Legislator Case Law & Legislation
711/2016 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank debt ranking, remanding case for further examination of witness testimony.

Case Number 711/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision regarding the ranking of creditors. The court found that while the lower court correctly considered most evidence, it erroneously relied on witness testimony without conducting a hearing, violating procedural safeguards. Consequently, the court set aside the portion of the judgment excluding the appellant from the creditor list and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must remand a case for retrial when the lower court's decision is based on evidence obtained without a hearing, thereby violating the right to be heard.

Keywords

AI generated
creditor ranking witness testimony hearing requirement remand for retrial procedural violation appeal against judgment court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 711/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ά.-Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.)" και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην ".... ... AE" και το διακριτικό τίτλο "...") που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νούσιο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και στην προκειμένη περίπτωση από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. ..., Α’ Δ.Ο.Υ. … και Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε…., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21/6/2010, 28/6/2010 και 9/7/2010 ανακοπές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11520/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2141/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/12/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντα στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 8-12-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2141/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία κατόπιν έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 11520/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ανακοπές αυτών κατά του ανακοπτομένου υπ’ αριθμ. .../2010 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβ/φου Βασιλικών Βασιλικής Τόλη.

Με την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση έγιναν δεκτές οι ασκηθείσες εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και μετά έρευνα των παραπάνω ανακοπών από το δικαστήριο έγιναν αυτές δεκτές κατ’ ουσίαν, μετά δε αποβολή από τον ανακοπτόμενο πίνακα του ήδη αναιρεσείοντος Ά. - Α.

Π. για το ποσό των 47.238 ευρώ (για ολόκληρο δηλαδή το ποσό στο οποίο αυτός είχε καταταγεί) και του Σ. - Π. Κ. (μη εδώ διαδίκου) για το ποσό των 63.357,27 ευρώ, κατατάχθηκαν στον ανακοπτόμενο πίνακα η 2η αναιρεσίβλητη "..." και το 3ο αναιρεσίβλητο "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ" προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, ενώ η 1η αναιρεσίβλητη "...

ΑΕ" δεν κατατάχθηκε στον πίνακα για κάποιο ποσό. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) ορθά στρέφεται και κατά της 1ης αναιρεσίβλητης λόγω της επιγενόμενης μεταξύ τους αναγκαστικής ομοδικίας, δεδομένου ότι προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης (ΑΠ 186/2016, ΑΠ 1026/2010), είναι δε παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ` ου, που έχει καταταγεί, ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, ο καθ` ου η ανακοπή οφείλει, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει), την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της (ΑΠ 1031/13, 404/03).

Αν ο καθ` ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα ή από δεδικασμένο απόφασης, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ’ ου η εκτέλεση, δεν δεσμεύουν τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν.

Οι τελευταίοι, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατάταξης, στο πλαίσιο της διεξαγομένης, κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ` ου και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως, ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο απόφασης μεταξύ του καθ` ου η ανακοπή και του καθ` ου η εκτέλεση (ΑΠ 370/2014, ΑΠ 270/2012, ΑΠ 1501/2006, ΑΠ 387/2001).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 Ν. 1545/1985 και 6 παρ 16 Ν. 2479/97, στην τρίτη τάξη της προβλεπομένης απ` αυτήν προνομιακής κατάταξης, κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις διδασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφ` όσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Ως ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίστηκε, μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια αυτού που επέβαλε την κατάσχεση ή επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 370/2014, ΑΠ 1224/2006, ΑΠ 1625/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 107/2016, ΑΠ 544/2005).

ΙΙΙ) Με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αποδεικνύουν την παροχή από αυτόν στον καθ’ ου η εκτέλεση νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη: 1) την υπ’ αριθμ. κατ. .../2007 αγωγή αυτού κατά του εντολέα του - καθ’ ου η εκτέλεση Ι. Γ. και την εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής 7077/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη. 2) την από 3-6-2005 και υπ’ αριθμ. κατ. .../2005, αίτηση κατά του "εντολέα" του Ι.

Γ. (και της συζύγου του Ά. Π.) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, με κλήση να παραστεί στη συζήτησή της. 3) την υπ’ αριθμ. 1992/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης (εκούσιας δικαιοδοσίας), από την οποία αποδεικνύεται ότι παραστάθηκε στη συζήτηση της σχετικής υπόθεσης ως πληρεξούσιος, του ανωτέρω εντολέα του. 4) την από 23-6-2006 και υπ’ αριθμ.

κατ. .../2006, αίτηση κατά του "εντολέα" του, που επιδόθηκε σ’ αυτόν, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, με κλήση για παράστασή του στη σχετική συζήτησή της, 5) την υπ’ αριθμ. 6128/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης, απ’ την οποία προκύπτει ότι παραστάθηκε στη σχετική συζήτηση ως πληρεξούσιος του καθ’ ου η εκτέλεση, 6) την υπ’ αριθμ.

κατ. .../12-10-2007 αίτηση διόρθωσης απόφασης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Γ., με κλήση για συζήτηση, 7) την υπ’ αριθμ. .../2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Θεσ/κης Ξ. Α., από την οποία προκύπτει ότι, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι. Γ., παρήγγειλε την επίδοση της υπ’ αριθμ. 7439/1-11-2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναφερόμενων αντιδίκων του, 8) την υπ’ αριθμ. .../2008 έκθεση επίδοσης της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας, από την οποία προκύπτει ότι παρήγγειλε στις 24-6-2008, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι.

Γ., την επίδοση στην "..." της, ασκηθείσας από αυτόν και με την ιδιότητά του αυτή, υπ’ αριθμ. κατ. .../2008 ανακοπής, που αφορούσε πλειστηριασμό (άλλου) ακινήτου του στην Χαλκιδική, 9) την υπ’ αριθμ. κατ. .../2008 ανακοπή ενώπιον του Μον. Πρωτ. Θεσ/κης κατά της "...", που συνέταξε και κατέθεσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι.

Γ., και αφορούσε πλειστηριασμό (άλλου) ακινήτου του στο ..., 10) την υπ’ αριθμ. .../2008 έκθεση επίδοσης της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας, από την οποία προκύπτει ότι παρήγγειλε την επίδοση, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι. Γ., της αναφερόμενης σ’ αυτή ανακοπής στην "..." με κλήτευσή της να παραστεί στη σχετική συζήτηση στη δικάσιμο της 19-6-2008, 11) την υπ’ αριθμ. 37473/2006 απόφαση του Μον.

Πρωτ. Θεσ/κης (ασφ. μέτρων), που αφορά αίτηση αναστολής πλειστηριασμού (άλλου) ακινήτου του Ι. Γ., από την οποία προκύπτει ότι είχε παραστεί στη σχετική συζήτησή της, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, 12) τις από 6-12-2007 και 18-12-2007, αποδείξεις καταβολής ποσού 400 € και 4.400 €, αντίστοιχα, που έγιναν από αυτόν, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του "οφειλέτη" Ι.

Γ., προς την αναφερόμενη πληρεξούσια δικηγόρο του "δανειστή" του Κ. Τ. προς "συμβιβαστική" εξόφληση (τμηματικά) της σχετικής οφειλής του απ’ την υπ’ αριθμ. 20422/2006 Δ/γή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, 13) την από 7-10-2008, "εξώδικη πρόσκληση και δήλωση" του εντολέα του Ι. Γ. - την οποία συνέταξε, υπέγραψε και κοινοποίησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του - προς τον Χ.

Β., δικηγόρο Θεσ/κης, ο οποίος είχε διοριστεί πραγματογνώμονας στα πλαίσια κύριας ανάκρισης σε βάρος του εντολέα του, 14) την υπ’ αριθμ. κατ. .../2006 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, την από 5-9-2006 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης (ασφ. μέτρων) ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου και την υπ’ αριθμ. Βθ6Εγχ/692 μήνυση του Μ.

Ζ. εναντίον του εντολέα του Ι. Γ., που υποβλήθηκαν για οφειλή ποσού 36.000 € περίπου του τελευταίου προς τον πρώτο, όπως και την από 28-12-2006 "απόδειξη είσπραξης", που υπογράφεται από αυτόν, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, 15) την από 25-9-2007 αίτηση που συνέταξε και κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσ/κης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι.

Γ., μετά την συμβιβαστική επίλυση διαφοράς, ώστε να ληφθεί αυτή υπόψη αρμοδίως και στην εκκρεμούσα ποινική υπόθεση, 16) τις υπ’ αριθμ. .../2008 και .../2006 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητριών Π. Μ. (Αθηνών) και Ξ. Α. (Θεσ/κης), αντίστοιχα, από τις οποίες προκύπτει ότι, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι. Γ., παρήγγειλε την επίδοση στην αντίδικο "..." της υπ’ αριθμ.

κατ. 1118Μ/2008 ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης και της υπ’ αριθμ. κατ. 46245/2006 αίτησης αναστολής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, αντίστοιχα, 17) την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../9-9-2008 αίτηση, για λογαριασμό του Ι. Γ., προς το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσ/κης για παροχή άδειας προς κατάθεση και επίδοση ανακοπής αυτού, την υπ’ αριθμ.

κατ. 36112/9-9-2008 ανακοπή ενώπιον του Μον. Πρωτ. Θεσ/κης (διαδικασία ασφ.μέτρων), που υπογράφονται από την δικηγόρο - συνεργάτιδα του Γραφείου του Π. Σ. και την από 10-10-2008 έκθεση επίδοσης της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας Ξ. Α., από την οποία προκύπτει ότι με παραγγελία της ίδιας δικηγόρου επιδόθηκε η ανακοπή αυτή στην "...

ΑΕ", 18) τα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../2007, .../2007 πιστοποιητικά βαρών του Υποθ/κείου Νεάπολης Θεσ/κης, που αναφέρονται σε τρία ακίνητα του Ι. Γ., στο ... Θεσ/κης - την υπ’ αριθμ. .../2007 Β’ Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας Έκθεσης ακίνητης περιουσίας και την υπ’ αριθμ. .../26-9-2007 Δ’ Επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/κης Χ.

Κ., την υπ’ αριθμ. .../8-4-2008 Έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Θεσ/κης Ε. Λ., με επισπεύδουσα την ..., την περίληψη της υπ’ αριθμ. ...10-7-2007 έκθεσης αναγκαστικής Κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Θεσ/κης Χ. Π., την περίληψη της υπ’ αριθμ. ...11-7-2007 Έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Θεσ/κης Χ.

Π. και την υπ’ αριθμ. ...18-9-2007 Α’ Επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου δικαστικού επιμελητή, από τα οποία προκύπτει το πλήθος των κατασχέσεων και πλειστηριασμών επί ακινήτων του Ι. Γ. εκ μέρους διάφορων πιστωτών του κατά τα έτη 2007-2009 και 19) την υπ’ αριθμ. .../1-11-2011 Ένορκη Βεβαίωση των μαρτύρων του Ε.

Ί., Χ. Β. και Λ. Β. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσ/κης, που έγινε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων.

ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η Δ. χήρα Ε. Γ. επέσπευσε σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του Ι. Γ. του Δ. αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς της ύψους 104.091,00 ευρώ προερχόμενη από την υπ’ αριθ. 993/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την υπ’ αριθ. ...11-5-2009 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Π. η επισπεύδουσα επέβαλλε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του άνω οφειλέτη της για μέρος της παραπάνω χρηματικής απαίτησής της ύψους 35.000 ευρώ επί της παρακάτω ακίνητης περιουσίας του και συγκεκριμένα επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ’ αριθ. 452 Δ’ κατηγορίας αγρού εμβαδού 10.062 τ.μ.

κειμένου στην επικοισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ... και ήδη Δ.Δ ... του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης, που περιγράφεται ειδικότερα στην έκθεση. Ημέρα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού αυτού ορίσθηκε η 1-7-2009 κατά την οποία όμως ο πλειστηριασμός αναβλήθηκε για τις 4-11-2009 με συμφωνία της επισπεύδουσας και του καθ’ ου η εκτέλεση, όπως επίσης αναβλήθηκε και κατά την μετ’ αναβολή ορισθείσα ημερομηνία.

Η επισπευδομένη εκτέλεση τελικώς ολοκληρώθηκε με την διενέργεια στις 24-2-2010 αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης συνταγείσης της υπ’ αριθ. .../24-2-2010 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Βασιλικών Βασιλικής Τόλη. Στον πλειστηριασμό αυτό αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η Κ.

Μ. και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 131.200 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν : 1) Το Ελληνικό Δημόσιο (3ο αναιρεσίβλητο) δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... για το ποσό του 1.163.153,25 ευρώ 2) Το Ελληνικό Δημόσιο (3ο αναιρεσίβλητο) δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... για το ποσό των 167.986,40 ευρώ. 3) Το Ελληνικό Δημόσιο (3ο αναιρεσίβλητο) δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ … για το ποσό των 17.362.115,11 ευρώ. ... 7) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " ...

ΑΕ" (1η αναιρεσίβλητη) για το ποσό των 118.865,39 ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. 8) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " ... ΑΕ" (2η αναιρεσίβλητη) για το ποσό του 1.636.571,60 ευρώ. 9) Ο πρώτος των καθ’ ων και ήδη πρώτος εφεσίβλητος δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σ. - Π. Κ. για το ποσό των 110.805 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων και 10) Ο δεύτερος των καθ’ ων και ήδη δεύτερος εφεσίβλητος δικηγόρος Θεσσαλονίκης Α. - Ά.

Π. (αναιρεσείων) για το ποσό των 69.000 ευρώ. Επειδή όμως το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προέβη στην σύνταξη του υπ’ αριθμ. .../25-5-2010 προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, και από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα των 131.200 ευρώ προαφαίρεσε το ποσό των εξόδων ήτοι 6.183,31 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως του δικαστικού επιμελητή Χ.

Π. και 1.583 ευρώ για την ίδια ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Σ’ ολόκληρο το ποσό του εναπομείναντος προς διανομή πλειστηριάσματος εξ 123.095,27 ευρώ η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε σύμμετρα τους εφεσίβλητους δικηγόρους προνομιακά και τυχαία και υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης των αναγγελθέντων απαιτήσεών τους προερχομένων από την παροχή εκ μέρους τους δικηγορικών υπηρεσιών προς τον καθ’ ου η εκτέλεση, ήτοι αμφότεροι ως έχοντες προνόμιο της τρίτης τάξης των γενικών προνομίων του άρθρου 975 συγκεκριμένα δε τον πρώτο των καθ’ ων το κατέταξε για το ποσό των 75.857,27 ευρώ και τον δεύτερο αυτών για το ποσό των 47.238 ευρώ εκ των οποίων για ποσό 6.000 ευρώ οριστικά και για ποσό 41.238 ευρώ τυχαία ...

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των καθ’ ων δικηγόρος Θεσσαλονίκης με την από 8-3-2010 αναγγελία του αναγγέλθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην αναγγελία του δε αυτή ανέφερε ότι έχει χρηματική αξίωση κατά του καθ ‘ ου η εκτέλεση από πάγιες περιοδικές αμοιβές για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 30-9-2007 ύψους 114.000 ευρώ, ήτοι για 57 μήνες κατά τους οποίους η μηνιαία συμφωνημένη αμοιβή του ανερχόταν στο ποσό των 2.000 ευρώ.

Επίσης, στην ως άνω αναγγελία ανέφερε ότι έχει απαίτηση κατά του καθ’ ου από πάγιες περιοδικές αμοιβές για το χρονικό διάστημα από 1-10-2007 έως 30-10-2009 ύψους 75.000 ευρώ, ήτοι για 25 μήνες κατά τους οποίους η μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν σε 3.000. Τελικώς, με την αναγγελία του αυτή προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο δηλώνει ότι αναγγέλλεται στον επίδικο πλειστηριασμό ζητώντας να καταταγεί για απαίτησή του από πάγιες περιοδικές αμοιβές για τις δικηγορικές υπηρεσίας που παρείχε προς τον καθ’ ου η εκτέλεση ύψους 69.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-10-2007 έως την 1-7-2009 που είχε ορισθεί ως ημερομηνία διενέργειας του πρώτου πλειστηριασμού, δηλαδή για απαιτήσεις της τρίτης τάξης των γενικών προνομίων.

Προς απόδειξη της άνω αναγγελθείσας απαίτησής του ο δεύτερος των καθ’ ων προσκόμισε την από 18-9-2009 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο καθ’ ου η εκτέλεση να του καταβάλλει το ποσό 72.000 ευρώ για δικηγορικές εργασίες που του παρείχε με πάγια περιοδική αμοιβή ανερχόμενη στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-10-2007 έως 1-10-2009 για το λόγο ότι ο τότε εναγόμενος ηρνείτο να του καταβάλλει την συμφωνηθείσα αμοιβή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε στην συνέχεια η υπ’ αριθ. 32.159/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή στο σύνολό της. Η κρίση δε του Δικαστηρίου για την ουσιαστική βασιμότητα αυτής βασίσθηκε μόνο στην ομολογία της ιστορικής βάσης της αγωγής εκ μέρους του τότε εναγομένου, έγινε δε δεκτή αυτή στο σύνολό της και αναγνωρίστηκε ότι ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλλει στον δεύτερο των καθ’ ων το ποσό των 72.000 ευρώ για την παραπάνω αιτία.

Από τα άνω όμως αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδεικνύεται ότι η απαίτηση αυτή του καθ’ ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητου για την οποία αναγγέλθηκε στον ως άνω πλειστηριασμό προέρχεται από υπηρεσίες του τελευταίου προς τον καθ’ ου η εκτέλεση στο πλαίσιο της ασκήσεως αμιγώς δικηγορικής λειτουργίας με πάγια περιοδική αμοιβή.

Και τούτο γιατί ο εφεσίβλητος αυτός εν όψει της αμφισβήτησης της απαιτήσεως του και του προνομίου του εκ μέρους των ανακοπτόντων όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη της απαίτησής του αυτής και του προνομίου, πλην όμως δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο προς απόδειξη της άνω απαιτήσεως του και του προνομίου του, αλλά προσκομίζει μόνο την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της οποία όμως η αποδεικτική δύναμη ανατρέπεται από το περιεχόμενο των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών.

Ειδικότερα, η ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυς ανταποδείξεως που πρότεινε ο δεύτερος των καθ’ ων δεν αναφέρει οποιαδήποτε συγκεκριμένη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια στην οποία προέβη ο καθ’ ου η ανακοπή για λογαριασμό του καθ’ ου η εκτέλεση στα πλαίσια της έμμισθης εντολής την οποία αυτός ισχυρίζεται ότι είχε συναφθεί μεταξύ τους Αντίθετα αυτή αόριστα αναφέρει πως ο δεύτερος των καθ’ ων απασχολείτο από τον καθ’ ου η εκτέλεση με πάγια περιοδική αμοιβή, η σύμβαση δε αυτή παροχής νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών ήταν άτυπη, δεν είχε γίνει οποιαδήποτε σχετική αναγγελία στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει την επί εξαετία παροχή νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών εκ μέρους του δευτέρου των καθ’ ων προς των καθ’ ου η εκτέλεση χωρίς ποτέ ο τελευταίος να του καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή που ανερχόταν μάλιστα στο επίδικο χρονικό διάστημα της διετίας στο ποσό των 3.000 ευρώ ως ισχυρίζεται.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του δευτέρου των καθ’ ων περί παροχής νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική εντολή δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο εκτός από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. 20.658/2008 και υπ’ αριθ. 29.978/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ’ αριθ. 1249/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκαν με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως από τις ως άνω μόνο αποφάσεις δεν μπορεί να αποδειχθεί η αξίωσή του από πάγιες περιοδικές αμοιβές, ως ισχυρίζεται, αφού άλλωστε δεν είναι δυνατόν να αμείβεται κάποιος με πάγια περιοδική αμοιβή ύψους 3.000 ευρώ για να προβεί σε τρεις μόνο δικαστικές ενέργειες σε διάστημα δύο ετών και σε ουδεμία εξωδικαστική ενέργεια, δoθέvτoς ότι από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει το αντίθετο.

Άλλωστε κατά τη διάταξη του άρθρου 63 Α παρ. 8 του ΝΔ 3026/1954 ο καθ’ ου η εκτέλεση είχε υποχρέωση να αναγγείλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο την σχετική σύμβαση παροχής δικηγορικών και νομικών υπηρεσιών εκ μέρους του δευτέρου των καθ’ ων , πλην όμως δεν προσκομίζεται η σχετική σύμβαση αλλά και ούτε η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αναγγελία.

Τέλος από το γεγονός ότι ο δεύτερος των καθ’ ων παρείχε στο άνω διάστημα δικηγορικές και νομικές υπηρεσίες στον καθ’ ου η εκτέλεση κάθε φορά που παρίστατο ανάγκη προς τούτο δεν μπορεί εξ αυτού και μόνο να συναχθεί ότι είχε συναφθεί μεταξύ αυτών σύμβαση παροχής δικηγορικών και νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή.

Άλλωστε και η ίδια η μάρτυς αποδείξεως δεν καταθέτει ότι ο εν λόγω εφεσίβλητος παρίστατο για λογαριασμό του καθ’ ου η εκτέλεση ως δικηγόρος αμειβόμενος με πάγια περιοδική αμοιβή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η αναγγελθείσα απαίτηση του δευτέρου των καθ’ ων, που ενσωματώνει η άνω απόφαση, προέρχεται από πάγιες περιοδικές αμοιβές για παροχή νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών προς τον καθ’ ου η εκτέλεση λαβούσα χώρα την τελευταία διετία πριν τον αρχικό πλειστηριασμό καθώς και ότι η αναγγελθείσα αυτή απαίτησή του απολαμβάνει του γενικού προνομίου του άρθρου 975§3 Κ.Πολ.Δ.

εσφαλμένα αυτός έχει καταταγεί από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο προνομιακά για το άνω ποσό των 47.238 ευρώ εκ των οποίων για ποσό 6.000 ευρώ οριστικά και για ποσό 41.238 ευρώ τυχαία.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η άνω απαίτηση του δευτέρου των καθ’ ων και ήδη δευτέρου εφεσίβλητου υπάγεται στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ. έσφαλε. Με βάση τα ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε τις ανακοπές και δέχθηκε τις απαιτήσεις και το προνόμιο των εφεσίβλητων, κατέταξε δε αυτούς συμμέτρως στον προσβαλλόμενο πίνακα τον μεν πρώτο ..., τον δε δεύτερο αυτών για ποσό των 47.238 ευρώ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό και ο μοναδικός λόγος των ένδικων εφέσεων που στρέφεται κατά του κεφαλαίου αυτού της εκκαλουμένης απόφασης ελέγχεται βάσιμος.

Συνακόλουθα πρέπει οι ένδικες εφέσεις να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και στην ουσία τους και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την κατάταξη των εφεσίβλητων, πρέπει να κρατηθούν και να δικασθούν οι υποθέσεις να γίνουν δεκτές οι ένδικες ανακοπές και να αποβληθεί ... ο δεύτερος των εφεσίβλητων ...

από τον προσβαλλόμενο πίνακα για το άνω ποσό των 47.238 ευρώ, στο οποίο έχει καταταγεί ..." V) Από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, παρά την περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον σχετικό αναιρετικό λόγο με αριθμούς 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 15, 16 (μόνο όσον αφορά στην υπ’ αριθμ. .../2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Π.

Μ.) και 17 έγγραφα. Και αυτό διότι το Εφετείο, κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων, ρητά δέχεται ότι κατά την κρίσιμη διετία (1-7-2007 - 1-7-2009) ο αναιρεσείων τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί παροχής στον καθ’ ου η εκτέλεση και πελάτη του Ι. Γ. νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική εντολή ήταν τρεις αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκαν με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (υπ’ αριθμ. 20.658/2008 και 29.978/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και υπ’ αριθμ. 1249/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής) και ότι αυτός σε ουδεμία εξωδικαστική ή άλλη δικαστική ενέργεια προέβη κατά το κρίσιμο διάστημα ούτε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει το αντίθετο.

Από τις παραδοχές όμως αυτές, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το Δικαστήριο σε ουδεμία μνεία ή αξιολόγηση προβαίνει σχετικά με τις αναφερόμενες στα αμέσως παραπάνω έγγραφα ενέργειες του αναιρεσείοντος, ως πληρεξουσίου του καθ’ ου η εκτέλεση Ι. Γ., κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, διατηρούνται αμφιβολίες για το αν τα έγγραφα αυτά ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο.

Το δε γενόμενο, επίσης, δεκτό από το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων στο κρίσιμο διάστημα παρείχε στον καθ’ ου η εκτέλεση δικηγορικές και νομικές υπηρεσίες κάθε φορά που παρίστατο ανάγκη, δημιουργεί τουλάχιστον ασάφεια σχετικά με την λήψη ή μη υπόψη των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον έρχεται σε αντίθεση ως προς το δεχόμενο αρχικά από το Δικαστήριο ότι τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία ήταν οι τρεις αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Περαιτέρω, όσον αφορά στα υπ’ αριθμούς 1 και 19 έγγραφα, από την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατά τον σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα έγγραφα αυτά. Ειδικά δε όσον αφορά στην υπ’ αριθμ. .../1-11-2011 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων (έγγραφο υπ’ αριθμό 19), η οποία ρητά μνημονεύεται στην απόφαση, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθη υπόψη χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται και η μαρτυρία καθενός μάρτυρα ξεχωριστά.

Όσον δε αφορά τα λοιπά έγγραφα αλυσιτελώς προβάλλεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, εφόσον αυτά δεν αναφέρονται στην κρίσιμη διετία και ως εκ τούτου δεν έχουν έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με τον ίδιο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αβασίμως αιτιάται επίσης το Εφετείο ότι φέρεται να έλαβε υπόψη καταθέσεις μαρτύρων των αντιδίκων του (αναιρεσιβλήτων) ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μολονότι αυτοί δεν εξέτασαν μάρτυρες στον Α’ βαθμό δικαιοδοσίας.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι και εκεί ανακόπτοντες πράγματι δεν εξέτασαν μάρτυρες στο ακροατήριο. Από το γεγονός όμως και μόνο ότι το Εφετείο αναφέρει, προφανώς από παραδρομή, ότι έλαβε υπόψη "τους μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης", δεν σημαίνει και ότι έλαβε υπόψη ανύπαρκτες καταθέσεις.

Κατόπιν αυτών, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος κατ` ουσία και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία για το 3ο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο θα είναι μειωμένα, κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ.

Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2141/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέβαλε τον αναιρεσείοντα από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατά το καταταγέν ποσό των 47.238 ευρώ.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ίδιο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, εκ των οποίων το 3ο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει ποσό μόνο τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ