Legislator Case Law & Legislation
711/2014 AI generated

Appeal dismissed for non-appearance; court ruled defendant's absence prevented proper examination of procedural grounds.

Case Number 711/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding property rights. The appellant failed to appear at the hearing, preventing the court from examining whether the appeal was admissible under specific procedural rules. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to the appellant's absence and ordered the costs to be paid by the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure; Article 143(3), 104, 96(1) of the Code of Civil Procedure: If a party does not appear at the hearing, the Supreme Court examines ex officio whether the hearing was expedited by the opposing party; if so, it investigates whether the absent party was legally summoned. If the summons was not served or served illegally, the hearing is declared inadmissible and the case is remitted.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-appearance hearing legal summons ex officio examination procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 143(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 711/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Τ. Κ. του Ν., κατοίκου ... , 2)Γ. Κ. του Ν., συζ. Ι. Γ., κατοίκου ... , 3) Ε. Κ. του Ν., συζ. Α. Λ. , κατοίκου ... , ως κληρονόμων της Χ. χας Ν. Κ., το γένος Χ. Τ. και 4) Ε. Κ. του Ν. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πασχάλη Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2007 αγωγή του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Χ. χας Ν. Κ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κανδάνου και συνεκδικάστηκε με την από 10-5-2008 προσεπίκληση σε παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανάγνωσε την από 3-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1,2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στο δικηγόρο που υπογράφει αυτήν, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος αυτού για τη σχετική υπόθεση και ως εκ τούτου μπορεί να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται στο διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την ίδια υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνηση της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από την ... /18-07-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων … την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια των τελευταίων στον Ι.

Σφακιωτάκη ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που έχει υπογράφει την αίτηση αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής, Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος ως εάν ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Η ταυτόχρονη συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων σωματικού και πνευματικού είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος νομής.

Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Περαιτέρω φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δε βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και την δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σ' αυτό κάθε στιγμή, Αν λείπει όμως το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνον κατοχή ως απλή φυσική εξουσία επί του πράγματος, που συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μετεγγύηση κλπ.).

Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, η αποβολή τρίτου που το κατέλαβε. Για την συνδρομή ή μη των παραπάνω στοιχείων, που απαιτούνται για τη διατήρηση της νομής, κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση περιστατικά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του.

Επειδή κατά το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον ίδιο λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται, τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, 28/1998, ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 10/2011).

Ο λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχική ενάγουσα, δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων, Χ. χήρα Ν. Κ., είχε στη νομή της κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος ενάγων και ήδη τέταρτος εφεσίβλητος, Ε.

Κ. , κατά το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου, ένα ακίνητο που βρίσκεται στη συνοικία "…" στον οικισμό …, έκτασης 914, 72 τμ, εντός του οποίου υφίσταται παλαιά ισόγεια οικία, εμβαδού 129, 14 τμ. με υπόγειο και συνορεύει.............Η αρχική κατέστη συννομέας κατά το ως άνω ποσοστό της στο ανωτέρω ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /5-12-1952 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Χανίων Εμμανουήλ Κονταδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα..........., ενώ ο τέταρτος εφεσίβλητος κατέστη συννομέας κατά το άνω δικό του ποσοστό επί του ακινήτου, λόγω άτυπης δωρεάς προς αυτόν από τον πατέρα του Ν.

Κ. κατά το έτος 1976 και έκτοτε και για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, νέμεται αυτό συνεχώς και αδιάλειπτα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Η ως άνω αρχική ενάγουσα, κατοικούσε στο ανωτέρω ακίνητο ως την ημέρα του θανάτου της (24-9-2010), ενώ ο τέταρτος εφεσίβλητος κατοικούσε σε αυτό μέχρι το 1986, οπότε μετοίκησε στα Χανιά, ωστόσο εξακολουθεί να το επισκέπτεται τακτικά.

Το επίδικο αποτελεί τμήμα του ως άνω ακίνητου έκτασης 80, 45 τμ, Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αρχική ενάγουσα και ο τέταρτος εφεσίβλητος, ασκούσαν από πολλά χρόνια πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου και είχαν τη θέληση να εξουσιάζουν ως κύριοι αυτό, εκτελώντας πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, είχαν δε ανά πάσα στιγμή την εποπτεία του και τη δυνατότητα της φυσικής εξουσίας σ' αυτό.

Συγκεκριμένα, εναπόθεταν καυσόξυλα για τη σόμπα της ως άνω οικίας τους, στάθμευαν τον γεωργικό ελκυστήρα τους και τοποθετούσαν εκεί και τα εξαρτήματα του, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που λήφθησαν σε ανύποπτα χρονικά διαστήματα (1998, 2001, 2003). Αντίθετα, οι Ε. χήρα Ι. Λ. και Ε. και Μ.

Λ., δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αγόρασε από αυτούς το προς τα βορειοδυτικά ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /28-11-2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Χανίων Βαρβάρας Μόφορη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ουδέποτε είχαν στη νομή και κατοχή τους το συγκεκριμένο ακίνητο. Άλλωστε, η μάρτυρας του εκκαλούντος, Ι.

χήρα Ι. Κ. , δεν ανέφερε καμία συγκεκριμένη πράξη νομής των δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος επί του επιδίκου ακινήτου, αλλά αντιθέτως κατέθεσε σχετικά ότι "οι Λ. δεν καλλιεργούσαν τίποτα, το επίδικο δεν φυτευόταν ποτέ, δεν έκαναν ποτέ τίποτα στο επίδικο". Επομένως, οι εφεσίβλητοι με την ταυτόχρονη συνύπαρξη των στοιχείων corpus και animus, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απέκτησαν τη νομή του επιδίκου, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου λόγων έφεσης του εκκαλούντος.

Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών μόλις απέκτησε το ως άνω ακίνητο, το Δεκέμβριο του έτους 2006, έσπευσε να κατασκευάσει τοιχίο από μπετόν ύψους ενός μέτρου και περίφραξη από συρματόπλεγμα ανατολικά και βόρεια του επιδίκου, αποβάλλοντας τους εφεσίβλητους από την άσκηση της νομής τους επί του ως άνω επίδικου τμήματος.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επαναπροβάλλει ως λόγο έφεσης ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν να καταθέσουν την ένδικη αγωγή τους με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι δεν θα το πράξουν και ως εκ τούτου προχώρησε στην έκδοση οικοδομικής άδειας, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται από την συμπεριφορά του ιδίου, από τα οποία, ενόψει και της αδρανείας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης τούτου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος-εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη περί αποβολής από τη νομή αγωγή των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε, αφού στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν ότι δηλαδή οι ενάγοντες κατείχαν το επίδικο ακίνητο με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι, συνεχώς πλέον των είκοσι ετών από το 1976, τοποθετούσαν σ' αυτό καυσόξυλα, τα εξαρτήματα του γεωργικού ελκυστήρα τους, που στάθμευαν στο επίδικο τα οποία πραγματικά περιστατικά και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Επίσης ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα προαναφερόμενα περιστατικά, τα οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της καταχρηστικής ένστασης δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 974 ΑΚ, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθώς και της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ δια της παραλείψεως της εφαρμογής της είναι αβάσιμοι.

Ο πρώτος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που είχε, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, επικαλεσθεί πρωτοδίκως ο αναιρεσειων, ως εναγόμενος με τις προτάσεις του της Πρωτοβάθμιας δίκης προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης της καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, την οποία επανέφερε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα ότι: "α) θέλησαν να παραπλανήσουν τη Δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι είχαν αποκτήσει προστατευταίο δικαίωμα σύννομης επικαλούμενοι στην ένδικη αγωγή τους ως διακατοχικές πράξεις τους επί του επιδίκου την στάθμευση του τρακτέρ του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων έμπροσθεν του επίδικου ακινήτου, β) με την απόκρυψη του γεγονότος ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν 1 μ.

περίπου χαμηλότερα από το επίπεδο του επαρχιακού δρόμου, το δε δικό τους ακίνητο βρίσκεται σήμερα 1,80 μ. χαμηλότερα του ίδιου δρόμου, γ) στην ανατολική πλευρά του ακινήτου μου υπήρχε ανέκαθεν πέτρινο τοιχίο διαχωριστικό της ιδιοκτησίας μου αυτής και των προς την πλευρά αυτή ιδιοκτησιών τρίτων, δ) κατασκεύασα τοιχίο και τοποθέτησα πάνω σ' αυτό περίφραξη συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό το επίδικο, ε) οικοδόμησα με νόμιμη οικοδομική άδεια τριώροφη οικοδομή επί του ακινήτου που αγόρασα, όπου κατοικώ, με αυλή το επίδικο, στο οποίο έχω εγκαταστήσει παιδότοπο για τις ανάγκες και την ψυχαγωγία των ανήλικων τέκνων μου, στ) απέκτησα το εν λόγω ακίνητο με συμβολαιογραφική αγοραπωλησία και με τοπογραφικό, και δεν θα διανοούμουνα ποτέ να καταλάβω και να οικοδομήσω εδαφικό τμήμα εμβαδού 80 τ.μ.

περίπου, που δεν θα μου ανήκε και δεν θα το είχα αγοράσει, δοθέντος ότι πρόκειται για οικόπεδο εντός οικισμού και στο πλέον κομβικό σημείο του οικισμού …." Ο λόγος αυτός, κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, εφ' όσον αν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το αριθμ. 8 περ.

β λόγο, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον στους περιοριστικώς περιλαμβανόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων ή κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δε περιλαμβάνεται και η λήψη ή μη λήψη υπόψη πραγμάτων κατά την έννοια του άρθρου 8 Κ.Πολ.Δ.

Παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικογράφου της έφεσης, ο εκκαλών-αναιρεσείων με σχετικό λόγο αυτής διατύπωσε παράπονα για την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, επικαλούμενος προς θεμελίωση αυτής για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, χωρίς την επίκληση της συνδρομής του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης για τον οποίο δε συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος καθ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αρ.1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστήριο της ουσίας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στον κανόνα του άρθρου 974 ΑΚ, στη συνδρομή των όρων του οποίου στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθ' όσον με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν δικαίωμα σύννομης στο επίδικο ακίνητο επειδή εναπόθεταν σ' αυτό καυσόξυλα, καθώς και τα εξαρτήματα του γεωργικού τους ελκυστήρα, τον οποίο στάθμευαν στο επίδικο, ενώ οι πράξεις αυτές συνιστούν απλή χρήση του επιδίκου, περιστασιακή και μάλιστα σ' ότι αφορά την τοποθέτηση των καυσόξυλων αφού αυτή γινόταν σε μικρό τμήμα του επιδίκου μια ή δύο φορές το χρόνο, η δε στάθμευση του παραπάνω οχήματος είχε προσωρινό χαρακτήρα, αφού ο τέταρτος των αναιρεσειόντων κύριος αυτού κατοικεί στα Χανιά μόνιμα δηλαδή σε απόσταση 80 χιλιομέτρων μακριά από το επίδικο και δε δικαιολογούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τη φυσική εξουσία του επιδίκου με διάνοια κυρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον τα παρατιθέμενα συμπεράσματα δεν έχουν το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος και δε χρησιμοποιήθηκαν κατά την υπαγωγή στον παραπάνω κανόνα πραγματικών περιστατικών, αλλά η μη χρησιμοποίηση τους ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Με τον ίδιο λόγο κατά το πρώτο μέρος, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια συνιστάμενη στο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο χωρίς αιτιολογία διαφορετικά με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων κατά τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ περιστατικών, την οποία εφάρμοσε δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τη σύννομη του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον στους περιοριστικούς περιλαμβανόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων ή κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν περιλαμβάνεται και η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης επειδή δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/1012, παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 133/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ