Legislator Case Law & Legislation
711/2023 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal on abuse of right claim lacking specific prior conduct.

Case Number 711/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The lower court rejected the insurer's claim of abuse of right, finding the insured's general references to industry interests insufficient to prove the insurer's prior conduct. The Court upheld this decision, ruling that the appellant failed to demonstrate specific prior behavior that would justify the insured's reasonable belief in the insurer's restraint.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 320 of the Civil Code; Abuse of right requires specific prior conduct creating a reasonable belief in the other party's restraint, which is absent when only general industry interests are cited.

Keywords

AI generated
abuse of right insurance contract good faith principle reasonable belief prior conduct civil code appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 711/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε.", πρώην "E. Α. Α. Ε. Ζ.", πρώην "V….. AAEZ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Α. Α. ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μανούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Α. Ε. Γ. Α. Ζ.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 19/1/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 11541/2012 απόφαση του ίδιου Δικατηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 721/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3479/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/1/2019 αίτησή της και τους από 17/12/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3479/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης …../2016 έφεση της εναγομένης και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "Α. Α.", κατά της με αριθμό 721/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ολικά την από 2-12-2008 και με αριθμό κατάθεσης …/2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και υποχρέωσε την εναγομένη, με βάση τις διατάξεις από σύμβαση εντολής (άρθρα 714 επ. ΑΚ), να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 372.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Με την αίτηση πρέπει να συνεκδικαστούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που παραδεκτά άσκησε η αναιρεσείουσα με το από 17-12-2019 και με αριθμό κατάθεσης …/2019 δικόγραφό της και οι οποίοι αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 569 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Στις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν.2496/1997 "Ασφαλιστική Σύμβαση, τροποποιήσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ" ορίζεται, στην μεν παράγραφο 2 ότι "Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς" και στην παράγραφο 4 ότι "Αν οι περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις έχουν συναφθεί με κοινή συμφωνία, με ή χωρίς κοινό συντονιστή ασφαλιστή, ο κάθε ασφαλιστής ευθύνεται κατ' αναλογία του ασφαλισμένου σε αυτόν ποσοστού (συνασφάλιση)".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση της συνασφάλισης, εφόσον δυνητικά έχει ορισθεί κοινός συντονιστής ασφάλισης, η έννομη σχέση που συνδέει αυτόν με τους συνασφαλιστές φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης εντολής, η οποία ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, αφού ο Ν. 2496/1997 δεν προβλέπει κάποια άλλη ειδική ρύθμιση της σχέσης συντονιστή και συνασφαλιστών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, προκύπτουν, πλην άλλων, τα εξής:

Ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ' αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του, ότι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ (ΑΠ 2212/2014).

Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το όρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).

Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα.

Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 του ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λ.π.) οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων.

Τέτοια παράλειψη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 714 και 330 του ΑΚ, που δημιουργεί αντίστοιχη αξίωση αποζημίωσης του εντολοδόχου από τον εντολέα, συνιστά και η αποσιώπηση από τον πρώτο προς τον δεύτερο ουσιωδών πληροφοριών ή η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο, αφού η υποχρέωση αυτή του εντολοδόχου ευθέως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 718 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες κατά την καλή πίστη.

Το πότε συμβαίνει τούτο εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εντολής, αν, δε, παραβεί την υποχρέωσή του αυτή, ο εντολοδόχος, καθίσταται υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο απληροφόρητος εντολέας του, εφόσον η ζημία του τελευταίου συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη της πληροφόρησης του (ΑΠ 1082/2013).

Τέλος, η σύμβαση της εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (ΑΚ 158, 713), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα, είτε ύστερα από παράκλησή του, είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 342/2021 ΑΠ 1614/1999, ΑΠ 2212/2014).

Περαιτέρω, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.

Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή του (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 419/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Η ενάγουσα - εφεσίβλητη, είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία που εδρεύει στη ….. Η εναγομένη - εκκαλούσα, είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία επίσης, η οποία εδρεύει στην …..

Δυνάμει των υπ' αριθμ. ……/2004 και …… ασφαλιστήριων συμβολαίων που καταρτίστηκαν μεταξύ της εκκαλούσας, της εφεσίβλητης και των εταιρειών με την επωνυμία "Φ. Α..Ε..", "Ι. Α..Ε.." και "Α. Α. Α.Ε." ως συνασφαλιστριών, ασφαλίστηκαν από κίνδυνο πυρός, τα καταστήματα και οι αποθήκες της εταιρείας με την επωνυμία "Π. C.

ΑΕΒΕ", τα οποία βρίσκονταν στην ….. και στη …., μαζί με τα εμπορεύματά τους. Ειδικότερα, δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων, η εφεσίβλητη συμμετείχε στην κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου με ποσοστό 5% επί του συνολικού ασφαλιζόμενου κεφαλαίου, η "Φ. Α..Ε.." με ποσοστό 25%, η "Ι. Α..Ε.." με 20%, η "Α. Α. Α.Ε." με 10% και η εκκαλούσα, η οποία ήταν και ηγέτιδα ασφαλίστρια εταιρεία (leader) και συντονίστρια της συνασφάλισης, με ποσοστό 40%.

Η ιδιότητα της εκκαλούσας εταιρείας ως ηγέτιδας της συνασφάλισης, προκύπτει από τα προαναφερόμενα ασφαλιστικά συμβόλαια, στα οποία είχε περιληφθεί ο όρος ότι "η τεχνική και διαχειριστική ηγεσία της ασφαλιστικής συμβάσεως ανήκει στην "Α. Α. Α..Ε..", η οποία θα διεκπεραιώνει κάθε πράξη που την αφορά και που δεσμεύει τους λοιπούς συνασφαλιστές (όπως π.χ.

δηλώσεις, αλληλογραφία, διορισμό πραγματογνωμόνων, διακανονισμό ζημίας, οι αποφάσεις της οποίας θα είναι a priori αποδεκτές από τις λοιπές συνασφαλίστριες εταιρείες". Οι προαναφερόμενες ασφαλιστικές συμβάσεις πυρός ανανεώνονταν κάθε χρόνο. Ειδικότερα δε, η πρώτη υπ' αριθμ' …/2004 σύμβαση που αφορούσε στις κτιριακές εγκαταστάσεις της λήπτριας της σύμβασης εταιρείας με την επωνυμία "Π.

C. ΑΕΒΕ", με χρονική διάρκεια από 30-6-2004 έως 30-6-2005 και συνολικό ασφάλιστρο ποσού 15.552.068 ευρώ, ανανεώθηκε διαδοχικά με τα υπ' αριθμούς ……./ 12-08-2005, ……/ 11-07-2006, ……./ 12-07-2006, …./ 07-09-2006 και ……./ 08-10-2007 συμβόλαια. Με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο, η διάρκεια της ασφάλισης ορίστηκε έως 31-10-2007. Το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο αφορούσε μεταξύ άλλων και την ασφάλιση μιας αποθήκης της λήπτριας, εμβαδού 3.640.τ.μ., που βρισκόταν στη θέση …., στον Α…..

Α…. Η ίδια αποθήκη είχε ασφαλιστεί δυνάμει της υπ' αριθμόν ……/08-10-2007 σύμβασης πυρός για την αξία των εμπορευμάτων της με το ποσό των 12.500.000 ευρώ, για αποκομιδή με το ποσό των 200.000 ευρώ, για έξοδα ελαχιστοποίησης της ζημίας με το ποσό των 60.000 ευρώ, για έξοδα μεταστέγασης για το ποσό των 20.000 ευρώ και για αστική ευθύνη με το ποσό των 300.000 ευρώ.

Στα προαναφερόμενα συμβόλαια, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι "η κάλυψη θα είναι σε ισχύ εφόσον: 1 ... 2. Βρίσκεται σε ισχύ για κάθε διεύθυνση - τοποθεσία το πιστοποιητικό πυροπροστασίας (εφόσον προβλέπεται)". Λήπτρια της ασφάλισης και δικαιούχος του ασφαλίσματος στις προαναφερόμενες δύο αρχικές συμβάσεις ήταν η εταιρεία "Π.

C. ΑΕΒΕ", όπως προαναφέρεται. Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι η ως άνω αποθήκη, που βρισκόταν στη θέση ….. στον Α…., είχε εκμισθωθεί στην ανωτέρω εταιρεία από τρίτους ιδιοκτήτες αυτής, η σχετική ασφαλιστική σύμβαση τροποποιήθηκε και δικαιούχοι της αποζημίωσης για την αξία της κτιριακής εγκατάστασης ορίσθηκαν οι εκμισθωτές της αποθήκης.

Στις 4-10-2007 και περί ώρα 20.50' εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην προαναφερόμενη αποθήκη της λήπτριας, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή αυτής και των προϊόντων που βρισκόταν αποθηκευμένα εντός αυτής. Στις 5-10-2007, η εκκαλούσα, με την ιδιότητά της ως συντονίστριας της συνασφάλισης, ανέθεσε την έρευνα των συνθηκών της πυρκαγιάς στις εταιρείες πραγματογνωμόνων "Π.

και Σ. Α..Ε.." και "Ε..Ν..Μ. Ε..Π..Ε..". Από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αυτής, προέκυψε ότι: το ισόγειο κυρίως κτίριο της ανωτέρω αποθήκης, επιφανείας 3.640 τ.μ., αποτελείτο από δύο όμοια τμήματα επιφανείας, 1820 τ.μ. έκαστο, τα οποία ευρίσκοντο σε επαφή, χωρίς ενδιάμεσο χώρισμα. Το κτίριο ήταν κατασκευασμένο επί βάσεως οπλισμένου σκυροδέματος και μεταλλική στέγη, ενώ οι επικαλύψεις και πλαγιοκαλύψεις ήταν από panels πολυουρεθάνης.

Το ανωτέρω κτίριο χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος ενώ υπήρχε και διαμορφωμένος χώρος γραφείων. Υπήρχε επίσης μεταλλικό κτίριο (υπόστεγο) επικαλυμμένο με φύλλα λαμαρίνας, το οποίο ευρίσκετο στη νότιο πλευρά του πρώτου κτιρίου, εφαπτόμενο με αυτό. Η αποθήκη διέθετε υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο, φορητούς πυροσβεστήρες, σύστημα πυρανίχνευσης και αυτόματους πυροσβεστήρες οροφής, πλην όμως, δεν είχε χορηγηθεί από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία πιστοποιητικό πυροπροστασίας.

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι, η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά σε άχρηστα υλικά που βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο σε επαφή με το μεταλλικό υπόστεγο και στη συνέχεια μεταδόθηκε στο υπόγειο και στο κυρίως κτίριο. Από την φωτιά, τη θερμότητα, τους καπνούς και τα νερά της πυρόσβεσης καταστράφηκε στο σύνολο της η ανωδομή του κυρίως κτιρίου, και ειδικότερα, κατέρρευσε η μεταλλική στέγη του, καθώς και η πλευρική επικάλυψη (συμπεριλαμβανομένων των μεταλλικών κουφωμάτων) ενώ καταστράφηκε ολοσχερώς ο εξοπλισμός που βρισκόταν στα κτίρια και το σύνολο των εμπορευμάτων.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι, μολονότι στα ασφαλιστήρια συμβόλαια η καταστραφείσα αποθήκη περιγράφεται ως λιθόκτιστη, τουβλόκτιστη και λαμαρινοσκεπής, οι επικαλύψεις -πλαγιοκαλύψεις ήταν από panels πολυουρεθάνης, όπως προαναφέρεται και όχι από τούβλο. Το γεγονός ότι αναπτύχθηκαν υψηλά θερμικά φορτία στις εξωτερικές μεταλλικές καλύψεις, σε συνδυασμό με την χαμηλότερη σε πυραντοχή λαμαρίνα, συνετέλεσε στην ευκολότερη μετάδοση της φωτιάς στο εσωτερικό του κτιρίου.

Τα ανωτέρω περιήλθαν σε γνώση της εφεσίβλητης, όταν, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, η ίδια διεξήγαγε δική της άτυπη έρευνα για τις συνθήκες και τα αίτια της πυρκαγιάς. Όταν δε η εφεσίβλητη, γνωστοποίησε στην εκκαλουσα τα αποτελέσματα της έρευνάς της, η τελευταία με την από 22-11-2007 επιστολή της, την οποία απέστειλε στην εφεσίβλητη, παραδέχθηκε ότι η περιγραφή της ασφαλισμένης αποθήκης στα ασφαλιστήρια συμβόλαια δεν ήταν ορθή, ότι το έτος 2005, μέσω της μηχανικού της εταιρείας της, πραγματοποίησε επιθεώρηση των αποθηκών μεταξύ των οποίων και της συγκεκριμένης αποθήκης κατά την οποία διαπιστώθηκε η κατασκευή της, χωρίς όμως να γίνει τροποποίηση της περιγραφής της κατασκευής στο ασφαλιστήριο.

Αποδείχθηκε επίσης ότι, μολονότι η εκκαλούσα υποχρεούτο από τη σύμβαση συνασφάλισης που είχε καταρτίσει, μεταξύ άλλων, και με την εφεσίβλητη, και από την απορρέουσα από τη σύμβαση, ιδιότητά της ως ηγέτιδα της συνασφάλισης να διεκπεραιώνει κάθε πράξη που αφορά στην συνασφάλιση και να πράττει κάθε τι που επιβάλλει η φύση της συνασφάλισης προς το συμφέρον των συνασφαλιστών, εκείνη παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις καθώς, αφενός μεν παρέλειψε να εκτιμήσει και να αξιολογήσει ορθά τον ασφαλιστικό κίνδυνο που οι συνασφαλίστριες εταιρείες ανέλαβαν να ασφαλίσουν, αφού το ασφαλισμένο κτίριο εσφαλμένα περιγράφηκε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αφετέρου δε, ακόμα και όταν το έτος 2005, μέσω μηχανικού της διαπίστωσε την αληθή κατασκευή της αποθήκης, δε φρόντισε για τη διόρθωση της περιγραφής στα ανανεωτήρια συμβόλαια και δεν ενημέρωσε, ως όφειλε, την εφεσίβλητη - συνασφαλίστρία για την κατάσταση των ασφαλισμένων κτιρίων, ούτως ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην εφεσίβλητη να αξιολογήσει τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο και να κρίνει αν θα προέβαινε στην κατάρτιση της σύμβασης συνασφάλισης ή όχι.

Σημειώνεται άλλωστε ότι η εφεσίβλητη, δεν μπορούσε να προβαίνει σε ενέργειες π.χ. να διορίσει πραγματογνώμονα και να επαληθεύσει το περιεχόμενο των ασφαλιστήριων συμβολαίων, καθώς κατά τη σύμβαση συνασφάλισης, μόνη υπεύθυνη για τέτοιες πράξεις, ήταν η εκκαλουσα ως συντονίστρια, οι δε πράξεις της δέσμευαν τους λοιπούς συνασφαλιστές και οι αποφάσεις της, είχε συμφωνηθεί, να είναι a priori αποδεκτές από τις λοιπές συνασφαλίστριες εταιρείες (και την εφεσίβλητη).

Η ανωτέρω πλημμελής εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση συνασφάλισης υποχρεώσεων της εκαλούσας, είχε ως αποτέλεσμα να ζημιωθεί η εφεσίβλητη με το ποσό που κατέβαλε τελικώς ως ασφαλιστική αποζημίωση. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη, υποχρεώθηκε να καταβάλει, στις 21-12-2007, στην ασφαλισμένη εταιρεία "Π.

C. ΑΕΒΕ", το ποσό των 338.000 ευρώ, που αναλογούσε στην ίδια ως συνασφαλίστρια κατά ποσοστό 5%, προς εξόφληση της αποζημίωσής της που αφορούσε στα ασφαλισμένα αντικείμενά της, ενώ στις 04-11-2008 κατέβαλε στους ιδιοκτήτες εκμισθωτές της αποθήκης, το ποσό των 34.500 ευρώ, ήτοι κατέβαλε συνολικά το ποσό των 372.500 ευρώ, ποσό το οποίο υποχρεούται η εκκαλούσα να της καταβάλλει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω.

Με την κρινόμενη έφεσή της, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας - εφεσίβλητης την οποία η ίδια είχε προτείνει, ισχυριζόμενη ότι από δικό της πταίσμα συντέλεσε στη ζημία της, άλλως δεν περιόρισε την έκταση αυτής, καθόσον η ίδια, ενώ μεσολάβησε διάστημα τριών ετών από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης έως την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν διόρισε πραγματογνώμονα προκειμένου να προβεί σε επαλήθευση των αναγραφέντων στα ασφαλιστικά συμβόλαια στοιχείων.

Ο λόγος αυτός της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η ένσταση είναι αόριστη και ως τέτοια, απορριπτέα, καθόσον, όχι μόνο δεν διατυπώνεται οποιοδήποτε αίτημα σε σχέση με την αξίωση της κρινόμενης αγωγής, αλλά και τα αναφερόμενα ως πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας στην επελθούσα σε αυτήν ζημία (άρθρα 300 Α.Κ., 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη. Περαιτέρω, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής την οποία η ίδια είχε προτείνει πρωτοδίκως, ισχυριζόμενη ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι η ίδια ως ασφαλιστική επιχείρηση καλείται να καλύψει όσα το κράτος αδυνατεί να καλύψει προς όφελος, τόσο του κοινωνικού συνόλου, όσο και της εθνικής οικονομίας και ότι η ασφαλισμένη επιχείρηση, ασφαλιζόμενη σε εταιρείες με κύρος και φήμη, θα πρέπει να ελπίζει ότι σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν θα "αρχίσει ιατρική εξέταση ψιλών γραμμάτων" προκειμένου να μην καταβληθεί ασφάλισμα, καθώς κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό της ιδιωτικής ασφάλισης. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει απορριφθεί, αφού, ο σχετικός ισχυρισμός της εκκαλούσας - εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας - εφεσίβλητης τυγχάνει μη νόμιμος και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η εκκαλούσα - εναγομένη και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 του Α.Κ. καταλυτική ένσταση της αγωγής.

Συνεπώς, ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη η ένσταση αυτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με τον τελευταίο λόγο της έφεσης της, η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, εσφαλμένως απέρριψε σιωπηρώς την ένσταση του άρθρου 200 του Α.Κ., την οποία η ίδια είχε προτείνει ενώπιόν του, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται οι συμβάσεις να ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Εκθέτει ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία οφείλει να συμπορεύεται με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου αυτού και να μην προσπαθεί, πίσω από υστερόβουλες σκέψεις να συμπεριφέρεται τόσο ενάντια στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όσο και στα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, εκθέτει ότι όταν η αποθήκη έχει ύψος 11 μέτρα και το περιεχόμενο της ανήκει σε υψηλό κίνδυνο ως προς την ασφάλιση πυρός, τότε η δικαιολογία ότι δήθεν οι πλευρικές διαστάσεις του κτίσματος δεν ήταν από τούβλα, αλλά από panels, βρίσκεται έξω από το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου αυτό που, αφού όλοι γνώριζαν ότι η ασφαλισμένη εταιρεία, ήταν μία ανθούσα και μάλιστα εισηγμένη στο Χρηματιστήριο επιχείρηση και οι αποθήκες της διέθεταν όλα τα εχέγγυα που απαιτούν οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων όλων των εν Ελλάδι εργαζομένων ασφαλιστικών εταιρειών.

Ο λόγος αυτός της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί και τούτο διότι: Σύμφωνα με τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε πως το γεγονός ότι οι επικαλύψεις - πλαγιοκαλύψεις του ασφαλισμένου και καταστραφέντος κτίσματος ήταν από panels πολυουρεθάνης και όχι από τούβλο, όπως προαναφέρεται, συντέλεσε τα μέγιστα στην ευκολότερη μετάδοση της φωτιάς στο εσωτερικό του κτιρίου και στην επέλευση της ζημίας, λόγω του ότι αναπτύχθηκαν υψηλά θερμικά φορτία στις εξωτερικές μεταλλικές καλύψεις, σε συνδυασμό με την χαμηλότερη σε πυραντοχή λαμαρίνα.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά σε άχρηστα υλικά που βρισκόταν στον προαύλιο χώρο της αποθήκης σε επαφή με το μεταλλικό υπόστεγο και στη συνέχεια μεταδόθηκε στο υπόγειο και στο κυρίως κτίριο, η φωτιά διαπέρασε στο εσωτερικό της αποθήκης, αφού κατέκαυσε σε ελάχιστο χρόνο τα πάνελ των πλευρικών τοιχωμάτων, τα οποία ασφαλώς χρειάζονται πολύ μικρότερη θερμότητα, για την τήξη τους, από ότι οι πέτρες και τα τούβλα Συνεπώς, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, είχε υποχρέωση βάσει της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, ερμηνευομένη με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., να ενημερώσει την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη για το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το ασφαλιστέο κτίριο, ούτως ώστε η τελευταία να συνεκτιμήσει το στοιχείο αυτό και να αποφασίσει αν έχει συμφέρον ή όχι να αναλάβει τους κινδύνους από την συνασφάλιση αυτού.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε τα αυτά ως άνω και απέρριψε τις ως άνω ενστάσεις, έστω και σιωπηρώς την τελευταία εξ αυτών, έκανε δε δεκτή την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης, με τους οποίους πλήττονται οι διατάξεις της εκκαλούμενης για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Επομένως, πρέπει, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, (αρθρ. 534 του Κ.Πολ.Δ.), η κρινόμενη έφεση, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έκρινε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν και με τις ειδικότερες παραδοχές:

α) Ότι η εκκαλούσα - εναγόμενη, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως τυγχάνει ήδη η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, είχε αναλάβει συμβατικά την ιδιότητα της ηγέτιδας εταιρείας της συνασφάλισης, με τον όρο να διεκπεραιώνει κάθε πράξη που την αφορά και που δεσμεύει τους λοιπούς συνασφαλιστές, β) Ότι με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας, της εναγομένης, καθώς και άλλων τριών (3) ασφαλιστικών εταιρειών (συνασφαλιστών) και της εταιρείας με την επωνυμία "Π.

C. AEBE", ασφαλίστηκαν, κατά του κινδύνου πυρός, τα καταστήματα και οι αποθήκες αυτής στην Α… και στη Θ…., μαζί με τα εμπορεύματά τους, μεταξύ των οποίων και το επίδικο κατάστημά της που βρίσκεται στην Α…, στη θέση Γ. Α. Α, αποτελούμενο από ισόγεια αποθήκη εμβαδού 3.640 τ.μ., εκμισθωμένη από τρίτους στην ασφαλισμένη παραπάνω εταιρεία.

γ) Ότι στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που ανανεώνονταν κάθε χρόνο, αναφερόταν ότι η κάλυψη θα είναι σε ισχύ εφόσον, μεταξύ άλλων, βρίσκεται σε ισχύ, για κάθε διεύθυνση - τοποθεσία και το προβλεπόμενο πιστοποιητικό πυροπροστασίας. δ) Ότι στα ασφαλιστήρια συμβόλαια η πιο πάνω επίδικη αποθήκη περιγράφεται ως λιθόκτιστη, τουβλόκτιστη και λαμαρινοσκεπής, όμως στην πραγματικότητα οι επικαλύψεις - πλαγιοκαλύψεις ήταν από panels πολυουρεθάνης και όχι από τούβλο, διέθετε δε υδροδοτικό πυροσβεστικκό δίκτυο, φορητούς πυροσβεστήρες, σύστημα πυρανίχνευσης και αυτόματους πυροσβεστήρες οροφής, πλην όμως δεν είναι χορηγηθεί από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία πιστοποιητικό πυροπροστασίας, γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση της εφεσίβλητης - ενάγουσας μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, στις 4-10-2007 και περί ώρα 20.50' , όταν εκδηλώθηκε πυρκαϊά, αρχικά σε άχρηστα υλικά του προαύλειου χώρου και στη συνέχεια μεταδόθηκε στο υπόγειο και στο κυρίως κτίριο, με αποτέλεσμα τούτο να καταστραφεί ολοσχερώς, μαζί με τον εξοπλισμό του και το σύνολο των εμπορευμάτων.

ε) Ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ως ηγέτιδα της συνασφάλισης, εγνώριζε από το έτος 2005 ότι η περιγραφή της ασφαλισμένης επίδικης αποθήκης στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, ως τουβλόκτιστης και λιθόκτιστης, δεν ήταν ορθή, όμως κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων αφενός παρέλειψε να εκτιμήσει και να αξιολογήσει ορθά τον ασφαλιστικό κίνδυνο που οι συνασφαλίστριες εταιρείες ανέλαβαν να ασφαλίσουν και αφετέρου, όταν το έτος 2005 διαπίστωσε μέσω μηχανικού της, την αληθινή κατασκευή της αποθήκης, δεν φρόντισε για τη διόρθωση της περιγραφής στα ανανεωτήρια συμβόλαια και δεν ενημέρωσε, ως όφειλε, βάσει της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, ερμηνευομένη με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, την εφεσίβλητη - συνασφαλίστρια (ενάγουσα) για την κατάσταση των ασφαλισμένων κτιρίων, ούτως ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην εφεσίβλητη να αξιολογήσει τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο και να κρίνει αν θα προέβαινε στην κατάρτιση της σύμβασης συνασφάλισης ή όχι και στ) Η ως άνω πλημμελής εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση συνασφάλισης υποχρεώσεων της εκκαλούσας, είχε ως αποτέλεσμα να ζημιωθεί η εφεσίβλητη με το ποσό των 372.500 ευρώ συνολικά, που υποχρεώθηκε να καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση, ως συμμετοχή της κατά ποσοστό 5% στην συνασφάλιση του κτιρίου της αποθήκης και των εντός αυτής αντικειμένων.

Με όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της σχέσης εντολής που συνέδεε την εναγομένη - εκκαλούσα με την ενάγουσα εφεσίβλητη, συνασφαλίστρια εταιρεία, ως προς το πταίσμα της εναγομένης κατά την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή την μη καταβολή της δέουσας επιμέλειας στις συναλλακτικές τους σχέσεις και ως προς την αιτιώδη πρόκληση της ζημίας της ενάγουσας, ένεκα της πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 713, 714, 718 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι πρώτος και τέταρτος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 713, 714 και 718 του ΑΚ και υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επίσης ο έβδομος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ως προς το τρίτο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο ένατος λόγος, επίσης από τον αριθ. 19, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την παραδοχή της ότι η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, χωρίς να περιγράφει τον τρόπο καταναγκασμού, είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι, ένεκα αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει ενάριθμα τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση οι αναιρετικοί λόγοι είναι και αβάσιμοι, καθόσον η απόφαση του Εφετείου σαφώς διαλαμβάνει ότι η καταβολή του ποσού των 372.500 ευρώ που κατέβαλε η ενάγουσα, ως ποσοστό συμμετοχή της στην συνασφάλιση και το οποίο αποτέλεσε τη ζημία της, συνιστούσε το ασφαλιστικό ποσό μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της πυρκαϊάς στην επίδικη αποθήκη, για την κατάσταση κατασκευής της οποίας δεν είχε πληροφορήσει την ενάγουσα η εναγομένη συντονίστρια της ασφάλισης, παρότι τη γνώριζε κατά την κατάρτιση των ανανεωτηρίων ασφαλιστικών συμβάσεων.

Με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και με το συναφή δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Εφετείου προήλθε σε παραβίαση των παραπάνω διατάξεων κατά την ερμηνεία της συμβατικής ρήτρας των ασφαλιστηρίων συμβολαίων περί της ηγεσίας της συνασφάλισης, εξετάζοντας κατά πόσο η κατασκευή των πλαγιοκαλύψεων συνετέλεσε στην επέλευση του κινδύνου, ενώ κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη το αντικειμενικώς ουσιώδες της επίμαχης πληροφορίας κρίνεται με βάση το αν, κατά την κρίση του μέσου συνετού ασφαλιστή, υπό τα αποδειχθέντα δεδομένα της περιπτώσεως, θα δικαιολογούνταν η μη ανανέωση της συμβάσεως από μόνο το γεγονός της ατελούς περιγραφής του συγκεκριμένου κτιρίου, ζήτημα για το οποίο η απόφαση δεν αποφάνθηκε.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως και την ειδικότερη παραδοχή της ότι "Συνεπώς, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, είχε υποχρέωση βάσει της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, ερμηνευομένη με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, να ενημερώσει την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη για το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το ασφαλιστέο κτίριο, ούτως ώστε η τελευταία να συνεκτιμήσει το στοιχείο αυτό και να αποφασίσει αν έχει συμφέρον ή όχι να αναλάβει τους κινδύνους από τη συνασφάλιση αυτού", σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο κατέφυγε στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες για να θεμελιώσει τη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, ηγέτιδας της συνασφάλισης, προς ενημέρωση της ενάγουσας εντολοδόχου, υποχρέωση που άλλωστε απορρέει ευθέως και από τη διάταξη του άρθρου 718 του ΑΚ και όχι να αιτιολογήσει, στο σημείο αυτό, κατά ποσό η κατασκευή των πλαγιοκαλύψεων της επίδικης αποθήκης συνετέλεσε στην επέλευση του κινδύνου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις και οι σχετικοί πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, τα όσα εκθέτει η αναιρεσείουσα στη συνέχεια του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, χωρίς να απαριθμεί ή να τα χαρακτηρίζει ως πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επικαλούμενη σφάλματα της απόφασης του Εφετείου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δια της έλλειψης αιτιολογιών, ακόμα και αν ήθελε εκτιμηθούν ως πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν σχετικά και με τους πρώτο, τέταρτο και τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης.

Η ειδικότερη αιτίαση, με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ότι η ένδικη αγωγή έπασχε από νομική αοριστία, διότι δεν εξέθετε πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του αντικειμενικά ουσιώδους χαρακτήρα της επίμαχης πληροφορίας, ως προς τη δομή της πλαγιοκάλυψης της αποθήκης και ότι έτσι, το Εφετείο που την έκρινε ως νόμιμη, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 197, 198, 718, 288 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμη.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 2-12-2008 ένδικης αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της ιδιότητας της εναγομένης ως συντονίστριας και εντολοδόχου των ασφαλιστών, η γνώση της για την έλλειψη πιστοποιητικού πυροπροστασίας και της αληθινής κατασκευής της επίμαχης αποθήκης, η οποία καταστράφηκε από την πυρκαϊά, η αμέλεια της εναγομένης να ενημερώσει την ενάγουσα για την πραγματική κατάσταση της αποθήκης, ότι αν η ενάγουσα εγνώριζε την πραγματική εικόνα αυτής δεν θα κατάρτιζε τις ασφαλιστικές συμβάσεις και, το κυριότερο, δεν θα συναινούσε στην ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αναλύεται δε και η επελθούσα θετική ζημία της ενάγουσας.

Επομένως, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 714 επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο, απορρίπτοντας τους λόγους της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει την αγωγή ως νόμιμη, στηριζόμενη και στις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις.

ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Για την πληρότητα του παρόντος λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και εάν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1953/2011, ΑΠ 367/2009). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004). Ακόμη, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 10 που παραθέτει η αναιρεσείουσα (προβαίνει άλλωστε και σε διόρθωση με τις έγγραφες προτάσεις της), η τελευταία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η εναγομένη "παρέλειψε να εκτιμήσει και αξιολογήσει ορθά τον ασφαλιστικό κίνδυνο", ως προς το συγκεκριμένο κτίριο, ενώ ούτε η αντίδικος προέβαλε αυτόν τον ισχυρισμό ούτε προέκυψε αυτός από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι στο ιστορικό αυτής περιέχεται και ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγομένη παρέλειψε να εκτιμήσει και να αξιολογήσει ορθά τον ασφαλιστικό κίνδυνο.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά. Η δε αιτίαση ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, συνιστά επιχείρημα που αντλείται από τις αποδείξεις και όχι "πράγμα". Άρα, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε τον καταλυτικό ισχυρισμό της περί οικείου πταίσματος της ενάγουσας, ένσταση που είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της, παραπονούμενη δε και με το δεύτερο λόγο της έφεσης ότι η ενάγουσα υπαιτίως παρέλειψε να στραφεί και της λήπτριας της ασφάλισης, εταιρείας "…". Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις προεκτεθείσες παραδοχές της έλαβε υπόψη της και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης, κρίνοντας την προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της εφεσίβλητης - ενάγουσας πρωτίστως ως αόριστη, διότι δεν περιείχε αίτημα (άρθρο 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και επαλλήλως ως νομικά αβάσιμη.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ωσαύτως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, ενώ με το δεύτερο λόγο της έφεσής της προβλήθηκε το δικαίωμα της ενάγουσας να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον διαφωνούσε με την πληρωμή του ασφαλίσματος, ένεκα των κατ' αυτήν αποκλίσεων της περιγραφής της επίμαχης αποθήκης, το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε περί της παράλειψης της αναιρεσίβλητης να προέλθει στην καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ή άλλως να αμφισβητήσει την καταβολή ασφαλίσματος στην ασφαλισμένη και έτσι, απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 300, 724 και 731 ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 3 Ν.2496/1997.

Ο λόγος αυτός της αίτησης, θεμελιούμενος στον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους της έφεσης, η δε επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εσφαλμένη εκτίμηση αφορά επιχειρήματα που αντλούνται από τις αποδείξεις και όχι "πράγματα" και ως προς τις αιτιάσεις της αυτές ο αναιρετικός λόγος είναι και απαράδεκτος.

Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ο λόγος αυτός ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ουσίας, χωρίς αντιφάσεις, ως προς τους όρους εφαρμογής των άρθρων 714 επ. ΑΚ. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.2496/1997 που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι αφορούν τις σχέσεις ασφαλιστή και λήπτη της ασφάλισης και όχι τις έννομες σχέσεις μεταξύ συνασφαλιστών, ούτε επίσης η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ ήταν εφαρμοστέα, αφού δεν πρόκειται για αοριστία παροχής.

Για δε την απόρριψη του λόγου της έφεσης, σχετικά με την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300), η οποία ένσταση κρίθηκε και από το Εφετείο ως αόριστη αλλά και ως νομικά αβάσιμη, η αναιρεσείουσα δεν αποδίδει με αναιρετικό λόγο ειδικά σφάλματα για την κρίση αυτή του Εφετείου, αλλ' αντίθετα, με τον πιο πάνω πέμπτο λόγο της αίτησης διατείνεται, αβάσιμα ότι αγνοήθηκε ο ισχυρισμός της περί οικείου πταίσματος της ενάγουσας.

Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια επίσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει το ασφάλισμα, ενώ δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ότι η καταβολή του ασφαλίσματος ήταν οικειοθελής προς την ασφαλισμένη εταιρεία "Π.

C. AEBE". Ο λόγος αυτός της αίτησης, κατά το παραπάνω σκέλος του, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα πραγματικοί ισχυρισμοί στερούνται αυτοτέλειας και δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά πρόκειται για μη έχοντα αυτοτέλεια πραγματικά επιχειρήματα που αντλούνται από τις αποδείξεις.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Η αοριστία της αγωγής συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστησε σε λιγότερα (νομική αοριστία).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018).

Η αοριστία της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε η αναιρετική πλημμέλεια να εμπίπτει στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ' Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 1/1987, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 150/2013). Έτσι, η ποσοτική αοριστία της αγωγής πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο νόμιμα, να αναφέρεται δε αυτό στο αναιρετήριο και να καθορίζεται συγχρόνως ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (Ολ.

ΑΠ 16/2000, ΑΠ 46/2013, ΑΠ 1631/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής, ένεκα αοριστίας, συνισταμένης στο ότι, ενώ στο δικόγραφο αναφέρεται πως η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ασφαλισμένη εταιρεία το ποσό των 372.500 ευρώ, δεν εκτίθενται τα εξαναγκαστικά μέτρα που την οδήγησαν στην εν λόγω καταβολή.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ποσοτική αοριστία της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι η ποσοτική αυτή αοριστία είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε νόμιμα επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο, με ποιόν τρόπο και κατά ποιο περιεχόμενο, παρατιθέμενο στο αναιρετήριο.

V. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ καιρό, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.

ΑΠ 17/1995, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 776/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διατεινόμενη ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αγωγής, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον τρίτο λόγο της έφεσής της. Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 21-7-2016 έφεσης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα θεμελίωσε την παραπάνω ένστασή της στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τέλος θα επιθυμούσαμε να τονίσουμε ότι η αγωγή αυτή ασκείται καταχρηστικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η ασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι απλά μια ακόμη εταιρία του εμπορικού δικαίου, αλλά μια εταιρία με ευρύτατο κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο. Η ιδιωτική ασφάλιση δεν είναι ανταγωνιστική των κοινωνικών ασφαλίσεων, αλλά συμπληρωματική και ενίοτε, άκρως κοινωνική, αφού, ό,τι αδυνατεί να καλύψει ή προσφέρει το κράτος, καλείται η ιδιωτική ασφαλιστική επιχείρηση προς όφελος τόσο του κοινωνικού συνόλου, όσο και της εθνικής οικονομίας.

Όταν λοιπόν μια ανθούσα επιχείρηση, όπως ήταν η ασφαλισμένη επιχείρηση, εισηγμένη μάλιστα και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, απευθύνεται, δια των Μεσιτών-αντιπροσώπων της σε ασφαλιστικές εταιρίες πρώτης γραμμής από απόψεως κύρους, φήμης, κύκλου εργασιών και κυρίως συνέπειας, δικαιούται να ελπίζει ότι σε περίπτωση που ήθελε εκδηλωθεί ο κίνδυνος που ανέλαβαν αυτές, δεν θα αρχίσει "ιατρική εξέταση" ψιλών γραμμάτων και όρων και μάλιστα με την όχι πειστική αιτιολογία ότι δήθεν η περιγραφή του κινδύνου δεν ήταν σαφής. Μια τέτοια συμπεριφορά προσκρούει στον γενικό αυτό κανόνα του ΑΚ και βρίσκεται έξω από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό της ιδιωτικής ασφάλισης. Όταν μάλιστα παγκοσμίως φαίνεται να τρίζουν τα θεμέλια των κοινωνικών ασφαλίσεων, τότε έχουμε υποχρέωση, έναντι του κοινωνικού συνόλου και του σκοπού που υπηρετεί η ιδιωτική ασφαλιστική επιχείρηση, να είμαστε πιο συνετοί και πιο υπεύθυνοι".

Το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης με την προεκτεθείσα παραδοχή ότι "Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, αφού, ο σχετικός ισχυρισμός της εκκαλούσας - εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας - εφεσίβλητης τυγχάνει μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η εκκαλούσα - εναγομένη και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική ένσταση της αγωγής".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας της και της μη εφαρμογής της, αφού, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην παρούσα απόφαση, τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, δεν την καθιστούσαν νόμιμη, καθόσον δεν επιστηρίζουν προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά της ενιστάμενης εναγομένης, να έχει ευλόγως δημιουργηθεί στην τελευταία η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της έτσι ώστε, ενόψει και του χρόνου που μεσολάβησε, να καθίσταται μη ανεκτή η μεταγενέστερη άσκησή του, με συνέπεια να επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της εναγομένης, αλλά αρκείται σε γενική αναφορά του σκοπού και των συμφερόντων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2019 αίτηση, καθώς και τους από 17-12-2019 πρόσθετους λόγους αυτής, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 3479/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

και ταύτης καθώς και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2023.

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ