Legislator Case Law & Legislation
711/2010 AI generated

Forced Sunday work violates public order; employer must pay Sunday premium under unjust enrichment principles.

Case Number 711/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's decision regarding Sunday work compensation. The employer worked the employee on Sundays without pay, violating statutory public order rules that mandate Sunday rest and Sunday premiums. The court held that the employer must pay the Sunday premium based on the employee's actual minimum wage, not the amount calculated by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of Law 435/1976, Article 10 of Decree 748/1966, Circular 8900/1956; Sunday work violating public order mandates payment of Sunday premium via unjust enrichment principles.

Keywords

AI generated
Sunday work prohibition unjust enrichment principles Sunday premium calculation public order violation minimum wage standards

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of Law 435/1976
Article 10 of Decree 748/1966
Circular 8900/1956
Article 904 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας), είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού του άρθρου 904 επ. ΑΚ.- Η ωφέλεια αυτή υπολογίζεται επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα.

Αριθμός 711/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 συζ. Χ2, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ψαρρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 532/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5196/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι, εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ, παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.

Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανέλεγκτα, αναφορικά με την αξίωση της αναιρεσίβλητης για αποζημίωσή της λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, τα ακόλουθα:

Στις 30-10-1999 η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) προσέλαβε την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με προφορική σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου για να εργαστεί σε περίπτερό της ως πωλήτρια αντί μηνιαίου μισθού 240.000 δρχ. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1-11-1999 έως 21-3-2004 η ενάγουσα εργάστηκε συνεχώς και αδιαλείπτως στο άνω περίπτερο της εναγομένης προσφέροντας προσηκόντως τις υπηρεσίες της, απασχολούμενη και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, εργαζόμενη και την Κυριακή, χωρίς να τυγχάνει αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας.

Ο μηνιαίος μισθός που η εναγομένη κατέβαλλε στην ενάγουσα ανερχόταν στα ακόλουθα ποσά: α) το χρονικό διάστημα από 1-11-1999 έως 31-12-2000 στο ποσό των 240.000 δρχ. ή 704,33 ευρώ, β) το χρονικό διάστημα από 1-12-2001 έως 31-12-2001 στο ποσό των 300.000 δρχ. ή 880,41 ευρώ και γ) το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 21-3-2004 στο ποσό των 1.000 ευρώ. Οι παραπάνω καταβαλλόμενοι στην ενάγουσα μηνιαίοι μισθοί ήταν μεγαλύτεροι από τα γενικά κατώτατα όρια του μισθού υπαλλήλου χωρίς προϋπηρεσία και άγαμου, όπως είναι η ενάγουσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις (ΕΓΣΣΕ).

Η ενάγουσα εργάστηκε όλες τις Κυριακές του επίδικου χρονικού διαστήματος, χωρίς η εναγομένη να της καταβάλει καμία αμοιβή και χωρίς να της χορηγήσει άλλη αναπληρωματική συνεχόμενη ημέρα ανάπαυσης. Επομένως, λόγω της παροχής από την ενάγουσα εργασίας κατά τις ημέρες αυτές, γεννιέται αξίωση απόδοσης της ωφέλειας της εναγομένης κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία ωφέλεια, προκειμένου για την ενάγουσα που αμειβόταν με μηνιαίο μισθό, υφίσταται εκ μόνου του γεγονότος της απασχόλησής της κατά την αναπληρωματική ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, αφού και σε περίπτωση μη απασχόλησης αυτής η εναγομένη υπείχε υποχρέωση από τη σύμβαση να καταβάλλει ακέραιο το μηνιαίο μισθό της, χωρίς δηλαδή να αφαιρέσει απ' αυτόν το ποσό που αναλογεί στις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Η ωφέλεια δε αυτή συνίσταται στο μισθό τον οποίο η εναγομένη θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ίδιες κατά τα λοιπά συνθήκες. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπολόγισε την αποζημίωση λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης στο 1/25 των καταβαλλόμενων και υπέρτερων αποδοχών της και όχι με βάση τις νόμιμες αποδοχές της ειδικότητάς της ως άγαμης και χωρίς προϋπηρεσία υπαλλήλου, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις ισχύουσες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από 18-5-1998, 23-5-2000, 15-4-20002, 15-4-2002 και των ετών 2004-2005 ΕΓΣΣΕ, η οποίες έχουν εφαρμογή ελλείψει ειδικής κλαδικής ΣΣΕ.

Έτσι, όμως, που υπολόγισε την αποζημίωση της αναιρεσίβλητης για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις και είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5196/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αντίστοιχο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ