Supreme Court dismisses appeal on civil property claim, ruling it lacks standing as a criminal prosecution was the proper remedy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's rejection of a civil property claim. The appellant argued that the defendants' actions constituted defamation and insult, but the court found the criminal prosecution filed by the defendants was the appropriate legal channel. Consequently, the civil suit was deemed substantively unfounded due to the lack of fault and the invalidity of the civil remedy in this context.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Article 976 of the Civil Code; Article 57 of the Civil Code; Article 367(1)(c) of the Penal Code: A civil action for property rights is inadmissible when the parties have already exercised their constitutional right to criminal prosecution, rendering the civil claim substantively unfounded due to the absence of fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 712 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Ε.Κ
Αριθμός 712/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ι. Π. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ών η κλήση: 1. Γ. Β. του Δ., κατοίκου ... και 2.Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 159/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1082/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτο η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης. Η υπόθεση επανέρχεται με την από 22 Οκτωβρίου 2009 κλήση του ως άνω καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 36/1988, Α.Π. 1399/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 976 Α.Κ., σε πράγμα, που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση, πού γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία, όμως, του έως τώρα νομέα μ' εκείνου που αποκτά αρκεί για τη κτήση της νομής, όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 Α.Κ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου αρθρ., αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.
Εξάλλου προσβολή της προσωπικότητας κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης στη σφαίρα αυτής, από τρίτο, δηλ. σε οποιοδήποτε από τ' αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής η ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτόμενου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής (ΑΠ 1508/88, ΕΕΝ' 89, 741).
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου η αμέλειας) αυτού που προσβάλει. Απαιτείται, όμως, για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το αρθρ. 57 παρ. 2 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. ΑΚ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 362 παρ. 1 Π.Κ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται η διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται κ.λ.π., ενώ κατ' αρθρ. 363 παρ. 1 Π.Κ, αν, στη περίπτωση του 362,το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται κ.λ.π.
Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε πράξη και παράλειψη και γενικότερα κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, αλλά και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτουσα στις αισθήσεις, αντικείμενη στην ηθική και την ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.
Ως γεγονός νοείται και η έκφραση γνώμης η αξιολογική κρίση, καθώς και ο χαρακτηρισμός όταν με την έκφραση συνδέεται και σχετίζεται με το γεγονός, ώστε με την σύνδεση και τη σχέση τους, μ' αυτό ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς του. Το τελευταίο αυτό δεν συμβαίνει, όταν οι χαρακτηρισμοί εκφράζονται αυτοτελώς και ασχέτως με τέτοιο γεγονός.
Απλές μόνο κρίσεις η γνώμες που εκφράζει κάποιος, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα γεγονότα, δεν αρκούν προς ύπαρξη δυσφήμησης. Το γεγονός, σύμφωνα με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να είναι πρόσφορο, για να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Τέλος, κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνεπεία την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως, και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπον ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή τη κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/2004 Ελλ.
Δ/νη 46.88). Στην περίπτωση που εδώ ερευνάται, όπως, προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Μεταξύ των διαδίκων υφίσταται από μακρού χρόνου αντιδικία σε σχέση με την κυριότητα και τη νομή δύο συνεχόμενων ακινήτων με επ' αυτών οικία, που βρίσκονται στα ....
Κατόπιν αιτήσεως του ήδη ενάγοντος και του αδελφού του Δ. Π., απευθυνόμενη κατά της αδελφής τους Α. Β., του συζύγου της Δ. Β. και των τέκνων τους Γ. Β. και Κ. Β., ήδη εναγομένων, με την υπ' αριθμ. 59/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, οι, ως άνω, αιτούντες αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς συννομείς κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των προαναφερομένων ακινήτων, διατάχθηκε η αποβολή απ' αυτά των καθών η αίτηση και η εγκατάσταση σ' αυτά των αιτούντων.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, δυνάμει της 352/30-9-2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής έφεση των καθών η αίτηση. Οι τελευταίοι, με το από 10-9-2002 εξώδικό τους, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στους Ι. Π. και Δ. Π., δήλωσαν προς αυτούς, ότι συμμορφώνονται πλήρως με το διατακτικό της 59/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας για την προσωρινή ρύθμιση της νομής και τους κάλεσαν να απόσχουν από την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, προς αποφυγή εξόδων.
Την 1-9-2003 δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμ. 52/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας επί της τακτικής αγωγής νομής που άσκησαν οι Ι. Π. και Δ. Π. κατά των ίδιων πιο πάνω καθών η αίτησή τους ασφαλιστικών μέτρων νομής. Με την τελευταία αυτή απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει μόνο δεκτή και οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν συννομείς των επιδίκων ακινήτων κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, διότι το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι κατά τα λοιπά 2/8 εξ αδιαιρέτου συννομείς είναι οι εναγόμενοι.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση στις 8-9-2003 και, συνεπώς, τουλάχιστον από την ημεροχρονολογία αυτή, τελούσαν σε γνώση της απόφασης και του περιεχομένου της. Μετά ταύτα, και ενώ στο διάστημα από την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση δεν είχε προβεί σε καμμία πράξη πραγματικής εγκατάστασης στη νομή των επιδίκων, ο Ι.
Π., την αμέσως επομένη της ασκήσεως της εφέσεως κατά της 52/2003 απόφασης, ζήτησε, με έγγραφη αίτηση προς το Κέντρο Εξυπηρέτησης πελατών του ΟΤΕ Ιστιαίας, επικαλούμενος νομή δυνάμει της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων και του εξωδίκου (αντίγραφα των οποίων και συνήψε στην αίτηση) και εμμέσως πλην σαφώς και κυριότητα επί των επιδίκων, τη διακοπή τηλεφωνικής σύνδεσης που λειτουργούσε στην επ' αυτών οικία επ' ονόματι της μητέρας των ήδη εναγομένων Α.
Β.. Το ακριβές περιεχόμενο της, ως άνω, αιτήσεως και των συνημμένων σ' αυτή εγγράφων, γνωστοποιήθηκε στην Α. Β., κατόπιν εισαγγελικής παρεμβάσεως, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματός της, που υποβλήθηκε, όταν της γνωστοποιήθηκε, χωρίς λεπτομέρειες, η επικείμενη διακοπή της σύνδεσής της, αν δεν προβεί σε μεταφορά.
Εν τέλει, το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ΟΤΕ Ιστιαίας, έχοντας στο μεταξύ λάβει υπόψη και την 52/2003 απόφαση με το 32/962/17-10-03 έγγραφο, ανακοίνωσε στην (Α. Β., ότι, ως συννομέας, δυνάμει της απόφασης αυτής, οφείλει να καθορίσει το χώρο (δωμάτιο), εντός του οποίου θα πρέπει να λειτουργεί η σύνδεση. Μετά ταύτα, οι ήδη εναγόμενοι, διατελώντας στην πεποίθηση, ότι από την έκδοση της οριστικής απόφασης στην τακτική περί νομής δίκη έχασε την ισχύ της η 59/2002 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής και έχοντας εύλογες υπόνοιες, ότι ο Ι.
Π. προέβη στην υποβολή της προς τον ΟΤΕ αιτήσεως μόνο για να επικαλεστεί τις ενέργειές του, προς υπεράσπιση της έφεσής του κατά της 52/2003 απόφασης, επικαλούμενος νομή, που, κατά την άποψη τους διαμορφωμένη προφανώς και από το νομικό παραστάτη τους, δεν είχε, στις 4-11-2003 υπέβαλαν δια του Α.Τ. Αγ. Παρασκευής Αττικής προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 3-11-2003 μήνυση κατά των Ι.
Π., στην οποία εκθέτουν τα προαναφερόμενα περιστατικά, παραθέτοντας, μάλιστα, αυτούσιο το περιεχόμενο της αίτησης της Α. Β. προς τον Εισαγγελέα Χαλκίδας, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, του 32/902/17-10-2003 εγγράφου του ΟΤΕ και του διατακτικού της 52/2003 απόφασης και ενόψει αυτών υποστηρίζουν, ότι ο Ι. Π. (υποκινούμενος από το Δ.
Π. και κατά προτροπή του) εν γνώσει της απόφασης αυτής (γεγονός αληθινό, όπως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα), που τους αναγνωρίζει συννομείς των επίμαχων ακινήτων με οριστικό δεδικασμένο και από τη δημοσίευση της έπαυσε να ισχύει η 59/2002 απόφαση ασφαλιστικών νομής, εξαπάτησε τον προϊστάμενο του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πελατών ΟΤΕ Ιστιαίας, προσκομίζοντάς του την απόφαση των ασφαλιστικών και παρασιωπώντας την ύπαρξη της 52/2003 απόφασης και έτσι τον παρέπεισε, ότι αυτός και ο Δ.
Π. είναι οι μόνοι νομείς των ακινήτων και ότι συντρέχει περίπτωση διακοπής της λειτουργίας της τηλεφωνικής σύνδεσης, που λειτουργεί επ' ονόματι της Α. Β. και ότι, ως εκ τούτων, τελέστηκε σε βάρος τους το έγκλημα της απάτης από τον Ι. Π. ως αυτουργό και τον Δ. Π. ως ηθικό αυτουργό. Στη μήνυση όχι μόνο δεν αποκρύπτεται από τον Εισαγγελέα η από 10-9-2002 εξώδικη δήλωση περί εκούσιας συμμόρφωσης στην απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, όπως υποστηρίζει στην αγωγή ο ενάγων, αλλά, αντιθέτως, γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτή και στο περιεχόμενό της.
Περιέχονταν, επομένως, στη μήνυση στοιχεία τόσα και τέτοια, ώστε να παρέχονται στον εισαγγελέα όλες οι πραγματικές δυνατότητες: α) είτε στην περίπτωση που είχε την καθ' ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 695, 698 Κ.Πολ.Δ. νομική άποψη, που διατυπώνουν οι μηνυτές να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της καταγγελλόμενης πράξης ως αυτοδικίας και στην άσκηση της σχετικής ποινικής δίωξης, ανεξάρτητα από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της ως απάτης από τους μηνυτές, αφού ούτε σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους ούτε περιουσιακή ζημία επικαλούνταν, β) είτε στην περίπτωση που είχε τη νομική άποψη ότι, σε κάθε περίπτωση, και μέχρι την, κατ' άρθρο 698 Κ.Πολ.Δ., ανάκληση της, η απόφαση, που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα διατηρεί την ισχύ της, να κρίνει, ότι υπό τα εκτιθέμενα στην μήνυση δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς καμμιά αξιόποινη πράξη και να απορρίψει, κατ' άρθρο 57 Κ.Π.Δ., με διάταξη του την έγκληση.
Και μόνο το γεγονός ότι οι μηνυτές παρέθεσαν στη μήνυσή τους τα προαναφερόμενα στοιχεία, χωρίς να προσθέσουν ή να αποκρύψουν πραγματικά περιστατικά, για διαμόρφωση Εισαγγελικής κρίσης, κατευθυνόμενες στην οπωσδήποτε άσκηση ποινικής δίωξης, θα ήταν επαρκές για να αποκλείσει το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ως προς την ύπαρξη του κατ' άρθρο 229 ΠΚ απαιτούμενου στενού δόλου, που αποδίδεται με την αγωγή στους εναγόμενους, ακόμα κι αν κάποια από τα διαλαμβανόμενα στη μήνυση ήταν ψευδή κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως και όχι απλώς εσφαλμένα νομικά συμπεράσματα λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των οικείων κανόνων δικαίου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, εφόσον ο ενάγων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα και το ψευδές της καταμηνύσεως, τίποτα σχετικώς δεν απέδειξε, αφού η μάρτυρας που με επιμέλειά του εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται ως προς τα ζητήματα αυτά στην έκθεση των νομικών απόψεών της, ως δικηγόρου, για το ότι ίσχυε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και το εξ αυτών συμπέρασμα της ότι η μήνυση ήταν ψευδής, χωρίς αναφορά στην "εν γνώσει" ψευδή καταμήνυση, τα δε προσκομιζόμενα απ' αυτόν έγγραφα (259/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε το 76/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας περί παραπομπής του ενάγοντος για αυτοδικία κατόπιν άλλης μηνύσεως των εναγομένων με όμοιο περιεχόμενο σχετικώς με αίτησή του προς την ΔΕΗ για αντικατάσταση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, 137/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία εξαφανίστηκε η 52/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας και έγινε εν όλω δεκτή η τακτική αγωγή νομής του ενάγοντος και του Δ.
Π., η από 1-2-2005 απορριπτική της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησαν κατ' αυτής οι ήδη εναγόμενοι εισήγηση του εισηγητή Αρεοπαγίτη, 188/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία οι ήδη εναγόμενοι υποχρεώνονται σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης 50.000 ευρώ στον ήδη ενάγοντα για ανάλογη αιτία, 78/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των εναγομένων για αναστολή εκτελέσεως της ήδη εκκαλουμένης απόφασης) δεν εισφέρουν στην απόδειξη στοιχεία σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της υπαιτιότητας.
Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η επίμαχη μήνυση έλαβε AΒΜ (Χαλκίδας) Α03/3378 και κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης επ' αυτής εκδόθηκε η 112/2005 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Η κατ' αυτής προσφυγή, που ασκήθηκε από τους ενδιαφερομένους, μεταξύ των οποίων και οι ήδη ενάγοντες, απορρίφθηκε με την 618/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την αιτιολογία, ότι προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό, ότι πράγματι όσα καταγγέλλονται από τους μηνυτές έλαβαν χώρα, πλην, όμως, δεν επήλθε περιουσιακή βλάβη στους μηνυτές, απαραίτητη για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης, το δε μόνο αδίκημα που θα μπορούσε να διερευνηθεί είναι εκείνο της αυτοδικίας το οποίον όμως έχει υποπέσει στην παραγραφή του Ν.3346/2005, η οποία υποδηλώνει ερμηνευτική θέση της εισαγγελικής αρχής ως προς το νομικό ζήτημα της ισχύος της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής, ταυτιζόμενη μ' αυτή των μηνυτών, μη νομικών από τους οποίους μπορεί να θεωρηθεί αναμενόμενο το να υπολαμβάνουν, ότι η επί της τακτικής αγωγής απόφαση της κυρίας δίκης κατισχύει της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και ότι ο επικαλούμενος τη δεύτερη παρά τη γνωστή σ' αυτόν ύπαρξη της πρώτης για να ικανοποιήσει δικαίωμα, που δεν έχει, παρανόμως πράττει.
Περαιτέρω, και όσον αφορά την αποδιδόμενη στους εναγόμενους συκοφαντική δυσφήμηση, που κατά την αγωγή τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος οι εναγόμενοι, δεν αποδεικνύεται για όσους λόγους προαναφέρθηκε δόλος τους προς τέλεση του εγκλήματος αυτού (υπό την έννοια ότι γνώριζαν το ψευδές των διαλαμβανόμενων στη μήνυση τους γεγονότων).
Εξ αυτού του λόγου το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δε στοιχειοθετείται υποκειμενικώς (ΑΠ 73/2002). Άλλωστε, όσον αφορά τις κινούμενες στο μεταίχμιο μεταξύ γεγονότων, ο κατά την έννοια των άρθρων 362, 363 ΠΚ, δηλαδή συγκεκριμένων συμβάντων του εξωτερικού κόσμου και πράξεων καταστάσεων και σχέσεων, συμπεριφορών, αναφερόμενων στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτουν στις αισθήσεις και είναι δεκτικά αποδείξεως αντίκειται δε στην ηθική ή την ευπρέπεια (ΑΠ666/2003,ΑΠ1672/2003) και νομικών χαρακτηρισμών και συμπερασμάτων βάσει γεγονότων αναφερόμενες στον ενάγοντα λέξεις και φράσεις "εξαπάτησε", "απέκρυψε", "τέλεσε το έγκλημα της απάτης" που διαλαμβάνονται στη μήνυση, που θα μπορούσαν πράγματι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενόψει και της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, πέραν του ότι από το προαναφερόμενο σύνολο του περιεχομένου της μηνύσεως, προκύπτει, ότι δεν αναφέρονται ως ισχυρισμοί περί γεγονότων κατά την πιο πάνω έννοια, αλλά ως συμπερασματικοί νομικοί χαρακτηρισμοί ειδικότερα περιγραφόμενης συμπεριφοράς, δεν αποδείχθηκε πρόθεση εξύβρισης του ενάγοντος.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι, διατελούντες στην πεποίθηση παραβατικής, και με απώτερο κίνητρο την ευνοϊκή έκβαση της τακτικής δίκης νομής, συμπεριφοράς του ενάγοντος υπέβαλαν τη μήνυση αποκλειστικώς προς ενάσκηση του συνταγματικού δικαιώματός τους να ζητήσουν έννομη προστασία υπό τη μορφή της ικανοποίησης της ποινικής αξίωσής τους και συνεπώς η υποβολή της μηνύσεως, ως εκδήλωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη, ούτε φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του σκοπού των μηνυτών - εναγομένων να αποδοθεί η ποινική ευθύνη στον, κατά την άποψή τους, δράστη τελεσθείσας σε βάρος του άδικης πράξης, ο οποίος οπωσδήποτε δε μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο.
Ενόψει των αμέσως, ως άνω, αποδειχθέντων, σε κάθε περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας τυχόν δυσφημιστικής ή εξυβριστικής αναφοράς στη μήνυση αίρεται (περί άρσης του άδικου χαρακτήρα κατ' άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 346/2004,ΑΠ73/2002,ΑΠ825/2002,ΑΠ854/2002). Κατ'ακολουθίαν όλων όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον δεν αποδείχθηκε υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, γεγονός αναγκαίο για τη γένεση απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών (ΑΠ 1445/2003) η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα".
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο αφ' ενός μεν σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, αφ' ετέρου δε διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε να μη στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση τη νόμιμη βάση της και να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός της έλεγχος.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Τέλος, για τον ίδιο λόγο (ως αβάσιμος), πρέπει ν' απορριφθεί και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον, υπό την αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται τη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη της "πράγματα" που άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν τη βάση της άρσης του άδικου χαρακτήρα των πράξεων της δυσφήμησης και της εξύβρισης (άρθρο 367 παρ.1 στοιχ. γ' ΠΚ), χωρίς να γίνεται επίκληση τούτων στο δικαστήριο της ουσίας. Και τούτο, διότι, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις σχετικές σκέψεις του αιτιολογικού της, το διατακτικό, της απόφασης δεν στηρίζεται κυρίως στα περιστατικά που συνιστούν την, ως άνω, επικαλούμενη διάταξη του ΠΚ (και είναι η υποβολή από τους αναιρεσίβλητους της επίδικης μήνυσης για ενάσκηση του συνταγματικού δικαιώματος προς έννομη προστασία), αλλά στη παντελή έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ( αρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2007 αίτηση του Ι. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 159/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13-4-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις16-5-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ