Supreme Court dismisses appeal on false accusation and perjury claims due to lack of specific factual findings in the lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two women against a Third Instance Court decision regarding false accusations and perjury. The appellants argued the lower court failed to specify which facts were true versus false in its judgment. The court rejected this, noting the lower court's decision only omitted certain procedural details like payment orders, which were not part of the core false testimony regarding the business deal. Consequently, the court ruled the appeal based on lack of specific reasoning was unfounded and ordered the appellants to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 229(1) and 224(2) of the Penal Code; Article 46(1)(a) of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure: For a false accusation or perjury conviction to stand, the lower court must explicitly identify the specific false facts alleged; omitting procedural or supplementary details unrelated to the core criminal facts does not constitute a violation of the requirement for specific reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 712 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 712/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη, Φώτιο Καυϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαίρη Καλλιμάνη, για αναίρεση της 2676/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Νοεμβρίου 2004 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2037/2004.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας και να απορριφθεί εκείνη της δεύτερης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από την πρώτη διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, εκτός των άλλων, ψευδής καταμήνυση ή ανακοίνωση στην αρχή ότι τελέστηκε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται γνώση από εκείνον που κάνει την καταγγελία ότι το περιεχόμενό της είναι αναληθές.
Από τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της μεν αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση, πραγματικά περιστατικά που είναι ψευδή ή να αρνείται ή να αποκρύπτει την αλήθεια, της δε υποκειμενικής απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α΄ του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλο της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα απόφασης πρέπει, εκτός από τα άλλα, να αναφέρονται όχι μόνο τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας, αλλά και ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία αυτός γνώριζε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Ε΄ ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2676/2004 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη (Χ1 ) κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, η δε δεύτερη κατηγορουμένη (Χ2) κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.
Ειδικότερα η πρώτη κατηγορουμένη στις 31/3/1999 κατέθεσε στον Πειραιά την από 29/3/1999 έγκληση, της οποίας το περιεχόμενο βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και της αρμόδιας Γραμματέως, τα όσα στο υπό στοιχείο Α΄ του διατακτικού διαλαμβάνονται, ήτοι ότι ο εγκαλών είναι απατεώνας και πλαστογράφος των αναφερόμενων στην έγκλησή της συναλλαγματικών.
Όλα όμως όσα αναφέρονται στην άνω έγκληση ήταν ψευδή γιατί ο εγκαλών και ο συγκατηγορούμενός του κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 3683/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη (βλ. υπ' αριθ. 1604α/200l απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και 226/23-1-2000 έγγραφο του Ποινικού Τμήματος του ΑΠ).
Η άνω κατηγορουμένη ετέλει εν γνώσει της αναληθείας των όσων διελάμβανε στην έγκλησή της και όσα ενόρκως αυθημερόν διαβεβαίωσε, διότι τις επίδικες συναλλαγματικές τις αποδέχθηκε προς εξόφληση χρέους του συντρόφου της Ζ1 προς την «ΙΝΑΤΕΞ», που νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν ο εγκαλών και όχι όπως αβάσιμα ισχυριζόταν για να γίνει εταίρος της ΕΠΕ με την επωνυμία «ΠΛΕΚΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο εγκαλών.
Επίσης η ίδια κατηγορουμένη με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις καθώς και φορτικότητα έπεισε την 2η κατηγορουμένη φίλη της να καταθέσει όσα αυτή κατέθεσε κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των άνω αποδιδόμένων πράξεων. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι αυτή με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατέθεσε ανωμοτί στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Μεσολογγίου και στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τα όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο Β του κλητηρίου θεσπίσματος (αθωωτικό τμήμα του διατακτικού), διότι δεν προκύπτει τούτο από κανένα στοιχείο.
Επίσης αποδείχθηκε ότι η 2η κατηγορουμένη την 13/5/1999 και 19/5/2000, εν γνώσει της κατέθεσε ενόρκως ψευδή, όταν εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Σπετσών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήτοι ο Ψ1 εγκαλών ήθελε να συνεταιρισθεί με την 1η κατηγορουμένη και ότι έδωσε για το λόγο αυτό τις λευκές συναλλαγματικές και ότι αυτός αντισυμβατικά τις συμπλήρωσε ενώ τούτο είναι ψευδές, διότι το αληθές ήταν ότι οι συναλλαγματικές αυτές δόθηκαν για να εξοφληθούν χρέη του Ζ1, συντρόφου της 1ης κατηγορουμένης, προς την «ΙΝΑΤΕΞ ΑΒΕΕ», όπως αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό.
Η κατηγορουμένη γνώριζε το δεσμό της 1ης κατ/νης με τον Ζ1, όπως και το ότι η τελευταία ήθελε να τον βοηθήσει καταβάλλοντας σωρευτικά, με την αποδοχή των συναλλαγματικών, το χρέος του Ζ1, προσπαθώντας δε να βοηθήσει την φίλη της, μετά την διακοπή των σχέσεων της 1 ης κατ/νης με τον Ζ1, κατέθεσε τα άνω ψευδή τελώντας υπό την επιρροή της 1ης.
Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση.
Α΄. Επί της αίτησης αναίρεσης της Χ1.
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, στην οποία αναφέρεται και ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Ειδικότερα αναφέρεται ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα προκάλεσε την απόφαση στην συγκατηγορούμενή της να τελέσει την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, λόγω και της συνδέουσας αυτήν με την συγκατηγορούμενή της φιλικής σχέσης.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα Χ1 κηρύχθηκε ένοχη ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας, γιατί βεβαίωσε ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της κατατεθείσης έγκλησής της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ενώ κηρύχθηκε αθώα των πράξεων της ψευδορκίας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, όταν φέρεται ότι βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο του από 28-9-2000 υπόμνημά της, και ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου κατά την εκδίκαση ανακοπής της εξετάσθηκε χωρίς όρκο.
Και στις δύο περιπτώσεις φέρεται να βεβαιώνει ενόρκως τα ίδια περιστατικά που βεβαίωσε ενόρκως κατά την κατάθεση της έγκλησή της. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ του καταδικαστικού σκεπτικό και του καταδικαστικού διατακτικού της απόφασης, δεν υπάρχει τέτοια αντίφαση ούτε μεταξύ καταδικαστικού και αθωωτικού σκεπτικού και διατακτικού, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε αθώα την αναιρεσείουσα για τις δύο επόμενες ψευδορκίες, για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, όχι γιατί έκρινε το περιεχόμενο των φερόμενων ως ψευδών καταθέσεων, αλλά με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι αυτές έχουν τελεσθεί ως γεγονότα.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της εξεταζόμενης εδώ αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με την έννοια της έλλειψης νόμιμης βάσης, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα είναι αβάσιμοι.
Είναι επίσης αβάσιμος και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, λόγω παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος για πρώτη φορά ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορουμένων για ηθική βλάβη, είχε διορίσει δικηγόρο και είχε ζητήσει την επιδίκαση του ποσού των 40 ευρώ.
Από τη σημείωση δε του γραμματέα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι «δεν βρέθηκε παράσταση του δικηγόρου» δεν μπορεί να συναχθεί, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, και ότι δεν παρέστη ο πολιτικώς ενάγων, όταν μάλιστα το εν λόγω Δικαστήριο του επιδίκασε και την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση.
Α΄. Επί της αίτησης αναίρεσης της Χ2. Αναφορικά με την αναιρεσείουσα Χ2, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος κατ' εξακολούθηση ψευδορκίας μάρτυρα, αναφέρονται στην απόφαση, όχι μόνο τα ψευδή περιστατικά, τα οποία αυτή εν γνώσει της αναλήθειάς τους κατέθεσε, τόσο ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπετσών, όσο και ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου δικαζόταν ανακοπή της αναιρεσείουσας Χ1, αλλά και ποια ήταν τα αληθινά, τα οποία αυτή γνώριζε.
Ειδικότερα ως προς την κατάθεσή της ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπετσών δεν αναφέρονται μόνοι τα ψευδή γεγονότα, όπως ότι «η αναιρεσείουσα Χ1 αποδέχθηκε τις επτά επίμαχες συναλλαγματικές μετά από συμφωνία με τον εγκαλούντα Ψ1 ότι πρόκειται να συνεταιρισθούν μελλοντικά σε μία από τις επιχειρήσεις του, αφήνοντας κενά ορισμένα στοιχεία για να συμπληρωθούν αργότερα μετά από συμφωνία με τον μελλοντικό συνεταίρο και ότι οΨ1 είχε σθμπληρώσει μόνος του τα στοιχεία που είχαν παραμείνει κενά και που θα συμπλήρωνε η μηνύτρια στην τελική συμφωνία.
Παρέβη δηλαδή τη συμφωνία που είχαν κάνει με τη μηνύτρια..», αλλά και τα αληθή, όπως ότι οι συναλλαγματικές αυτές δόθηκαν, όχι για να γίνει εταίρος της ΕΠΕ με την επωνυμία «ΠΛΕΚΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο εγκαλών, αλλά για να εξοφληθούν χρέη του Ζ1, συντρόφου της 1ης κατηγορουμένης Χ1, προς την «ΙΝΑΤΕΞ ΑΒΕΕ», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο εγκαλών.
Η κατηγορουμένη Χ2 γνώριζε το δεσμό της 1ης κατ/νης με τον Ζ1, όπως και το ότι η τελευταία ήθελε να τον βοηθήσει καταβάλλοντας σωρευτικά, με την αποδοχή των επίμαχων συναλλαγματικών, το χρέος του Ζ1, προσπαθώντας δε να βοηθήσει την φίλη της, μετά την διακοπή των σχέσεων της 1ης κατ/νης με τον Ζ1, κατέθεσε τα ως άνω ψευδή τελώντας υπό την επιρροή της 1ης.
Τα ίδια περίπου με διαφορετική φρασεολογία κατέθεσε η εδώ αναιρεσείουσα και ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οπότε η αναφορά των αληθών αφορά και τα κατατεθέντα εκεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει περιληφθεί σε εισαγωγικά το περιεχόμενο των καταθέσεων της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να περιληφθούν και περιστατικά, όπως για την περαιτέρω δικαστική πορεία της επιδίωξης είσπραξης των συναλλαγματικών, για την έκδοση διαταγών πληρωμής και την εξόφληση τους.
Τα περιστατικά όμως αυτά δεν αναφέρονται ως ψευδή, αλλά ιστορικά και συμπληρωματικά της βασικής κατάθεσής της αναιρεσείουσας, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος ως προς τα περιστατικά αυτά για παράλειψη της απόφασης να αναφέρει ποία είναι τα αληθή, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης της εδώ αναιρεσείουσας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ΄ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αληθή γεγονότα, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12-11-2004 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2676/2004 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθεμία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ