Supreme Court dismisses appeal on insurance contract interpretation, rejecting arguments regarding bonus transfer clauses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding an insurance contract dispute. The appellants argued that the court misinterpreted clauses concerning the transfer of negative results and bonus calculations, claiming the lower court erred in applying specific civil code provisions. The court rejected these claims, finding that the contract terms were clear and that the lower court correctly applied the relevant legal principles without violating statutory requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 200, 142, 682 of the Civil Code; The court held that an appellate court must strictly adhere to the contractual terms and applicable legal provisions when interpreting insurance contracts, rejecting arguments that the lower court's interpretation was erroneous or lacked a legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 711 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 711/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Γ. , κατοίκου ... , 2) Ι. Π. του Μ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε.", πρώην "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Σουριαδάκι με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3097/2007 μη οριστική και 1164/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4920/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 8/1/2014 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 343/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4920/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4248/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/11/2017 αίτησή τους και τους από 13/2/2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Με την υπ' αριθμ. 68/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος εμφανίστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατον να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση προς συζήτηση να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Η κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί, όπως και αυτή του άρθρου 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, τούτο δε παρόλο που στο άρθρο 307 αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, πλην όμως, ουδείς δικαιολογητικός λόγος συντρέχει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά οι δύο περιπτώσεις, δεδομένου ότι οι δύο περί επαναλήψεως διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης (ΑΠ 664/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 68/2022 πράξη του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως σε αμφότερα τα διάδικα μέρη κατ' άρθρον 143 παρ.1 ΚΠολΔ ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, για την ανασυζήτηση της ένδικης από 11-11-2017 αίτησης αναίρεσης, εξαιτίας διαπιστώσεως αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, κατά την συζήτησή της στην αρχική δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2019, κατά τη νέα δε αυτή δικάσιμο οι διάδικοι παρέστησαν με δήλωση και κατέθεσαν προτάσεις, ενώ - εν όψει της ως άνω ανασυζητήσεως της αναίρεσης - κατατέθηκαν και οι από 13/2/2023 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 569§2 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ. , οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 §1, 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Τούτο δε καθόσον, ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων νοείται εκείνη, η οποία, κατ' άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 279/2022, ΑΠ 563/2021, ΑΠ 1167/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το από 13.2.2023 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.2.2023, με αριθμό κατάθεσης 40/2023, ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20ης.3.2023. Δηλαδή, η κατάθεση στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια επίδοσή τους στην αναιρεσίβλητη, δεν έγινε τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (4/2/2019) συζητήσεως της αναίρεσης, αλλά πριν την ως ανωτέρω ορισθείσα ημερομηνία (20/3/2023) ανασυζήτησής της, μετά την αρχική συζήτηση αυτής και, ακολούθως, ματαίωσή της, για τους προαναφερόμενους λόγους. Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.
Με την κρινόμενη, ως ανωτέρω, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4248/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), το οποίο, εκδικάζοντας εκ νέου την από 5-4-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης [δεδομένου ότι, με την υπ' αριθμ. 343/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε η αρχικά εκδοθείσα, επί της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, υπ' αριθμ. 4920/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο] κατά της 1164/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την αγωγή και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν, απέρριψε αυτήν (αγωγή).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε (βλ. υπ' αριθμ. .../2017 έκθεση αναίρεσης) και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 555/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1132/2019). Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1551/2022).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 925/2015, Α.Π. 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία άγεται το δικαστήριο σε ερμηνεία ασαφούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί, και αν ακόμη δεν συνέτρεχε λόγος να ταχθούν αποδείξεις περί συναλλακτικών ηθών, να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή. Συνακολούθως, τέτοια προς ερμηνεία επιχειρήματα ή συμπεράσματα αρύεται ελευθέρως το δικαστήριο και από κάθε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από τις προσκομιζόμενες για άλλο θέμα εμμάρτυρες και άλλες αποδείξεις, ενώ μπορεί να προσφύγει και σε γεγονότα κείμενα εκτός της συμβάσεως, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, και να λάβει υπόψη του τις διαπραγματεύσεις των ενδιαφερομένων οι οποίες προηγήθηκαν και τις ενέργειες αυτών που ακολούθησαν την κατάρτισή της (ΑΠ 240/1995). Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 204/2022, ΑΠ 448/2020, ΑΠ 776/2013).
Εξάλλου, ως περιλαμβανόμενοι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφόσον υπάρξει παραβίαση αυτών ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, Α.Π. 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (Α.Π. 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (Α.Π. 1059/2018, Α.Π. 1164/2015, Α.Π. 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ.
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 3/2015, Α.Π. 1588/2013, Α.Π. 1345/2012).
Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (Α.Π. 84/2020, Α.Π. 557/2004, Α.Π.1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (Α.Π. 10/2015).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. , πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (Α.Π. 875/2017, Α.Π. 1543/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, η αντιφατικότητα, πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1376/2011). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005), ενώ προκειμένου περί ελλείψεως νομίμου βάσεως ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 182/2023).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1569/1985 "περί διαμεσολάβησης στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης", όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 11 του Ν.2170/1993 (ΦΕΚ Α' 150/10.9.1993) και το πρώτο εδάφιό του αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρ.36 Ν.2496/1997 (ΦΕΚ Α' 87/16.5.1997), τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 του ιδίου νόμου, όπως το άρθρο 19 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2170/1993 (ΦΕΚ Α' 150/10.9.1993), "1. Υπάλληλοι ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών μεσιτείας ασφαλίσεων μπορούν να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεδεμένων με αυτές, μετά από έγκριση του εργοδότη τους, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17. 2. Η σχέση του ασφαλιστικού υπαλλήλου με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, για λογαριασμό των οποίων διαμεσολαβεί κατά τα ανωτέρω, είναι σύμβαση έργου και ανεξάρτητη από τη σύμβαση εργασίας".
Εξάλλου, στην προβλεπόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της συμβατικής σχέσης (ΑΠ 924/2022, ΑΠ 1672/2010).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013). Η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, οπότε ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη, ενώ σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.
Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1936/2008).
Επομένως, η αρχική σύμβαση μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί (ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 766/2003). Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε. Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013, 1110/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 436 ΑΚ η ενοχή αποσβέννυται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με σκοπό καταργήσεως, με νέα ενοχή (ανανέωση), που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη είτε άλλο δανειστή. Δηλαδή, η δημιουργούμενη με τη σύμβαση ανανέωσης νέα ενοχή διαφοροποιείται της πρώτης από την ύπαρξη κάποιου νέου στοιχείου, που μπορεί να αφορά το αντικείμενο, την αιτία ή τα υποκείμενα.
Για το κύρος της σύμβασης ανανέωσης ενοχής απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη νέα ενοχή. Κατά την έννοια δε των διατάξεων αυτών, από τη θέση σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν δικαιώματα ή ενστάσεις από την παλαιά ενοχική σχέση (πρβλ.
ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1388/2011), εκτός εάν - στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων - κάποια από τα στοιχεία της παλαιάς ενοχικής σχέσης, που διαμορφώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και της νέας ενοχικής σχέσεως, καταστούν αντικείμενο και της νέας συμβάσεως, οπότε η τελευταία, εν όψει των διαμορφούμενων συνθηκών που δεν συνάδουν με σκοπό καταργήσεως της παλαιάς ενοχής δια ανανεώσεώς της, ήθελε - σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - θεωρηθεί συνέχεια (ανεξαρτήτως των, κατά τα λοιπά, επιμέρους τροποποιήσεων) της προηγούμενης.
Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, εκθέτοντας το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, ισχυρίζονται ότι, ενώ με την από 15-9-2005 αγωγή τους κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή (ως εναγόμενη) να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των εβδομήντα επτά χιλιάδων οκτακόσιων εβδομήντα τριών ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (77.873,14 ευρώ) λόγω επιμισθίου (Bonus), που τους όφειλε από την μεταξύ τους, από 1/2/2002, σύμβαση έργου του άρθρου 19 του ν. 1569/1985, πλέον νομίμων τόκων, και ότι η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1164/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), ακολούθως, με την υπ' αριθ. 4920/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγινε εσφαλμένως δεκτή η από 5-4-2012 έφεσή της (ήδη αναιρεσίβλητης).
Ειδικότερα ότι, με την ως άνω υπ' αριθμ. 4920/2013 απόφαση, κρίθηκε πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση έργου είναι ανεξάρτητη από την αρχική από ...-1998 σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και ότι η από ...-2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της πρώτης συμβάσεως, περαιτέρω δε ότι η σύμβαση έργου από 1-2-2002 λειτούργησε κανονικά μέχρι 31-12- 2004, οπότε έληξε με τη πάροδο της διάρκειας ισχύος της και ότι τα ετήσια αποτελέσματα κατέληξαν μεν θετικά κατά 1.557.462,87 ευρώ, αλλά ότι δεν εδικαιούντο το συμβατικό επιμίσθιο (bonus), επειδή το αποτέλεσμα της προηγούμενης τριετίας (1999, 2000, 2001) ήταν αρνητικό κατά ποσόν που υπερβαίνει το ανωτέρω ποσόν.
Κατ' ακολουθία δε τούτων, το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και απέρριψε την αγωγή.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, εκθέτουν ότι, κατά της ως άνω, υπ' αριθμ. 4920/2013 αποφάσεως, άσκησαν την από 8-1-2014 (υπ' αριθμ. ...2014) αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 343/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Α2 Πολιτικό Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω (4920/2013) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τον λόγο ότι, το ως άνω δικαστήριο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, "παρέλειψε να προσφύγει , ως όφειλε, στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες ουδόλως αναφέρεται, ούτε παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, η αληθινή έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων" και ότι, μετά ταύτα, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο.
Ότι η υπόθεση επανεισήχθη, με κλήση των ήδη εκ νέου αναιρεσειόντων, προς μετ' αναίρεση συζήτηση και ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4248/2017 απόφαση, με την οποία, το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις παρατιθέμενες αναλυτικά αιτιολογίες, πάλι έκρινε ότι η από ....2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της από ....1998 αρχικής συμβάσεως και ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται bonus καλού αποτελέσματος και στόχων για την επίδικη τριετία λόγω του αρνητικού αποτελέσματος αυτής και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εκκαλούσα εταιρία να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα των εφεσιβλήτων το ποσό των 77.873,14 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και, κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, απέρριψε την αγωγή.
Ότι, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, η από ....2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της από ....1998 αρχικής συμβάσεως (την οποία οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ως "παράταση" αυτής) το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη (4248/2017) απόφασή του, παραβίασε τις ουσιαστικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 177 (εκ προφανούς παραδρομής αναφερομένου, αφού σαφώς εκτιμάται ότι αφορά το άρθρο 173), 200, 361, 323 και 681 ΑΚ, γιατί η σύμβαση έργου ορισμένου χρόνου και ιδίως η σύμβαση έργου του άρθρου 19 του ν. 1569/1985, λήγει με την πάροδο του χρόνου που ορίσθηκε και μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος ορισμένου χρόνου, δεν είναι νοητή παράταση αυτής, με συνέπεια, εφόσον επρόκειτο περί νέας συμφωνίας, να μη μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικώς ο επίμαχος όρος ότι για τη λήψη του bonus κατά τη λήξη της δεύτερης συμβάσεως το τυχόν αρνητικό (οικονομικό) αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους θα μεταφέρεται στο επόμενο έτος, και ότι θα λαμβάνονται υπόψη τα τυχόν αρνητικά αποτελέσματα και της προηγουμένης συμβάσεως, αλλά θα έπρεπε αυτό να συμφωνηθεί ρητώς και αυτοτελώς με την δεύτερη σύμβαση, ως αυτοτελής ρήτρα εν συμβάσει.
Περαιτέρω δε, με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως την εκ του αριθμού 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ έλλειψη νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ισχυρίζονται ότι, παρότι "προεβλήθη ως ουσιώδης ισχυρισμός ημών των εναγόντων, το ότι η πρώτη σύμβαση έργου έληξε την 31-12-2001 και δεν υπήρχε πρόβλεψη παρατάσεώς της και ότι η μετά από διαπραγματεύσεις συναφθείσα δεύτερη σύμβαση έργου του άρθρου 19 του ν. 1569/1985, είχε έναρξη την 1-2-2002 χωρίς να περιέχει, ούτε υπαινικτικώς, όρο σχετικά με την μεταφορά των αποτελεσμάτων της προηγουμένης τριετίας για τον υπολογισμό του bonus στη νέα σύμβαση, ενώ, όπως συνομολογείται προηγήθηκαν της καταρτίσεώς της διαπραγματεύσεις και τροποποιητικές συμφωνίες σε επί μέρους ζητήματα, μεταξύ των οποίων και ιδίως στο ζήτημα του bonus" και ότι όρος της νέας συμβάσεως "ότι τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεως του", αναφέρεται στα έτη εντός της τριετίας, που ίσχυε κάθε σύμβαση και δεν είχε οπισθενεργόν ισχύ, ακόμη περισσότερο αφού γίνεται σαφώς λόγος περί μεταφοράς του "τυχόν αρνητικού αποτελέσματος στα επόμενα έτη" και περί συμψηφιστικού υπολογισμού του παρελθόντος αρνητικού αποτελέσματος των προηγουμένων ετών, εν τούτοις, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "...ερμήνευσε και εκτίμησε εσφαλμένως τον ουσιώδη ισχυρισμό για την πραγματική βούληση των μερών να συνάψουν νέα σύμβαση, άλλως χωρίς να διαλάβει συναφώς επαρκείς αιτιολογίες" και ότι "στην απόφαση δεν παρατίθενται επαρκή πραγματικά περιστατικά περί της βασιμότητας ή όχι του ισχυρισμού για τη σύναψη νέας συμβάσεως, κατά την αληθινή βούληση των μερών, ούτε αιτιολογείται η παραδοχή του ουσιώδους του άνω όρου ("σημείωσης") για μεταφορά του αρνητικού αποτελέσματος", με συνέπεια να μην έχει παραθέσει "σαφώς πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, διέλαβε δε και ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και, τέλος, έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενομένων περιστατικών στην έννοια του νόμου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο", παραβιάζοντας τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα εξής: "Το έτος 1998 οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι προσελήφθησαν από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως ασφαλιστικοί υπάλληλοι.
Παράλληλα με τη σύμβαση εργασίας, στις ....1998 καταρτίστηκε με τους διαδίκους έγγραφη σύμβαση έργου, υπαγόμενη στις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 1569/1985 σύμφωνα με την οποία ανατέθηκε σε αυτούς η ίδρυση και οργάνωση υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών της εναγόμενης στην Αθήνα επί της οδού ... , ειδικότερα δε τους ανατέθηκε η διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της εκκαλούσας.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε τριετής, από ....1998 έως ....2001. Διευθυντής πωλήσεων του υποκαταστήματος ορίσθηκε ο πρώτος ενάγων, Σ. Τ. , και τεχνικός διευθυντής ο δεύτερος ενάγων, I. Π. Η αμοιβή τους συμφωνήθηκε με μισθό, υπερπρομήθεια και bonus, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση, καθώς και με bonus καλού αποτελέσματος και στόχων 10% επί του τελικού θετικού αποτελέσματος του υποκαταστήματος, συνυπολογιζομένων γενικών εξόδων έδρας 10%, ενώ συμφωνήθηκε ως προς την αμοιβή αυτή, σε αντίθεση με την καταβολή υπερπρομήθειας, ότι τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του.
Το αποτέλεσμα για καθένα των ετών 1999, 2000 και 2001 (για την εξεύρεση του οποίου αφαιρούνται από το ποσό της ετήσιας παραγωγής τα ποσά των ζημιών, προμηθειών και εξόδων του ιδίου έτους) ήταν αρνητικό και ειδικότερα ανήλθε α) το έτος 1999 σε μείον 13.030.108,3 1 ευρώ), β) το έτος 2000 σε μείον 605.544,54 ευρώ) και γ) το έτος 2001 σέ μείον 1.109.178,87 ευρώ και συνολικά σε μείον 14.744.831,72 ευρώ.
Κατόπιν αυτού, οι εφεσίβλητοι δεν είχαν δικαίωμα απόληψης bonus καλού αποτελέσματος και στόχων για την εν λόγω τριετία. Όταν πλησίαζε η λήξη της τριετίας, οι εφεσίβλητοι απέστειλαν στον αρμόδιο διευθυντή της γενικής διεύθυνσης της εναγομένης εταιρίας το από 14.6.2001 έγγραφο, με το οποίο ζητούσαν την ανανέωση της σύμβασης με προτάσεις τους για τις επόμενες χρήσεις.
Μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις κατέληξαν την ....2002 στην κατάρτιση σύμβασης έργου του ιδίου περιεχομένου κατά τα ουσιώδη στοιχεία με εκείνη της προηγούμενης τριετίας με αντικείμενο και πάλι την οργάνωση του ως άνω ιδρυθέντος υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών και ειδικότερα τη διαμεσολάβηση των εφεσιβλήτων στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της εκκαλούσας.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε τριετής, από ...002 (δηλαδή από τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης, αν και υπεγράφη ....2002) έως ....2004 και οι εφεσίβλητοι παρέμειναν στις ίδιες θέσεις του διευθυντή πωλήσεων και τεχνικού διευθυντή αντιστοίχως, αμειβόμενοι ομοίως με μισθό, υπερπρομήθεια και bonus, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση, καθώς και με bonus καλού αποτελέσματος και στόχων 10% επί του τελικού θετικού αποτελέσματος του υποκαταστήματος, συνυπολογιζομένων γενικών εξόδων έδρας 15%, ενώ συμφωνήθηκε ότι τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του.
Επειδή δεν προσδιορίσθηκε σαφώς μεταξύ των διαδίκων εάν η δεύτερη σύμβαση αποτελεί συνέχεια της πρώτης ιδίως ως προς τις δεσμεύσεις για την μεταφορά του αρνητικού αποτελέσματος της πρώτης τριετίας της αρχικής σύμβασης στην επόμενη, αυτό θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, αφού ερμηνευθούν οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά άρθρα 173 και 200 Α.Κ., όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού, ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Στο άρθρο 1 της δεύτερης, από ....2002 σύμβασης, ορίζεται ότι στόχος παραγωγής είναι α) από ...002 έως ....2002 επιπλέον 15% επί της συνολικής παραγωγής του έτους 2001, β) από ...003 έως ....2003 επιπλέον 12,5% επί της συνολικής παραγωγής του έτους 2002 και γ) από ...004 έως ....2004 επιπλέον 10% επί της συνολικής παραγωγής του έτους 2003, ενώ το άρθρο 4 αυτής ορίζει σχετικά με την υπερπρομήθεια του διευθυντή πωλήσεων και του τεχνικού διευθυντή τα εξής:
Α) Για τον κλάδο αυτοκινήτων 1) στην παραγωγή του 2001 κατά το επόμενο έτος κ.ο.κ. η υπερπρομήθεια διατηρησιμότητας 0α είναι 0,375% και 2) στο υπερβάλλον της εκάστοτε παραγωγής του αμέσως προηγούμενου έτους και μόνο 0,75%. Β) Για τους λοιπούς κλάδους 1) στην παραγωγή του 2001 κατά το επόμενο έτος κ.ο.κ. η υπερπρομήθεια διατηρησιμότητας θα είναι 1,5% και 2) στο υπερβάλλον της εκάστοτε παραγωγής του αμέσως προηγούμενου έτους και μόνο 3%.
Με το ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι η υπάρχουσα παραγωγή θεωρείται ανανεώσιμη τον επόμενο χρόνο και γι' αυτό αμείβεται με μικρότερο ποσοστό έναντι της νέας παραγωγής που ως τέτοια θεωρείται το εκάστοτε υπερβάλλον της αμέσως προηγούμενης ετήσιας, περιόδου, ορίζεται δε ότι τα προαναφερόμενα ποσοστά υπερπρομήθειας δεν 0α μπορούν να υπερβούν κατά μέσο όρο το 2% επί του συνόλου της ετήσιας καθαρής παραγωγής (ανανεώσεις + νέα πλην ακυρώσεις).
Όπως αποδείχθηκε, η από ...2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της από ....1998 αρχικής σύμβασης. Δεν έγινε ανανέωση αυτής με την έννοια της βούλησης των μερών να καταργηθεί η προηγούμενη ενοχή και να συσταθεί νέα. Οι αναφορές στην παραγωγή του 2001 ως κριτήριο για τον υπολογισμό της παραγωγής και υπερπρομήθειας της δεύτερης τριετίας 2002 - 2004 καταδεικνύουν επίσης ότι η αληθής πρόθεση των συμβληθέντων μερών ήταν η δεύτερη σύμβαση να αποτελέσει συνέχεια της πρώτης, αφού και η εκτέλεση του αναληφθέντος έργου αφορά και στις δύο συμβάσεις την οργάνωση του υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών της οδού ... , η οποία κατά συνέπεια δεν είχε ολοκληρωθεί την πρώτη τριετία παρά μόνο εν μέρει, και να εξαρτάται η καταβολή του bonus καλού αποτελέσματος στους ενάγοντες και για την δεύτερη τριετία από την παραγωγή που επιτεύχθηκε στην πρώτη τριετία μετά την εξάλειψη του αρνητικού (οικονομικού) αποτελέσματος, όπως διατυπώθηκε ρητά και στις δύο συμβάσεις με τη μεταφορά του στα επόμενα έτη.
Ακόμα και ο μάρτυρας των εναγόντων στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έκανε λόγο για συνέχιση του έργου της παραγωγής, όπως και ο μάρτυρας της εναγόμενης, διευθυντής οικονομικών της κατά τους άνω χρόνους ισχύος των συμβάσεων, ο οποίος αναφέρθηκε σε έναρξη λειτουργίας της δεύτερης σύμβασης αμέσως με τη λήξη της πρώτης με συμφωνία των μερών.
Τα ανωτέρω αποδειχθέντα, με βάση την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. και την καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δεν αναιρούνται από τροποποιήσεις που συμφωνήθηκαν σε ορισμένα σημεία και συγκεκριμένα: α) Στο άρθρο 1 της δεύτερης σύμβασης και κάτω από την παράγραφο 1, που αναφέρεται στα ποσοστά του στόχου παραγωγής, έχει προστεθεί η εξής σημείωση (η οποία δεν υπήρχε στην από ....1998 σύμβαση): "Έκτακτα γεγονότα που επηρεάζουν το σύνολο της αγοράς (Ελληνικές ή Διεθνείς συγκυρίες), όπως καθιέρωση ελάχιστων υποχρεωτικών ασφαλίστρων από τους αντασφαλιστές, ή επιβολή γενικής υποχρεωτικής αύξησης των υφισταμένων ασφαλίστρων, δεν θα λαμβάνονται υπόψη στα πιο πάνω ποσοστά", β) στο άρθρο 3 η διάρθρωση παραγωγής του κλάδου αυτοκινήτων ορίζεται κατ' ανώτατο όριο σε ποσοστό 20% (+/- 5%) του συνόλου της παραγωγής, ενώ με την αρχική σύμβαση το ποσοστό τούτο είχε οριστεί σε 40% του συνόλου της παραγωγής, γ) έχει απαλειφθεί από το κείμενο της από ....2002 σύμβασης η υπάρχουσα στην αρχική σύμβαση σημείωση "Καταστροφικοί κίνδυνοι π.χ.
πλημμύρες, σεισμοί κλπ. δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε στους δείκτες ζημιών ούτε και για χορήγηση οιουδήποτε bonus καλού αποτελέσματος. Για λόγους απλούστευσης υπολογισμού θα αφαιρούνται τόσο οι ζημίες όσο και το αντασφάλιστρο, που αφορούν τους αντασφαλιστές καταστροφικής προστασίας", δ) έχει απαλειφθεί από το κείμενο της από ....2002 σύμβασης ο πίνακας προϋπολογισμού ετησίων εξόδων υποκαταστήματος, που υπήρχε στην αρχική σύμβαση, ε) τα συνυπολογιζόμενα για την εξεύρεση του bonus καλού αποτελέσματος γενικά έξοδα έδρας, ορίζονταν σε ποσοστό 10% με την αρχική σύμβαση, ενώ με την από ....2002 σύμβαση ορίζονται σε ποσοστό 15%, στ) το, δικαίωμα ανάληψης κινδύναιν ορίζεται με την αρχική σύμβαση σε ποσοστό 50% της εξασφαλισμένης με αντασφαλιστικές συμβάσεις δυνατότητας ανάληψης κινδύνων της εταιρίας ανά κλάδο, ενώ με την από ....2002 σύμβαση το ως άνω δικαίωμα ορίζεται σε ποσοστό 75% και ζ) έχει απαλειφθεί από το κείμενο της από ....2002 σύμβασης ο όρος ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης λόγω μη επίτευξης των τεθέντων στόχων, το κόστος των αποζημιώσεων του υπαλληλικού προσωπικού θα βαρύνει τους δύο διευθυντές του υποκαταστήματος.
Η από ....2002 σύμβαση έργου λειτούργησε κανονικά μέχρι ....2004, οπότε έληξε με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας ισχύος της αλλά και οι ενάγοντες αποχώρησαν από την εταιρία. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το ετήσιο αποτέλεσμα του υποκαταστήματος κατά τα έτη 2002, 2003 και 2004 (για την εξεύρεση του οποίου αφαιρούνται από το ποσό της ετήσιας παραγωγής τα ποσά των ζημιών, προμηθειών και εξόδων του ιδίου έτους) ήταν αρνητικό για το έτος 2002 και θετικό για τα έτη 2003 και 2004.
Ειδικότερα, ανήλθε α) το έτος 2002 σε μείον 476.666,54 ευρώ, β) το έτος 2003 σε 65.350,50 ευρώ και γ) το έτος 2004 σε 1.968.778,91 ευρώ, δηλαδή συνολικά σε 1.557.462,87 ευρώ.
Επειδή, όμως, το τελικό αποτέλεσμα της προηγούμενης τριετίας (1999, 2000, 2001) ήταν αρνητικό για το συγκεκριμένο υποκατάστημα, ανερχόμενο σε μείον 14.744.831,72 ευρώ, δηλαδή σε ποσό που υπερβαίνει το τελικό θετικό αποτέλεσμα της τριετίας 2002, 2003, 2004, με το οποίο πρέπει να συνυπολογιστεί λόγω της συμφωνηθείσας μεταφοράς του αρνητικού αποτελέσματος στα επόμενα έτη μέχρις εξαλείψεως, το, τελικό, μετά τον ως άνω συνυπολογισμό, αποτέλεσμα της τριετίας 2002-2004 είναι αρνητικό ανερχόμενο σε μείον 13.187.368,85 ευρώ.
Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται bonus καλού αποτελέσματος και στόχων για την επίδικη τριετία λόγοι του αρνητικού αποτελέσματος αυτής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εκκαλούσα εταιρία να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα των εφεσιβλήτων το ποσό των 77.873,14 ευρώ, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων σύμφωνα με βάσιμο συναφή λόγο της έφεσης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, .......και να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (......) και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Από τα ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι διάδικοι, κατόπιν διαπραγματεύσεων, ύστερα από αίτημα των εναγόντων, οι οποίοι ήταν ασφαλιστικοί υπάλληλοι της εναγομένης εταιρείας, κατέληξαν, την ....2002, στην κατάρτιση σύμβασης έργου του ιδίου περιεχομένου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (αλλά με χρόνο αναφοράς, ως προς την ημερομηνία επιτεύξεως των στόχων παραγωγής, από ...2002 - δηλαδή, από την επομένη της λήξεως της προηγούμενης, από ....1998, μεταξύ των συμβάσεως, στις ....2001 - έως και ....2004), με εκείνη της προηγούμενης τριετίας, που είχε ως αντικείμενο και πάλι την οργάνωση του ιδρυθέντος υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών της εναγομένης στην οδό ...
και, ειδικότερα, τη διαμεσολάβηση των εφεσιβλήτων (εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων) στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της εκκαλούσας (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) και ότι η σύμβαση αυτή, όπως ερμηνεύτηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αποτελεί συνέχεια της από ....1998 αρχικής μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, αφού δεν έγινε ανανέωση αυτής με την έννοια της βούλησης των μερών να καταργηθεί η προηγούμενη ενοχή και να συσταθεί νέα.
Ότι αυτό καταδεικνύεται από τις αναφορές (ιδίως στο άρθρο 4, υπό Α1 και Β1, της από ....2002 συμβάσεως, αλλά και στο άρθρο 1 περ. α' αυτής) στην παραγωγή του 2001, ως κριτηρίου για τον υπολογισμό της παραγωγής και υπερπρομήθειας της δεύτερης τριετίας 2002 - 2004, αλλά και από ότι, η εκτέλεση του αναληφθέντος έργου αφορά και στις δύο συμβάσεις την οργάνωση του υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών της οδού ... , η οποία, κατά συνέπεια, δεν είχε ολοκληρωθεί την πρώτη τριετία παρά μόνο εν μέρει, με αποτέλεσμα να εξαρτάται η καταβολή του bonus καλού αποτελέσματος στους ενάγοντες και για την δεύτερη τριετία από την παραγωγή που επιτεύχθηκε στην πρώτη τριετία μετά την εξάλειψη του αρνητικού (οικονομικού) αποτελέσματος, όπως αυτό προκύπτει από τη ρητή διατύπωση στη σημείωση υπό τον προβλεπόμενο στη σύμβαση όρο για το "Bonus καλού αποτελέσματος και στόχων" και στις δύο συμβάσεις, ότι "τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του".
Ότι η συνέχεια της αρχικής σύμβασης καταδεικνύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος έκανε λόγο για συνέχιση του έργου της παραγωγής, όπως και ο μάρτυρας της εναγόμενης, διευθυντής οικονομικών της κατά τους άνω χρόνους ισχύος των συμβάσεων, ο οποίος αναφέρθηκε σε έναρξη λειτουργίας της δεύτερης σύμβασης αμέσως με τη λήξη της πρώτης με συμφωνία των μερών, ενώ τα ως άνω αποδειχθέντα, με βάση την, κατά τα ανωτέρω, ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.
και την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, κρίθηκε περαιτέρω από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι δεν αναιρούνται από τροποποιήσεις που συμφωνήθηκαν σε ορισμένα σημεία, όπως συγκεκριμένα αυτά παρατίθενται. Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200, 361 και 681, 694 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 19 του ν. 1569/1985 (μη επιδεχομένης εφαρμογής και των διατάξεων του άρθρου 323 και 341 ΑΚ, που ο αναιρεσείων επίσης επικαλείται, οι οποίες, όμως, αφ' ενός μεν, ως προς το ότι δεν στηρίζεται η αγωγή και στη διάταξη του άρθρου 323 ΑΚ, αυτό είχε γίνει δεκτό και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφ' ετέρου δε, η διάταξη του άρθρου 341 ΑΚ αφορά την υπερημερία και το αίτημα καταβολής τόκων, που, εφόσον κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι είναι απορριπτέα η αγωγή, κατέστη άνευ αντικειμένου), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε - σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200, λαμβανομένων υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών - και εφήρμοσε, περαιτέρω δε διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον στοιχεία για τον προσδιορισμό της έννοιας της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, πολλώ δε μάλλον που, εν προκειμένω, στοιχεία της προηγηθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως (όπως ο όρος ότι "τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του", καθώς και οι αναφορές στην παραγωγή του έτους 2001) περιελήφθησαν και στη νέα (από ....2002 σύμβαση), τα δε εν όλω, σε συνδυασμό με τα αμέσως ανωτέρω, πραγματικά περιστατικά αξιολογήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατάληξη στο ορθό ερμηνευτικό πόρισμα ότι η, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, συναφθείσα από ....2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της από ....1998 αρχικής σύμβασης και δεν έγινε ανανέωση αυτής (με την έννοια της βούλησης των μερών να καταργηθεί η προηγούμενη ενοχή και να συσταθεί νέα), κατά την προδιαληφθείσα του όρου αυτού έννοια.
Κατά συνέπεια, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενοι δύο πρώτοι από τους λόγους αναιρέσεως, είναι, σε κάθε περίπτωση [πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως των προαναφερόμενων λόγων, πλήττεται και η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (οντολογική) κρίση του Εφετείου, περί της συνδρομής των - θεμελιωτικών του ως άνω ερμηνευτικού πορίσματός του - πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 539/2010)], απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τους τρίτο (πάλι εκ του αριθμ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ) και, επικουρικώς, τέταρτο (πάλι εκ του αριθμού 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ), από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, αναφερόμενοι στις παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίζονται ότι δεν εφαρμόστηκαν από αυτό ορθώς οι γενικοί και ειδικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και των άρθρων 142 και 682 του ΑΚ και ότι η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι οι δύο συμβάσεις αποτελούν ενιαία σύμβαση και, περαιτέρω, ότι τα αποτελέσματα στόχων παραγωγής και αποτελέσματος της πρώτης συμβάσεως μεταφέρονται στη δεύτερη σύμβαση και δη τα αρνητικά αποτελέσματα της πρώτης τριετίας μεταφέρονται στη δεύτερη, είναι αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη γιατί έτσι, "τιμωρεί" μόνο τους ενάγοντες, αφού η βάση αυτής της παραδοχής αντικειμενικώς δεν μπορεί να μεταφερθεί στο πρόσωπο άλλων νέων συμβαλλομένων, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την επίτευξη των νέων στόχων με το βάρος του αρνητικού αποτελέσματος μιας τριετίας, με την οποία δεν είχαν σχέση και ότι "...είναι αντιφατικό, παράλογο και αντίθετο στα συναλλακτικά ήθη αλλά και στη βούληση των συμβαλλομένων να συμφωνείται μείωση του bonus και να επωμίζεται ο εργολάβος το βέβαιο αρνητικό αποτέλεσμα μιας προηγουμένης τριετίας, που εκμηδενίζει την πιθανότητα εισπράξεως bonus, το οποίο εάν συνέβαινε και γνώριζε τέτοιο υπολογισμό του bonus ο εργολάβος ή δεν θα συμφωνούσε στη σύμβαση ή θα διαπραγματευόταν εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους bonus".
Περαιτέρω δε, αναφερόμενοι οι αναιρεσείοντες στα στοιχεία των δύο συμβάσεων και στις αξιολογήσεις του δικαστηρίου ως προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και, ιδίως σε σχέση με τα τελευταία, πώς διαμορφώθηκε η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ερμηνεύτηκε η από ...2002 σύμβαση (χωρίς, επίσης, σωστή αξιολόγηση ούτε των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της συνάψεως της συμβάσεως, ούτε των δεδομένων της υποθέσεως σε σχέση με τη διαμόρφωση των συναλλακτικών ηθών, ούτε των καταθέσεων των μαρτύρων), ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή τους (τρίτος λόγος αναιρέσεως) και επιπλέον ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 Α.Κ και παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τους κανόνες αυτούς και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες (τέταρτος λόγος αναιρέσεως), καθόσον δεν παρέθεσε επαρκή συγκεκριμένα περιστατικά, με παραπομπή στα δεδομένα των συναλλακτικών ηθών, απ' τα οποία να συνάγεται η αληθινή έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Πλην, όμως - πέραν και των παραπάνω (στους υπ'αριθμ. 1 και 2 λόγους αναιρέσεως) αναφερομένων, σχετικά με τους δύο πρώτους από τους λόγους αναιρέσεως, κατά το μέρος τους που αλληλοεπικαλύπτονται με τους παρόντες - το Εφετείο διαπίστωσε σαφώς, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την ύπαρξη αμφιβολίας και κενού σχετικά με την έννοια της προαναφερόμενης βούλησης των συμβαλλομένων, ως προς τον όρο που αναφέρεται σε σημείωση, για το "bonus κλάδου αποτελέσματος και στόχων", που περιέχεται στην από 1/2/2002 σύμβαση έργου ("Οργάνωση υποκαταστήματος ... Γενικών Ασφαλειών"), ότι "τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οποιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του", αναφέρεται στα έτη εντός της τριετίας, που ίσχυε η σύμβαση και δεν είχε οπισθενεργόν ισχύ και, επομένως, εάν η σύμβαση αυτή αποτελεί συνέχεια προηγηθείσας, ομοίας μεταξύ των διαδίκων, ιδίως ως προς τις δεσμεύσεις για την μεταφορά του αρνητικού αποτελέσματος της πρώτης τριετίας της αρχικής σύμβασης στην επόμενη. Ενόψει δε τούτων προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αναγκαιότητα εφαρμογής τους, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συγκεκριμένα, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία εναρμονίζεται πλήρως με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων, ως προς το ότι η από ...2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της από ...1998 αρχικής σύμβασης (και όχι ότι αποτελούν μία ενιαία σύμβαση, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται) και ότι δεν έγινε ανανέωση αυτής με την έννοια της βούλησης των μερών να καταργηθεί η προηγούμενη ενοχή και να συσταθεί νέα, με αποτέλεσμα, το αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα της πρώτης τριετίας (που υπήρχε κατά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως) να μεταφέρεται και στη δεύτερη τριετία (δηλαδή, σε κάθε επόμενο έτος υπό την ισχύ αυτής μέχρι να εξαλειφθεί), ενώ αλυσιτελώς προβάλλεται το επιχείρημα των αναιρεσειόντων ότι "...με γνωστό το αρνητικό αποτέλεσμα της πρώτης τριετίας αυτοί (αναιρεσείοντες) και οιοσδήποτε άλλος ασφαλιστής στη θέση τους, δεν είχαν κανένα λόγο να συνάψουν σύμβαση κατά την οποία επί τρία έτη θα κατέβαλαν προσπάθειες (κατ' ακριβολογία υπερπροσπάθειες) για να καλύψουν το αρνητικό αποτέλεσμα της πρώτης τριετίας....", αφού οι μεν ίδιοι διαπραγματεύτηκαν τους όρους της συμβάσεως και δέχθηκαν κατά τα ανωτέρω (στους υπό Α' και Β' λόγους αναιρέσεως) την αναφορά του έτους 2001 στη νέα σύμβαση για την παραγωγή υπερπρομήθειας , όπως και τον προαναφερόμενο όρο για το "bonus κλάδου αποτελέσματος και στόχων" για τη μεταφορά τυχόν αρνητικού αποτελέσματος οποιουδήποτε έτους στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του", ενώ δεν είναι η ίδια κατάσταση όταν ένας συμβάλλεται το πρώτον ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής σε ασφαλιστική επιχείρηση με αυτήν που αφορά εκείνον που είναι και με αμέσως προηγηθείσα συμβαλλόμενος ασφαλιστής και συνάπτει νέα, σε συνέχεια της πρώτης, οπότε με διαφορετικό τρόπο θα αξιολογηθεί η λήψη bonus από τον καθένα τους, οπότε αλυσιτελώς επικαλείται και τη διάταξη του άρθρου 142 ΑΚ.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200, καθώς και των άρθρων 142 και 682 του ΑΚ, διότι, ενώ προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, και επικουρικά ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2017 αίτηση και τους από 13-2-2023 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4248/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ