Legislator Case Law & Legislation
712/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor court award, remanding specific claims for retrial.

Case Number 712/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially dismissed the Government's appeal while allowing the appeal filed by 33 of 81 plaintiffs against the First Instance Court's judgment. The Government argued that the lower court erred in awarding Christmas and Easter bonuses and vacation pay for the period before the plaintiffs were assigned to permanent positions, and that the statute of limitations was interrupted. The Court found the Government's claim regarding the calculation of bonuses based on a hypothetical total salary to be unfounded, but upheld the plaintiffs' right to claim these specific statutory benefits for the pre-assignment period. Consequently, the Court rejected the Government's appeal in part, remanded the case for further proceedings to clarify the remaining claims, and ordered the litigation costs to be offset between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 580 παρ.3; Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 179: The Supreme Court may remand a case for further proceedings when an appeal is partially allowed, requiring the formation of a new collegial panel to adjudicate the remaining claims, while litigation costs are offset between parties due to partial victory and defeat.

Keywords

AI generated
appeal against judgment remand for retrial labor law claims statute of limitations litigation costs offset permanent position assignment statutory bonuses

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 580 παρ.3
ΚΠολΔ 179
άρθρο 22 παρ.2 του ν. 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 712 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 712/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Παπίδα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων - αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. του Α., 2) Ξ. Α. - Κ. του Α., 3) Α. Α. του Π., 4) Ζ. Α. του Κ., 5) Α. Α. του Π., 6) Β. Α. του Δ., 7) Φ. Α. του Ι., 8) Ζ. Α. του Ν., 9) Λ. Β. - Γ. του Δ., 10) Ά. Β. του Β., 11) Μ. Γ. - Μ. του Κ., 12) Τ. Γ. του Θ., 13) Ε. Γ. - Τ. του Ν., 14) Β. Δ. του Σ., 15) Γ. Δ. του Κ., 16) Λ. Ζ. του Γ., 17) Ι. Θ. του Ν., 18) Κ. Θ. του Δ., 19) Α. Κ. του Α., 20) Α. Κ. του Χ., 21) Χ. Κ. του Κ., 22) Ε. Κ. του Ι., 23) Β. Κ. του Δ., 24) Π. Κ. του Χ., 25) Ε. Κ. του Σ., 26) Α. Κ. του Θ., 27) Κ. Κ. του Θ., 28) Μ. Κ. του Ζ., 29) Γ. Κ. του Ν., 30) Π. Κ. του Φ., 31) Ε. Κ. του Α., 32) Α. Κ. του Β., 33) Α. Κ. του Ι., 34) Μ. Λ. του Γ., 35) Μ. Λ. του Π., 36) Γ. Λ. του Ι., 37) Γ. Μ. του Ν., 38) Α. Μ. του Α., 39) Β. Μ. του Ν., 40) Δ. Μ. - Β. του Α., 41) Π. Μ. - Α. του Κ., 42) Α. Μ. του Α., 43) Α. Μ. του Κ., 44) Μ. Μ. του Ε., 45) Β. Μ. - Σ. του Θ., 46) Ε. Μ. του Α., 47) Δ. Μ. του Π., 48) Ε. Μ. του Ν., 49) Ε. Μ. του Μ., 50) Σ. Ν. του Ι., 51) Α. Ν. του Φ., 52) Ε. Ν. του Α., 53) Α. Ν. του Α., 54) Σ. Ξ. του Μ., 55) Π. Π. του Χ., 56) Β. Π. του Β., 57) Ε. Π. του Α., 58) Ε. Π. του Ε., 59) Κ. Π. του Χ., 60) Μ. Π. του Ε., 61) Α. Π. του Δ., 62) Α. Π. του Δ., 63) Ε. Π. του Α., 64) Δ. Π. του Μ., 65) Ε. Π. του Γ., 66) Δ. Π. του Ν., 67) Σ. Σ. - Κ. του Α., 68) Θ. Σ. του Π., 69) Σ. Σ. του Ι., 70) Μ. Σ. του Ν., 71) Μ. Τ. - Π. του Μ., 72) Β. Τ. του Σ., 73) Μ. Τ. του Ι., 74) Χ. Τ. - Κ. του Κ., 75) Π. Τ. του Π., 76) Ε. Φ. του Π., 77) Σ. Φ. του Ε., 78) Γ. Χ. του Θ., 79) Γ. Χ. του Χ., 80) Α. Χ. του Λ. και 81) Α. Ψ. του Δ., όλων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2010 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 316/ 2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 3-2-2014 εφέσεως των εναγόντων κατ’ αυτής, η 5040/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν το αναιρεσείον - εναγόμενο με την από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες με την από 9-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων - αναιρεσειόντων - εναγόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αυτών, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του τελευταίου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκεινται προς κρίση η από 24-5-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 9-6-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-6-2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Μ. Ά. και λοιπών (81 συνολικά), κατά της 5040/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες από 3-2-2014 εφέσεως κατά της 316/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-4-2010 με αριθμό κατάθεσης ...9-2-2011 αγωγής.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω, από το άρθρο 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν εκείνος, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν κι αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 281/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων διαπιστώνεται ότι η επίσπευση της συζήτησης των ένδικων από 24-5-2016 και 9-6-2016 αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου η πρώτη και ογδόντα ενός (81) συνολικά αναιρεσειόντων δεύτερη, κατά της με αριθμό 5040/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης Φεβρουαρίου 2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτών αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (24-10-2017), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των ως άνω, αναιρεσιβλήτων (η πρώτη) και αναιρεσειόντων (η δεύτερη), αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς .../14-9-2016 εκθέσεις επίδοσης αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, προς το αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, τις οποίες συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Μ. και επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι. Κατά τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης κατά την ως άνω μετ’ αναβολή δικάσιμο (24-10-2017), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι και αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου.

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τις αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες Γ. Λ. (36η), Δ. Μ. (40), Σ. Ν. (50η) και Α. Π. (61η), ούτε αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Π. Κ., που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως και γι’ αυτές, αφού δεν προσκομίζονται συμβολαιογραφικά πληρεξούσια από τις προαναφερθείσες διαδίκους.

Κατά συνέπεια, ακύρως αυτές επέσπευσαν τη συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων, ενώ λόγω της μη προσήκουσας παράστασης αυτών κατά τη συζήτηση θεωρούνται δικονομικά απούσες. Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου, Ελληνικού Δημοσίου, κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση στην ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητες και αναιρεσείουσες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει ως προς αυτές, οι οποίες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους - αναιρεσείοντες, να χωρισθεί η υπόθεση και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ενώ για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους - αναιρεσείοντες που παρίστανται προσηκόντως πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης (ΚΠολΔ 576 παρ.1, 2, 3, 94 παρ.1 και 104).

3. Κατά τα λοιπά, οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης κατά της 5040/ 2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της από 3-2-2014 έφεσης των εναγόντων, εξαφανίσθηκε η 316/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τους τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους - αναιρεσείοντες, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως προς αυτούς (κατ’ ορθή ανάγνωση του διατακτικού της 5040/2015 απόφασης, η τότε εκκαλούμενη απόφαση δεν θίχτηκε ως προς τη διάταξη, με την οποία η δίκη είχε καταργηθεί ως προς τους με αριθμό 9, 10, 18, 19, 24, 30, 32, 36, 43, 46, 48, 52, 67, 68, 71, 72, 79, 84, 91, 92, 96 και 100 από τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στο εφετείο και δεν μετέχουν ούτε στην αναιρετική δίκη) και, μετά από νέα εκδίκαση, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάστηκαν (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) στους ενάγοντες (ήτοι τους εκκαλούντες, ως προς τους οποίους δεν είχε καταργηθεί η δίκη) τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3), συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (ΚΠολΔ 246).

4. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται µε την υπαγωγή του περιεχομένου της στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να µην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολουμένου µε σύμβαση εργασίας μισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ο εργαζόμενος δικαιούται κατ’ εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση το νόμο και εκείνων που πράγματι καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, εκτός των άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων που δικαιούται και εκείνες που έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το ένδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 276/2015).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες, με την ένδικη, από 10-4-2010 με αριθμό κατάθεσης ...9-2-2011 αγωγή, εκθέτουν ότι, κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκαν έκτοτε, συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαριστές σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά µε διαδοχικές συμβάσεις, τις οποίες το εναγόμενο χαρακτήριζε ως μισθώσεις έργου, αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου (διότι εξ αρχής κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του) και στη συνέχεια, από 7-12-2006 για ορισμένους εξ αυτών και από 10-1-2007 για τους λοιπούς, µε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ), διότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και, κατόπιν αιτήσεών τους, κατατάχθηκαν σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ του εναγομένου. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζητούν να τους επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενες διαφορές για τα έτη 2001 έως και 2008, μεταξύ των νομίμων αποδοχών, τις οποίες λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς τους, που απασχολούνται στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται µε τους ν. 2470/1997 και 3205/2003) και αυτών που οι ενάγοντες έλαβαν ως συμβασιούχοι έργου, συνυπολογιζομένου για τον μετά την κατάταξή τους χρόνο και του χρόνου προϋπηρεσίας τους µε συμβάσεις έργου.

Οι διαφορές αποδοχών προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που καταβάλλονταν στον καθένα για κάθε έτος εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος και εκείνα που, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, εάν εξαρχής ήταν εργαζόμενοι ΙΔΑΧ, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ’ έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής, κατ’ έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς.

Τις αποδοχές αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζητούν, κυρίως, κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου, ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτούς, τόσο κατά το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, όσο και κατά το διάστημα από την κατάταξή τους (ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005) σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ και εφεξής, χωρίς συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, περιέχει όλα τα αναγκαία, κατ’ άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη, αφού δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύουν οι ενάγοντες τα συγκεκριμένα ποσά που τους έχουν καταβληθεί για κάθε επί μέρους αξίωση, ανά έτος, ξεχωριστά. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας την περί αοριστίας ένσταση του εναγομένου και εκεί εφεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19) ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ένδικη αγωγή για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας ήταν αόριστη, διότι οι ενάγοντες, αφού παραθέτουν τα επιμέρους κονδύλια, που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις τους από τις παραπάνω αιτίες για κάθε έτος του ενδίκου χρονικού διαστήματος ξεχωριστά, αφαιρούν στη συνέχεια από το αποτέλεσμα που προκύπτει (μετά συναρίθμηση των ετησίως καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί μέρους ποσών µε βάση τον επικαλούμενο νόμιμο μισθό τους) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβαν για την απασχόλησή τους ως καθαριστές για όλες τις αιτίες αυτές, συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύουν ποια ακριβώς ποσά τους έχουν καταβληθεί ανά έτος ξεχωριστά, είναι αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ’ αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι’ του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, μόνο "από" και "με" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ενώ αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν, όμως, να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).

Επίσης, δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 378/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

7. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της ένδικης αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ.5 του ν.1892/ 1990, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών, μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή εργάσθηκαν για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του τελευταίου και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας" [...-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού (ΚΥΣΔΙΠ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ)].

Ότι απασχολήθηκαν έκτοτε επί σειρά ετών με διαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι την 30η Ιουνίου), δηλαδή ίση με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας εκάστης σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης.

Ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους" και η αποχώρηση διδασκόντων και διδασκομένων κατά τους δύο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα "εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό των σχολείων, ο οποίος πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και μετά την περίοδο των διακοπών Χριστουγέννων και Πάσχα" (...4-2005 Πράξη ΚΥΣΔΙΠ του ΥΠΕΠΘ).

Ότι οι εργασίες που εκτελούσαν υποχρεωτικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους, συνίσταντο στον καθημερινό καθαρισμό όλων των χώρων των σχολείων. Ότι, ειδικότερα, εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιοι, αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που, επίσης, καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους διευθυντές των σχολείων (εργοδότες), οι οποίοι γνωρίζουν άριστα τις ανάγκες καθαριότητας της σχολικής μονάδας που διευθύνουν".

Ότι επρόκειτο, δηλαδή, για υπηρεσία που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας, η οποία κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, όπως κρίθηκε και από τα αρμόδια όργανα αυτού, καθώς και από το ΑΣΕΠ. Ότι, ενώ οι ενάγοντες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ότι ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσης σε ισχύ του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εναγομένου και το ΑΣΕΠ, οπότε κατετάγησαν σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ, από 7-12-2006, με την .../7-12-2006 απόφαση του ΥΠΕΠΘ, οι 4η, 12η, 15η, 16η, 26η, 28η, 31η, 34η, 35η, 37η, 38η, 39η, 41η, 42η, 44η, 47η, 51η, 55η, 57η, 58η, 61η, 64η, 66η, 70η, 74η, 76η, 77η, 80η, 81η, 83η, 86η, 87η, 88η, 94η, 95η, 97η, και από 10-1-2007, με την .../10-1-2007 απόφαση του ΥΠΕΠΘ, οι λοιποί ενάγοντες, εκτός των 40ης και 99ης που κατετάγησαν από 1-11-2008 και 1-9-2008 (.../Δ4/27-5-2008), αντίστοιχα, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι όλοι από τότε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου.

Ότι, ενώ κατετάγησαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις έργου. Ότι έτσι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχε καταταγεί ο καθένας σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας του, η οποία διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Ότι επιπλέον έπρεπε να λαμβάνουν και για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Ότι, εκτός από τους 25η , 26η και 58η των εναγόντων που προσλήφθηκαν την 1-9-2001, 29η των εναγόντων που προσλήφθηκε την 1-2-2002, 33η των εναγόντων που προσλήφθηκε την 1-1-2002 και 34η των εναγόντων που προσλήφθηκε την 1-10-2001, οι συμβάσεις όλων των υπολοίπων καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, όλοι δε κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και, όπως κρίθηκε από το ΑΣΕΠ, υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004.

Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων των εναγόντων, που είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, προκύπτουν, κατά τα λοιπά, οι παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση μισθολογικές διαφορές υπέρ αυτών, με συνυπολογισμό δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, χωρίς συνυπολογισμό της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, η οποία δεν συνιστά ευθεία και γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, αλλά παρέχεται μόνο εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε ως προς τους εκκαλούντες την τότε εκκαλουμένη 316/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή και, δικάζοντας επί της αγωγής, τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην απόφαση λεπτομερώς, κατά περίπτωση, ποσά, µε το νόμιμο τόκο.

8. Το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τη νομική σκέψη που διατυπώνεται παραπάνω (βλ. αρ. 6), υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σε αυτή και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανέλεγκτα κατέληξε και οι οποίες έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις έργου στον καθαρισμό σχολείων, κάλυψαν αληθώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κρίση ότι θα έπρεπε να λάβουν την αμοιβή που προβλέπεται για τους αντίστοιχους εργαζόμενους στο προσωπικό ΙΔΑΧ του εναγομένου.

Ούτε η παραδοχή ότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, είναι αρκετή για να τους εξομοιώσει με το πιο πάνω προσωπικό. Τούτο, διότι πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν τους ενάγοντες σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων και δικαιολογούν, για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό του εναγομένου, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004).

Εξάλλου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, οι κατατασσόμενοι μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους, ο δε χρόνος των συμβάσεών τους μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο, που επιδίκασε (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει πρόσωπα υπαγόμενα στην ίδια κατηγορία, παραβίασε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Αντιθέτως, κρίνοντας το Μονομελές Εφετείο ότι ο χρόνος, που οι ενάγοντες εργάσθηκαν στην υπηρεσία του εναγομένου πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, πρέπει να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας στις ίδιες θέσεις, ώστε να καταταγούν στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και να λάβουν τις αποδοχές των κλιμακίων αυτών (μετά την κατάταξή τους), ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 του π.δ. 164/2004, 1 παρ.3, 4 και 5 του ν. 3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 4, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 4, 20 του ν. 3205/2003 και με επάρκεια παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραδέχθηκε σχετικώς.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3320/2005, με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ, ισχυρίζεται ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών προϋπηρεσία των εναγόντων λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η πιο πάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, διότι αυτή αφορά σε περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, των οποίων αύξησε τη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

9. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετίαν από της γενέσεώς της".

Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α’ του ν. 2362/1995, η οποία κατά περιεχόμενο είναι εν μέρει όμοια με εκείνη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Η διακοπή της παραγραφής επέρχεται και στην περίπτωση που η σχετική αγωγή εισάγεται ενώπιον αναρμοδίου καθ’ ύλη ή κατά τόπο δικαστηρίου, η δε αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν εμποδίζει ούτε τη δημιουργία της εκκρεμοδικίας ούτε την επέλευση των ουσιαστικών αποτελεσμάτων από την άσκηση της αγωγής, η οποία, διατηρώντας τις συνέπειες αυτές, δεν απορρίπτεται, αλλά παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 332/2015).

10. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως παραγραμμένες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ισχυριζόμενο ότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση αγωγής μόνο ενώπιον αρμοδίου καθ’ ύλη δικαστηρίου.

Ενόψει, όμως, του ότι η διακοπή της ως άνω διετούς παραγραφής επέρχεται και στην περίπτωση που η σχετική αγωγή εισάγεται ενώπιον αναρμοδίου καθ’ ύλη ή κατά τόπο δικαστηρίου, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής με τις προγενέστερες τέσσερεις αγωγές, που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθμούς κατάθεσης .../2005, .../2005, ...2007 και ...2009, αντίστοιχα, τόσο από άποψη νομικής και πραγματικής ταυτότητας των ενδίκων αξιώσεων, όσο και από άποψη υποκειμένων της διαφοράς (εναγόντων).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της έφεσης των εναγόντων και απαντώντας στον ισχυρισμό του εναγομένου περί του ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποκύψει σε διετή παραγραφή, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες άσκησαν διαδοχικά τις πιο κάτω αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήτοι 1) την με αριθμό κατάθεσης .../2005, που ασκήθηκε από τους εκεί αναφερόμενους 76 ενάγοντες κατά του εναγομένου, επιδοθείσα την 29-12-2005, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 23-4-2007 και κατ’ αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της, μετά δε από κλήση των εναγόντων, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 19-10-2007, ορίστηκε δικάσιμος η 10-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για την 16-3-2009 και κατ’ αυτήν δεν εκφωνήθηκε, 2) την με αριθμό κατάθεσης .../2005, που ασκήθηκε από τους εκεί αναφερόμενους 38 ενάγοντες κατά του εναγομένου, επιδοθείσα την 29-12-2005, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 26-4-2007 και κατ’ αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της, μετά δε από κλήση των εναγόντων, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 19-10-2007, ορίστηκε δικάσιμος η 9-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για την 17-3-2009 και κατ’ αυτήν δεν εκφωνήθηκε, 3) την με αριθμό κατάθεσης ...2007, που ασκήθηκε από τους εκεί αναφερόμενους 37 ενάγοντες κατά του εναγομένου, επιδοθείσα την 27-12-2007, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 3-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της και 4) την με αριθμό κατάθεσης ...2009, που ασκήθηκε από όλους τους ενάγοντες κατά του εναγομένου, επιδοθείσα την 1-4-2009, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 3-12-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 10-11-2010.

Ότι οι παραπάνω αγωγές αφορούσαν διαφορές αποδοχών των ετών 2001 έως και 2005 η πρώτη, 2000 έως και 2005 η δεύτερη, 2002 έως και 2007 η τρίτη και 2001 έως και 2008 η τέταρτη, οι δε ενάγοντες έχουν παραιτηθεί από τα δικόγραφα των αγωγών αυτών με την ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 12-5-2011. Ότι οι εν λόγω αγωγές, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων, που ανάγονται στα έτη 2004 έως και 2008 (για τα οποία και μόνο τους επιδικάσθηκαν διαφορές αποδοχών), καθόσον ερείδονταν στην ίδια ακριβώς, με την κρινόμενη αγωγή, νομική και ιστορική αιτία.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών.

Ειδικότερα, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δεν παρατίθεται η ιστορική βάση των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση με την ένδικη αγωγή, τόσο ως προς τη νομική και πραγματική αιτία των αξιώσεων, όσο και των υποκειμένων αυτών (εναγόντων).

Συνεπώς, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που αφορά σε αξιώσεις των εναγόντων για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας από το έτος 2004 έως την ημερομηνία κατάταξης του καθενός, καθώς και σε αγωγικές αξιώσεις του ενδίκου χρονικού διαστήματος για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και επίδομα αδείας μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, είναι βάσιμος.

11. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/ 2003, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον, εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν χορηγούνται στους δικαιούχους οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες προς ή μεγαλύτερες προς το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους ενάγοντες, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων. Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είναι παράνομη και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16 και 17/2015, ΑΠ 38/ 2017).

12. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή τους οι ενάγοντες, μεταξύ των άλλων, ζήτησαν την επιδίκαση στον καθένα από αυτούς ολοκλήρου του ποσού της ειδικής παροχής των 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ μηνιαίως για το μετά την 1-7-2002 χρονικό διάστημα, επικαλούμενοι απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό 2/32172/0022/4-7-2002 ΚΥΑ, με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής, ως προσωπικής διαφοράς, στους υπαλλήλους που αυτή καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/ 2005 για τη χορήγηση αυτής από 1-1-2005 και σε διοριζομένους ή μετατασσομένους μετά την 1-1-2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.

Επί του ανωτέρω αιτήματος, το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται διαφορές αποδοχών, για το χρονικό διάστημα οι μεν 19η, 33η, 40η, 53η, 62η και 82η εξ αυτών (αρίθμηση αγωγής) από 2006 έως και 2008, οι δε λοιποί από 2004 έως και 2008, με συνυπολογισμό δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, χωρίς συνυπολογισμό της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, διότι η παροχή αυτή δεν συνιστά (προβλεπόμενη από το νόμο) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Με την κρίση του αυτή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αίτησης των εναγόντων, κατά το πρώτο μέρος αυτού με το οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή για τον προσδιορισμό των διαφορών των αποδοχών τους δεν συνυπολόγισε την ως άνω ειδική παροχή, η οποία κατά το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα δεν καταβαλλόταν σε αυτούς, είναι αβάσιμος.

13. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση του άρθρου 416 ΑΚ, για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών των ενδίκων ετών 2007 και 2008, προέβη στον καθορισμό των νομίμων αποδοχών τους, χωρίς να συνυπολογίσει σε αυτές το ποσό της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, το οποίο ελάμβαναν κατ’ εφαρμογή των ως άνω αναφερομένων διατάξεων και όχι κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, παρ’ όλο που, για το μετά την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, το ποσό αυτό ελάμβαναν από το εναγόμενο οικειοθελώς και νομίμως και ως εκ τούτου, αφού καταβλήθηκε για άλλη αιτία από αυτή που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί στις αποδοχές που έλαβαν κατά τα ανωτέρω έτη και να αφαιρεθεί από τις δικαιούμενες κατά νόμο αποδοχές τους για την εξεύρεση της διαφοράς.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει καθένας των εναγόντων, διαλαμβάνονται οι μηνιαίες αποδοχές του αντιστοίχου έτους που ο καθένας δικαιούται κατά νόμο, με αναφορά στον οφειλόμενο βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, αναλόγως της προϋπηρεσίας αυτού και στα οφειλόμενα επιμέρους επιδόματα, μεταξύ των οποίων και η ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, το σύνολο αυτών μηνιαίως και κατ’ έτος, τα επιδόματα εορτών και αδείας του αντιστοίχου έτους και το άθροισμα των δικαιουμένων για τις αιτίες αυτές χρηματικών ποσών ανά έτος, το ληφθέν ανά έτος χρηματικό ποσό και η προκύπτουσα εξ αυτών ανά έτος διαφορά, ζητείται δε με την αγωγή η επιδίκαση στον καθένα του αθροίσματος των ετησίων διαφορών για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα (2001 έως και 2008).

Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και κατά το μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα δεν δικαιούνται την ως άνω ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/ 2002 και αφού υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές που δικαιούνταν ο καθένας κατ’ έτος, από το άθροισμα αυτών αφαίρεσε το ληφθέν κατ’ έτος συνολικό ποσό από τον καθένα προς εξεύρεση των διαφορών, τις οποίες και επιδίκασε.

Ενόψει αυτών, τα διαλαμβανόμενα στον ως άνω λόγο αναίρεσης αντιφάσκουν των όσων προκύπτουν από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο συναφής αιτίαση, αληθώς από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, με το να συνυπολογίσει το Εφετείο το ποσό της ειδικής παροχής των 176 ευρώ για την εξεύρεση της διαφοράς, επιδίκασε στον αντίδικο κονδύλιο που δεν ζητήθηκε, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Πράγματι, το Εφετείο ουδέν επιδίκασε στο εναγόμενο, αλλά περιορίσθηκε να αφαιρέσει από το σύνολο των αποδοχών, που θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί στους ενάγοντες, το σύνολο εκείνων που είχαν καταβληθεί, όπως αυτό προσδιοριζόταν για τον καθένα στην αγωγή. Επομένως, και ως προς το μέρος αυτό ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται αβάσιμος.

14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει α) να απορριφθεί η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων - εναγόντων, εκτός των 36ης, 40ης, 50ης και 61ης ως προς τις οποίες κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής και β) κατά παραδοχή του δευτέρου και τετάρτου, ως προς το δεύτερο μέρος του, από τους λόγους της από 24-5-2016 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 5040/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και κατ’ αυτό που αφορά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις των εναγόντων (πλην των 36ης, 40ης, 50ης και 61ης, ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) για καταβολή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικού διαστήματος, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και να ερευνηθεί παράλληλα η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων και η αντένσταση διακοπής της παραγραφής στην έκταση που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αίτησης που ευδοκιμεί.

Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης, πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.2 του ν. 3693/1957, να συμψηφισθεί μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας, αλλά και λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 24-5-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 και από 9-6-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-6-2016 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες Γ. Λ. (36η), Δ. Μ. (40), Σ. Ν. (50η) και Α. Π. (61η).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης ως προς τις ανωτέρω διαδίκους.

Απορρίπτει την από 9-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 5040/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 5040/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Ιανουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ