δικηγόρος Κ. Χ. και όχι δικηγορικό γραφείο των Αθηνών.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πέραν του ότι είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθότι κρίσιμο ζήτημα είναι το εάν ο αναιρεσείων συνέταξε τα σχετικά υπομνήματα ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ή όχι και δεν είναι εάν οι προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (τις οποίες ομολογεί ότι δεν συνέταξε ο αναιρεσείων) συντάχθηκαν από δικηγορικό γραφείο των Αθηνών ή από τον δικηγόρο Σερρών Κ.
Χ., είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι κατά κύριο λόγο δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, ούτως ώστε το τελεσιδίκως κριθέν δικαίωμα του Κ. Χ. έναντι της και τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας προς λήψη δικηγορικής αμοιβής να αποτελεί δεδικασμένο για το ένδικο δικαίωμα του αναιρεσείοντος προς λήψη δικηγορικής αμοιβής έναντι της και τώρα εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για άλλες δικηγορικές εργασίες και συγκεκριμένα για τη σύνταξη υπομνημάτων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Επί πλέον το τότε κριθέν τελεσιδίκως ως άνω δικαίωμα του Κ. Χ. δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αλλά απλώς μπορεί να προβληθεί από τον αναιρεσείοντα ως πραγματικό επιχείρημα προς απόκρουση των αρνητικών της αγωγής αυτού ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, χρήσιμο για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαιώματος αυτού, για το οποίο διεξήχθη ο δικαστικός αγώνας.
Αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για διερεύνηση η κρινόμενη αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. κατ. 223/29-10-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 1093/2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ