Legislator Case Law & Legislation
712/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's distortion of bank account documents regarding inheritance rights.

Case Number 712/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the second ground of annulment, finding the lower court distorted bank account documents. The appellants argued the appellate court incorrectly denied the existence of specific inheritance clauses in bank records, contrary to the evidence. Consequently, the court annulled the contested decision and remanded the case for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(b) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court distorted the content of documents by accepting facts clearly different from those stated in the documents.

Keywords

AI generated
distortion of documents bank account evidence inheritance rights annulment of judgment remittal for retrial Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 286(a) of the Code of Civil Procedure
Article 287(1) of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Law 5638/1932

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 712 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 712/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1 , 2) .... και 3).... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη..

Της αναιρεσίβλητης : Ψ1 , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Θεόδωρος Κανελλόπουλος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 31-3-2006, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. .... ληξιαρχική πράξη θανάτου και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της : 1) .... και της Ψ1 και 2) .... , οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται δι' εμού βάσει πληρεξουσίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1998 αγωγή της Ψ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1619/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3673/200 μη οριστική, 2494/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκδόθηκε η 1357/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2494/2001 εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 4531/2003 μη οριστική απόφαση και την 5267/2004 οριστική απόφαση, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους και τους από 18 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για το δεύτερο λόγο αναιρέσεως και τους πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αναιρεσίβλητη Ψ1 , όπως προκύπτει από τη ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, απεβίωσε στις 31-3-2006, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, γνωστοποίησαν το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και την αναιρεσειόντων.

Στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ υποπίπτει το δικαστήριο όταν παρά το νόμο έλαβε υπόψη του απόδειξη που δεν προσκομίστηκε. Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ομολογία διαδίκου, επί ενός πραγματικού γεγονότος, ενώ αυτός ρητά αμφισβητούσε το γεγονός αυτό. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ομολογία τους ότι τα χρήματα που υπήρχαν στους κοινούς λογαριασμούς ανήκαν αποκλειστικά στον αποβιώσαντα ενώ αυτοί ρητά αρνούνταν το γεγονός αυτό.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους συνομολόγησαν ότι τα χρήματα που υπήρχαν στους κοινούς λογαριασμούς ανήκαν στον αποβιώσαντα. Όμως από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, αμφοτέρων των συζητήσεων (μη οριστικής και οριστικής αποφάσεως) , ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί ισχυρίστηκαν ότι τα χρήματα των κοινών λογαριασμών, ανήκαν, κατά ισομοιρία, και στους τρεις συνδικαιούχους, και, επομένως, από το μερίδιο του 1/3 του αποβιώσαντος, η αναιρεσίβλητη, ως μία των εξ αδιαθέτων κληρονόμων του, δικαιούται το 1/9 του μεριδίου του, των υπολοίπων κληρονομικών μεριδίων περιερχομένων στην πρώτη αναιρεσείουσα, αδελφή και αυτή του αποβιώσαντος, ως και στον μη διάδικο ..., υιό του αποβιώσαντος αδελφού .... .

Επομένως, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, διότι δέχθηκε γεγονότα, εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, προσδιορίζοντας αναλυτικά το περιεχόμενο των εγγράφων και των όσων δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα και τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτουν τα εξής: 1) στον με αριθμό .... (ορθός αριθμός .... ) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, του υποκαταστήματος Γλυφάδας, με συνδικαιούχους τους Ζ1 , Χ1 και Ζ2 , υπάρχει έντυπος όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 ότι "σε περίπτωση θανάτου οποιαδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχεται στους επιζώντες", ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ο όρος αυτός 2) στον με αριθμό ....

κοινό λογαριασμό της Τράπεζας CΙΤΙΒΑΝΚ του υποκαταστήματος Αθηνών (και όχι με αριθμό .... , όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, ο οποίος λογαριασμός δεν υφίστατο, όπως βεβαιώνει η εν λόγω Τράπεζα με το από 29-7-2003 έγγραφό της), ποσού 107.980 δολλαρίων ΗΠΑ, με συνδικαιούχους του Ζ1 , Χ1 ή Ζ2 ή Ζ3 , υπάρχει ο ως άνω όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ο όρος αυτός 3) ο με αριθμό ....

κοινός λογαριασμός της Τράπεζας CITIBANK, στον οποίο μετέφερε μετά τη λήξη τους τέσσερα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου ο Ζ1 , είχε ως μοναδικούς συνδικαιούχους τους Ζ2, Χ1 και Ζ3 , όπως βεβαιώνει Τράπεζα CITIBANK με το ως άνω από 29-7-2003 έγγραφό της, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ήταν συνδικαιούχος και ο Ζ1 .

Με βάση τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και δέχθηκε γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα. Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ως προς τις ανωτέρω περιπτώσεις και σε σχέση με την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως είναι βάσιμος.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5267/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ