Legislator Case Law & Legislation
711/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on foreign judgment res judicata, ruling procedural recognition was unnecessary.

Case Number 711/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a foreign judgment. The appellant argued the lower court erred by recognizing the foreign judgment as res judicata without prior formal recognition proceedings. The court held that since the foreign judgment was raised by the respondent to defeat the appellant's claim, its recognition was implicit and did not require separate procedural steps.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321 et seq. and 905 para. 1-4 of the Code of Civil Procedure; The court may recognize a foreign judgment as res judicata without prior formal recognition proceedings if the judgment is invoked by the opposing party to defeat the claim.

Keywords

AI generated
res judicata foreign judgment recognition proceedings requirement implicit recognition doctrine Code of Civil Procedure appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 para. 1 b of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 905 para. 1-4 of the Code of Civil Procedure
Article 323 numbers 2-5 of the Code of Civil Procedure
Articles 1481 and 1482 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 711/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ά.-Χ. Τ.-Γ. θυγατέρας Ι.Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φειδία Κοντεμενιώτη Της αναιρεσίβλητης: Β. –Β. Σ. του Ι., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Μανιάτη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4027/2009 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1013/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2012 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ζαμπέτα Στράτα, ανέγνωσε την από 30-12-2019 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 29/10/2012 (με αριθμό κατάθεσης 930/ 2012 )αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 1013/2012 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών ,η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ,ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 ),εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ,ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τριακοσίων(300) ευρώ, πού προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446 /2016.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ.1 β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά το άρθρο 905 παρ. 1-4 του ΚΠολΔ, για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε διεθνείς συμβάσεις, να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση αυτή, με απόφαση του αρμόδιου στην Ελλάδα μονομελούς πρωτοδικείου, αν συντρέχουν οι όροι, που ορίζονται στο άρθρο 323 αριθμ. 2 έως 5 του αυτού Κώδικα.

Κατά τους όρους αυτούς, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, εφόσον: 1) αποτελεί δεδικασμένο, σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε, 2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε( σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, και 5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να έχει νομική ενέργεια απέναντι των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, δεν είναι αναγκαίο να τηρηθεί η διαδικασία κηρύξεως αυτής εκτελεστής, για την αναγνώριση του δεδικασμένου της, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, από το αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 1330/1988).

Αν δε σε άλλη δίκη ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου προβάλλεται το δεδικασμένο από την απόφαση του αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά την προσωπική κατάσταση, το αρμόδιο για τη δίκη αυτή ημεδαπό δικαστήριο, μπορεί να ερευνήσει και παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των όρων αναγνωρίσεως του δεδικασμένου της αποφάσεως αυτής στην Ελλάδα (ΑΠ 1330/1988, ΑΠ 1314/1994, ΑΠ 1255/2006).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 της από 4 Νοεμβρίου 1961 Συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδος και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας "περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων κ.λ.π. ", που κυρώθηκε με το ν. 4305/1963, οι επί γαμικών ή οικογενειακών υποθέσεων εκδιδόμενες αποφάσεις των δικαστηρίων του ενός Κράτους αναγνωρίζονται στο άλλο Κράτος (εάν οι διάδικοι είναι υπήκοοι των συμβαλλομένων μερών και είχαν τη συνήθη διαμονή τους στο Κράτος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση.

Κατά δε το άρθρο 22 της παραπάνω Συμβάσεως, δεν αποκλείεται, με την παρούσα Σύμβαση, μία απόφαση δικαστηρίου του ενός Κράτους για την οποία η παρούσα Σύμβαση δεν ισχύει ή δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ή να εκτελεσθεί βάσει της παρούσας Συμβάσεως, να αναγνωρισθεί και να εκτελεσθεί στο άλλο Κράτος βάσει του εσωτερικού δικαίου αυτού.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου περί αποφάσεων των δικαστηρίων των παραπάνω συμβαλλομένων Κρατών που εκδίδονται σε γαμικές ή οικογενειακές υποθέσεις, η αναγνώριση τους υπόκειται στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερόμενης Συμβάσεως, μόνον εάν και οι δύο διάδικοι είναι υπήκοοι των συμβαλλομένων Κρατών, ήτοι Γερμανοί ή Έλληνες, και είχαν τη συνήθη διαμονή τους στο Κράτος εκδόσεως της αποφάσεως και ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων του ενός από τα συμβαλλόμενα Κράτη, για τις οποίες δεν ισχύει η προαναφερόμενη Σύμβαση ή δεν μπορούν να αναγνωρισθούν με βάση τη Σύμβαση αυτή, αναγνωρίζονται στο άλλο συμβαλλόμενο Κράτος με βάση το εσωτερικό δίκαιο αυτού Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα Ελληνικού δικαστηρίου, ενώ με τα άρθρα 616 και 622 παράγραφος 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτά ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το νόμο 4335/2015, οριζόταν ότι "Αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, μπορεί να ασκηθεί και στον τόπο όπου ενάγων έχει την κατοικία του κατά το χρόνο που ασκείται η αγωγή.

Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 παράγραφος 1 ( μεταξύ των οποίων είναι και αυτές που αφορούν την αναγνώριση της πατρότητας τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του), αν ο πατέρας ή η μητέρα ή το τέκνο είναι Έλληνες και αν ακόμη δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα".

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο.... αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη". Με την εν λόγω διάταξη διασφαλίζεται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 321 επόμ.

περί δεδικασμένου, το οποίο μπορεί να αφορά κύριο ή προδικαστικό ζήτημα και να δεσμεύει κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά όρια του τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1013/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα παρακάτω περιστατικά: "Στις … απεβίωσε στην … ο Ι.

Σ. του Α., ο οποίος ήταν δικηγόρος και κάτοικος εν ζωή …. Από τις εξώγαμες σαρκικές σχέσεις του παραπάνω αποβιώσαντος με την Έ. Β. – Β., … υπήκοο, γεννήθηκε στις … στο … της … η ενάγουσα- αντεναγομένη και ήδη εκκαλούσα Α.- Κ.Β.. Ο ως άνω αποβιώσας στις …, με δήλωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Π., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ.

… συμβολαιογραφική πράξη της τελευταίας, αναγνώρισε εκουσίως την εκκαλούσα εξώγαμη θυγατέρα του ως δικό του τέκνο, με τη συναίνεση και της παραπάνω μητέρας της. Ο εν λόγω αποβιώσας κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του την από … ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 5454 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 28- 11-2003 και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 2084/28-11-2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Με τη διαθήκη αυτή ο ως άνω διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του και χρήματα την εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη θυγατέρα του Β. – Β. Σ. και την προαποβιώσασα αυτού θυγατέρα του Α.Σ., οι οποίες γεννήθηκαν από το νόμιμο γάμο του με τη σύζυγο του Ν.-Λ.

Φ.. Με τη ίδια διαθήκη ο διαθέτης όρισε για την εκκαλούσα εξώγαμη θυγατέρα του, κατά λέξη, τα εξής: "Στην Χ. W. πρέπει να δοθούν έξι εκατομμύρια ή ένα διαμέρισμα στη … και να πληρωθεί και ο φόρος μεταβιβάσεως". Ο διαθέτης, δηλαδή, συνέστησε με την παραπάνω διαθήκη του κληροδοσία υπέρ της εκκαλούσας ποσού 6.000.000 δρχ.

ή ενός διαμερίσματος στη …, χωρίς όμως αυτός να αναφέρει στη διαθήκη του την ιδιότητα της εκκαλούσας ως εξώγαμου τέκνου του, παρά μόνο το ονοματεπώνυμο της. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι ο διαθέτης παρέλειψε να μνημονεύσει αυτή στην πιο πάνω διαθήκη του με την ιδιότητα της μεριδούχου, γιατί αυτή έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξη της διαθήκης, με την κατά τα παραπάνω εκούσια αναγνώριση της από το διαθέτη στις … και, επομένως, η διαθήκη αυτή είναι ακυρώσιμη.

Όμως ο διαθέτης Ι. Σ. είχε αναγνωρισθεί προηγουμένως ως πατέρας της εκκαλούσας, με την υπ' αριθμ. 22 C 3031/74/6-10-1978 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου του Μονάχου της Γερμανίας, μετά από αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας που άσκησε εναντίον του ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου η ίδια η εκκαλούσα, εκπροσωπούμενη από την Υπηρεσία Ανηλίκων του Μονάχου, επειδή τότε ήταν ανήλικη.

Η αλλοδαπή αυτή απόφαση αναγνώρισης της πατρότητας ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα άρθρα 323 και 905 παρ. 1-4 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι: α) η απόφαση αυτή, η οποία επιδόθηκε στις …στον τότε εναγόμενο Ι.Σ., έχει καταστεί αμετάκλητη από 7- 11-1978 και αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου εκδόσεώς της, ήτοι κατά το γερμανικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη σε νόμιμη μετάφραση από 14-7-2005 βεβαίωση του Δικαστή του Μονομελούς Δικαστηρίου του Μονάχου, β) η υπόθεση της αναγνώρισης της πατρότητας υπαγόταν κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου στη διεθνή δικαιοδοσία του ως άνω Δικαστηρίου που εξέδωσε την αλλοδαπή απόφαση, αφού η εκκαλούσα και τότε ενάγουσα, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση αυτή, που προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση, ήταν … υπήκοος και κάτοικος … και, συνεπώς κάτω από αντίστοιχες συνθήκες τα ελληνικά δικαστήρια θα είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1,616 και 622 ΚΠολΔ, γ) ο τότε εναγόμενος Ι.

Σ. δικάστηκε μεν ερήμην, αλλά κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του για να παραστεί στη δικάσιμο, μετά την οποία εκδόθηκε η αλλοδαπή απόφαση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σε νόμιμη μετάφραση βεβαίωση του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου που την εξέδωσε, και, επομένως αυτός δεν στερήθηκε του δικαιώματος της υπερασπίσεώς του και της συμμετοχής του στη δίκη αυτή, ε) δεν προβάλλεται, ούτε και προκύπτει, ότι η απόφαση αναγνώρισης της πατρότητας αντίκειται σε απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση μεταξύ των αυτών διαδίκων και αποτελεί δεδικασμένο, και στ) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, αφού η αναγνώριση της πατρότητας έγινε, σύμφωνα με το άρθρο 1600 παρ. 2 εδαφ. 1 και 2 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα, λόγω του τεκμηρίου της πατρότητας που συνδέεται με το γεγονός της σαρκικής συνάφειας του τότε εναγομένου Ι.Σ.

με τη μητέρα της εκκαλούσας και τότε ενάγουσας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης και τη μη ανατροπή του τεκμηρίου αυτού μετά την εκτίμηση ότι δεν υπήρχαν βαρύνουσες αμφιβολίες για την πατρότητα του εναγομένου ως προς την ενάγουσα, για λόγο, δηλαδή, συμβατό με το ημεδαπό δίκαιο (άρθρα 1481 και 1482 του ΑΚ).

Η αλλοδαπή δε πιο πάνω απόφαση αναγνώρισης της πατρότητας, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της από 4 Νοεμβρίου 1961 διμερούς Συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας "περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων κ.λ.π.", διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 της Συμβάσεως αυτής, αφού, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση αυτή, η εκκαλούσα και τότε ενάγουσα ήταν … υπήκοος και κάτοικος … και ο τότε εναγόμενος Ι.Σ.

ήταν Έλληνας υπήκοος και κάτοικος Ελλάδας (…). Επομένως, για την αναγνώριση του δεδικασμένου της αποφάσεως αυτής στην Ελλάδα, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραπάνω διμερούς Συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας, αλλά οι προαναφερθείσες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των άρθρων 323 και 905 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων αυτών του εσωτερικού δικαίου προκύπτει από τη ρύθμιση του άρθρου 22 της παραπάνω Συμβάσεως, που προβλέπει ρητά, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι οι αποφάσεις του ενός συμβαλλόμενου Κράτους, για τις οποίες δεν ισχύει η Σύμβαση ή οι οποίες δεν μπορούν να αναγνωρισθούν ή να εκτελεσθούν με βάση τη Σύμβαση αυτή, μπορούν να αναγνωρισθούν και να εκτελεσθούν στο άλλο Κράτος με βάση το εσωτερικό δίκαιο αυτού.

Τα υποστηριζόμενα δε από την εκκαλούσα ότι η ανωτέρω απόφαση, αφού δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της παραπάνω Συμβάσεως, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί στην Ελλάδα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνεπώς από την αλλοδαπή πιο πάνω απόφαση αναγνώρισης της πατρότητας υπάρχει, δεδικασμένο, όπως παραδεκτά προέβαλε η εφεσίβλητη πρωτοδίκως, αφού συντρέχουν όλοι οι όροι αναγνώρισης του δεδικασμένου της απόφασης αυτής στην Ελλάδα. Δεν είναι δε αναγκαίο για να ληφθεί υπόψη το δεδικασμένο από την παραπάνω αλλοδαπή απόφαση να έχει προηγηθεί η αναγνώριση του δεδικασμένου της απόφασης αυτής από το αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σε άλλη δίκη, με μόνο αντικείμενο την αναγνώριση αυτή, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η συνδρομή των όρων αναγνώρισης του δεδικασμένου της απόφασης αυτής, εξετάζεται και παρεμπιπτόντως κατά την προκειμένη δίκη, εφόσον το δεδικασμένο της αποφάσεως αυτής προτάθηκε παραδεκτά από την εφεσίβλητη πρωτοδίκως προς απόκρουση της αγωγής της εκκαλούσας για την ακύρωση της επίμαχης διαθήκης.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, εφόσον από την αλλοδαπή πιο πάνω απόφαση υπάρχει δεδικασμένο στην Ελλάδα, η εκκαλούσα είχε γίνει μεριδιούχος από 7-11-1978, που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση αυτή, ήτοι πριν από τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης στις …, και ως εκ τούτου η ιδιότητά της αυτή ήταν γνωστή στο διαθέτη Ι.Σ.

κατά τη σύνταξη της διαθήκης αυτής, ώστε να μην υπάρχει ακούσια παράλειψη της εκκαλούσας ως μεριδούχου κατά την έννοια που προεκτέθηκε, που καθιστά ακυρώσιμη την επίμαχη διαθήκη. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται ως ανωτέρω (άρθρο 535 ΚΠολΔικ), κατέληξε στην ίδια κρίση και μετά ταύτα απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή, ορθά έκρινε και ο αντίθετος σχετικός πρώτος λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος".

Με τις παραπάνω παραδοχές και ειδικότερα με αυτές, με τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από την ως άνω αναφερόμενη αλλοδαπή απόφαση υπάρχει δεδικασμένο στην Ελλάδα, το οποίο και αναγνώρισε παρεμπιπτόντως επ' ευκαιρία της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας για ακύρωση της επίμαχης διαθήκης, δεν παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321 επόμ.

και,ειδικότερα, αυτές του άρθρου 323 αριθμοί 2- 5 του ΚΠολΔ, καθώς και αυτές του άρθρου 905 παρ. 1-4 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι α) παραδεκτά το δεδικασμένο από την ως άνω αλλοδαπή απόφαση προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και εξετάστηκε παρεμπιπτόντως από αυτήν( προσβαλλόμενη) παρότι δεν είχε προηγηθεί η αναγνώριση του δεδικασμένου της ως άνω απόφασης από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της από 4 Νοεμβρίου 1961 διμερούς Συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας" περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων κ.λ.π." για την αναγνώριση του δεδικασμένου, που προέκυπτε από την ως άνω απόφαση του Γερμανικού δικαστηρίου, αφού δεν συνέτρεχαν οι από το άρθρο 2 της ως άνω Συμβάσεως απαιτούμενες για την εφαρμογή της προϋπόθεσης της κοινής υπηκοότητας και της συνήθους διαμονής αμφοτέρων των διαδίκων στη Γερμανία, όπου και η ως άνω απόφαση εκδόθηκε, και γ) ορθά εφάρμοσε τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1481 και 1482 του ΑΚ., ούτε είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, ο μοναδικός, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της κατά παράβαση του νόμου παραδοχής της ύπαρξης δεδικασμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 20, 1540 και 1544 του Αστικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της ως άνω αλλοδαπής απόφασης, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων ούτε η επίδραση που είχε το σφάλμα, αυτό στο διατακτικό της απόφασης. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2012 αίτηση αναιρέσεως κατά τις 1013/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ