Supreme Court dismisses appeal on interest claim, ruling procedural withdrawal does not erase substantive debt obligation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering them to pay legal costs. The appellants argued that their withdrawal of the lawsuit should negate the defendant's liability for default interest. The court held that while the withdrawal extinguished the lawsuit procedurally, the defendant's obligation to pay interest for the delay in service of process remained a substantive debt independent of the lawsuit's existence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 345 of the Civil Code; The withdrawal of a lawsuit does not extinguish the debtor's obligation to pay default interest arising from the service of process, as such interest constitutes a separate debt independent of the litigation itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 711 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 711/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία .
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1027/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2073/2000, 6081/2006 μη οριστικές, 1783/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή τους και τους από 24 Νοεμβρίου 2008 κύριους και 20 Ιανουαρίου 2009 συμπληρωματικούς πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3.7.2008 αίτησης αναίρεσης και του από 24.11.2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται από του από 20 Ιανουαρίου 2009 δικογράφου συμπληρωματικών προσθέτων λόγων αναίρεσης και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την εις το ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης προφορική δήλωση του νομίμου διορισθέντος πληρεξουσίου Δικηγόρου των αναιρεσειόντων ότι παραιτείται από το δικόγραφο των από 20-1-2009 συμπληρωματικών προσθέτων λόγων αναίρεσης (βλ. τα ταυτάτιθμα πρακτικά), πρέπει να κηρυχθεί η δίκη επί του ίδιου δικογράφου ως καταργημένη (άρθρ. 573 παρ. 1, 294, 297, 299 του Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο να περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς, ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ. 43/1990).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και 2 και 3 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλων ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.
Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.
Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομα του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση.
Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Από αυτά παρέπεται, ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονoμηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό (ΑΠ 1550/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1783/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 11.1.1993 απεβίωσε στην Αθήνα ο σύζυγος της ενάγουσας ΑΑ. Αυτός ως συνταξιούχος στις Η.Π.Α. λάμβανε σύνταξη η οποία κατατίθετο στον ... κοινό προθεσμιακό λογαριασμό που διατηρούσε με τους εναγομένους, ανηψιούς του Χ1 και Χ2, χωρίς την ύπαρξη των όρων του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 5638/1932.
Σ' αυτόν που ανοίχθηκε στις 20.12.1989 είχαν κατατεθεί από 7.1.1990 μέχρι 31.12.1992 60.327,05 δολλάρια Η.Π.Α. Από το ποσό αυτό οι εναγόμενοι 50.000 δολλάρια τα μετέτρεψαν σε λίρες Αγγλίας, ήτοι σε 29.388,44 λίρες, ενώ το υπόλοιπο το μετέφεραν σ' άλλο κοινό λογαριασμό. Οι τελευταίοι στις 30.12.1992 ήτοι προ του θανάτου του συγκαταθέτη τους, ανέλαβαν ολόκληρο το πόσό που περιείχε ο λογαριασμός (...) ήτοι 29.546,20 λίρες Αγγλίας, όπως είχε διαμορφωθεί.
Ο αποβιώσας στις 11.3.1993 ΑΑ, δυνάμει της από 3.1.1993 ιδιόγραφης διαθήκης του, διέθεσε την ακίνητη περιουσία του. Η διαθήκη αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 148/723α/142 ΔΘ/1993 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, κρίθηκε γνήσια και ισχυρή κατόπιν τελεσίδικης απόρριψης, με την 3948/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου της από 2.6.2994, με αριθ.
κατ. 7217/2004, αγωγής αναγνώρισης ακυρότητας, που είχε ασκήσει η ενάγουσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ΑΑ, που δεν είχε κατιόντες, ως προς την κινητή του περιουσία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα, σύζυγό του, κατά ποσοστό 2/4, εξ αδιαιρέτου και τους ΒΒ και ΓΓ, αμφιθαλείς αδελφούς του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα (άρθρα 1814 και 1820 Α.Κ.).
Το ως άνω κατατεθέν στον κοινό λογαριασμό ποσό των 29.546,20 λιρών Αγγλίας, αποδείχθηκε, ότι προέρχεται, όπως και προαναφέρεται από χρήματα που ανήκαν αποκλειστικά στον ΑΑ και προέρχονται από τις καταθέσεις τραπεζικών επιταγών της σύνταξης που λάμβανε αυτός από τις Η.Π.Α. ποσού 716,75 δολλαρίων Η.Π.Α. μηνιαίως.
Για το αμφισβητούμενο αυτό πραγματικό γεγονός πειστική για το Δικαστήριο είναι η κατάθεση του μάρτυρα ΔΔ, που ανενδοίαστα κατέθεσε για τα αμέσως παραπάνω, ενισχύεται δε η κατάθεση αυτή από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ήτοι έγγραφα και τις εξώδικες ομολογίες των εναγομένων, που έλαβαν χώρα ενώπιον άλλων δικαστηρίων, όπως στις από 8.12.1994 έγγραφες προτάσεις του πρώτου εναγομένου στη δίκη ακύρωσης της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης.
Συνεπώς η ενάγουσα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της ΑΑ κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, έχει αξίωση κατά των εναγομένων, που ανέλαβαν τα χρήματα της εν λόγω κοινής κατάθεσης, συνολικού ποσού εκ 14.773,10 λιρών Αγγλίας, και έναντι καθενός εξ αυτών ύψος 7.386,55 λιρών Αγγλίας". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά την κύρια βάση της μετά την προηγηθείσα από το ίδιο Εφετείο με την υπ' αριθ. 2073/2000 απόφασή του (κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης) εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την ίδια κύρια βάση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, και 489, 491, 493, 1710 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι η ανάληψη από τον κοινό ένδικο λογαριασμό (που προερχόταν από χρήματα ανήκοντα αποκλειστικά στο θανόντα σύζυγο της αναιρεσίβλητης, που εκληρονόμησε εξ αδιαθέτου κατά τα 2/4), έγινε πριν από το θάνατό του από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού αναιρεσείοντες, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του κοινού λογαριασμού και της ανάληψης του προϊόντος του πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της αναιρεσίβλητης, δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αβάσιμα επίσης γίνεται η επίκληση πλημμέλειας εκ των διατάξεων των άρθρων 932 και 933 του ΑΚ που δεν εφαρμόζονται.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου και το δεύτερο πρόσθετο λόγο με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος έκτος λόγος αναίρεσης κατά την σε αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για την ανάληψη των χρημάτων του ένδικου κοινού λογαριασμού εκ μέρους των αναιρεσειόντων πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσείοντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το γεγονός ότι ενώ η ανάληψη έγινε πράγματι πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου του λογαριασμού συζύγου της αναιρεσίβλητης δεν δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής της τελευταίας, είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης αφού έκρινε ότι: "οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν το κεφάλαιο του ένδικου κοινού λογαριασμού μετά το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό που δεν προέβαλε ούτε η τελευταία με την ένδικη αγωγή της".
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της πιο πάνω δήθεν παραδοχής της προσβαλλόμενης (ανάληψη μετά το θάνατο), ενώ τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη, η οποία, αντίθετα δέχθηκε ότι η ανάληψη έγινε στις 30-12-1992, πριν από το θάνατο του συζύγου της αναιρεσίβλητης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον ίδιο αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά ορθή εκτίμηση του πρώτου μέρους του από τον αριθμό 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την προσκομισθείσα βεβαίωση της Τράπεζας Citibank, από την οποία προέκυπτε ότι ο ένδικος κοινός λογαριασμός έκλεισε στις 30-12-1992 και προ του θανάτου του ΑΑ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση της πιο πάνω δήθεν παραδοχής της προσβαλλόμενης (ανάληψη μετά το θάνατο), ενώ τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη, στην οποία αντίθετα περιλαμβάνεται η παραδοχή, σύμφωνα και με το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, ότι ο λογαριασμός έκλεισε πριν από το θάνατο.
Με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προέκυπτε ότι δεν επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες οποιαδήποτε αγωγή του θανόντος ΑΑ από τις 30-12-1992, που έκλεισε ο ένδικος κοινός λογαριασμός, μέχρι του θανάτου του στις 11-1-1993.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της δήθεν εφαρμογής στην προκειμένη ένδικη περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 932 και 933 του Α.Κ, που όμως δεν εφαρμόστηκαν.
IV. Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 9 και 12 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο: α) δεν ερεύνησε την αίτηση των αναιρεσειόντων για επίδειξη εγγράφων από τα οποία θα αποδεικνυόταν η ανάληψη από τον ένδικο κοινό λογαριασμό πριν από το θάνατο του συζύγου της αναιρεσίβλητης και συνδικαιούχου και β) χωρίς απόδειξη κατέληξε στην παραδοχή της ανάληψη από αυτούς των χρημάτων μετά το θάνατο του ΑΑ. Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση της πιο πάνω δήθεν παραδοχής της προσβαλλόμενης (ανάληψη μετά το θάνατο), ενώ τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη, που δέχθηκε ότι η ανάληψη από τους αναιρεσείοντες (συνδικαιούχους) έγινε πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της αναιρεσίβλητης.
V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 40, 345, 346 ΑΚ, 215 εδ. α και 1 παρ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια μεν της δίκης διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη, ο οποίος οφείλει δικονομικούς τόκους (αρθ. 346 ΑΚ), ως όχληση δε να καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (αρθ. 340, 345 ΑΚ), όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της ασκήσεως της αγωγής, η οποία τέτοια συνέπεια δεν έχει, αλλά της όχλησης, που και όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλεια της έναντι της αγωγής αποβάλλει.
Η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ γενομένη παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, έχουσα ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων, που επήλθαν με και από την άσκηση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης. Γιατί το μνημονευθέν από την παραίτηση αποτέλεσμα αναφέρεται μεν στην άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξης, δεν αφορά όμως και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης κατά το μέρος, κατά το οποίο η επίδοση του έχει χαρακτήρα οχλήσεως, ανεξάρτητης από την επίδοση ως διαδικαστική πράξη, παρά την υλική σύμπτωση τους (Ολ.ΑΠ 13/1994).
Έτσι, αν ο ενάγων ασκήσει κατά του εναγομένου πλην του Ελληνικού Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., όπου οι προϋποθέσεις της τοκογονίας είναι διαφορετικές (Ολ.ΑΠ 7/2000), καταψηφιστική αγωγή, με την οποία ζητεί να του καταβάλει χρηματική αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της και επιδώσει αντίγραφο της αγωγής αυτής στον οφειλέτη, κατά τη συζήτηση δε της αγωγής περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ο εναγόμενος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, η οποία έχει τον παραπάνω χαρακτήρα της όχλησης (340 ΑΚ), συνεπαγομένης κατά τα ανωτέρω την οφειλή τόκων υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ) (ΑΠ 1672/2001).
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, με την κρινομένη αγωγή της, που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, ζήτησε την καταψηφιστική επιδίκαση του ένδικου ποσού, και ότι ακολούθως, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, με τον περιορισμό δε αυτό δεν εξέλιπε η επίδοση της αγωγής ως όχληση δημιουργική υπερημερίας των αναιρεσειόντων και οφειλής για αντίστοιχους τόκους, σύμφωνα με το άρθρο 345 του Α.Κ, τους οποίους και επιδίκασε επί του κεφαλαίου του απαίτησης από την επίδοση της αγωγής, δεν παραβίασε, καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 του ΑΚ, 215 παρ. 1, 223 παρ. 1, 295 παρ. 1, 70 και 79 του ΚΠολΔ και συνεπώς είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς το από 20-1-2009 συμπληρωματικό δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 3-7-2008 αίτηση και το από 24-11-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1783/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ