Legislator Case Law & Legislation
711/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment on lease termination and statute of limitations in mining contract dispute.

Case Number 711/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the final judgment of the Single Judge Court of Thessaloniki regarding a dispute over a mining lease. The Court found the lower court erred in applying the statute of limitations provision, which requires a six-month period for the lessee to terminate the contract without proving inactivity. Consequently, the appeal was accepted, the contested judgment was annulled, and the case was remanded for a new trial to examine the substantive conditions for contract termination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 68 para. 8 of Law 4512/2018; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The provision allowing lessees of special-use quarries to terminate the lease within six months of the law's enactment does not require proof of inactivity, as the inability to utilize the minerals constitutes the statutory ground for termination.

Keywords

AI generated
statute of limitations lease termination mining contract special use quarry remand for retrial statutory interpretation public law entity

Cited Legislation

AI generated
Art. 68 para. 8 of Law 4512/2018
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 711/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΚΥΔΡΑΣ" που εδρεύει στην Σκύδρα Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ...-Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ζαραλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 923/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/6/2022 αίτησή του και τους από 25/10/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών με αριθ. 923/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ΟΤΑ κατά της με αριθ. 334/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 2 ΚΕΔΕ της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και είχε ακυρωθεί η με αριθ. 243/15.3.2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ.

Σ. για το λόγο ότι η ένδικη απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας, από μισθώματα, είχε παραγραφεί αυτοδικαίως με βάση την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 8 του ν. 4512/2018, κατόπιν της από 15.3.2018 καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης του δημοτικού λατομείου, που είχε η τελευταία μισθωμένο από το 2004.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Επίσης έχουν ασκηθεί παραδεκτά οι από 25.10.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27.10.2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 7.11.2023 (βλ.

την με αριθ. 6314γ/7.11.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, Χ. Δ.. Ο.), δηλαδή τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ως άνω αίτησης αναίρεσης (21.10.2024), αφού αυτοί (πρόσθετοι λόγοι) αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που πλήττονται και με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 40/2024, 16/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 115/2000, ΑΠ 127/2024, (ΑΠ 40/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009).

II. Στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ' αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, ιδίως δε παρέχεται η δυνατότητα, με βάση τη σχετική νομοθεσία ή και με τους όρους της ίδιας της σύμβασης αυτοτελώς, προς το συμβαλλόμενο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.

να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενό του (ΑΕΔ 17/2017). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 19/2010, ΟλΑΠ 8/2000, 7/2001, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 406/2023).

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 406/2023, ΑΠ 781/2019).

Ο αναιρεσείων ΟΤΑ με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και την δίκασε κατ' ουσίαν, υπερβαίνοντας έτσι τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ όφειλε να απορρίψει την ασκηθείσα ανακοπή κατά πράξης εκτέλεσης ως απαράδεκτη, καθόσον η προκείμενη υπόθεση υπάγεται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι των πολιτικών, λόγω του ότι πηγάζει από σύμβαση δημοσίου δικαίου.

Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με τον πρώτο λόγο έφεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως και πρωτύτερα στο πρωτοβάθμιο (Δικαστήριο), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, στην υπό στοιχ. I νομική σκέψη. Ως προς αυτόν δε έγιναν δεκτά τα ακόλουθα από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: "Η απαίτηση του εκκαλούντος [ήδη αναιρεσείοντος], απορρέουσα από σύμβαση μίσθωσης, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης, δεν υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια, καθώς αποτελεί ιδιωτικής φύσης διαφορά, διότι, (...), : 1) δεν αποβλέπει σε δραστηριότητα , η οποία εξυπηρετεί το δημοτικό συμφέρον, ώστε να προορίζεται να ικανοποιήσει δημοτικό σκοπό, αλλά αποσκοπεί στην αποδοτικότερη εκμετάλλευση και διαχείριση ενός Ο.Τ.Α.

που συνεπάγεται τη βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, η οποία δεν αποτελεί καθ' εαυτήν δημόσιο σκοπό, 2) οι όροι της μίσθωσης, όπως περιλαμβάνονται στο σχετικό συμφωνητικό μίσθωσης (το οποίο παραδεκτά επισκοπείται στο σημείο αυτό, προκειμένου να ερευνηθεί η δικαιοδοσία) δεν εισάγουν, όσον αφορά τη σύναψη και εκτέλεση της σχετικής σύμβασης, εξαιρετικό καθεστώς που να εξασφαλίζει στον εκμισθωτή Δήμο υπερέχουσα θέση, μη προσιδιάζουσα σε σύμβαση διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο, διότι τέτοιοι συμβατικοί όροι μπορούν να προβλεφθούν και να αποτελέσουν περιεχόμενο των κοινών συμβάσεων μισθώσεων και 3) η ειδική διοικητική διαδικασία που προηγείται της κατάρτισης της οικείας σύμβασης (πλειοδοτικός διαγωνισμός) δεν αποτελεί κριτήριο σχετικά με τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ιδιωτικής, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, κάθε σύμβαση με συμβαλλόμενο το Δημόσιο ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, που αποτελεί συνήθως το αποτέλεσμα μιας προδιαγραφόμενης σε νόμο διαδικασίας, θα αποτελούσε άνευ ετέρου διοικητική σύμβαση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την παρούσα υπόθεση, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς ερμήνευσε το νόμο και επομένως ο ως άνω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθόσον, πράγματι, α) η ένδικη μίσθωση δεν απέβλεπε σε δραστηριότητα που εξυπηρετούσε άμεσα το δημοτικό συμφέρον και την ικανοποίηση δημοτικού σκοπού, αλλά αποσκοπούσε στην αποδοτικότερη εκμετάλλευση και διαχείριση εκ μέρους του αναιρεσείοντος ΟΤΑ της περιουσίας του, για τη βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, η οποία δεν αποτελεί καθ' εαυτήν δημόσιο σκοπό, β) η ειδική διοικητική διαδικασία, που προηγείται της κατάρτισης της οικείας σύμβασης (πλειοδοτικός διαγωνισμός) και αφορά στις εν γένει συμβάσεις στις οποίες το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., δεν αποτελεί κριτήριο σχετικά με τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ιδιωτικής και γ) με τους όρους της ένδικης σύμβασης μίσθωσης και, συγκεκριμένα, το με αριθ. 1925/24.5.2004 συμφωνητικό μίσθωσης λατομείου της συμβολαιογράφου ...

Μ. Ι., που καταρτίστηκε μεταξύ του τότε Δήμου Μενηίδος Νομού Πέλλας, ενσωματωθέντος στη συνέχεια (με το ν. 3852/2010 - Καλλικράτη) στον καλλικρατικό Δήμο ... (αναιρεσσείοντα ΟΤΑ), και της τότε εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "... ΕΠΕ", εδρεύουσας στα Γιαννιτσά του Νομού Πέλλας, μετατραπείσας στη συνέχεια στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και επισκοπείται παραδεκτά προκειμένου να διερευνηθεί η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν εισάγεται, όσον αφορά στη σύναψη και εκτέλεση της σχετικής σύμβασης, εξαιρετικό καθεστώς που να εξασφαλίζει στον εκμισθωτή Δήμο υπερέχουσα θέση, μη προσιδιάζουσα σε σύμβαση διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο, αντίθετα οι σχετικοί συμβατικοί όροι μπορούν να προβλεφθούν και να αποτελέσουν περιεχόμενο των κοινών συμβάσεων μισθώσεων.

Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Με τον δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων επί της προκείμενης υπόθεσης, διότι με το ένδικο, με αριθ. 1925/24.5.2004, μισθωτήριο των διαδίκων, αυτή έχει υπαχθεί έγκυρα στη διαιτησία, καθόσον στον όρο 7β αυτού ορίζεται ότι "...Σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης ή διαφοράς ως προς την ερμηνεία των όρων της παρούσας σύμβασης και πριν από την άσκηση των δικαιωμάτων δικαστικής προστασίας της, η μισθώτρια υποχρεούται να προβεί σε όλες τις ενέργειες που θα καθιστούν δυνατό τον εξωδικαστικό διακανονισμό των εγειρόμενων αξιώσεων και ιδίως να προτείνει διαιτητικές διαδικασίες οι οποίες θα καθιστούν εφικτή μία αμερόληπτη κρίση σχετικά με τα ζητήματα αυτά...".

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν προτάθηκε σύννομα στο Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. I της παρούσας νομική σκέψη, αλλά για πρώτη φορά προτείνεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ούτε βέβαια γίνεται επίκληση τέτοιας σύννομης πρότασής του στο δικάσαν Εφετείο.

Αλλά και στην περίπτωση που θα είχε προταθεί σύννομα, θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού από το ίδιο το περιεχόμενο του όρου 7β του ένδικου μισθωτηρίου, που παρατίθεται στην αίτηση αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτός αφορά όχι σε ρητή παραπομπή σε διαιτησία, κατ' άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ, αλλά σε εν γένει δέουσες ενέργειες της αναιρεσίβλητης μισθώτριας προκειμένου να καταστεί εφικτή μια αμερόληπτη κρίση ως προς την ερμηνεία των όρων της σύμβασης της μίσθωσης, η δε ένδικη υπόθεση αφορά σε καταγγελία της μίσθωσης με βάση παρασχεθείσα προς τούτο δυνατότητα στην μισθώτρια με μεταγενέστερο της σύναψης της μίσθωσης νόμο.

III.1. Ερμηνεία κανόνα δικαίου (νόμου οποιασδήποτε τυπικής ισχύος) είναι ο καθορισμός του νοήματος του κανόνα. Αφετηρία για την ανεύρεση του πραγματικού νοήματος του κανόνα δικαίου αποτελεί το γράμμα του νόμου, η μελέτη της διατύπωσής του, η λεγόμενη γραμματική ερμηνεία που αναζητά και βρίσκει το νόημα το οποίο προκύπτει από τους κανόνες της γλώσσας και τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται.

Στο γράμμα του νόμου αντιπαρατίθεται το πνεύμα του, δηλαδή, αυτό που εννοούσε ο νομοθέτης, ανεξάρτητα από την διατύπωση που χρησιμοποίησε. Ωστόσο, το καθοριστικό κριτήριο για την εξακρίβωση του πνεύματος του νόμου είναι ο σκοπός του (το "τέλος", με την αρχαιοελληνική έννοια της τελικής αιτίας, του τελικού σκοπού), ο οποίος είναι τελικά ο λόγος για τον οποίο ο κανόνας θεσπίστηκε (ratio legis, τελολογική ερμηνεία).

Η διαπίστωση του σκοπού του είναι ο ασφαλέστερος τρόπος συναγωγής συμπερασμάτων για το πραγματικό νόημα του περιεχομένου του, ως σκοπός όμως του νόμου δεν πρέπει να νοηθεί ο σκοπός του ιστορικού νομοθέτη, αλλά οι ηθικοπολιτικοί λόγοι που δικαιολογούν αντικειμενικά τη ρύθμιση του νόμου. Η τελολογική μέθοδος ερμηνείας επικράτησε πλήρως από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και έχει σήμερα γενική αναγνώριση, αφού πράγματι δίνει την προσήκουσα σημασία στο κρίσιμο κριτήριο του σκοπού του κανόνα.

Ο κανόνας υπάρχει για να εξυπηρετεί κοινωνικές ανάγκες και όχι λογικές έννοιες και θεωρητικές κατασκευές του νου. Έτσι, η παλαιά εννοιοκρατική μέθοδος ερμηνείας, που επικρατούσε τον 19ο αιώνα, έχει σήμερα ξεπεραστεί. Περαιτέρω, όταν διαπιστώνεται διάσταση μεταξύ γράμματος και πνεύματος του νόμου (που σημαίνει ότι πρέπει να έχει εξακριβωθεί το διαφορετικό πνεύμα του νόμου), τα συμπεράσματα δεν καλύπτονται από το γράμμα του νόμου, οπότε, αν μεν το πνεύμα του νόμου (η πραγματική βούληση του ιστορικού νομοθέτη ή η αντικειμενική "βούληση" του νόμου) έχει ευρύτερο περιεχόμενο από ό,τι το γράμμα του νόμου, ο ερμηνευτής κατά τελολογικά επιβαλλόμενη ερμηνεία διευρύνει το νόημα του κανόνα πέρα από τα όρια του γράμματος (διασταλτική ερμηνεία), αν όμως περιορίζεται (συστέλλεται) το γράμμα, δηλαδή ο νομοθέτης εκφράστηκε ευρύτερα από ό,τι ήθελε (βούληση του ιστορικού νομοθέτη ή αντικειμενική "βούληση" του νόμου), ο ερμηνευτής, μέσω πάλι της τελολογικής μεθόδου, θα περιορίσει το γράμμα (τελολογική συσταλτική ερμηνεία).

III.2. Κατά την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 8 του ν. 4512/2018 "Εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος δύνανται οι εκμεταλλευτές λατομείων αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων σε δημοτική έκταση, των οποίων τα εξορυσσόμενα υλικά προορίζονται για χρήση σε οδοτάπητες και έρμα σιδηροτροχιών να καταγγείλουν τη σύμβαση μίσθωσης ή να αιτηθούν την αναπροσαρμογή των όρων αυτής.

Η καταγγελία ή η αίτηση γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται από την κοινοποίησή της στον εκμισθωτή Δήμο. Σε κάθε περίπτωση ο εκμεταλλευτής υποχρεούται στην αποκατάσταση του χώρου σύμφωνα με το άρθρο 55 καθώς στην εφαρμογή των προβλεπόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 58. Ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής δεν αποκτούν δικαίωμα αποζημιώσεως εξαιτίας της καταγγελίας.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, προηγούμενες του χρόνου της καταγγελίας τυχόν αξιώσεις μεταξύ των μερών παραγράφονται αυτοδικαίως". Η δε αιτιολογική έκθεση του ν. 4512/2018 αναφέρει τα ακόλουθα για την παράγραφο 8 του άρθρου 68: "Στην παράγραφο 8 θεραπεύεται πρόβλημα που δημιουργήθηκε σε λατομεία ειδικής χρήσης, των οποίων το εξορυσσόμενο ορυκτό δεν δύναται ήδη εδώ και χρόνια να χρησιμοποιηθεί πουθενά, ως προοριζόμενο μόνο για την εκτέλεση έργων που πλέον δεν εκτελούνται.

Τα λατομεία της κατηγορίας αυτής ουσιαστικά δεν έχουν αντικείμενο λειτουργίας, ενώ βάσει των μισθωτικών συμβάσεων καλούνται να καταβάλλουν στους εκμισθωτές το ελάχιστο εγγυημένο ετήσιο μίσθωμα, σε ποσότητες και τιμές που δεν εξορύσσουν και δεν εισπράττουν. Οι ποσότητες που δεν εξορύσσονται, παραμένουν στο υπέδαφος και στην κυριότητα των εκμισθωτών Ο.Τ.Α., χωρίς να μειώνονται τα αποθέματα του λατομείου και θα μπορούν να εξορυχθούν στο μέλλον από άλλον μισθωτή.

Στην περίπτωση αυτή, ο εκμισθωτής θα εισπράξει για δεύτερη φορά μίσθωμα για τις ίδιες ποσότητες. Η καλή πίστη και οι αρχές του δικαίου ενόψει της μεταβολής των δεδομένων, επιβάλλουν την προστασία των μισθωτών, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν μισθώματα για ποσότητες που δεν έχουν εξορύξει και πωλήσει, χωρίς όμως να προκαλείται ζημία στους εκμισθωτές Ο.Τ.Α.

Οι περί μισθώσεως προσοδοφόρου πράγματος διατάξεις του ΑΚ, όπως και η ειδική νομοθεσία των λατομείων και ειδικότερα οι διατάξεις περί μισθώσεως λατομείου αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων σε δημοτική έκταση δεν προβλέπουν δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως από τον μισθωτή, έστω και αν ο σκοπός της μισθώσεως έχει καταστεί ανέφικτος.

Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση προβλέπεται πλέον ρητά η δυνατότητα αυτή, μη θιγόμενων των διατάξεων περί περιβαλλοντικής αποκατάστασης, ενώ τέλος γίνεται ρητή μνεία ότι αξιώσεις επί τη βάσει καταχρηστικής συμπεριφοράς εκμισθωτών δεν δύνανται να είναι ανεκτές από το δικαιϊκό μας σύστημα και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αναζητηθούν.".

Εκκινώντας από το γράμμα της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 68 παρ. 8 εδάφ. α' του ν. 4512/2018, εξάγεται το συμπέρασμα ότι αυτή αφορά σε όλες τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης λατομείων αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων σε δημοτική έκταση, των οποίων τα εξορυσσόμενα υλικά προορίζονται για χρήση σε οδοτάπητες και έρμα σιδηροτροχιών και, συνακόλουθα, μπορούσαν όλες οι άνω επιχειρήσεις να καταγγείλουν τη σύμβαση μίσθωσης των λατομείων τους εντός εξαμήνου από την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου, θεωρούσας της διάταξης (προφανώς) ως δεδομένο (a priori) ότι το εξορυσσόμενο ορυκτό δεν μπορούσε από ετών να χρησιμοποιείται, ως προοριζόμενο μόνο για την εκτέλεση έργων που πλέον δεν εκτελούνται.

Ωστόσο, με την γραμματική και μόνον ερμηνεία της προκείμενης διάταξης περιλαμβάνονται στη ρύθμισή της και επιχειρήσεις εκμετάλλευσης λατομείων που ενδεχομένως συνέχιζαν την εξορυκτική τους δραστηριότητα και μπορούσαν να διαθέτουν τα εξορυσσόμενα ορυκτά τους, έτσι ώστε δεν είχε καταστεί ανέφικτος ο σκοπός της μίσθωσης κατά την καταγγελία της σχετικής σύμβασης.

Λαμβάνοντας δε υπόψη τον σκοπό της διάταξης αυτής, που συνίσταται στην θεραπεία του προβλήματος που δημιουργήθηκε στα δημοτικά λατομεία αδρανών υλικών ειδικής χρήσης, των οποίων τα εξορυσσόμενα ορυκτά, που προορίζονται για χρήση σε οδοτάπητες και έρμα σιδηροτροχιών, πλην όμως δεν χρησιμοποιούνται πουθενά, καθώς προορίζονται αποκλειστικά για εκτέλεση έργων που δεν εκτελούνται, όπως σαφώς συνάγεται και από την προπαρατεθείσα αιτιολογική έκθεση του ν. 4512/2018, πρέπει, με τελολογική συσταλτική ερμηνεία, σύμφωνη με τον σκοπό του νόμου, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχ.

ΙΙΙ.1 νομική σκέψη, να γίνει δεκτό, συστέλλοντας το γράμμα της διάταξης, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για να είναι έγκυρη η καταγγελία της μίσθωσης λατομείου αδρανών υλικών ειδικής χρήσης, είναι να μην διενεργείται εξόρυξη των συγκεκριμένων ορυκτών και να υφίσταται αδυναμία διάθεσης αυτών. Η εν λόγω συσταλτική ερμηνεία συνάδει, άλλωστε, με το πνεύμα της νέας λατομικής νομοθεσίας (ν. 4512/2018), σύμφωνα με την οποία η εκμετάλλευση αδρανών υλικών χαρακτηρίζεται ως δημόσιας ωφέλειας (άρθρ. 57 παρ. 1, 48 παρ. 5, πρβλ.

και 20 παρ. 1 ν. 1428/1984), η δε σύμβαση μίσθωσης λατομείου επέχει θέση έγκρισης και τα σχετικά ζητήματα ρυθμίζονται κανονιστικά με υπουργικές αποφάσεις (άρθρο 63 παρ. 1, 2. Έτσι, η με αριθ. 19/2022 γνμδ ΝΣΚ, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1208/2022, ΑΠ 1082/2022).

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 8 εδάφ. ε' του ν. 4512/2018 περί αυτοδίκαιης παραγραφής των, προηγουμένων του χρόνου της καταγγελίας μισθώσεων λατομείων αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων σε δημοτική έκταση, αξιώσεων κατά μισθωτών, διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθόσον η από 16.3.2018 καταγγελία της ένδικης, με αριθ. 1925/24.5.2004, σύμβασης μίσθωσης λατομείου της συμβολαιογράφου ...

Μ. Ι. εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μισθώτριας είναι άκυρη, για το λόγο ότι προϋπόθεση για την εγκυρότητα της καταγγελίας είναι η πλήρης αδυναμία διάθεσης από τον μισθωτή των εξορυσσόμενων υλικών, ώστε η εκμετάλλευση του λατομείου να έχει καταστεί χωρίς αντικείμενο, όπως τούτο συνάγεται και από την εισηγητική έκθεση του ν. 4512/2018 και επιβεβαιώνεται από την με αριθ. 19/2022 σχετική γνωμοδότηση του ΝΣΚ, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η εξορυκτική δραστηριότητα στο μίσθιο λατομείο ουδέποτε διεκόπη, αλλά συνεχιζόταν αδιάκοπα, όπως και η διάθεση των εξορυσσόμενων προϊόντων από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια, τουλάχιστον έως την κοινοποίηση της καταγγελίας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 923/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης μέρος: "Με τον τελευταίο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, καθώς η δραστηριότητα εξόρυξης στο μίσθιο λατομείο συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα και δεν υπάρχει η πλήρης αδυναμία πώλησης από τον μισθωτή των εξορυσσόμενων υλικών, ώστε η εκμετάλλευση του λατομείου να έχει καταστεί χωρίς αντικείμενο.

Ο παραπάνω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος για τον εξής λόγο: Σύμφωνα με την ως άνω αιτιολογική έκθεση του νόμου προκύπτει ότι ο νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε τα τελευταία έτη στα λατομεία ειδικής χρήσης, των οποίων το εξορυσσόμενο ορυκτό δεν δύναται ήδη εδώ και χρόνια να χρησιμοποιηθεί πουθενά, έδωσε τη δυνατότητα καταγγελίας των μισθωτικών αυτών συμβάσεων, χωρίς να θέσει προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της, ορίζοντας απλώς ότι τα αποτελέσματά της επέρχονται από την κοινοποίησή της στον εκμισθωτή.

Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης έδωσε τη δυνατότητα στους μισθωτές λατομείων ειδικής χρήσης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, να προβούν στην καταγγελία της μίσθωσης, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν την αδράνεια του λατομείου, η οποία από τον νομοθέτη θεωρείται δεδομένη και δεν αποτελεί ερευνητέο ζήτημα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 8 εδάφ. α' του ν. 4512/2018, καθόσον, κατά την δέουσα τελολογική συσταλτική ερμηνεία της διάταξης αυτής, όπως αναπτύχθηκε στις ανωτέρω υπό στοιχ. ΙΙΙ.1 και ΙΙΙ.2 νομικές σκέψεις, προϋπόθεση για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης από εκμεταλλευτές λατομείων αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων (προοριζόμενων για χρήση σε οδοτάπητες και έρμα σιδηροτροχιών) σε δημοτική έκταση, εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, και των αποτελεσμάτων αυτής είναι ότι τα εξορυσσόμενα ορυκτά δεν μπορούσαν ήδη από ετών (προ της έναρξης ισχύος του νόμου) να χρησιμοποιηθούν πουθενά, ως προοριζόμενα μόνο για την εκτέλεση έργων που πλέον δεν εκτελούνταν και υφίστατο συνακόλουθη αδυναμία διάθεσης αυτών, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης των λατομείων να μην έχουν αντικείμενο λειτουργίας.

Με βάση τ' ανωτέρω, ο υπό κρίση δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής (αίτησης αναίρεσης), καθώς και των λοιπών πρόσθετων λόγων αναίρεσης, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού τούτου λόγου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, προκειμένου να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση, αφού εξεταστεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις καταγγελίας της ένδικης σύμβασης μίσθωσης λατομείου, που τάσσει η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 8 του ν. 4512/2018, κατά την δέουσα τελολογική συσταλτική ερμηνεία της, όπως διαλαμβάνεται ανωτέρω.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα ορισθούν δε μειωμένα (άρθρο 281 παρ. 2 ν. 3463/2006, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 34/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 23.6.2022 (αριθ. κατάθ. ...2022) αίτηση αναίρεσης και τους από 25.10.2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης με αριθ. 923/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί την με αριθ. 923/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α., τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ