Supreme Court allows appeal against dismissal of claim for damages due to malicious termination of employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim. The plaintiff alleged that the employer terminated her employment contract maliciously to retaliate for her journalistic work, which the lower court incorrectly rejected. The Court found that the lower court violated substantive law by failing to recognize the malicious termination and the associated claim for moral damages, thus ordering a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 648, 281, 932 of the Civil Code; The court held that an employer's termination of an employment contract for reasons of revenge constitutes an abuse of right, entitling the employee to a claim for monetary compensation for moral damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 711 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 711/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Θ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ - Α.Ε.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε.", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Baker Tilly Greece Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη εταιρεία", όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Χ. Σ., ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ - ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 2-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ) 27/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 14-3-2012 έφεση της αρχικώς εκκαλούσας εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ Α.Ε.)", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά της 247/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά τη βάση της, την στηριζόμενη στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της τελευταίας εκ μέρους της εναγομένης, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο είχε προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν, για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκησής της καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι, που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση, που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως, προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού. Στην περίπτωση αυτή, επί αγωγής του μισθωτού, για καταβολή μισθών υπερημερίας η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.
Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεστεί, ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί λύθηκε, με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου, ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί, καθ' υποφορά, να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη, ότι δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη, λόγων απολύσεως του εργαζομένου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της εκκαλουμένης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, γιατί, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 1694/2012).
Αν όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο, με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή η μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας, με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, γιατί έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1323/2010).
Περαιτέρω στο Ν. 1730/1987 "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ Α.Ε.)", ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 8-10-1987 και από την έναρξη της ισχύος του καταργείται και "κάθε διάταξη που αντίκειται στο νόμο αυτού", όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, ορίζοντα τα εξής: Για την Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση, ως ενιαίο φορέα, ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχει έδρα την Αθήνα και διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε.", η οποία είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, 4 παρ. 6 Ν. 1943/1991), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος (Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως), έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο, που ασκείται από την Αντιπροσωπευτική Συνέλευση Κοινωνικού Ελέγχου Τηλεθεατών Ακροατών, έχει σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της "Κρατικής" Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης και συμβάλλει, με τα μέσα αυτά (Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης), στην ενημέρωση, μόρφωση και ψυχαγωγία του Ελληνικού λαού, χωρίς την επιδίωξη απόκτησης κέρδους.
Από το Κράτος εκχωρείται στην ΕΡΤ Α.Ε. "αποκλειστικό" και "αναπαλλοτρίωτο" προνόμιο για την πραγματοποίηση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών Εθνικής εμβέλειας. Οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές εμπνέονται από τα ιδανικά της Ελευθερίας, της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, της ειρήνης και της φιλίας των λαών, διέπονται και από την αρχή της καλής ποιότητας, αποβλέπουν στην εκπλήρωση των στόχων της Δημόσιας Υπηρεσίας, εξυπηρετούν τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας και αποτελούν παράγοντα διασφάλισης της πολυφωνίας.
Το "μετοχικό" κεφάλαιο της ΕΡΤ Α.Ε. ανήκει "αποκλειστικά" στο Ελληνικό Δημόσιο, στο "όνομα" ου οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος "μετοχή". Η διάρθρωση και η λειτουργία των υπηρεσιών της καθορίζονται με τον Υπηρεσιακό Οργανισμό και τα θέματα του προσωπικού της με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, που συντάσσονται από το Διοικητικό της Συμβούλιο και εγκρίνονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Τύπου και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.
Πόροι της ΕΡΤ Α.Ε. είναι: α. έσοδα από ανταποδοτικό τέλος, β. έσοδα από διαφημίσεις, γ. έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και δ. έσοδα από κάθε άλλη πηγή. Το ανταποδοτικό τέλος εισπράττει, ως αντιπαροχή, για το δικαίωμα λήψης των ραδιοτηλεοπτικών της εκπομπών (άρθρα 1, 2, 3, 5, 8, 10, 13, 14, 19 παρ. 4).
Σε όλους τους απασχολούμενους σε οργανικές θέσεις στην ΕΡΤ Α.Ε., απαγορεύεται: α) να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, β) να ασκούν εμπορία, και γ) να μετέχουν σε κερδοσκοπικούς συνεταιρισμούς ή σε προσωπικές εταιρείες ή σε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή να έχουν μετοχές ανωνύμων εταιρειών, εφ' όσον οι παραπάνω συνεταιρισμοί ή εταιρείες έχουν αντικείμενο συναφές με την ΕΡΤ Α.Ε.
Αν παραβιαστούν οι παραπάνω διατάξεις, η σύμβαση εργασίας ή έμμισθης εντολής καταγγέλλεται από την ΕΡΤ Α.Ε. χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο (άρθρο 15 παρ. 4). Μέχρι τις 30 Ιουνίου κάθε έτους όλοι οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ Α.Ε., σε οποιαδήποτε κατηγορία ή ειδικότητα κι αν ανήκουν, οφείλουν να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνουν:
α) ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι απαγορεύσεις της παρ. 4 του άρθρου αυτού, και β) το σύνολο των αποδοχών τους κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Αν δεν υποβάλουν ή υποβάλουν ανακριβή δήλωση, ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, θεωρείται ότι ο εργαζόμενος έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με την ΕΡΤ Α.Ε.
από τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας. Αν δεν υποβάλλουν την πιο πάνω δήλωση, τιμωρούνται κατά το άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 15 παρ. 6). Ύστερα, από αίτησή τους και απόφαση του Δ.Σ. της ΕΡΤ Α.Ε. επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η παράλληλη απασχόληση των δημοσιογράφων και λοιπών εργαζομένων της ΕΡΤ Α.Ε. σε μη ανταγωνιστικές προς την ΕΡΤ Α.Ε.
επιχειρήσεις. Κατά το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης του Δ.Σ. η άδεια θεωρείται ότι δεν έχει χορηγηθεί. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. πρέπει να εκδίδεται σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της αίτησης (άρθρο 19 παρ. 22, όπως προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1866/1989, αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 3 του Ν. 2173/1993 και αντικαταστάθηκε εκ νέου ως άνω από την παρ. 18 του άρθρου 14 του Ν. 2328/1995).
Στην Εισηγητική Έκθεση επί του σχεδίου νόμου "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία ΕΡΤ Α.Ε." αναφέρεται σχετικά ότι "Με το άρθρο 15 παρ. 4 δίνεται οριστική λύση στο απαράδεκτο σημερινό σύστημα, που, ρωτά ή σιωπηρά, παρέχει τη δυνατότητα προσφοράς υπηρεσίας από τους εργαζόμενους στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και σε άλλους εργοδότες.
Για το λόγο αυτό, θεσμοθετείται απαγόρευση προσφοράς υπηρεσιών των εργαζομένων σε οργανικές θέσεις της ΕΡΤ Α.Ε., με οποιαδήποτε σχέση, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Η ιδιαιτερότητα της ΕΡΤ Α.Ε. για συνεργασία με δημιουργούς, όπως είναι δημοσιογράφοι και άλλοι άνθρωποι του λόγου και της τέχνης, αντιμετωπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 22". (ΑΠ 62/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την έρευνα της υπόθεσης στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, όταν δηλαδή το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένα, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αποτελούν "πράγματα", οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 366/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) καθώς και διάφορες βάσεις της αγωγής 9ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 3-8-2009 αγωγή εξέθεσε, ότι από το έτος 1994, αρχικά με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και από 1-11-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που κατάρτισε με το νόμιμο εκπρόσωπο της ήδη καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο ΕΡΤ-ΑΕ, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, παρείχε τις υπηρεσίες της στην τελευταία, με την ιδιότητα της δημοσιογράφου, μέχρι τις 25-5-2009, οπότε η εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και την απέλυσε, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη: Α) ως παράνομη, γιατί έγινε κατά παράνομη εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1730/1987, και παράλληλη επίκληση του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982, εξαιτίας της παράλληλης απασχόλησή της ως δημοσιογράφου στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων Α.Ε. (ΑΠΕ - ΜΠΕ Α.Ε.), το οποίο δεν είναι ανταγωνιστική προς την εναγομένη επιχείρηση και Β) ως καταχρηστική, α) γιατί έγινε από εκδίκηση προς το πρόσωπό της, αφού, κατόπιν των επί σειρά ετών αιτήσεών της, το Δ.Σ.
της εναγομένης της χορηγούσε άδεια για την ως άνω παράλληλη απασχόλησή της, με συνέπεια, εξαιτίας της ως άνω σταθερής και επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς του ΔΣ της εναγομένης, να της δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι είχε δικαίωμα να εργάζεται στο ως άνω πρακτορείο (ΑΠΕ - ΜΠΕ Α.Ε.), χωρίς άδεια, και β) γιατί έγινε χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόμενη από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης πειθαρχική διαδικασία.
Περαιτέρω, με τις νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωσε και βελτίωσε τον, περί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, αγωγικό, ισχυρισμό, με την επίκληση ότι έγινε από εκδίκηση προς το πρόσωπό της και εξαιτίας της μη αρεστής στη Διοίκηση της εναγομένης μετάδοσης των ειδήσεων, που αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις της.
Επίσης εξέθεσε ότι η κατά τα ανωτέρω απόλυσή της είχε ως συνέπεια τη μείωση της προσωπικής και επαγγελματικής της υπόστασης της και προκάλεσε στην ίδια ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί η αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση. Ζήτησε δε η αναιρεσείουσα μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 25-5-2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απασχολεί, όπως και πριν από την καταγγελία, με απειλή χρηματικής ποινής ποσού 1000 ΕΥΡΩ, για κάθε ημέρα άρνησή της, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, του χρονικού διαστήματος από Ιούνιο 2009 έως και Μάϊο 2010, το συνολικό ποσό των 24.919,20 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητή κάθε επιμέρους παροχή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει, για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των 80.000 ΕΥΡΩ, και τα δύο δε ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αγωγής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 247/2012 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας ως παράνομης και ως καταχρηστικής για τον υπό στοιχεία β'' λόγο, ότι δηλαδή έγινε χωρίς να προηγηθεί η πειθαρχική διαδικασία και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως πριν την 25-5-2009, με απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ΕΥΡΩ για κάθε παράβαση της παραπάνω υποχρέωσής της, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 24.919,20 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για μισθούς υπερημερίας και τέλος υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 5000 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 14-3-2012 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμη αγωγή κατά τη βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής κατά το πρώτο σκέλος της, με την αιτιολογία ότι "Το δικαίωμα καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν ασκήθηκε από την ΕΡΤ Α.Ε.
καταχρηστικά με την έννοια της μη δικαιολογίας της καταγγελίας από το επαγγελματικό συμφέρον της ΕΡΤ Α.Ε. ως εργοδότριας, εφόσον η σχετική απαγόρευση του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1730/1987 θεσπίσθηκε υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε. ως "κρατικής" ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, οι δε διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 22 του Ν. 1730/1987 παρέχουν τη δυνατότητα στο Δ.Σ.
της ΕΡΤ Α.Ε. να προβεί, κατ' εξαίρεση, στη χορήγηση ή μη της άδειας παράλληλης απασχόλησης των εργαζομένων σε αυτήν". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 15 παρ. 4 και 19 παρ. 22 του Ν. 1730/1987 γιατί πράγματι: α) κατά το άρθρο 15 παρ. 4 του Ν. 1730/1987 αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ΕΡΤ Α.Ε.
να καταγγείλει, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου της, εφόσον ο εργαζόμενος αυτός παρέχει, παραλλήλως και τις υπηρεσίες του με οποιαδήποτε σχέση, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
Η συναφής απαγόρευση του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1730/1987 θεσπίσθηκε υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε. ως "κρατικής" ραδιοφωνίας, β) το δικαίωμα καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσείουσας δεν ασκήθηκε από την ΕΡΤ Α.Ε. καταχρηστικά, με την έννοια της μη δικαιολογίας της καταγγελίας από το επαγγελματικό συμφέρον της ΕΡΤ Α.Ε., ως εργοδότριας, εφόσον, η σχετική απαγόρευση του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 1730/1987 θεσπίσθηκε, υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε., ως "κρατικής" ραδιοφωνίας και τηλεόρασης και γ) κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 22 του Ν. 1730/1987, ύστερα από αίτησή τους και απόφαση του Δ.Σ.
της ΕΡΤ Α.Ε. επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η παράλληλη απασχόληση των δημοσιογράφων και των λοιπών εργαζομένων της ΕΡΤ Α.Ε., σε μη ανταγωνιστικές προς την ΕΡΤ Α.Ε. επιχειρήσεις, κατά δε το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης του Δ.Σ. η άδεια θεωρείται ότι δεν έχει χορηγηθεί.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της, και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά τη βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, και κατά τα δύο σκέλη της, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της περί αναγνώρισης της καταγγελίας ως καταχρηστικής στο σύνολό της, καθώς και τις σωρευόμενες με το αίτημα αυτό αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας, και επίσης απέρριψε ως μη νόμιμο το κεφάλαιο της αγωγής περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Με τον τρόπο όμως αυτό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, για το λόγο ότι αυτή έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, εξαιτίας της μη αρεστής στη Διοίκηση της εναγομένης μετάδοσης ειδήσεων, κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ.
Υπέπεσε, συνεπώς, το Εφετείο στην πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται, ως λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερου έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενό του και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το Δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 90/2018, 22/2014, 254/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Για το ορισμένο, εξάλλου, του σχετικού αιτήματος, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται τα περιστατικά, κάτω από τα οποία έλαβε χώρα η εν λόγω προσβολή, ήτοι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και οι οποίες συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος αφενός και αφετέρου ότι επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου, ενώ πρέπει να υποβάλλεται και σχετικό αίτημα, για καταβολή προς τούτο ορισμένου χρηματικού ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1289/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής αναγράφεται παραπάνω, περιγράφει με σαφήνεια τα περιστατικά, που, κατά ιστορούμενα στην αγωγή, συνιστούν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης, δηλαδή ότι η τελευταία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της για λόγους εκδίκησης και συγκεκριμένα συνεπεία προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς της, μη αρεστής στην εναγομένη και συγκεκριμένα εξαιτίας της μη αρεστής στην Διοίκηση της εναγομένης μετάδοσης ειδήσεων κατά την άσκηση των δημοσιογραφικών της καθηκόντων.
Συνεπώς, το αίτημά της αναιρεσείουσας για εκδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που ζητείται λόγω της καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της είναι νόμιμο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 648, 281 και 932 ΑΚ. Συνακόλουθα τούτων ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο αυτό είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω αναφερομένων λόγων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται: 1) στην αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής και τα σωρευόμενα αιτήματα α) για μισθούς υπερημερίας και β) αποδοχής των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας, όπως πριν την καταγγελία, και 2) στην χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο παρ. 4 του Ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παρέστη, και δεν κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της 134423 της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής Υπουργικής Απόφασης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 27/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ