Supreme Court dismisses appeal against lower court decision regarding public land ownership and evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling concerning public land ownership. The State argued that the lower court failed to consider specific evidence regarding property declarations and objections submitted by the private parties. The court rejected these claims, finding that the lower court had implicitly considered all submitted documents as required by law, even without explicit mention in the reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the legal costs of the heirs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure; Article 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party suspends the trial until the heirs are notified; an appeal is inadmissible if the lower court has implicitly considered all evidence submitted by the parties, rendering a specific reference unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 712 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 712/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη -Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνά Βάτου, 2.Π. Μ. του Ε., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Ηλιάδης δήλωσε ότι ο ως άνω 2ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 14-8-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του α) Χ. Μ. του Ε., κάτοικος ..., β) Μ. Μ. του Ε., κάτοικος ..., γ)Μ. συζ. Ν. Γ., το γένος Ε. Μ., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2012 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου και την από 22-11-2013 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1663/2015 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 1/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-3-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).Ο θάνατος του διαδίκου ,που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης ,καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του ,μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ,εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων ,οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης(ΑΠ25/2017).
Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι ο προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους λοιπούς διαδίκους και προκύπτει από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, μετά τη συζήτηση των από 15-7-2016, 21-9-2016 και 5-10-2016 εφέσεων κατά της 1663/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά αποβίωσε, στις 14-8-2017, ο εκ των διαδίκων εκκαλών -εφεσίβλητος δεύτερος αναιρεσίβλητος Π.
Μ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα αμφιθαλή αδέλφια του Χ. Μ., Μ. Μ. και Μ. Ν. Γ. το γένος Ε. Μ.. Το γεγονός του θανάτου του και της εκούσιας συνέχισης της βίαια διακοπείσας δίκης γνωστοποιήθηκε νόμιμα από τους κληρονόμους του ανωτέρω, με δήλωση από τον εκπροσωπήσαντα αυτούς στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ηλιάδη, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε γνώση του θανάτου του ανωτέρω από το αναιρεσείον νομίμως συνεχίζεται η δίκη αυτή από τους πιο πάνω καθολικούς διαδόχους του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων .
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 β, 577, 309 εδ 1, 321, 495 π αρ. 1ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1ΚΠολΔδεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 553ΚΠολΔ, προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1, 2 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη προτού, δηλαδή, γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση, μόνον, όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας ως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, και όχι παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001).
Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 του άρθρου 76ΚΠοΛΔ ορίζεται, ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς .Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο, ότι έχουν ασκήσει αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανούν.
Συνεπώς το ένδικο μέσο, που ασκεί αναγκαίος ομόδικος, δεν νομιμοποιείται να το ασκήσει και κατά των ομοδίκων του, αφού θεωρείται ότι έχει ασκηθεί και από αυτούς, εκτός αν, εξαιτίας της φύσης της δίκης ,μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομοδίκων ή περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα ομόδικο και βλαπτική για τον άλλο.
Πλην όμως, στην παραπάνω περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, πρέπει οι αναγκαίοι ομόδικοι που δεν άσκησαν, να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του (αρθ. 76παρ 3 και 110παρ 2ΚΠοΛΔ). Διαφορετικά, η συζήτηση του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ559/2019). Εξάλλου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος ίδιον αυτού δικαίωμα, πρέπει να απευθύνει την ασκούμενη, κατ` άρθρο 6 παρ. 2 του ν.2664/1998, αγωγή του περί αναγνώρισης του θιγομένου δικαιώματός του και διόρθωσης της πρώτης εγγραφής κατά πάντων των αναγραφομένων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, και σε περίπτωση θανάτου τους κατά των καθολικών διαδόχων τους (ΑΠ1152/2018).
Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κατά των νομιμοποιουμένων πιο πάνω ως εναγομένων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 76 παρ. 1 περ. γ ΚΠοΛΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί(ΑΠ.240/2015).
Περαιτέρω από τα παραπάνω προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των εναγομένων όταν φέρονται ως δικαιούχοι περισσότερα άτομα για την ίδια μερίδα και όχι όταν πρόκειται για διαφορετικές μερίδες που αναφέρονται σε ξεχωριστά τμήματα ακινήτου όπου ο καθένας των εναγομένων φέρεται ως δικαιούχος ξεχωριστού τμήματος ,οπότε στην περίπτωση αυτή δεν συνδέονται οι εναγόμενοι μεταξύ τους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας .Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Σαλαμίνας 1) το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ..., εκτάσεως 193,57τμ φέρεται ότι ανήκει στους αναιρεσίβλητους κατά ποσοστό 68,1% και 39,9% αντίστοιχα, 2)το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...
εκτάσεως 375,11τμ φέρεται ότι ανήκει στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, 3)δύο εδαφικές λωρίδες περιλαμβανόμενες στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... συνολικής έκτασης (1,88+0,34=) 2,22τμ φέρονται ότι ανήκουν στο Δήμο Σαλαμίνας 4) Μια εδαφική λωρίδα, περιλαμβανόμενη μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... εκτάσεως 9,51 τ.μ., φέρεται ότι ανήκει στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, 5) Μια εδαφική λωρίδα, περιλαμβανόμενη μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 1,53 τ.μ., φέρεται ότι ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. 6) Δυο μικρά εδαφικά τμήματα, που εμπίπτουν μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., και έχουν συνολική έκταση (0,17+0.34=) 0,51 τμ φέρονται ότι ανήκουν στην Ε.
Κ. .Με την προσβαλλόμενη 1/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά που εκδόθηκε ερήμην του Δήμου Σαλαμίνας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 68,10% και 31,90% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και καθένας τους αποκλειστικός κύριος κάθε αυτοτελούς ιδιοκτησίας που υφίσταται στο επίδικο οικόπεδο των εξής γεωτεμάχιων : 1) αυτού με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 193,57τμ, 2) αυτού με ΚΑΕΚ ...
εκτάσεως 375,11τμ που φερόταν ότι ανήκει στο εναγόμενο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, 3) δύο εδαφικών λωρίδων περιλαμβανομένων στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... συνολικής έκτασης (1,88+0,34=) 2,22τμ που φέρονταν ότι ανήκουν στον εναγόμενο Δήμο Σαλαμίνας 4) Μιας εδαφικής λωρίδας, περιλαμβανόμενη μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...
εκτάσεως 9,51 τ.μ., που φερόταν ότι ανήκει στο εναγόμενο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εναγόμενοι Ελληνικό Δημόσιο και Δήμος Σαλαμίνας δεν είναι αναγκαίοι ομόδικοι αφού φέρονταν στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας κύριοι γεωτεμαχίων με διαφορετικό ΚΑΕΚ και όχι των ίδιων, έτσι ώστε να είναι απλοί ομόδικοι.
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου για τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ... έκτασης 375,11τμ και με ΚΑΕΚ... 9,51τμ, είναι παραδεκτή αφού στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος Σαλαμίνας που δικάστηκε ερήμην φερόταν ως δικαιούχος σε εδαφικό τμήμα διαφορετικό από εκείνο που αφορά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, οπότε δεν υπάρχει μεταξύ τους αναγκαστική ομοδικία και δεν απαιτείται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον άνω Δήμο, ούτε η κλήση αυτού για την συζήτηση της ένδικης αναίρεσης.
Κατ` άρθρ. 4 ν. 3127/2003"τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί).
Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (Αστικού Κώδικος). 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Το κείμενο δε των προεκτεθεισών παραγράφων της εν θέματι διατάξεως καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό αφορά σε ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους.
Σε αυτήν περιλαμβάνονται τα λοιπά δημόσια κτήματα, εκτός των κοινοχρήστων και εξυπηρετούντων κρατικούς και λοιπούς σκοπούς και των εκτός συναλλαγής (κατ` άρθρ. 966 επ. Α.Κ.), ακινήτων. Η γραμματική ερμηνεία των προμνησθεισών παραγράφων της ανωτέρω διατάξεως καταλήγει υπό την εξής μορφοποίηση: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, (εν σχέσει προς το οποίο η πολεοδομική διαδικασία περιλαμβάνει τα στάδια της σχετικής μελέτης, της πράξεως εφαρμογής και της κυρώσεώς της αρμοδίως) ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετραγωνικών μέτρων, εφ` όσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα καλύπτον ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δομήσεως. 3) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου 3127/2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ` όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος, ή νεμηθείς) ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν (αντιστοίχως) κακής πίστης ή β) επί τριάκοντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, ήτοι εφ` όσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 AΚ.
Στο χρόνο νομής των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.3127/2003 προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Ο τρόπος κτήσης των ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του κράτους ακινήτων δεν δύναται να ασκήσει επίδραση στο ζήτημα της υπαγωγής τους στην υπό κρίση διάταξη, αφού η διάταξη δεν διακρίνει.
Εξάλλου από το γράμμα της ερμηνευομένης ενταύθα διατάξεως συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου μετά την έναρξη ισχύος του νόμου3127/2003 (19-3-2003). Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ` άρθρο 1042ΑΚο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη "όταν ουχί εκ βαρείας αμελείας διατελή εν τη πεποιθήσει ότι εκτήσατο την κυριότητα".
Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν.3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν.3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ` αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά τας συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966-968 και 1054ΑΚ είναι τα εκτός συνναλαγής, στα οποία συγκαταλέγονται τα κοινής χρήσεως και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών ακίνητα. Τα ακίνητα αυτά δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 ν.3127/2003.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου κατά πλήρη κυριότητα και τα οποία διαχειρίζεται (επ` ονόματι του Ελληνικού Δημοσίου) το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 4 ν.3127/2003, αφού ο νόμος δεν διακρίνει. Επομένως, περιττεύει μνεία των κατ` ιδίαν κατηγοριών των ανηκόντων στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου ακινήτων, τα οποία διαχειρίζεται επ` ονόματι του το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και τα οποία καταλαμβάνει το άρθρο 4 ν.3127/2003(ΑΠ283/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ` αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70ΚΠολΔ).
Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 τουΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν.3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ` αυτής(ΑΠ807/2019).
Από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση, από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημόσιου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο ,παύει να νέμεται αδιαταράκτως (ΑΠ1813/2017). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 2971/2001 "αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της"• επίσης, στην παρ 2 της εν λόγω διατάξεως ορίζεται, ότι: "Παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα"• ωσαύτως, στην παρ. 3 προβλέπεται, ότι: "παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερου υφισταμένου αιγιαλού".
Έτι περαιτέρω, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 ιδίου νόμου "ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται", ενώ κατά την παρ. 5 του ιδίου άρθρου "ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα" (ΑΠ165/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Επίσης, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1KΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14ΚΠοΛΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 1701/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: <Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου Σαλαμίνας, στη θέση "..." της περιφέρειας ... και στη συμβολή των οδών ... περιέχει τριώροφη οικοδομή, εμφαίνεται (κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") με τα περιμετρικά στοιχεία ...
στο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής... της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. και έχει έκταση κατά το διάγραμμα αυτό 580,41 τ.μ. Το εν λόγω οικόπεδο προήλθε από τη συνένωση δυο ομόρων οικοπέδων, εκτάσεως, κατά τους αναφερόμενους κατωτέρω τίτλους κτήσεως των εναγόντων, 400 τμ του ενός και 186,90 τμ του άλλου, και εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία ...
στο από Οκτωβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., το οποίο είναι προσαρτημένο στο με αριθ. .../2-11-1988 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μ. συζύγου Ν. Μ., το γένος Ε. Γ.. Στο ίδιο ως άνω διάγραμμα, το πρώτο από τα όμορα οικόπεδα, εκτάσεως 400 τμ, εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία ...
και το δεύτερο, εκτάσεως 186,90 τ.μ., με τα περιμετρικά στοιχεία ... ανωτέρω συνένωση έγινε δυνάμει της .../2-11-1988 πράξεως ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης Συμβολαιογράφου (όπως διορθώθηκε με τις ...1989 και .../4-10-1989 πράξεις της ίδιας Συμβολαιογράφου), νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (στον τόμο… και με αύξοντα αριθμό ….).
Το πρώτο από τα οικόπεδα αυτά ανήκε στους Χ. σύζυγο Σ. Σ., το γένος Α. και Ε. Ν., Α. χήρα Ε. Κ., το γένος Α. και Ε. Ν., Κ. σύζυγο Ι. Τ., το γένος Α. και Ε. Ν., και Χ. Ν. του Α. και Ε., στους οποίους είχε περιέλθει από κληρονομιά του αδερφού τους Δ. Ν. του Α. και της Ε., ο οποίος απεβίωσε στις10-6-1982 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομιά την οποία αυτοί αποδέχθηκαν με την με αριθ. .../12-3-1983πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α.
X.Λ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …, η οποία διορθώθηκε με την ανωτέρω με αριθ. .../2-11-1988 πράξη ανταλλαγής ποσοστών της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μ. συζύγου Ν. Μ.. Στον δε Δ. Ν. του Α. και Ε. το εν λόγω οικόπεδο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 3-6-1982 πατέρα του Α.
Ν. του Δ. και Κ., δυνάμει της με αριθ. .../1982 δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Λ., που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Πειραιώς και καταχωρήθηκε στα με αριθ. 510/1982 πρακτικά του, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν για λογαριασμό του οι ανωτέρω κληρονόμοι του με την προαναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α.
X. Λ., ενώ στον Α. Ν. του Δ. και Κ. είχε περιέλθει κατά μείζονα έκταση με διανομή δυνάμει τουμε αοιθ. ...5-12-1964 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κ. Δ. Κ., μεταγεγραμμένου στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …. Εξάλλου, το δεύτερο οικόπεδο, εκτάσεως 186,90 τ.μ., ανήκε στον Χ. Ν. του Α.
και Ε., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 3-6-1982 πατέρα του Α. Ν. του Δ. και Κ. δυνάμει της αναφερόμενης ανωτέρω με αριθ. .../1982 δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Λ., την οποία κληρονομιά ο Χ. Ν. αποδέχθηκε με την με αριθ.../2-11-1988 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μ.
συζύγου Ν. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένη στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, στον δε Α. Ν. του Δ. και Κ. είχε περιέλθει κατά μείζονα έκταση με διανομή δυνάμει του με αριθ. ...5-12-1964 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κ. Δ. Κ.. Το ανωτέρω ενιαίο οικόπεδο οι συνιδιοκτήτες του, δυνάμει της προαναφερόμενης .../2-11-1988 πράξης ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανωτέρω Συμβολαιογράφου Μ.
συζύγου Ν. Μ., υπήγαγαν στις διατάξεις που ισχύουν για την οροφοκτησία και συνέστησαν δυο αυτοτελείς και ανεξάρτητες-κάθετες ιδιοκτησίες, από τις οποίες η μία ανήκει ήδη στον ενάγοντα Ι. Σ. και η άλλη στον ενάγοντα Π. Μ., στους οποίους περιήλθαν όπως θα εκτεθεί ειδικότερα πιο κάτω. Προηγουμένως πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, το επίδικο εμπίπτει μέσα στα όρια του παλαιού αιγιαλού αλλά βρίσκεται έξω από τα όρια του αιγιαλού και παραλίας της προαναφερόμενης περιοχής, όπως αυτά καθορίστηκαν διοικητικά με την με αριθ. .../26-10-1976 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά και επανακαθορίστηκαν με την με αριθ. ...16-1-1997 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά... , που έχουν μεταγράφει νόμιμα, έχει δε καταγραφεί από έτος 1999 ως δημόσιο κτήμα με αριθμό ...
και φέρεται έτσι ότι ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Ι. Σ., δυνάμει του με αριθμό .../2-11-1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και της με αριθμό ...18-9-1988 πράξη εξόφλησης τιμήματος και άρσης διαλυτικής αίρεσης της προαναφερόμενης Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μ. συζύγου Ν.
Μ., νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό …και στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό …αντίστοιχα, αγόρασε από τους μέχρι τότε συγκυρίους Χ. σύζυγο Σ. Σ., το γένος Α. και Ε. Ν., Α. χήρα Ε. Κ., το γένος Α. και Ε. Ν., Κ. σύζυγο Ι. Τ., το γένος Α. και Ε.
Ν., και Χ. Ν. του Α. και Ε. την αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία του επιδίκου, η οποία απεικονίζεται υπό τα στοιχεία II στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ. και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο 68,10/100 εξ αδιαιρέτου και στην οποία αντιστοιχούν τα 397,09 τμ αυτού. Εξάλλου, ο ενάγων Π.
Μ. δυνάμει των με αριθμούς .../30-10-1992 και .../19-3-1993 συμβολαίων της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … αντίστοιχα, αγόρασε από τον μέχρι τότε κύριο Χ. Ν. του Α.
και Ε. την αυτοτελή ιδιοκτησία που απεικονίζεται υπό το στοιχείο I στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ. και έχει και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο 31.90/100 εξ αδιαιρέτου και στην οποία αντιστοιχούν τα 186,00 τμ αυτού. Οι δυο αυτές αυτοτελείς-κάθετες ιδιοκτησίες απεικονίζονται ήδη και οριοθετούνται ( κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") στο προαναφερόμενο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α.
Μ.: α) η υπό στοιχεία II με τα περιμετρικά στοιχεία ... και β) η υπό στοιχείο I με τα περιμετρικά στοιχεία .... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες, αφότου αγόρασαν τις παραπάνω αυτοτελείς ιδιοκτησίες (1988 και 1992 αντίστοιχα), τους παραδόθηκε από τους δικαιοπαρόχους τους και παρέλαβαν αυτοί τη νομή του ενιαίου οικοπέδου και της αυτοτελούς ιδιοκτησίας του ο καθένας, και νεμήθηκαν με καλή πίστη και δυνάμει των ανωτέρω νομίμων τίτλων από επαχθή αιτία, με διάνοια συγκυριών, κατά τα 68,10 και 31,90 % εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, το οικόπεδο και με διάνοια αποκλειστικού κυρΙου την αυτοτελή ιδιοκτησία του ο καθένας, ασκώντας επ' αυτών (όπως προηγουμένως διαδοχικά και οι κατονομαζόμενοι ανωτέρω δικαιοπάροχοί τους) συνεχώς και αδιαλείπτως έκτοτε έως την έναρξη της ισχύος του ν. 3127/2003 (19.3.2003), δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο της Ι0ετίας(όπως άλλωστε και μεταγενέστερα μέχρι την άσκηση των ενδίκων αγωγών) τις διακατοχικές πράξεις που, προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, όπως επίβλεψη, επιτήρηση, εμβαδομέτρηση, οριοθέτηση και συντήρηση, καθώς και πληρωμή των αναλογούντων σε αυτά φόρων, χωρίς να ενοχληθούν από οποιονδήποτε.
Ο πρώτος μάλιστα απ' αυτούς Ι. Σ. το 1990, αφού εφοδιάστηκε με την κατά νόμο οικοδομική άδεια (...1990, όπως αναθεωρήθηκε με την 17/1996 όμοια της Πολεοδομίας Σαλαμίνας), ανήγειρε στο προαναφερόμενο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου, του οποίου έχει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, τριώροφη οικοδομή. Μετά δε την κήρυξη της περιοχής του επιδίκου υπό κτηματογράφηση (1999) οι ενάγοντες υπέβαλαν στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο την κατά νόμο δήλωση με περιγραφή των ως άνω δικαιωμάτων τους και συνέχισαν να νέμονται το επίδικο οικόπεδο και τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες τους με τα ίδια ως άνω προσόντα.
Δεν είχαν δε αυτοί κάποια ένδειξη ότι το επίδικο ή κάποιο τμήμα του εμπίπτει στα όρια του παλαιού αιγιαλού της περιοχής, αφού αυτό βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, σε ικανή απόσταση από τη θάλασσα και, όπως προαναφέρθηκε, μέσα στο υφιστάμενο από το 1926 εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, έχοντας πρόσωπο στην κεντρική οδό της περιοχής (Σαλαμινομάχων).
Εξάλλου, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο... φέρει το σχετικό δικονομικό βάρος, δεν απέδειξε ότι οι ενάγοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους βρίσκονταν σε κακή πίστη κατά την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου, ότι δηλαδή γνώριζαν ότι δεν έγιναν κύριοι ή αγνοούσαν τούτο από βαριά αμέλεια, καθόσον, μολονότι είχε οριοθετηθεί από το έτος 1976 το τμήμα του αιγιαλού και της παραλίας της περιοχής και είχε έκτοτε το επίδικο ενταχθεί μέσα στα όρια του παλαιού αιγιαλού, δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί έλαβαν γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, των από 16-2-1976 και 22-8-1995 εκθέσεων της Επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας, οι οποίες επικυρώθηκαν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις με αριθ. .../26-10-1976 του Νομάρχη Πειραιά και με αριθ. ...16-1-1997 του Περιφερειακού Διοικητή Πειραιά αντίστοιχα.
Αντίθετα, ενισχυτικό της καλής πίστεως των εναγόντων είναι το γεγονός ότι αυτοί, πριν από την αγορά των ιδιοκτησιών τους, προέβησαν σε σχετικό έλεγχο στα βιβλία του οικείου υποθηκοφυλακείου, από τον οποίο προέκυπτε συνεχής διάδοχή των τίτλων ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους. Τα όσα δε περί του αντιθέτου υποστήριξε πρωτοδίκως το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία επαναφέρει στον προκείμενο βαθμό με λόγο εφέσεως, ότι δηλαδή οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, ως μόνιμοι κάτοικοι Σαλαμίνας, κατά την κτήση της νομής του επιδίκου γνώριζαν και πάντως από βαριά αμέλεια αγνοούσαν ότι αυτό εμπίπτει στα όρια του παλαιού αιγιαλού, είναι αβάσιμα.
αφού δεν βρίσκουν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, αν ληφθεί ιδίως υπόψη ότι: α) Η περιοχή του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, έχει ρυμοτομηθεί από το 1926... και το επίδικο βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, στο Οικοδομικό Τετράγωνο ......, β) Με την ρυμοτόμηση της συγκεκριμένης περιοχής το Ελληνικό Δημόσιο θεωρούσε, προφανώς, αυτήν οικιστική και γι' αυτό επέτρεπε επί δεκαετίες τη δόμησή της, δημιουργώντας έτσι ένα "φαινόμενο δικαίου", δηλαδή μία κατάσταση που δικαιολογημένα εμπιστεύτηκαν οι διοικούμενοι, οι οποίοι προέβησαν καλόπιστα σε σχετικές δικαιοπραξίες...
γ) Όπως επίσης εκτέθηκε πιο πάνω, το Ελληνικό Δημόσιο ενέταξε τον παλαιό αιγιαλό της περιοχής στο δημόσιο κτήμα ... μόλις το έτος 1999 ,5) Δεν αποδείχθηκε ότι οι κάτοικοι της Σαλαμίνας εγνώριζαν το γεγονός της οριοθετήσεως του αιγιαλού στη συγκεκριμένη περιοχή, ε) Όσον αφορά δε ειδικά το επίδικο, μόνο μετά την υποβολή της με αριθ.
πρωτ. ...15-353-2003 ενστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τον Ο.Κ.Χ.Ε., η οποία έγινε δεκτή με την με αριθ. ...2/24-11-2003 απόφαση της Επιτροπής Ενστάσεων του Ο.Κ.Χ.Ε., ενεγράφη δικαίωμα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την αιτιολογία ότι αυτό αποτελεί τμήμα του ανωτέρω με αριθμ. ... Δημοσίου Κτήματος. Επομένως, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως του ν.3127/2003 (19.3.2003) οι ενάγοντες είχαν ήδη καταστεί έναντι των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου και Δήμου Σαλαμίνας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 του εν λόγω νόμου και ήταν και στις 13.11.2006, οπότε άρχισε η λειτουργία του Κτηματολογίου στην Σαλαμίνα Α) συγκύριοι, ο μεν Ι.
Σ. κατά ποσοστό 68,10/100 εξ αδιαιρέτου, ο δε Π. Μ. κατά ποσοστό 31,90/100 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ενιαίου οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως κατά νεώτερη και επακριβή καταμέτρηση 580,41τμ., το οποίο,...αππεικονίζεται (κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") με τα περιμετρικά στοιχεία ... στο προαναφερόμενο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Α.
Μ. και Β) ο πρώτος αποκλειστικός κύριος της υπό στοιχεία II αυτοτελούς ιδιοκτησίας, στην οποία αντιστοιχούν τα 397,43 τμ του οικοπέδου και η οποία απεικονίζεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα ( κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") με τα περιμετρικά στοιχεία ... και ο δεύτερος αποκλειστικός κύριος της υπό στοιχείο I αυτοτελούς ιδιοκτησίας, στην οποία αντιστοιχούν τα 182,98 τμ του οικοπέδου και η οποία απεικονίζεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα (κάτω από την ένδειξη " μετά τη διόρθωση") με τα περιμετρικά στοιχεία ...
αφού, όπως ήδη σημειώθηκε, ακόμη και αν δεν προσμετρήσουν τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, νεμήθηκαν αυτά (το ενιαίο οικόπεδο, ενταγμένο στο σχέδιο πόλεως, εκτάσεως μικρότερης των 2.000 τμ, και τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες τους) με τα προαναφερόμενα προσόντα συνεχώς και αδιαταράκτως για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας μέχρι τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, ενώ το εναγόμενο δεν απέδειξε την επικαλούμενη από αυτό κακή πίστη των εναγόντων κατά την κτήση της νομής των επιδίκων.
Μετά ωστόσο την περαίωση της κτηματογράφησης και την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στον Δήμο Σαλαμίνας οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι το επίδικο-ενιαίο ακίνητο φέρεται ότι είναι χωρισμένο στα εξής επιμέρους γεωτεμάχια ή τμήματα γεωτεμαχίων, δηλαδή 1)Το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 193,57 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο ανωτέρω από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α.
Μ. (κάτω από την ένδειξη "πριν τη διόρθωση") με τα περιμετρικά στοιχεία 4... και φέρεται ότι ανήκει στους ενάγοντες εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 68,1% και 39.9% αντίστοιχα. 2) Το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 375,11 τμ, το οποίο απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ...9 και φέρεται ότι ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, 3)Δύο εδαφικές λωρίδες, περιλαμβανόμενες μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., συνολικής εκτάσεως (1,88 τ.μ.
η μία και 0,34 τ.μ. η άλλη ίσον 2,22 τμ), οι οποίες απεικονίζονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα (κάτω από την ένδειξη " μετά τη διόρθωση") υπό στοιχεία α και β αντίστοιχα και με τα περιμετρικά στοιχεία 4-26-9-4 η πρώτη και 26-24-11-9-26 η δεύτερη και φέρονται ότι ανήκουν στον εναγόμενο Δήμο Σαλαμίνας. 4) Μια εδαφική λωρίδα, περιλαμβανόμενη μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...
εκτάσεως 9,51 τ.μ., η οποία απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα (κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") υπό το στοιχείο γ και με τα περιμετρικά στοιχεία ... και φέρεται ότι ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, 5) Μια εδαφική λωρίδα, περιλαμβανόμενη μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 1,53 τ.μ., η οποία απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") υπό το στοιχείο δ με τα περιμετρικά στοιχεία 5-6-10- 23-28-5 και φέρεται ότι ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. 6) Δυο μικρά εδαφικά τμήματα, που εμπίπτουν μέσα στα όρια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., έχουν συνολική έκταση (0,17+0.34=)0,51 τμ.
και απεικονίζονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα (κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") υπό τα στοιχεία αντίστοιχα και με τα περιμετρικά στοιχεία ... το πρώτο και 1-3-25-1 το δεύτερο και φέρονται ότι ανήκουν στην Ε. Κ.. Επίσης διαπίστωσαν ότι οι αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες τους δεν αποτυπώνονται και δεν έχουν καταχωρηθεί καθόλου στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.
Σημειώνεται ότι από τα παραπάνω εδαφικά τμήματα, στα με αριθμ. .. και … (υπό στοιχεία δ, ε και ζ του ως άνω σχεδιαγράμματος) δεν προβάλλουν οι ενάγοντες δικαιώματα και έτσι αυτά δεν κατέστησαν επίδικα στην προκειμένη δίκη. Οι υπόλοιπες πάντως (με αριθμούς 1-4) από τις εν λόγω αρχικές εγγραφές, όπως γίνεται φανερό απ' όσα αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν πιο πάνω, είναι ανακριβείς, αφενός διότι με την πρώτη (με αριθμ. 1) το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 193,57 τ.μ., φέρεται ως αυτοτελές γεωτεμάχιο και όχι, όπως πράγματι είναι, τμήμα του μείζονος ενιαίου ακινήτου των εναγόντων και αφετέρου διότι τα υπόλοιπα γεωτεμάχιο και τμήματα γεωτεμαχίων, που αποτελούν τμήματα του ίδιου ως άνω ενιαίου ακινήτου και ανήκουν στους ενάγοντες, φέρονται ότι ανήκουν, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις, στους εναγόμενους Ελληνικό Δημόσιο και Δήμο Σαλαμίνας, ενώ επιπλέον δεν αποτυπώθηκαν και δεν καταχωρίστηκαν στα κτηματολογικά βιβλία οι αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες των εναγόντων.
Με τα δεδομένα αυτά, οι κρινόμενες αγωγές, κατά την ερευνώμενη εδώ επικουρική βάση τους, είναι νόμιμες και βάσιμες στην ουσία και ως τοιαύτες πρέπει να γίνουν δεκτές, ενόψει και του ότι είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον των εναγόντων να αναγνωριστούν τα ως άνω δικαιώματά τους και να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών αρχικών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία, δεδομένου μάλιστα ότι με την προπεριγραφόμενη κατάτμηση του ενιαίου οικοπέδου τους καθίσταται αυτό μη αξιοποιήσιμο πολεοδομικά, αφού τα προκύπτοντα από την κατάτμηση οικόπεδα είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα...
Η εκκαλουμένη όμως έκανε τις αγωγές εν μέρει μόνο δεκτές, δηλαδή μόνο όσον αφορά τα ανωτέρω με αριθμούς 2, 3 και 4 (με ΚΑΕΚ ..., ... και ... αντίστοιχα), γεωτεμάχιο και τμήματα γεωτεμαχίων, τις απέρριψε δε κατά τα λοιπά ως μη νόμιμες με το σκεπτικό, αναφορικά με το ως άνω με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, εκτάσεως 193,57 τ.μ, ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται σφάλμα της σχετικής αρχικής εγγραφής, και αναφορικά με τα αιτήματα αναγνώρισης των εναγόντων ως αποκλειστικών κυρίων των αυτοτελών ιδιοκτησιών που έχουν ιδρυθεί στο επίδικο και διόρθωσης των σχετικών εγγραφών, ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις αγωγές, η επικαλούμενη σύσταση των καθέτων ιδιοκτησιών έγινε πριν από την κτήση από τους ενάγοντες της κυριότητας με βάση το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003.
Έτσι όμως που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε, όπως βάσιμα προβάλλεται με τους λόγους των ενδίκων εφέσεων των εναγόντων. Επομένως, πρέπει, αφού απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, να γίνουν δεκτές οι εφέσεις των εναγόντων και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση.
Ακολούθως, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να εκδικαστούν οι αγωγές κατά την ως άνω επικουρική τους βάση (για την απόρριψη της κυρίας βάσεως δεν περιέχεται στις εφέσεις κάποιο ειδικότερο παράπονο), να γίνουν αυτές δεκτές, να αναγνωριστούν οι ενάγοντες αφενός συγκύριοι του επίδικου ενιαίου οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως κατά νεώτερη και επακριβή καταμέτρηση 580,41τμ., το οποίο απεικονίζεται (κάτω από την ένδειξη "μετά τη διόρθωση") με τα περιμετρικά στοιχεία ...
στο προαναφερόμενο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., και αφετέρου αποκλειστικός κύριος ο καθένας, κατά την σημειούμενη πιο πάνω διάκριση, των προπεριγραφόμενων αυτοτελών καθέτων ιδιοκτησιών και να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά φύλλα και τοπογραφικά διαγράμματα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες προσκομίζουν με επίκληση,..., εισηγήσεις του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου..., από τις οποίες προκύπτει ότι συντρέχουν οι τεχνικές προϋποθέσεις για την απεικόνιση των γεωμετρικών μεταβολών που επέρχονται στα ακίνητα, των οποίων ζητείται με τις ένδικες αγωγές η διόρθωση και περιέχονται στο από Δεκεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α.
Μ. και στο προαναφερόμενο (νεώτερο) από Οκτωβρίου 2013 όμοιο της ίδιας αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού και για την εισαγωγή τους στην τηρούμενη κτηματολογική βάση που θα διορθωθεί.>.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 3127/2003 και έγιναν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι αναγνωριστικές κυριότητας επί των επιδίκων γεωτεμαχίων και διόρθωσης ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγράφων αγωγές τους, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει τα αντίθετα, δεν παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα το άνω άρθρο αξιώνει, εφόσον ως προς το σκέλος της αδιατάρακτης νομής η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι από τα έτη 1988 και 1992, αντίστοιχα, οπότε παρέλαβαν τη νομή των επιδίκων από τους δικαιοπαρόχους τους την ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως επί των επιδίκων, είχαν συμπληρώσει δε την αδιατάρακτη με καλή πίστη 10ετή νομή τους και κατέστησαν κύριοι αυτών πριν από την έναρξη ισχύος του ν 3127/2003 (19-3-2003), ενώ έλαβαν γνώση της ένστασης του αναιρεσείοντος κατά της εις βάρος του σχετικής απόφασης της επιληφθείσας του θέματος πρωτοβάθμιας επιτροπής και την αποδοχή της με την ...2/24-11-2003 απόφαση της Επιτροπής ενστάσεων ΟΚΧΕ, στις 14-11-2003, οπότε και ενεγράφη δικαίωμα υπέρ του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ...δημόσιου κτήματος.
Επίσης ουδεμία μνεία γίνεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, περί γνώσεως των αναιρεσιβλήτων ως προς την από 8-6-2000 υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας από το αναιρεσείον για την επίδικη έκταση και την καταχώρισή της κατά την πρώτη ανάρτηση ως δημόσιας έκτασης.
Ως εκ τούτου ο τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος..
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ,ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γΚΠολΔ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον:
α) την με αρ πρωτ .../8-6-2000δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας κατ' άρθρο 2ν2308/1995 για τα γεωτεμάχια που εμπίπτουν στα όρια του δημόσιου κτήματος με ΑΒΚ... και β) την με αρ πρωτ ...15-3-2003 ένσταση προς τον ΟΚΧΕ, αφού όπως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ'επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα προαναφερθέντα έγγραφα, έστω και αν δεν έγινε ειδική μνεία και αξιολόγηση του υπό στοιχείο (α) πιο πάνω εγγράφου.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου προς διερεύνηση λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στο ηττώμενο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθ 176,183,191παρ 2ΚΠοΛΔ,22ν3693/1957 ως ισχύει) λόγω της ήττας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ