Legislator Case Law & Legislation
712/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment confirming private ownership of forest land.

Case Number 712/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment confirming the widow's private ownership of a forest plot. The State argued the lower court ignored specific forest administration documents and maps proving the land was public domain, but the court found these documents were explicitly considered in the appellate decision. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to pay the widow's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the contested judgment explicitly states that the cited documents were taken into account for the formation of the court's conviction.

Keywords

AI generated
appeal admissibility forest land ownership public domain evidence consideration legal costs private property administrative documents

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 11 of the Decree of 26/6/10/7/1944
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 544/2005
AP 190/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 712 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 712/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. χήρας Γ. Μ., το γένος Ι. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1711/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/10/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 29/10/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντώνιου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 2-10-2014 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 168/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της 1711/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Με την Πρωτόδικη απόφαση αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία του περιγραφομένου σ’ αυτή ακινήτου (γεωτεμαχίου) και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως προς το επίδικο γεωτεμάχιο ώστε να καταχωριστεί ότι η ενάγουσα ήταν η πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 11 του κ.δ. από 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου"). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του από 17/29-11-1936 δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του νόμου ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", όπως είχε τροποποιηθεί με το ν. ΒΠΛΖ`/1903 και το εκτελεστικό διάταγμα της 11.2/24.3.1889, "περί εκτελέσεως του περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών ν.

ΑΧΝ", που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο νόμο 3077/1924 "περί δασικού κώδικα", το οποίο δεν διαφοροποιείται, κατά τα κύρια σημεία του, από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1-3 του νόμου 998/1979, προκύπτει, ότι δασική έκταση νοείται εκείνη που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων.

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ωσαύτως ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτής κάθε φύσης ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Δεν επηρεάζεται το πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά χρονικά διαστήματα, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη. Ειδικότερα, κατά μεν τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998 της 28/29-12-1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων" ως δάσος νοείται "πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλοεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος", ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, ως δασική έκταση νοείται, "πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (ΑΠ 1524/2012).

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνο, και επί των δημοσίων κτημάτων και άρα και επί των δημοσίων δασών ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας αυτής, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν. δτος της 22-4/16-5- 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.

ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ήταν η τριακονταετής καλόπιστη νομή, στην οποία ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει και τη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός τους, να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 (Ολ. ΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (Α.Π. 267/2005, 1249/2013).

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν. 10,13 παρ. 1,17,48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των, κατά καιρούς, ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής, και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη "ταπίου" υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 227/2015, ΑΠ 1249/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999)

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., τέως Δήμου ..., έχει έκταση 278 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 16/10/2006 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Ο.Κ.Χ.Ε., που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ..., με αριθμό ΚΑΕΚ ...

και όρια ... Το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα της εφεσίβλητης ως εξής: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...28.11.1950 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Ευάγγελου Καλαχάνη, το οποίο έχι μεταγραφεί νόμιμα ... περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της Δ. συζ. Κ. Γ. ένεκα αγοράς από τον Κ. Χ. Π. ένα αγροτεμάχιο, έκτασης τριών στρεμμάτων περίπου, το οποίο βρισκόταν στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., ...

το οποίο η αγοράστρια έκτοτε νεμόταν με διάνοια κυρίας, ήτοι καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά, οριοθετώντας, επιβλέποντας, προστατεύοντας και αποτυπώνοντας αυτό σε σχεδιάγραμμα το έτος 1971. Στον δικαιοπάροχό της Κ. Χ. Π. η ως άνω έκταση είχε περιέλθει δυνάμει άτυπης διανομής, στην οποία προέβη με τα αδέλφια του το έτος 1915, των κληρονομιαίων ακινήτων, που περιήλθαν σ’ αυτούς μετά το θάνατο του πατέρα τους, Χ.

Π. του Κ., το έτος 1910. Στην μερίδα του Κ. Χ. Π. περιήλθε η μείζων έκταση των τριών στρεμμάτων, στην οποία από το έτος εκείνο άρχισε να ασκεί τις προσιδιάζουσες στην φύση της πράξεις νομής και κατοχής, ήτοι την καλλιεργούσε και διατηρούσε ιδιόκτητο ποιμνιοστάσιο, αποτελούμενο από αιγοπρόβατα, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Ο δικαιοπάροχός του Χ. Π. του Κ. απέκτησε το όλο ακίνητο από κληρονομιά του πατέρα του Κ. Π., στην οποία νόμιμα υπεισήλθε, ο δε Κ. Π. το νεμόταν προ αμνημονεύτων χρόνων, ήτοι προ της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας αυτό και επιβλέποντάς το. Τόσο η προαναφερόμενη δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης, όσο και πριν απ’ αυτήν οι ως άνω απώτατοι δικαιοπάροχοί της, όλες τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις ασκούσαν αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς ουδέποτε, καθ’ όλο αυτό το μακρύ διάστημα, να αμφισβητηθεί ο αγροτικός χαρακτήρας του όλου ακινήτου ή το δικαίωμα κυριότητάς τους.

Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../4.3.1977 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Λυκούργου Παπαγιαννάκου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα ..., σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ...18.6.1980 πράξη εξόφλησης συμβολαίου και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει επίσης μεταγραφεί νόμιμα ..., η Δ. συζ. Κ.

Γ., το γένος Χ. Π., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως τμήμα ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 284,20 τ.μ., το οποίο αποτελούσε τμήμα της μείζονος εκτάσεως που είχε περιέλθει σ’ αυτήν κατά τα προεκτεθέντα και ταυτίζεται με το επίδικο, εμφαινόμενο (το πωληθέν τμήμα) στο από 12/6/1971 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Ν.

Σ., το οποίο είχε προσαρτηθεί στο υπ’ αριθμ. ... συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, υπό τον αριθμό … του τρίτου τμήματος ... Αμέσως μετά την αγορά του η εφεσίβλητη ανήγειρε αυθαίρετη οικία εντός του επιδίκου ακινήτου, η οποία κατόπιν σχετικών αιτήσεών της το έτος 1980 υδροδοτήθηκε και ηλεκτροδοτήθηκε και έκτοτε χρησιμοποιείται από την εφεσίβλητη ως εξοχική κατοικία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κτηματική περιοχή του Δήμου ... Αττικής, όπου βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, κλήθηκαν, όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητο της υπό κτηματογράφηση περιοχής, να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του.

Με την υπ’ αριθμ. 369/2/4.4.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 527/Β/27.4.2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... για το Δήμο ... και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 27/4/2006.

Το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση και καταχωρήθηκε με τον παραπάνω ΚΑΕΚ ... ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (Διεύθυνση Δασών), το οποίο υπέβαλε την υπ’ αριθμ. ...17.9.2002 σχετική δήλωση ιδιοκτησίας, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο, όπως και οι λοιπές περιλαμβανόμενες εκτάσεις, αποτελούν δασικές εκτάσεις, για τις οποίες ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.

Όμως, η πιο πάνω εγγραφή, που αφορά το επίδικο εδαφικό τμήμα, είναι εσφαλμένη, διότι, όπως αναφέρθηκε, το ως άνω μεγαλύτερο ακίνητο δεν αποτελεί (ούτε αποτελούσε) δασική έκταση ή δημόσιο κτήμα, πάντοτε δε, καθ’ όλη την παραπάνω περίοδο, είχε αγροτικό χαρακτήρα. Σε αυτό, μαζί με το υπόλοιπο μέρος του αγροτεμαχίου, ασκούσαν τις προαναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις η ενάγουσα-εφεσίβλητη και πριν απ’ αυτήν οι δικαιοπάροχοί της (άμεσοι και απώτεροι), ώστε έχοντας το επίδικο τον παραπάνω χαρακτήρα, η εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητά του με παράγωγο τρόπο, αφού περιήλθε σ’ αυτήν, κατά τα παραπάνω, με αγορά από την αληθή κυρία του.

Η δικαιοπάροχός της είχε καταστεί κυρία ευρύτερης έκτασης τριών στρεμμάτων με παράγωγο επίσης τρόπο, αφού είχε αποκτήσει από κύριο, με έκτακτη, σε κάθε περίπτωση, χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο), τα στοιχεία της οποίας τόσο υπό την ισχύ του ΑΚ (νομή για μια εικοσαετία κατ’ άρθρο 1045 του ΑΚ) όσο και υπό το προϊσχύσαν Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (νομή με καλή πίστη με διάνοια κυρίου επί συνεχή 30ετία), με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της, συνέτρεξαν στο πρόσωπό της επί χρόνο, που υπερβαίνει την 30ετία.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν ποτέ τμήμα δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Και τούτο, διότι από την από Ιανουαρίου 2008 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού ΕΜΠ Ι. Σ., που εξέτασε στερεοσκοπικά ζεύγη αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.) των ετών 1945 (...), 1959 (...), 1960 (...) και 1978 (...), τόσο με κατοπτρικό μεγεθυντικό στερεοσκόπιο επί εκάστης αεροφωτογραφίας, όσο και με σαρωτή υψηλής ανάλυσης και δημιουργίας ψηφιακού στερεοειδώλου, προκύπτει ότι τόσο το επίδικο γεωτεμάχιο, όσο και η περιβάλλουσα αυτό ευρύτερη έκταση, ήταν ανέκαθεν γεωργικές καλλιέργειες και δεν περιείχαν ποτέ θάμνους ή δένδρα ή άλλη άναρχη βλάστηση, η οποία εμφανίζεται σε δασικές εκτάσεις, ενώ στις αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1978 η ευρύτερη περιοχή έχει χάσει τον γεωργικό της χαρακτήρα, έχουν διανοιχθεί δρόμοι, ενώ εντός του επίδικου έχει κατασκευαστεί οικία από την εφεσίβλητη.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι το επίδικο και η ευρύτερη περιοχή που το περιβάλλει αποτελούσαν πάντοτε αγροτική έκταση και δεν περιείχε ποτέ θάμνους, δένδρα ή άλλη δασική βλάστηση. Από τα προσκομιζόμενα από το εκκαλούν ακριβή φωτοαντιγραφικά αποσπάσματα ορθοφωτοχάρτη της ευρύτερης περιοχής ...

έτους 1998, σε συνδυασμό με τον προσωρινό κτηματικό χάρτη με αριθμό ... και κτηματολογικό πίνακα σε ακριβές φωτοαντίγραφο, που αναρτήθηκε στις 9/9/1985, το επίδικο χαρακτηρίζεται ως δημόσια δασική έκταση (με κόκκινο χρωματισμό αντίστοιχα στον προσωρινό κτηματικό χάρτη Δήμου ..., ήτοι ως εκχερσωθείσα δασική έκταση), εμπίπτον εντός του κωδικού αριθμού ...

του προσωρινού κτηματικού χάρτη και του κωδικού αριθμού ... [δασική έκταση σε τουλάχιστον μία των αεροφωτογραφιών ετών 1937, 1939 και 1945, άλλης μορφής έκταση κατά το έτος κτηματογράφησης (1985)], συνολικής εκτάσεως 438.015,70 τ.μ., του θεωρημένου δασικού χάρτη Δήμου .... Δεν προσκομίζονται, όμως, οι αεροφωτογραφίες αυτές, ούτε σχετική έκθεση διαχρονικής φωτοερμηνείας, ώστε ανταποδεικτικά να αντικρουσθεί το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει ο τοπογράφος μηχανικός Ι.

Σ. στην προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εφεσίβλητη από Ιανουαρίου 2008 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας, περί του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε γεωργική καλλιέργεια και με βάση τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί δημόσια δασική έκταση δεν αποδείχθηκε. Αλλά και νομή επ’ αυτού του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτό είχε και έχει αγροτική μορφή, ενώ και οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας-εφεσίβλητης (άμεσοι και απώτεροι) ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή τους επ’ αυτού.

Δεν αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το εναγόμενο-εκκαλούν. Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης ασκούσαν, κατά τα παραπάνω, φυσική εξουσία στο επίδικο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή 30ετία μέχρι τις 11-9-1915 (1880-1915), δηλαδή για χρονική περίοδο, που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων ή και δασών.

Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη είναι κυρία του επιδίκου και αυτή έπρεπε να αναγραφεί ως κυρία στην αναφερόμενη παραπάνω ιδιοκτησία του κτηματολογικού γραφείου Ραφήνας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας το αμφισβητούμενο από το εκκαλούν εμπράγματο δικαίωμα της εφεσίβλητης, που έχει προφανές έννομο συμφέρον, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις προσκομιζόμενες ενώπιόν του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με το σχετικό τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά συνέπεια, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν". IV) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του από 17/29-11-1936 δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως της οριοθεσίας των δασών", όπως είχε τροποποιηθεί με το ν. ΒΠΛΖ/1903 και το εκτελεστικό διάταγμα της 11.2/24-3-1889 "περί εκτελέσεως του περί διακρίσεως της οριοθεσίας δασών ν. ΑΧΝ", 57 του ν. 3077/1924, 3 παρ. 1 του ν. 998 της 28/29-12-1979 "περί προστασίας των δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων", το ισχύον μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο [ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7. 39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41. 4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18 .1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23. 3)], 18 και 21 του ν.

της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 974, 976,1033 και 1045 A.K., τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου και της εσφαλμένης εγγραφής αυτού στο Κτηματολογικό γραφείο ...

Αττικής, ως δασικής έκτασης, και καταχώρησής του ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, το Εφετείο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πάντα γεωργική και όχι δασική έκταση, ότι περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν αυτό με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915, δηλαδή για χρονική περίοδο, που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων ή και δασών, αν και το επίδικο, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, από την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, είχε πάντα αγροτικό χαρακτήρα, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη, όπως και πριν απ’ αυτήν οι δικαιοπάροχοί της (άμεσοι και απώτεροι), ασκούσαν τις αναφερόμενες στην απόφαση εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Έτσι κατέληξε, ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ότι αποκλειστική κυρία αυτού είναι η αναιρεσίβλητη , ώστε η εγγραφή στο Κτηματολογικό γραφείο ... Αττικής, με την οποία το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση και καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να πρέπει να διορθωθεί και να καταχωριστεί, ότι κατά το χρόνο των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών στο δήμο ...

Αττικής η αναιρεσίβλητη ήταν πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι από την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ε. Μ., δεν προκύπτει ο ακριβής χρόνος έναρξης των πράξεων νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων αυτής, αποτελούν εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικά, εφόσον το πόρισμα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, ενώ το υποστηριζόμενο από το αναιρεσείον, ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς, το πώς προκύπτει ο ακριβής χρόνος έναρξης της νομής και "οι διαδοχές στην κτήση" του επιδίκου ακινήτου μέχρι το 1915 είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αβάσιμα.

Επίσης, το ότι το δικαστήριο δέχεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "νεμόταν προ αμνημονεύτων χρόνων, ήτοι προ της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη" το επίδικο και στη συνέχεια δέχεται, ότι "σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης ασκούσαν, κατά τα παραπάνω, φυσική εξουσία στο επίδικο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή 30ετία μέχρι τις 11-9-1915 (1880-1915), δηλαδή για χρονική περίοδο, που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων ή και δασών", δεν είναι αντιφατικά, διότι το δεύτερο (δηλαδή νομή από το 1880 και εντεύθεν) γίνεται δεκτό επικουρικά, ανεξαρτήτως του ότι, προκειμένου περί δημοσίων δασών, δεν έχει έννομη επιρροή η πριν το 1880 άσκηση πράξεων νομής, εφόσον για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία αρκεί η συμπλήρωση της τριακονταετούς νομής μέχρι την 11-9-1915.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

V) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι:

α) Το υπ’ αριθμ. ...20-1-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, σύμφωνα με το οποίο ο επίδικος ΚΑΕΚ, εμπίπτει εντός του δασικού πολυγώνου ..., συνολικού εμβαδού 17.026,80 τ.μ. διαχειριζόμενο από τις υπηρεσίες του ως δημόσια δασική έκταση, β) απόσπασμα Ορθοφωτοχάρτη έτους 1998 κλίμακας 1:5.000, όπου αποτυπώνεται ο ως άνω ΚΑΕΚ, εντός του σχετικού δασικού πολυγώνου, γ) ακριβές φωτοαντίγραφο του Προσωρινού Κτηματικού Χάρτη με αριθμό ..., όπου το επίδικο εντοπίζεται με κόκκινο χρωματισμό ως δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1939 και 1945, άλλης μορφής κατά το χρόνο της ανάρτησής της (1985) και δ) ακριβές φωτοαντίγραφο του Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα, σύμφωνα με τον οποίο, το επίδικο ακίνητο εμπίπτει εντός του κωδικού με αριθμό ......, ως δημόσια δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του 1939 και 1945, οικοδομηθείσα κατά το χρόνο κτηματογράφησης (1985).

Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη, εκτός των άλλων, "η από Ιανουαρίου 2008 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας από αεροφωτογραφίες του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. ... και τα υπόλοιπα έγγραφα που πάλι νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία γίνεται ρητή μνεία και αναφορά όλων των επικαλουμένων ως μη ληφθέντων από το Εφετείο υπόψη εγγράφων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται το αναιρεσείον, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 168/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ