Legislator Case Law & Legislation
711/2018 AI generated

Supreme Court partially allowed a claim for €36M debt and rejected a counterclaim in a complex corporate dispute involving multiple banks and companies.

Case Number 711/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the plaintiff's claim for €36,008,531.66 against the defendant while rejecting a specific counterclaim filed by the defendant. The court found the defendant liable for the principal sum plus legal interest but dismissed the counterclaim due to procedural or substantive flaws. Consequently, the court ordered the parties to share litigation costs equally, noting the lower court's application of legal rules was particularly difficult.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 179, 182 §§ 1 και 2: When a lower court applies legal rules in a particularly difficult manner, the Supreme Court may order the parties to share litigation costs equally while partially upholding the substantive claim.

Keywords

AI generated
corporate debt recovery counterclaim rejection litigation cost sharing Supreme Court review legal interest calculation multiple parties dispute partial allowance

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 179
ΚΠολΔ 182 §§ 1 και 2
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 711/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας - καθ’ ης η κλήση - προσεπικαλουμένης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ’ ης η κλήση - ενάγουσας - εναγομένης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο ""... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ’ ης η κλήση - εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σκαρίπα και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ’ ης η κλήση - καλούσας - ενάγουσας - εναγομένης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ’ ης η κλήση - προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αικατερίνη Ταταράκη και Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 8/6/2007 αγωγή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", β) την από 19/11/2009 προσεπίκληση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", γ) την από 21/12/2010 πρόσθετη παρέμβαση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "...", δ) την από 22/1/2010 αγωγή της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ήδη Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο ""... Α.Ε.", ε) την από 18/5/2010 προσεπίκληση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", στ) την από 21/12/2010 πρόσθετη παρέμβαση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "....", που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2949/2009 και 4037/2011 μη οριστικές και η 1991/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "..." με τις από 1/7/2013 και 4/7/2013 αιτήσεις αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την από 4/2/2014 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".

Εκδόθηκε η 178/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1991/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του.

Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 8/12/2015 κλήση της καλούσας - καθ’ ης η κλήση - προσεπικαλουμένης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, Εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, α) η από 8- 6-2007 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία "..." κατά της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ) (άρθρο 132 Ν. 4199/2013), β) η από 19-11-2009 εκ μέρους της προαναφερομένης ενάγουσας προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "....", γ) η από 22-01-2010 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", δ) η από 18-5- 2010 εκ μέρους την πιο πάνω εναγόμενης (της υπό στοιχ. β’ αγωγής) προσεπίκληση σε πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "....", ε) η από 21 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετη παρέμβαση σε αμφότερες τις πιο πάνω δίκες της προσεπικαλουμένης εταιρίας υπέρ της προσεπικαλούσας-ενάγουσας στην πρώτη αγωγή και εναγόμενης στη δεύτερη αγωγή και στ) η από 4-2-2014 παραδεκτά ασκηθείσα στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης, για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω, αυτοτελής πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "..." παρέμβαση της ..., η οποία, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, κατέστη ειδική διάδοχος αυτής, που πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).

Οι υποθέσεις φέρονται προς εκδίκαση με τις από 8-12-2015 και 15-2- 2016 κλήσεις των διαδίκων εταιρειών "..." και "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "..." αντίστοιχα, μετά την έκδοση της 178/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 1991/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επ’ αυτών και κρατήθηκε η υπόθεση, προκειμένου να δικαστεί κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 § 3 Ν. 1418/1984, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν. 2229/1994 και ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 2940/2001, ενόψει και τις διάταξης του άρθρου 12 Ν. 2623/1998 και του χρόνου δημοπράτησης του έργου (23-2-1993), απορριπτομένου του ισχυρισμού της εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ), οιονεί καθολικού διαδόχου της ενάγουσας εταιρείας "... Α.Ε.", περί παραπομπής της υπόθεσης προς εκδίκαση στο Εφετείο.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 § 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση,,, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 § 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.

Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ. (ΑΠ 493/2011, ΑΠ 1833/2001).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας επί ορισμένου αναιρετικού σφάλματος και θεωρώντας βάσιμο το σχετικό λόγο αναιρέσεως, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 579 § 1 και 581 § 2 ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν και περί μερικής αναιρέσεως της αποφάσεως, όταν ο δεκτός γενόμενος αναιρετικός λόγος δεν πλήττει ευθέως ή κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης αποφάσεως, αναιρεί μερικώς την απόφαση.

Η μερική αυτή αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της υποθέσεως, στον οποίο αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος. Το δικαστήριο, συνεπώς, της παραπομπής ερευνά μόνον τους ισχυρισμούς, που είναι σχετικοί μετά κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο, που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ ...2012).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση, ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής ή επειδή, κατ’ επιταγή διάταξης νόμου, κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 3 Ν. 1418/1984, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 § 3 Ν. 2229/1994 (ΑΠ 411/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ’ αριθμ. 178/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 1991/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αποφάνθηκε για τη δικαιοδοσία του, έκρινε παραδεκτές και νόμιμες τις ένδικες αγωγές και τις ασκηθείσες κατόπιν των προσεπικλήσεων της ενάγουσας και εναγομένης "..." πρόσθετες υπέρ αυτής παρεμβάσεις της εταιρείας "...." και δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την από 8-6-2007 αγωγή και δέχθηκε εν μέρει την από 22-1-2010 αγωγή.

Το Δικαστήριο τούτο, με την αναιρετική απόφαση, δέχθηκε ότι το Εφετείο α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998, καθόσον αν και δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η συνολική δαπάνη κατασκευής του έργου ανέρχεται σε 39.339.866.907 δραχμές, ήτοι 26.226.577.938 δραχμές που αντιστοιχούν στο νέο προϋπολογισμό πλέον του εκ δραχμών 13.113.288.969 ποσοστού 50%, παρ’ όλα αυτά προσδιόρισε το συνολικό κόστος κατασκευής του έργου σε 16.694.894.091 δραχμές (48.994.553,46 ευρώ), ενώ είχε δεχθεί ότι είχε ανακύψει η ανάγκη, προκειμένου να καταστεί το έργο λειτουργικό, εκτέλεσης νέων (πρόσθετων) εργασιών που δεν προβλέπονταν από τη σύμβαση εργολαβίας, υπολογίζοντας, με τον τρόπο αυτό, εσφαλμένα την υπέρβαση του συνολικού κόστους όχι επί του ποσού του νέου επικαιροποιημένου προϋπολογισμού, αλλά επί του ποσού του αρχικού, β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. .../10-3-2000 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία αποφασίστηκε η έγκριση του προϋπολογισμού του έργου εκ δραχμών 69.620.000 και όχι η συνολική δαπάνη του 17ου συγκριτικού πίνακα, όπως δέχθηκε το Εφετείο και γ) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998 αφ’ ενός μεν επειδή δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη στο ίδιο άρθρο 12 του Ν. 2623/1998 μελέτη του νέου φορέα κατασκευής του έργου (....), που θα εγκρινόταν από τον Υπουργό … για τον καθορισμό των αναγκαίων προσθέτων εργασιών του όλου έργου του ...), έπρεπε να εκπονηθεί εφάπαξ και ενιαία εκ των προτέρων για όλο το έργο, καίτοι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της αναιρετικής απόφασης και για λόγους επίσπευσης του όλου έργου, μπορούσε να εκπονηθεί σταδιακά και με παράλληλη εκτέλεση των επί μέρους εργασιών, ο προϋπολογισμός των οποίων θα εγκρινόταν κάθε φορά με διακριτές αποφάσεις του Υπουργού …, αφ’ ετέρου δε γιατί το Εφετείο δεν βεβαίωσε παράλληλα ότι οι πιο πάνω εργασίες δεν εξυπηρετούσαν τις πραγματικές ανάγκες του έργου.

Η αναίρεση αυτή, σύμφωνα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, χώρησε μόνο ως προς τα προαναφερθέντα κεφάλαια και ειδικότερα, μόνο κατά το μέρος που αφορά τον τρόπο υπολογισμού της συνολικής δαπάνης κατασκευής του έργου, ήτοι του νέου επικαιροποιημένου προϋπολογισμού πλέον ποσοστού 50%, ενόψει της ανάγκης εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών για τη λειτουργικότητα του έργου και όχι ως προς το σύνολο της απόφασης του Εφετείου.

Με τα δεδομένα αυτά, η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (της παραπομπής) μπορεί να συζητηθεί και να επανεξεταστεί μόνο μέσα στα όρια που διαγράφηκαν με την αναιρετική απόφαση (ΚΠολΔ 581 § 2) και όχι και ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της αγωγής, το οποίο δεν είχε θιγεί με την απόφαση αυτή και για το οποίο έχει παραχθεί δεδικασμένο από την αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση.

Άλλωστε με την κρίση της αναιρετικής απόφασης υποδηλωνόταν και η συνδρομή του παραδεκτού της αγωγής. Επομένως, οι περί απαραδέκτου της από 8-6-2007 αγωγής της εταιρίας με την επωνυμία "..." ισχυρισμοί της εναγομένης λόγω αοριστίας, λόγω της μη τήρησης της υποχρεωτικής διοικητικής προδικασίας, λόγω παρέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 13 Ν. 1418/1981 και λόγω έλλειψης συμπληρωματικής σύμβασης, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητάς τους, είναι απορριπτέοι λόγω του παραχθέντος δεδικασμένου από την αναιρεθείσα απόφαση.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ίδιας εναγομένης περί του ότι από την υπ’ αριθμ. 4005/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 570/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-9-2009 αγωγή - προσφυγή της αναδόχου του ιδίου έργου κατ’ αυτής, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης στα άρθρα 12 και 13 του Ν. 1418/1984 διοικητικής διαδικασίας, ζήτημα για το οποίο προκύπτει δεδικασμένο, που δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο, είναι απορριπτέος, καθόσον με την αγωγή - προσφυγή εκείνη είχε ζητηθεί αποζημίωση από βλαπτικές πράξεις και παραλείψεις της (εναγομένης) και συγκεκριμένα της μη έγκρισης του 22oυ συγκριτικού πίνακα και του 55ου λογαριασμού, ήτοι ζήτημα διαφορετικό από αυτό της παρούσας δίκης.

Στην από 8-6-2007 αγωγή η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Αθήνα ιστορεί ότι, στις αρχές 1993, το ΥΠΕΧΩΔΕ προκήρυξε διαγωνισμό για την αποπεράτωση του έργου "....", ότι η δημοπρασία κατακυρώθηκε στη μειοδότρια κοινοπραξία ".... ....", ότι μετά την πτώχευση του μέλους αυτής "....", το έργο συνεχίστηκε από την "....", που το 1999 μετονομάστηκε σε "...

Α.Ε.", ότι για τις ανάγκες χρηματοδότησης του έργου αποφασίστηκε η εκχώρηση από την τελευταία του εργολαβικού της ανταλλάγματος για το εκτελούμενο έργο και συγκεκριμένα, η εκχώρηση των εκκαθαρισμένων χρηματικών αξιώσεών της, ήτοι των αναγνωρισμένων από την εργοδότρια του έργου εταιρεία "... Α.Ε.", με τις σχετικές προς τούτο εντολές της προς πληρωμή (προς την ανάδοχο), σε πιστωτικό ίδρυμα, με αντίστοιχη χρηματοδότησή της, ότι με διαδοχικές συμβάσεις εκχωρήσεως-ενεχυριάσεως χρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκαν εγγράφως, κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-2003 έως 5-6-2006, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "...

Εταιρεία" και αναδόχου του έργου και στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας από 15-11-2001 σχετικής βασικής συμβάσεως για την εκχώρηση - ενεχυρίαση μελλοντικών χρηματικών απαιτήσεων, που πηγάζουν από την προαναφερόμενη εργολαβική σύμβαση, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πρώτης κατά της δεύτερης από την υπ’ αριθμ. ...02-1997 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πέντε πρόσθετες πράξεις, εκχωρήθηκαν σ’ αυτήν (ενάγουσα) από την ανάδοχο εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 και των άρθρων 4 § 2 του Ν.4694/1930 και 4 του Π.Δ. 609/1985, οι εργολαβικές απαιτήσεις της τελευταίας, συνολικού ποσού 61.065.471,55 ευρώ, που αφορούν αμοιβή για νέες (πρόσθετες) εργασίες από την κατασκευή του πιο πάνω έργου, όπως το αντικείμενο του τελικώς διαμορφώθηκε για την κάλυψη νέων αναγκών, που δεν είχαν προβλεφθεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας και εκτελέστηκαν προς εξυπηρέτηση της αρτιότητας και της λειτουργικότητας του έργου από την εκχωρήτρια ανάδοχο, μετά από έγκυρη έγγραφη εντολή της κυρίας και φορέα του έργου και για τις οποίες έχουν συνταχθεί και εγκριθεί λογαριασμοί - πιστοποιήσεις εκτελεσθεισών εργασιών (με βάση τους συγκριτικούς πίνακες 19°, 20° και 21°), στους οποίους (λογαριασμούς) αντιστοιχούν οι 46η έως 53η οικείες εντολές πληρωμής της εναγομένης κυρίας και φορέα του έργου "...

Α.Ε.", προς την οποία (καθώς και προς όλους τους αρμόδιους φορείς) αναγγέλθηκαν οι ένδικες εκχωρήσεις, χωρίς καμία αντίδραση από μέρους της, ότι η τελευταία, αναγνωρίζοντας την οφειλή της, ήδη πριν από την άσκηση της αγωγής, κατέβαλε στην ενάγουσα-εκδοχέα το ποσό των 599.300,19 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τμήμα της εκχωρηθείσας απαίτησης, για την οποία συντάχθηκε η 46η εντολή πληρωμής, έτσι ώστε απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο 60.466.171,89 ευρώ.

Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, καθώς και της άρνησης της εναγομένης να εξοφλήσει το υπόλοιπο των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, η ενάγουσα, ζητεί, όπως το αγωγικό αίτημα περιορίστηκε παραδεκτώς με τις έγγραφες προτάσεις της (ΚΠολΔ 224), λόγω καταβολής, μετά την άσκηση της αγωγής, ποσού 24.454.640,45 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τμήματα των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, για τις οποίες συντάχθηκαν από την εναγομένη οι πιστοποιημένοι λογαριασμοί-εντολές πληρωμής με αριθμούς 46 έως και 50, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προτάσεις της, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 36.011.531,44 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ανεξόφλητα υπόλοιπα των ενδίκων εκχωρηθεισών απαιτήσεων, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα πληρωμής κάθε λογαριασμού - εντολής, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 47 του από 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 41 εδ. α’ Εισ. Ν. ΑΚ, 26 § 9 Ν. 2076/1992, 13 § 5 Ν. 1418/1984, 4 § 2 Ν. 4694/1930, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3263/2004, 455, 460, 462, 463, 340 και 346 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.

Εξάλλου, η αμέσως ανωτέρω εναγομένη και ήδη ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", με την από 22-1-2010 αγωγή της, εκθέτει ότι οι ένδικες απαιτήσεις, συνολικού ποσού 61.065.472 ευρώ, οι οποίες εκχωρήθηκαν στην εναγομένη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", με διαδοχικές συμβάσεις εκχωρήσεως/ενεχυριάσεως χρηματικών απαιτήσεων, από την εταιρεία με την επωνυμία "...

Εταιρεία" και ήδη "...", ανάδοχο, με βάση την από 12-7-1993 εργολαβική σύμβαση, του έργου "....", για τις οποίες (απαιτήσεις) έχουν συνταχθεί και εγκριθεί (με βάση σχετικούς συγκριτικούς πίνακες οι με αριθμούς 19, 20 και 21) λογαριασμοί-πιστοποιήσεις εκτελεσθεισών εργασιών από την κατασκευή του πιο πάνω έργου, στους οποίους αντιστοιχούν οι με αριθμούς 46 έως και 53 εντολές πληρωμής αυτής (ενάγουσας), ως κυρίας και φορέα του έργου, είναι άκυρες και συνεπώς, ανύπαρκτες, διότι αντιστοιχούν σε τμήμα της συνολικής εργολαβικής αμοιβής, εκ ποσού 205.747.000 ευρώ, εκ των οποίων 121.842.000 ευρώ για την εκτέλεση προσθέτων εργασιών του πιο πάνω έργου και 83.905.000 ευρώ για την κατασκευή των νέων (αυτοτελών) έργων, που αναφέρονται στην αγωγή και απαγορεύεται ρητά η πληρωμή τους, καθώς:

α) η δαπάνη για την εκτέλεση αυτών των προσθέτων εργασιών και των νέων έργων, όπως αυτή αποτυπώνεται στους ενδίκους λογαριασμούς-πιστοποιήσεις και στις οικείες εντολές πληρωμής, υπερβαίνει το ανώτατο, κατ’ άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 1418/1984, όριο της συνολικής δαπάνης του έργου, δηλαδή το 50% του συμβατικού ποσού της από 12.07.1993 εργολαβικής σύμβασης, όπως αυτό (ανώτατο όριο) προσδιορίζεται αποκλειστικά με το άρθρο 12 του Ν. 2326/1998, επιπροσθέτως δε, διότι οι προαναφερόμενοι συγκριτικοί πίνακες, στους οποίους στηρίχτηκαν οι ένδικοι λογαριασμοί, έχουν συνταχθεί ακύρως, χωρίς δηλαδή τα απαιτούμενα συνοδευτικά χρονοδιαγράμματα εκτελεσθησομένων και επιμετρήσεις εκτελεσθεισών, μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος, εργασιών, κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ.7 του ν. 1418/1984 και 32, 34, 38 παρ.2 και 40 παρ.2 π.δ.609/1985 και β) η εκτέλεση των νέων έργων ανατέθηκε ακύρως, απευθείας και χωρίς διενέργεια διαγωνισμού στην ανάδοχο του ήδη εκτελούμενου έργου, κατά παράβαση της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας και χωρίς οι εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες εγκρίθηκαν οι αποφάσεις του ΔΣ της εταιρείας "...

ΑΕ", να στηρίζονται σε νόμιμη εξουσιοδότηση. Με την επίκληση των συγκεκριμένων περιστατικών, η ενάγουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον για το λόγο ότι η εναγομένη- εκδοχέας διώκει την εξόφληση των ανυπάρκτων αυτών απαιτήσεων, συνολικού ποσού 61.065.472 ευρώ, από τα οποία η ενάγουσα της έχει ήδη καταβάλει τμηματικά το ποσό των 25.551.980 ευρώ, ζητεί, αφού αναγνωρισθεί ανύπαρκτη όλη η επίδικη οφειλή, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της αποδώσει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το πιο πάνω ποσό, το οποίο της έχει ήδη καταβάλει χωρίς νόμιμη αιτία, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που εισπράχθηκε το κάθε επί μέρους κονδύλιο, αφού από τότε γνώριζε την ανυπαρξία των εκχωρηθεισών απαιτήσεων και, συνεπώς, το αχρεώστητο, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή αυτή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 5 §§ 7, 8 και 11 (ήδη των παραγράφων 9,10 και 13) του Ν. 1418/1984, 32 § 1, 34 § 2 και 40 ΠΔ 609/1985, 904, 910 και 911 ΑΚ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος μπορεί έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, από την άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν με την παρέμβαση αυτή είναι δυνατό να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης.

Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί ότι σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε μελλοντική δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτους συναφής διαφορά, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ 773/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 467 εδ. α’ ΑΚ, σε περίπτωση εκχώρησης από επαχθή αιτία ο εκχωρητής ευθύνεται μόνο για την ύπαρξη της απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ύστερα από τις από 19- 11-2009 και 18-5-2010 προσεπικλήσεις εκ μέρους της ενάγουσας της πρώτης αγωγής και της εναγομένης της δεύτερης αγωγής της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "....", η τελευταία άσκησε υπέρ της προσεπικαλούσας την από 21-12-2010 πρόσθετη παρέμβαση, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς τούτο, με τον ισχυρισμό ότι, ως εκχωρήτρια ευθύνεται έναντι της προσεπικαλούσας και εκδοχέα για την ύπαρξη των απαιτήσεων που, εκχωρήθηκαν.

Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι νόμιμη (ΑΚ 455, 460, 467, ΚΠολΔ 80 και 81) και πρέπει να ερευνηθεί, συνεκδικαζόμενη με τις ένδικες αγωγές.

Κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ, "η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (§ 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη.

Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε, μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού. Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1073/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." άσκησε στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 178/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ισχυριζόμενη ότι μετά τη γένεση της εκκρεμοδικίας κατέστη ειδική διάδοχος της ενάγουσας εταιρείας "...", και ειδικότερα με την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ τους και εγκρίθηκε τόσο από την Κεντρική ...

όσο και από την Τράπεζα της Ελλάδος, μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των ελληνικών εργασιών της Κεντρικής ..., διά εκχωρήσεως των δικαιωμάτων της και αναδοχής των υποχρεώσεών της, μεταξύ δε των στοιχείων του ενεργητικού που της μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της ενάγουσας εταιρείας από την υπ’ αριθμ. ...2-1997 σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και τις αυξητικές αυτής πρόσθετες πράξεις, η οποία είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...." και η οποία, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 40.864.517,65 ευρώ. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι μεταβιβάστηκε σ’ αυτήν η από 15-11-2001 σύμβαση για την εκχώρηση - ενεχυρίαση του εργολαβικού ανταλλάγματος από την ένδικη σύμβαση έργου, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πρώτης κατά της δεύτερης από την ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ότι το γεγονός αυτό της παρέχει το έννομο συμφέρον να παρέμβει στην παρούσα δίκη υπέρ της ως άνω ενάγουσας, εφόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί θα εκτείνεται στις έννομες σχέσεις της ως ειδικής διαδόχου αυτής.

Η παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 82, 83 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 8 § 1 του Ν. 1418/1984 ορίζεται ότι: "1. Αν η αρτιότητα ή η λειτουργικότητα του έργου επιβάλλει αύξηση στις ποσότητες των εργασιών ή εκτέλεση των εργασιών που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση, ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις πρόσθετες αυτές εργασίες με τις συμβατικές τιμές ή με νόμιμα κανονιζόμενες τιμές μονάδας νέων εργασιών, αντίστοιχα, μέχρι δαπάνης 50% πλέον του συνολικού συμβατικού ποσού.

Αύξηση του συνολικού συμβατικού ποσού πέραν του 50% απαγορεύεται". Περαιτέρω, η παράγραφος 2 του άρθρου 34 του Π.Δ/τος 609/1985 ορίζει ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, ενώ, εξάλλου, σε επείγουσες περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίδεται προφορικώς στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο, ενώ στο άρθρο 43 § 1 αυτού ορίζεται ότι ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984.

Τέλος, κατά το άρθρο 47 § 1 εδ. α’ του πιο πάνω Π.Δ/τος, αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας που του δίνονται σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο μπορεί να κηρυχτεί έκπτωτος από την εργολαβία. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία ο ανάδοχος εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, κατά ποσότητα ή είδος, η δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το 50% του συνολικού συμβατικού ποσού, δεν δικαιούται αμοιβής ή αποζημίωσης για τις εργασίες αυτές, ούτε απόδοσης της ωφελείας του λήπτη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Κατ" εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα αυτό, ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής ή αποζημίωσης για τις ως άνω εργασίες, στην περίπτωση κατά την οποία προέβη στην εκτέλεσή τους κατόπιν εγγράφου εντολής της Υπηρεσίας ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της Υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 34 και 43 του Π.Δ/τος 609/1985 συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δύναται κατ* αρχήν να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς την ποιότητα, το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, όπως αυτά ορίζονται στη σύμβαση, χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή και χωρίς προηγουμένη σύνταξη και έγκριση συγκριτικού πίνακος ή και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών, όπως επίσης και ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, οι οποίες έγιναν χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή (ή σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς προφορική εντολή της Υπηρεσίας στον τόπο εκτέλεσης του έργου, καταχωρισθείσης στο ημερολόγιο αυτού.

Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εξετελέσθησαν χωρίς έγγραφο ή προφορική, κατά τα ανωτέρω, εντολή να κριθούν, εν συνεχεία, από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με σύνταξη συγκριτικού πίνακος και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών (ΣτΕ 928/2014, ΣτΕ 1230/2011).

Στη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 5 του Γ1.Δ. 609/1985 ορίζεται ότι: "Τον ανάδοχο βαρύνουν οι φόροι, τέλη, κρατήσεις και οποιεσδήποτε άλλες νόμιμες επιβαρύνσεις όπως ισχύουν κατά το χρόνο που δημιουργείται η υποχρέωση καταβολής τους. Κατ’ εξαίρεση αυξομειώσεις στο χαρτόσημο τιμολογίων ή άλλοι φόροι του Δημοσίου, που βαρύνουν άμεσα το εργολαβικό αντάλλαγμα, βαρύνουν τον ανάδοχο μόνο στο μέτρο που ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής της προσφοράς.

Τυχόν μεταγενέστερες αυξομειώσεις, αυξομειώνουν αντίστοιχα το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα. Τα δύο προηγούμενα εδάφια δεν ισχύουν για το φόρο εισοδήματος ή τις τυχόν παρακρατήσεις έναντι του φόρου αυτού". Περαιτέρω, το άρθρο 7 του Α.Ν. 2326/1940 "Περί Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" ορίζει ότι: "1.

Οι πόροι του Ταμείου αποτελούνται: α)... β) Εκ κρατήσεως 1% επί παντός ανεξαρτήτως λογαριασμού πληρωμής εργολάβου, φυσικού ή νομικού προσώπου ... και επί των οπωσδήποτε εκτελουμένων έργων υπό του Δημοσίου, δήμων, κοινοτήτων και νομικών εν γένει προσώπων δημοσίου δικαίου, μη ισχυούσης, ως προς τας κρατήσεις και τους πόρους εν γένει του ταμείου συντάξεως μηχανικών και εργοληπτών οιασδήποτε εναντίας διατάξεως γενικών ή ειδικών νόμων καθιερούντων εξαιρέσεις ή απαλλαγάς ... 9.

Από της ισχύος του παρόντος νόμου ουδεμία ανεξαιρέτως πιστοποίησις πληρωμής δια τα υπό του Δημοσίου, των δήμων, κοινοτήτων και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου οπωσδήποτε εκτελούμενα έργα συντάσσεται ή θεωρείται υπό δημοσίας ή άλλης αρχής ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εάν δεν συνοδεύεται υπό αποδείξεως καταβολής του υπέρ του ταμείου κατά το εδάφιον β’ της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένου ποσού".

Εξάλλου, τα έργα που χρηματοδοτούνται από τις ειδικές πιστώσεις του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων απαλλάχθηκαν, δυνάμει της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 1 της υπ’ αριθμ. 43115/1952 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών, κυρωθείσης με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν.δ.2957/1954, της ως άνω κρατήσεως 1% επί παντός λογαριασμού πληρωμής εργολάβου υπέρ του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.

πλην, η απαλλαγή αυτή καταργήθηκε με την διάταξη της παρ. 34 του άρθρου 27 του Ν. 2166/1993, δεδομένου ότι με την τελευταία αυτή διάταξη, με την οποία θεσπίστηκε και άλλη κράτηση (6%) υπέρ του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., ορίσθηκε ότι δεν ισχύει, ως προς τις κρατήσεις και τους πόρους εν γένει του Ταμείου αυτού, οιαδήποτε εναντία διάταξη γενικών ή ειδικών νόμων καθιερούντων εξαιρέσεις ή απαλλαγές.

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του Ν. 2166/1993, ερμηνευομένης εν όψει της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, εφ’ όσον ο νομοθέτης δεν αναφέρεται ρητά στις ήδη κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της διατάξεως αυτής συναφθείσες συμβάσεις, δεν επιβάλλει στους σχετικούς λογαριασμούς πληρωμής των συμβάσεων αυτών την κράτηση που θεσπίζει.

Συνεπώς, οι λογαριασμοί πληρωμής σε εκτέλεση συμβάσεων που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2166/1993 ήτοι, κατά το άρθρο 35 του νόμου αυτού, πριν από τις 24-8-1993, δεν βαρύνονται με την ως άνω κράτηση (Ολομ ΣτΕ 492/2006, ΣτΕ 3417/2013).

Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 του Ν. 1418/1984, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 2 του Ν.2229/1994, όριζε τα εξής: "Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενες από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.

Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγουμένης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή μελετητή, οφείλεται αυτοδικαίως τόκος υπερημερίας ίσος με τα ογδόντα πέντε εκατοστά (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων του Δημοσίου και ο ανάδοχος ή μελετητής μπορεί να διακόψει τις εργασίες αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση".

Το τρίτο εδάφιο της ανωτέρω διατάξεως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 6 του Ν. 2229/1994, με το οποίο ορίσθηκαν τα εξής: "αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ίσος με τα ογδόντα πέντε εκατοστά (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων του Δημοσίου και ο ανάδοχος ή μελετητής μπορεί να διακόψει τις εργασίες αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση".

Περαιτέρω με την μεταβατικού χαρακτήρος διάταξη του άρθρου 6 §§ 1 και 4 του Ν. 2229/1994 ορίσθηκε ότι (παρ.1) "οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις συμβάσεις έργων ή μελετών που θα δημοπρατηθούν ή θα ανατεθούν με σχετικές αποφάσεις, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου" και ότι (παρ.4) "κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από το νόμο αυτό καταργούνται".

Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγονται τα εξής: Με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 εδαφ. γ’ του Ν. 1418/1989 ουσιαστική προϋπόθεση γενέσεως της αξιώσεως στο πρόσωπο του αναδόχου επί εκτελέσεως δημοσίου έργου προς καταβολή τόκων υπερημερίας επί της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής, ήταν μόνο η πάροδος ενός μηνός από την παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός, οριζομένης από την διάταξη του εδαφίου α’ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 Ν. 1218/1989 εντός της οποίας η διευθύνουσα υπηρεσία όφειλε να προβεί στον έλεγχο και διόρθωση των υποβαλλομένων λογαριασμών από τον ανάδοχο του έργου για τις εκτελεσθείσες εργασίες.

Υπό της διατάξεως αυτής δεν προβλέπεται, ως πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση της τοκογονίας της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής, η προηγούμενη έγγραφη όχληση του αναδόχου προς την διευθύνουσα υπηρεσία δια την καταβολή της, αρκούσης δια την επέλευση της εν λόγω εννόμου συνεπείας της παρελεύσεως της άνω προθεσμίας.

Με την επακολουθήσασα νεώτερη νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος της τοκογονίας της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής περιληφθείσα στο άρθρο 2 § 6 του Ν. 2226/ 1994, το οποίο αντικατέστησε το εδάφιο γ’ του άρθρου 5 § 8 του Ν. 1418/1984, θεσπίσθηκε, ως πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση της καταβολής τόκων υπερημερίας επί της εργολαβικής αμοιβής η προηγούμενη έγγραφη όχληση του αναδόχου προς την διευθύνουσα υπηρεσία.

Με τη νεότερη αυτή διάταξη του Ν. 2226/1994, που ισχύει από 29.8.1994 (άρθρο 7 του νόμου αυτού), καταργήθηκε η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 εδ. γ’ του Ν. 1418/1984, ως αντίθετη προς την ρύθμιση του νέου δικαίου επί του ανωτέρω ζητήματος, όπως περί της εν λόγω καταργήσεως προβλέπεται ρητώς στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Ν. 2229/1994.

Πλην όμως, σύμφωνα με την ειδική, μεταβατικού χαρακτήρος, διάταξη του άρθρου 6 § 1 του Ν. 2229/1994, η νεότερη ως άνω νομοθετική ρύθμιση δεν επεκτείνεται αναδρομικώς και στην παρεπομένη αξίωση προς καταβολή τόκων υπερημερίας πηγάζουσα από συμβάσεις έργων ή μελέτες που δημοπρατήθηκαν ή ανατέθηκαν με σχετικές αποφάσεις πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

Ως προς τις συμβάσεις ή τις μελέτες αυτές, που εξακολουθούν να λειτουργούν και μετά την ουσιαστική έναρξη εφαρμογής του νεωτέρου ως άνω νόμου (29-8-1994), εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι επιβιώσασες, κατά ρητή περί τούτου νομοθετική επιταγή, διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 5 § 8 εδαφ.

γ’ του Ν. 1418/1984, που ρυθμίζουν τις εκ των άνω συμβάσεων ή μελετών πηγάζουσες έννομες συνέπειες, ανεξαρτήτως του χρόνου που αυτές εγεννήθησαν. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, επί συμβάσεων αναθέσεως δημοσίων έργων ή μελετών που δημοπρατήθηκαν ή ανατέθηκαν με σχετικές αποφάσεις, πριν από την δημοσίευση του νόμου 2229/1994, ουσιαστική προϋπόθεση για την γέννηση της αξιώσεως προς καταβολή τόκων υπερημερίας στην ανάδοχο επί του ποσού της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής, που αντιστοιχεί στις από εκείνον εκτελεσθείσες και εγκριθείσες από την διευθύνουσα υπηρεσία εργασίες, είναι μόνο η πάροδος της προαναφερομένης προθεσμίας όχι όμως, επιπροσθέτως, και η προηγούμενη έγγραφη όχληση του αναδόχου (ΑΠ 1626/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, καθώς και από τις υπ’ αριθμ. .../24-11-2008 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Μ. και Γ.-Χ. Μ. αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ.-Χ., με επιμέλεια της ενάγουσας-εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ", μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης-ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...18-11-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ., από την υπ’ αριθμ. ...2012 ένορκη βεβαίωση της Α. Κ.-Α., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια της ενάγουσας-εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ", μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης-ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ...31.01.2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ. Κ., καθώς και από τις υπ’ αριθμ. .../21.02.2011 και ....2011 ένορκες βεβαιώσεις των Κ.

Τ., Ν. -Α. Σ. και I. Ι. Κ., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., με επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία "...", μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας-εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../16-02-2011 και ...17-02-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείου Πειραιώς Η.

Α., πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με βάση μελέτες, που εκπονήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ύστερα από πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, που είχε προκηρυχθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να ανεγερθεί το Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών (Δ.Μ.Α.), δηλαδή το κτίριο του Αρείου Πάγου, το κτίριο του Εφετείου Αθηνών, το κτίριο της Αίθουσας Εορτών (με Βιβλιοθήκη και Γραφεία Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών), το κτίριο του Πρωτοδικείου Αθηνών κλπ, εντός του Οικοδομικού Τετραγώνου, το οποίο ορίζεται από τη ..., δημοπρατήθηκε και κατασκευάστηκε το κτίριο του Αρείου Πάγου και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, δημοπρατήθηκε και το κτίριο του Εφετείου Αθηνών και της σε επαφή με αυτό Αίθουσας Εορτών, που αποτελούν μέρος του ...).

Οι εργασίες εκτέλεσης των εκσκαφών άρχισαν το έτος 1981 και περατώθηκαν το έτος 1983. Η κατασκευή του φέροντος οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα περατώθηκε το έτος 1990, οπότε ο ανάδοχος του έργου κηρύχθηκε σε πτώχευση και το ΥΠΕΧΩΔΕ, ως κύριος του έργου, το παρέλαβε στο στάδιο του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα με ανεκτέλεστες τις υπόλοιπες εργασίες.

Για την ολοκλήρωση της κατασκευής του έργου του Εφετείου, με την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών, δημοπρατήθηκε το έτος 1993 το έργο "... Αθηνών" με προϋπολογισμό 10.254.000.000 δραχμών. Συγκεκριμένα, με την από 23-2-1993 διακήρυξη της Διεύθυνσης Κτιριακών Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, προκηρύχθηκε ανοικτός μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου, ο οποίος διενεργήθηκε στις 28-4-1993.

Ακολούθως και με βάση το από 9-6-1993 πρακτικό της Επιτροπής Διενέργειας της Δημοπρασίας, μειοδότης ανακηρύχθηκε η κοινοπραξία "...." με μέση τεκμαρτή έκπτωση 69,20%. Στις 12-7-1993 καταρτίστηκε μεταξύ του Προϊσταμένου της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Κτιριακών-Σταθμών Αυτοκινήτων-Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών του ΥΠΕΧΩΔΕ και του νόμιμου εκπροσώπου της κοινοπραξίας και υπογράφηκε η σχετική εργολαβική σύμβαση Προϊσταμένου της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Κτιριακών-Σταθμών Αυτοκινήτων- Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών του ΥΠΕΧΩΔΕ, με συμβατικό ποσό 3.581.605.122 δρχ. (10.254.000.000 Χ 69,20%), πλέον ΦΠΑ εκ ποσοστού 18% (644.688.922 δρχ.), ήτοι συνολικό συμβατικό ποσό 4.226.294.044 δραχμές.

Ο χρόνος περάτωσης του έργου ορίστηκε σε χίλιες εκατό (1.100) ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης, που στη συνέχεια παρατάθηκε διαδοχικά αρχικά με αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ, που ήταν ο κύριος και φορέας του έργου και ακολούθως, με αποφάσεις του Δ. Σ. του νέου φορέα του έργου "... Α.Ε." μέχρι τις 30-6-2004 (καταληκτική ημερομηνία).

Για λόγους ανταπόκρισης του κτιρίου στις σύγχρονες συνθήκες και στους νέους υποχρεωτικούς κτιριοδομικούς κανονισμούς, εγκρίθηκε, με τις υπ’ αριθμ. .../14-9-1994 και .../24-10-1994 αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ, η ανάθεση σύνταξης επί μέρους τροποποιητικών μελετών στους αρχικούς μελετητές, με αντικείμενο τις οικοδομικές εργασίες και τις Η/Μ εγκαταστάσεις και υπογράφηκαν οι σχετικές από 9-1-1995 και από 12-1-1995 συμβάσεις, οι δε εκπονηθείσες μελέτες εγκρίθηκαν από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, με τις υπ’ αριθμ. .../13-6-1994, ...16-1-1997, .../4-3-1997, .../8-5-1997, .../4-7-1997, ενώ με την υπ’ αριθμ. ...17.02.1997 απόφασή του εγκρίθηκε η ανάθεση καθηκόντων τεχνικού συμβούλου στους αρχικούς μελετητές του έργου για την παροχή συνδρομής σε θέματα Η/Μ εγκαταστάσεων, η δε σχετική σύμβαση υπογράφηκε στις 28-2-1997.

Η συνολική επιφάνεια του έργου, που δημοπρατήθηκε το 1993 (Εφετείο-Αίθουσα Εορτών), ανερχόταν σε 48.130 τ.μ. υπέργειων χώρων και 33.840 τ.μ. υπόγειων χώρων, συμπεριλαμβανομένου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων στο υπόγειο του κτιρίου του Εφετείου 16.920 τ. μ. Με τις διαμορφώσεις που έγιναν για τη στέγαση και άλλων υπηρεσιών η επιφάνεια των υπογείων χώρων αυξήθηκε κατά 8.530 τ.μ.

και έτσι, η συνολική επιφάνεια του έργου ανήλθε σε 90.500 τ. μ. Εξάλλου, η ανάδοχος κοινοπραξία διαλύθηκε, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, λόγω πτωχεύσεως, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 648/13-3-1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του μέλους αυτής με την επωνυμία "ΔΟ.Τ.Ε. ΑΕ" και η εργολαβία συνεχίστηκε υποχρεωτικά (άρθρο 35 § 7 ΠΔ 609/1985) από το άλλο μέλος αυτής, δηλαδή την εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ". Στις 12 Δεκεμβρίου 1997, άλλαξε ο φορέας κατασκευής του έργου και με την .../9-12-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Δικαιοσύνης, το ήδη εκτελούμενο έργο περιήλθε στην εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", που είχε ιδρυθεί με το Ν.2408/1996, στην οποία παραχωρήθηκαν χωρίς αντάλλαγμα όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου (ΥΠΕΧΩΔΕ), που απέρρεαν από την πιο πάνω εργολαβική σύμβαση (άρθρο 48 του Ν. 2408/1996).

Μέχρι τότε η εγκεκριμένη από τον κύριο και φορέα του έργου ΥΠΕΧΩΔΕ δαπάνη είχε ανέλθει με βάση τον εγκεκριμένο 5° συγκριτικό πίνακα στο ποσό των 7.628.800.000 δρχ. και η δαπάνη των εκτελεσθεισών εργασιών είχε ανέλθει στο ποσό των 4.528.240.071 δρχ. με βάση την εγκεκριμένη 21η πιστοποίηση. Με δεδομένο το συμβατικό ποσό των 3.581.605.122 δραχμών, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, η υπέρβαση ήταν μικρότερη του 50% (άρθρο 8 § 1 Ν. 1418/1984) και ανερχόταν σε 47,82%.

Κατά τη χρονική αυτή περίοδο, βρίσκονταν σε εξέλιξη οι εργασίες φλοιού του κτιρίου (υαλοπετάσματα και ορθομαρμαρώσεις των όψεων, εσωτερικές διαιρέσεις των χώρων Εφετείου με βάση την αρχική μελέτη για 8 αίθουσες, καθώς και μόνωση δώματος), ενώ είχαν εκτελεσθεί ελάχιστες Η/Μ εργασίες. Ακολούθως, ο νέος κύριος και φορέας του έργου, διά των αρμοδίων οργάνων του, ενέκρινε τους 6° και 7° συγκριτικούς πίνακες.

Με τον 6° συγκριτικό πίνακα η δαπάνη ανήλθε σε 8.526.356.726 δραχμές και έτσι, προέκυψε υπέρβαση σε σχέση με το συμβατικό ποσό των 3.581.605.122 δραχμών κατά 49,14%, ενώ με τον 7° η εγκεκριμένη δαπάνη ανήλθε στο ποσό των 9.795.799.500 δραχμών, υπερβαίνοντας το συμβατικό ποσό κατά 49,74%. Οι ως άνω συγκριτικοί πίνακες περιελάμβαναν σχεδόν το σύνολο των οικοδομικών εργασιών για την αποπεράτωση του έργου, όπως αυτές είχαν προκύψει από νέες αναλυτικές προμετρήσεις, τόσο όσο αφορά στον εξωτερικό φλοιό του κτιρίου όσο και στο εσωτερικό, συμπεριλαμβανομένων εργασιών πυρεπένδυσης των στοιχείων εξ οπλισμένου σκυροδέματος, εργασίες αποξήλωσης κατασκευασμένων διαχωριστικών και κατασκευής νέων χωρισμάτων.

Όσον αφορά τις Η/Μ εργασίες, οι ίδιοι συγκριτικοί πίνακες περιελάμβαναν μόνο ένα μέρος αυτών, το οποίο είχε ήδη εκτελεστεί και τούτο διότι δεν είχαν εκπονηθεί ακόμη οι Η/Μ μελέτες και δεν επρόκειτο να εκτελεστούν σε εκείνη τη φάση της εργολαβίας. Το πιο πάνω ποσό της συνολικής δαπάνης (9.795.799.500 δραχμές) υπερέβαινε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ανώτατο όριο του συμβατικού ποσού κατά 49,74% και επομένως είχε σχεδόν καλύψει όλο το επιτρεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 § 1 Ν. 1414/1988 ανώτατο όριο του 50%.

Εξαιτίας του γεγονότος αυτού οι εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου και ιδιαίτερα οι ηλεκτρομηχανολογικές δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ψηφίστηκε το άρθρο 12 του Ν. 2623/1998 "Ανασύνταξη των εκλογικών καταλόγων, οργάνωση και άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των ετεροδημοτών, εκσυγχρονισμός της εκλογικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις", στο οποίο ορίζεται ότι: "Προκειμένου για το έργο της κατασκευής των οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών αποπεράτωσης του ...

Αθηνών, που προκηρύχθηκε με την από 23 Φεβρουαρίου 1993 προκήρυξη της Διεύθυνσης Κτιριακών Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ως συνολικό συμβατικό ποσό για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.1418/1984, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της προκηρύξεως (23-2-1993) και έχει εφαρμογή στο έργο αυτό, νοείται το ποσό που χρειάζεται για την ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου, με βάση τις ποσότητες εργασιών και υλικών που προέκυπταν από τις πραγματικές ανάγκες του έργου κατά το χρόνο της προκηρύξεώς του, όπως οι ανάγκες αυτές προσδιορίζονται και προκύπτουν από μελέτη του νέου φορέα κατασκευής του έργου (....), με προϋπολογισμό και τιμολόγηση του τριμήνου της μελέτης δημοπράτησης, που εγκρίνεται με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού Δικαιοσύνης.

Κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων αυτών και της αξίας τους λαμβάνονται υπόψη και οι μεταβολές που επήλθαν στους κανονισμούς κατασκευής και εκτέλεσης του έργου αυτού, μετά την κατά το έτος 1969 σύνταξη της αρχικής μελέτης και μέχρι της προκηρύξεως. Το ως άνω συνολικό συμβατικό ποσό θα προκύψει μετά την εφαρμογή επί του τελικού ποσού του νεοκαταρτιζόμενου προϋπολογισμού της αρχικής μέσης έκπτωσης και με πρόσθεση των νεοεγκριθέντων απροβλέπτων.

Το κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενο συνολικό συμβατικό ποσό εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο για τον έλεγχο τήρησης του ανώτατου ορίου υπέρβασης της δαπάνης του έργου. Αύξηση του ως άνω συνολικού συμβατικού ποσού πέραν του 50% απαγορεύεται (παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984). Κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει η υφιστάμενη Σύμβαση, που θα συνεχίσει να εκτελείται με το νομικό καθεστώς του χρόνου δημοπράτησης του Έργου.

Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 λογίζεται ως συμβατική δαπάνη κάθε ομάδας ομοειδών εργασιών η δαπάνη που προσδιορίζεται στον αρχικό προϋπολογισμό της εν λόγω σύμβασης κατά κατηγορία και ομάδα ομοειδών εργασιών". Με τη διάταξη αυτή του άρθρου 12 του Νόμου 2623/1998, δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της οποίας ήταν το γεγονός ότι το είδος των εργασιών, που απαιτούντο για την ολοκλήρωση της κατασκευής του συγκεκριμένου έργου, δεν ανταποκρινόταν στις τότε συνθήκες κατασκευής του, ενόψει μάλιστα των μεταβολών που επέφεραν οι κτιριοδομικοί κανονισμοί, που τέθηκαν σε ισχύ και του ότι πολλά από τα υλικά που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν και για τα οποία γινόταν λόγος στην αρχική αρχιτεκτονική μελέτη, η οποία είχε εκπονηθεί τη δεκαετία του 1960, δεν ήταν διαθέσιμα στην αγορά κατά το χρόνο δημοπράτησης του έργου (αρχές δεκαετίας του 1980), προβλέφθηκε, για να καταστεί δυνατή η αποπεράτωση του έργου, μετά δύο εργολαβίες που διήρκεσαν πλέον της 25ετίας, ο καθορισμός νέου συμβατικού ποσού επί επικαιροποιημένου προϋπολογισμού, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κόστος των απαιτούμενων προσθέτων εργασιών, οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα συνταχθέντα αρχικά συμβατικά τεύχη και επί του οποίου θα γινόταν ο υπολογισμός του επιτρεπτού ποσοστού (50%).

Στο τελικό ποσό του καταρτιζόμενου με τον τρόπο αυτό προϋπολογισμού θα εφαρμοζόταν η αρχική μέση έκπτωση, ήτοι ποσοστό 69,20%. Τούτο δε έγινε προκειμένου να επιτευχθεί η όσο το δυνατό συντομότερη ολοκλήρωση της κατασκευής του έργου και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για το Δημόσιο, με βάση τον επικαιροποιημένο προϋπολογισμό, που θα συνέτασσε ο φορέας κατασκευής του έργου και θα εγκρινόταν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και επί του οποίου θα υπολογιζόταν το επιτρεπτό ποσοστό υπέρβασης του 50%.

Κατά την αληθή δε έννοια της πιο πάνω διάταξης και για λόγους επίσπευσης του όλου έργου, η μελέτη του φορέα κατασκευής δεν ήταν αναγκαίο να εκπονηθεί εφάπαξ και ενιαία εκ των προτέρων μετά την ισχύ του Νόμου 2623/1998 για όλο το έργο, αλλά μπορούσε να εκπονηθεί σταδιακά και με παράλληλη εκτέλεση των επί μέρους αναγκαίων κάθε φορά εργασιών, ο προϋπολογισμός των οποίων θα εγκρινόταν κάθε φορά με διακριτές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, γεγονός άλλωστε σύμφωνο και τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 7 εδ.

β’ του Ν. 2408/1996, κατά την οποία με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορούσε να επεκταθεί ο σκοπός της εταιρείας "....". Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο φορέας του έργου περίμενε να ολοκληρωθούν οι επιμέρους μελέτες, θα έπρεπε να διακοπεί η κατασκευή του έργου για σημαντικό χρονικό διάστημα. Προκειμένου, λοιπόν, να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρόνο η κατασκευή του έργου, αποφασίστηκε να χωριστεί αυτό σε μικρότερα μέρη και να γίνονται σταδιακά οι εγκρίσεις των επί μέρους μελετών και η κοστολόγηση των εργασιών, να συμπεριλαμβάνονται δε στον επόμενο συγκριτικό πίνακα.

Με τα δεδομένα αυτά, η προβλεπόμενη εκπόνηση μελέτης από το φορέα του έργου γινόταν σταδιακά, ο δε προϋπολογισμός κάθε επί μέρους μελέτης εγκρινόταν κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στα πλαίσια της ίδιας διάταξης ανατέθηκαν στον φορέα κατασκευής του έργου (....), με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, α) η μελέτη, κατασκευή και επίβλεψη του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στο οικόπεδο ανέγερσης του .../5-3-1999), β) η επίπλωση και ο εξοπλισμός των χώρων του .../4-8-1999) και γ) η ανακαίνιση και η επισκευή του κτιρίου του Αρείου Πάγου (...-1-2000).

Επακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθμ. .../10-3-2000 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης με θέμα την έγκριση του προϋπολογισμού του έργου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998 και με την οποία εγκρίθηκε ο προϋπολογισμός του έργου "..εκ δρχ. 69.620.000.000 που αφορά στις εργασίες του όλου κτιρίου του … και των χώρων στάθμευσής του, με την ανακαίνιση του κτιρίου του Αρείου Πάγου, καθώς επίσης και τις οικοδομικές εργασίες κατασκευής του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στο οικόπεδο του …".

Με την απόφαση, δηλαδή, αυτή αποφασίστηκε η έγκριση του προϋπολογισμού του έργου και όχι η συνολική δαπάνη του 17ου συγκριτικού πίνακα, όπως, εσφαλμένα, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, είχε δεχθεί η απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανατέθηκε στον φορέα κατασκευής του έργου η μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή του έργου της διαμόρφωσης χώρων στο κτίριο του … για τη στέγαση αα) του τμήματος Ποινικού Μητρώου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και της αίθουσας μηχανοργάνωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ποινικού Μητρώου, ββ) του Δικαστηρίου Ανηλίκων και γγ) των Αρχείων του Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου Αθηνών (...1-2004).

Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο ότι δεν ήταν απαραίτητο για το υποστατό των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων η δημοσίευσή τους στο ΦΕΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη - ενάγουσα "... Α.Ε." και τούτο διότι δεν είχαν κανονιστικό χαρακτήρα (άρθρο 5 περ. θ’ Ν. 3469/2006). Για τον ίδιο δε λόγο, επειδή δεν είχαν τέτοιο χαρακτήρα, να θεσπίσουν δηλαδή πρωτεύοντα και απρόσωπο κανόνα δικαίου, δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη νομοθετική εξουσιοδότηση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης - ενάγουσας.

Με τον τρόπο αυτό, ολοκληρώθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το έργο της ανέγερσης του …. Τα παραπάνω τμήματα του έργου, τα οποία εξυπηρετούσαν τις πραγματικές ανάγκες του και κατ’ επέκταση τη λειτουργικότητα του …, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως νέα έργα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ανωτέρω εναγόμενη - ενάγουσα εταιρεία, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας, όπως έχει λεχθεί, είναι η εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ). Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η ίδια η ανωτέρω εταιρεία θεωρεί ότι η κατασκευή του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στο οικόπεδο ανέγερσης του … ολοκληρώθηκε στα πλαίσια του έργου "... Αθηνών" (βλ. ιδιαίτερα το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-1-2000 έγγραφο της). Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός της εναγομένης - ενάγουσας, κατά τον οποίο οι πιο πάνω εργασίες έγιναν χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού αυτές και συγκεκριμένα, η μελέτη, κατασκευή και επίβλεψη του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στο οικόπεδο ανέγερσης του …, η επίπλωση και ο εξοπλισμός των χώρων του …, η διαμόρφωση χώρων στο κτίριο του … για τη στέγαση του τμήματος Ποινικού Μητρώου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και της αίθουσας μηχανοργάνωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ποινικού Μητρώου, του Δικαστηρίου Ανηλίκων και των Αρχείων του Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου Αθηνών ανατέθηκαν ο αυτήν και εντάχθηκαν στο έργο "...

Αθηνών", δυνάμει των ανωτέρω εγκριτικών υπουργικών αποφάσεων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998, ενόψει του ότι εξυπηρετούσαν προδήλως τη λειτουργικότητα του εκτελουμένου έργου. Εξάλλου, όσον αφορά την ανακαίνιση και την επισκευή του κτιρίου του Αρείου Πάγου, που με τον ίδιο τρόπο ανατέθηκε στην εναγομένη - ενάγουσα, ο σχετικός ισχυρισμός της τελευταίας είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος και τούτο διότι δεν προσδιορίζεται το ποσό της σχετικής δαπάνης ούτε αναφέρονται ο συγκριτικός πίνακας με τον οποίο σχετίζεται, καθώς και η εντολή πληρωμής που την αφορά.

Το συνολικό συμβατικό ποσό, με βάση πλέον τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998 και μετά την εφαρμογή της μέσης τεκμαρτής έκπτωσης (69,20%), ορίστηκε σε 26.226.577.938 δραχμές (64.267.950.957 Χ 69,20%= 19.794.528.895 δρχ. πλέον δαπανών για απρόβλεπτα 6.432.049.043), που αποτέλεσε στη συνέχεια τη βάση για τον υπολογισμό της υπέρβασης. Έτσι, όλοι οι συγκριτικοί πίνακες από τον 16° έως και τον 21° και μετά την έγκριση του ενιαίου προϋπολογισμού του έργου, με την υπ’ αριθμ. .../10-3-2000 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι έγκυροι, δεδομένου ότι το ποσό του καθένα από αυτούς δεν υπερβαίνει το ποσοστό του 50% (άρθρο 8 § 1 Ν. 1418/1984).

Σημειώνεται ότι στον τελευταίο συγκριτικό πίνακα (21°) εμφανίζεται υπέρβαση μικρότερη του 50% και συγκεκριμένα κατά 30,22%. Ενόψει τούτων και οι υπ’ αριθμ. ...12-2001, ...-2002, ...-4-2002, ...-2003, ...-3-2004, ...-4-2004, ...-3-2005 και ...-7-2005 εντολές πληρωμής είναι έγκυρες.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Η εταιρεία "... Α.Ε." αδυνατούσε να εξοφλήσει τους εγκρινόμενους λογαριασμούς. Προκειμένου όμως να ολοκληρωθεί το έργο το ταχύτερο δυνατό και για να εξασφαλιστεί, αφ’ ενός μεν η ομαλή χρηματοδότηση των απαραίτητων εργασιών, αφ’ ετέρου δε η απαίτηση της ενάγουσας - εναγομένης (...) από την υπ’ αριθμ. ...2-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της εργολήπτριας εταιρία (...

ΑΕ), η τελευταία εκχώρησε στην πρώτη τις απαιτήσεις της από το εργολαβικό αντάλλαγμα, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 5 § 10 Ν. 1418/1984. Συγκεκριμένα, καταρτίστηκαν σχετικά οι εξής συμβάσεις: 1) η υπό στοιχ. ΕΝ .../ 15-11-2001 σύμβαση εκχώρησης του εργολαβικού ανταλλάγματος που εδικαιούτο η άνω εταιρεία από την από 12-7-1993 σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του ΥΠΕΧΩΔΕ και η οποία αναγγέλθηκε νόμιμα στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

Α.Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../18-12-2001, ...19-12-2001, ...19-12-2001, .../19-12-2001, .../18-12-2001, .../20-12-2001 και .../4-4- 2002 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ., 2) η υπό στοιχεία ΕΝ 50116250/5-3-2003 σύμβαση, με την οποία εκχωρήθηκαν οι απαιτήσεις από την 46η εντολή πληρωμή, ποσού 1.959.336,76€, από την 47η εντολή πληρωμής, ποσού 4.780.393,84€ και από την 48η εντολή πληρωμής, ποσού 3.818.126C και η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

Α.Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ...30-04-2003, .../02-05-2003, .../05-05-2003, ...02-05-2003, .../30-04-2003, .../30-04-2003 και .../07-05-2003 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π., 3) η υπό στοιχεία ΕΝ ...7-1-2004 σύμβαση, με την οποία εκχωρήθηκαν οι απαιτήσεις από την 49η εντολή πληρωμής, ποσού 11.361.125,36€ και η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

A. Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ...13- 01-2004, .../15-01 -2004, .../13-01-2004, .../19-01-2004, ...13-01-2004, .../13-01-2004 και .../16-02-2004 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Α., 4) η υπό στοιχεία .../23-3-2004 σύμβαση, με την οποία εκχωρήθηκαν οι απαιτήσεις από την 50η εντολή, ποσού 14.160.000,00€ και η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

Α.Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../31-03-2004, .../05-04-2004, .../02-04-2004, .../1-04-2004, .../31-03-2004, .../31-03-2004, και .../06- 04-2004 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π., 5) η υπό στοιχ. ΕΝ .../26-4-2005 σύμβαση, με την οποία εκχωρήθηκαν οι απαιτήσεις από την 51η εντολή πληρωμής, ποσού 7.154.898,67€ και η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

Α.Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../31-05-2005, .../30-05- 2005, .../31-05-2005, ...31-05-2005, .../31-05-2005, .../31-05-2005, .../6-06-2005 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Χ., 6) η υπό στοιχεία ΕΝ .../10-8-2005 σύμβαση με την οποία, εκχωρήθηκαν οι απαιτήσεις από την 52η εντολή πληρωμής, ποσού 14.061.905,63€ και από την 53η εντολή πληρωμής, ποσού 3.769.685,82€ και η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

Α.Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ .../11-08-2005, .../18-08-2005, .../18-08-2005, .../18- 08-2005, .../18-08-2005, .../18-08-2005 και .../19-08-2005 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Κ. και 7) η υπό στοιχεία ...5-6-2005 σύμβαση, με την οποία εκχωρήθηκαν οι απαιτήσεις από την 52η εντολή πληρωμής, ποσού 14.061.905,63€ και η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στους αναφερόμενους σ’ αυτήν φορείς (εταιρεία "...

Α.Ε.", ..., Υπουργό Οικονομικών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργό Δικαιοσύνης), όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../08-06-2006, .../8-06-2006, .../8-06-2006, .../9-06-2006, .../8-06-2006, .../8-06-2006 και ...9-06-2006 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Α.. Ύστερα από αυτά, οι εργασίες συνεχίστηκαν και στις 10-1-2000 το κτίριο του Εφετείου με τον εξοπλισμό και την επίπλωσή του παραλήφθηκε προς χρήση.

Τα υπόλοιπα τμήματα του έργου ολοκληρώθηκαν τμηματικά και συγκεκριμένα η αίθουσα εορτών και τα προσαρτήματά της (εξώστης, βεστιάριο, κυλικείου, είσοδος, WC, σκηνή) στις 20-5-2005 και ο υπόγειος σταθμός αυτοκινήτων με τον περιβάλλοντα χώρο στις 30-11-2005. Μετά την άσκηση της από 8-6-2007 αγωγής της εταιρείας με την επωνυμία "... ...", η εναγόμενη εταιρεία, έναντι της ύψους 60.466.171,89 € οφειλής της, κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 25.149.354,05 €.

Ειδικότερα, έναντι της 46ης εντολής πληρωμής, ποσού 1.956.336,75 € κατέβαλε 1.332.891,16 €, περιστατικό συνομολογούμενο από την ενάγουσα και 599.300,19 €, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και συνολικά 1.932.191,35 €. Επομένως, απομένει υπόλοιπο 24.145,40 € (1.956.336,75 - 1.932.191,35). Έναντι της 47ης εντολής πληρωμής, ποσού 4.780.393,84 €, η εναγομένη κατέβαλε, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα 3.567.312,23 €, καθώς και ποσό 1.117.668,20 € και συνολικά 4.684.980,43 €.

Κατά συνέπεια, απομένει υπόλοιπο 95.413,64 € (4.780.393,84 - 4.780.393,84). Έναντι της 48ης εντολής πληρωμής, ποσού 3.818.126 €, η εναγομένη κατέβαλε 3.741.918,80 €, περιστατικό συνομολογούμενο από την ενάγουσα. Κατά συνέπεια, απομένει υπόλοιπο 76.207,2 € (3.818.126 - 3.741.918,80). Έναντι της 49ης εντολής πληρωμής, ποσού 11.361.125,36 €, η εναγομένη κατέβαλε, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, 4.940.819,78 €, καθώς και ποσά 5.880.244,06 € και 313.301,15 € και συνολικά 11.134.364,99 €.

Κατά συνέπεια, απομένει υπόλοιπο 226.760,37 € (11.361.125,36 - 11.134.364,99). Έναντι της 50ης εντολής πληρωμής, ποσού 14.160.000,00 €, η εναγομένη κατέβαλε 3.560.485,07 €, περιστατικό συνομολογούμενο από την ενάγουσα. Κατά συνέπεια, απομένει υπόλοιπο 10.599.514,93 € (14.160.000,00 - 3.560.485,07). Έναντι των υπολοίπων υπ’ αριθμ. ... εντολών πληρωμής, συνολικού ποσού 24.986.490,12 €, δεν έγινε κάποια καταβολή και συνεπώς οφείλεται ολόκληρο το ποσό αυτό.

Οι κρατήσεις υπέρ του ..., συνολικού ποσού 498.038,53 €, που καταβλήθηκαν από την εναγομένη, δεν επιφέρουν, κατά το μέρος τούτο, απόσβεση της απαίτησης της ενάγουσας και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένδικη σύμβαση έργου έχει συναφθεί στις 12-7-1993, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2166/1993 (24-8-1993) και επομένως, οι ως άνω λογαριασμοί πληρωμής δεν βαρύνονταν με τη σχετική κράτηση.

Έτσι, το συνολικά οφειλόμενο ποσό στην ενάγουσα, εκδοχέα της απαίτησης του εργολαβικού ανταλλάγματος, ανέρχεται σε 36.008.531,66 €.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η από 8-6-2007 εναντίον της αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι "...οι απαιτήσεις που έχουν εκχωρηθεί στην αντίδικο από την Ανάδοχο εμφανίζουν το κόστος του Έργου πολλαπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού δημοπράτησης του Έργου όσο και του πραγματικού κόστους αυτού...

λόγω της παράνομης ένταξης στο Έργο Νέων Έργων, που ανετέθησαν απευθείας στην Ανάδοχο, καθώς και λόγω παρανόμων υπερτιμολογήσεων εργασιών και αναθεωρήσεων συμβατικών τιμών που δεν δικαιούτο η Ανάδοχος. Περαιτέρω και όπως σημειώθηκε ανωτέρω έχουν παραβιασθεί πλείστες διατάξεις της νομοθεσίας δημοσίων έργων, π.χ.

δεν έχουν υποβληθεί από την Ανάδοχο τα χρονοδιαγράμματα του Έργου και κάποιες επιμετρήσεις εργασιών". Ο ισχυρισμός αυτός, καθώς και εκείνος περί της ανάγκης διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να "αποδειχθεί η ακριβής αξία του έργου που έχει εκτελέσει ο ανάδοχος έως την έκδοση της τελευταίας επίδικης εντολής πληρωμής...", είναι απορριπτέοι, δεδομένου ότι η εναγομένη (...

Α.Ε.) είναι εκείνη που εξέδωσε τις ..., ... εντολές πληρωμής του Αναδόχου του έργου, οι από τις οποίες απαιτήσεις του τελευταίου εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα εταιρεία "... ...". Άλλωστε, με βάση τις συγκεκριμένες εντολές πληρωμής κατέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, στην ενάγουσα το ποσό των 25.149.354,05 €. Ενόψει αυτών και οι ισχυρισμοί της ως άνω εναγομένης περί ακυρότητας των Συγκριτικών Πινάκων και των Εντολών Πληρωμής, περί μη υποβολής χρονοδιαγράμματος και επιμετρήσεων και περί υπερτιμολογήσεων αλυσιτελώς προβάλλονται.

Σε κάθε όμως περίπτωση πιθανολογήθηκε ότι το έργο "... Αθηνών" περατώθηκε εμπρόθεσμα (βλ. ιδιαίτερα τις υπ’ αριθμ. .../4-5-2005, ...18-10-2005, .../27-2-2006 και ...24/11/2006 βεβαιώσεις εργασιών του έργου της εταιρείας ... Α.Ε.) Κατόπιν τούτων, πρέπει η από η από 22-01-2010 αγωγή της τελευταίας κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να γίνει δεκτή η υπέρ της ως άνω εναγομένης ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "....". Η δικαστική δαπάνη στο σημείο τούτο πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων, αφού η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Εφετείο, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179,182 §§ 1 και 2).

Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Μετά την άσκηση της από 8-6-2007 αγωγής, ήτοι μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, καταρτίστηκε μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και της ενάγουσας εταιρείας "..." η από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης, η οποία εγκρίθηκε τόσο από την Κεντρική ... (υπ’ αριθμ. ...26-3-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της ..., Παράρτημα Τρίτο), όσο και από την Τράπεζα της Ελλάδος (Συνεδρίαση ...3-2013) και με την οποία μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των ελληνικών εργασιών της Κεντρικής ..., με εκχώρηση των δικαιωμάτων της και αναδοχής των υποχρεώσεών της.

Μεταξύ δε των στοιχείων του ενεργητικού που της μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της ενάγουσας εταιρείας από την υπ’ αριθμ. ...2-1997 σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και τις αυξητικές αυτής πρόσθετες πράξεις, η οποία είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α. Ε.", για την εξασφάλιση της οποίας καταρτίστηκαν οι συμβάσεις εκχώρησης του εργολαβικού ανταλλάγματος, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω. Κατά συνέπεια, με την ανωτέρω από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης, μεταβιβάστηκε στην "... Α.Ε.", η οποία άσκησε στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 178/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και οι συμβάσεις για την εκχώρηση του εργολαβικού ανταλλάγματος από την ένδικη σύμβαση έργου και ενόψει αυτών, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει στην παρούσα δίκη υπέρ της ως άνω ενάγουσας, εφόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί θα εκτείνεται στις έννομες σχέσεις της ως ειδικής διαδόχου αυτής.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η από η από 8-6-2007 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία "..." και να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται το πιο πάνω ποσό, νομιμοτόκως, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό. Επί πλέον, πρέπει να γίνουν δεκτές η ασκηθείσα υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "....", καθώς και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της τραπεζικής εταιρείας "... Α.Ε.". Η δικαστική δαπάνη στο σημείο τούτο πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων, αφού η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Εφετείο, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179, 182 §§ 1 και 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 8-6-2007 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", β) την από 19-11-2009 εκ μέρους της προαναφερομένης ενάγουσας προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "....", γ) την από 22-01-2010 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", δ) την από 18-5-2010 εκ μέρους την πιο πάνω εναγόμενης (της υπό στοιχ. β’ αγωγής) προσεπίκληση σε πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "....", ε) την από 21 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετη παρέμβαση σε αμφότερες τις πιο πάνω δίκες της προσεπικαλουμένης εταιρίας υπέρ της προσεπικαλούσας-ενάγουσας στην πρώτη αγωγή και εναγόμενης στη δεύτερη αγωγή και στ) την από 4-2-2014 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "..." παρέμβαση της ....

Απορρίπτει την από 22-01-2010 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...".

Δέχεται την από 21 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και το διακριτικό τίτλο "....".

Συμψηφίζει στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

Δέχεται εν μέρει την από 8-6-2007 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", την από 21 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "....", καθώς και την από 4-2- 2014 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα τριάντα έξι εκατομμύρια οκτώ χιλιάδες πεντακόσια τριάντα ένα ευρώ και εξήντα έξι λεπτά (36.008.531,66 €), με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό από την πάροδο δύο μηνών από την έκδοση της αντίστοιχης εντολής πληρωμής.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ