Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of procedural grounds and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding a securities transaction dispute. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific legal grounds, but the Supreme Court found the lower court's reasoning was clear, consistent, and addressed all contested issues. Consequently, the appeal was dismissed because the appellant did not meet the strict statutory requirements for overturning a final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(8), 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if the lower court's decision lacks legal basis, contains contradictory or insufficient reasoning on a decisive issue, or failed to consider a specific legal objection raised by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 711 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 711/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5478/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8156/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Μαΐου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσαγόμενη ......... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ........., αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως αφού αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο, μέρος δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από ........ σύμβαση παραγγελίας, που συνομολογήθηκε εγγράφως στην Αθήνα μεταξύ της εκκαλούσας, που είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία και μέλος του ΧΑΑ, και του εφεσιβλήτου, ο οποίος ενδιαφερόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε μετοχές ανώνυμων εταιριών, που είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο, ο εφεσίβλητος, ενεργώντας ως παραγγελέας, ανέθεσε στην εκκαλούσα, που ενεργούσε ως παραγγελιοδόχος, να προβαίνει κατά τους όρους της λειτουργίας του ΧΑΑ στην αγορά και την πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων στο όνομα της και για λογαριασμό αυτού.
Οι εντολές του εφεσιβλήτου προς την εκκαλούσα για την ενέργεια των ως άνω συναλλαγών μπορούσαν να δοθούν κατά τη μνησθείσα σύμβαση "με κάθε πρόσφορο τρόπο, προφορικώς, εγγράφως, τηλεφωνικώς, μέσω τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (FAX) και μέσω άλλων ηλεκτρονικών μέσων (INTERNET-E-ΜAIL)". Η εκκαλούσα εταιρεία με την από .......
σύμβαση που συνήψε εγγράφως στην Αθήνα με την ανώνυμη εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία "ΓΝΩΣΗ ΑΕΛΔΕ", ανέθεσε σ' αυτήν να διαβιβάζει τις εντολές ενδιαφερόμενων πελατών για την ενέργεια των προαναφερθεισών συναλλαγών, καθόσον με τον τρόπο αυτό επιτυγχανόταν ενιαίος τρόπος στη διαβίβαση των εντολών προς αυτήν και πληρότητα στα απαιτούμενα στοιχεία, όσον αφορά το είδος, την ποσότητα και την τιμή των χρηματιστηριακών πραγμάτων, που επρόκειτο να γίνουν αντικείμενο χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Μετά την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής ο εφεσίβλητος επέλεξε, ύστερα από σχετική υπόδειξη της εκκαλούσας εταιρίας, να διαβιβάζει τις εντολές προς την τελευταία μέσω της μνησθείσας ΑΕΛΔΕ, καθόσον ο τρόπος αυτός συντελούσε στην αποφυγή λαθών κατά τη διατύπωση και τη διαβίβαση των εντολών και στον αποκλεισμό κάθε ζημίας αυτού από σχετικά γεγονότα.
Η επιλογή δε αυτή του εφεσιβλήτου εξακολούθησε να ισχύει και κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεδομένου ότι δεν είχε αποκλεισθεί από την ενδεικτική απαρίθμηση του σχετικού όρου της καταρτισθείσας με την εκκαλούσα συμβάσεως (όρος Γ1), που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο, ούτε αντίκειται προς τη θεσμοθετηθείσα πρακτική του ΧΑΑ και λειτουργία των ΑΕΛΔΕ.
Στις 20-3-2000 ο εφεσίβλητος διαβίβασε προς την εκκαλούσα μέσω της άνω ΑΕΛΔΕ μεμονωμένες εντολές για την πώληση α) 1.000 μετοχών της εταιρίας "ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ", β) 500 μετοχών της εταιρίας "ΕΥΔΑΠ", γ) 1.000 μετοχών της εταιρίας "ΙΝΤΕΡΤΕΚ", δ) 1.000 μετοχών της εταιρίας "ΠΑΝΑΦΟΝ", ε) 510 μετοχών της εταιρίας "UNISOFT" και στ) 440 μετοχών της εταιρίας "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ (ΔΟΛ)" και καθόρισε τις τιμές διάθεσης αυτών.
Κατά την ίδια ημέρα της 20-3-2000, ο εφεσίβλητος διαβίβασε προς την εκκαλούσα μέσω της ίδιας ΑΕΛΔΕ μεμονωμένες εντολές για την αγορά α) 1.000 μετοχών της εταιρίας "ΑΘΗΝΑ", β) 1.000 μετοχών της εταιρίας "ΕΚΤΕΡ", γ) 2.000 μετοχών της εταιρίας "ΕΞΕΛΙΞΗ", δ) 3.000 μετοχών της εταιρίας "ΕΠ[ΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ", ε) 1.500 μετοχών της εταιρίας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ", στ) 1.000 προνομιούχων μετοχών της ίδιας εταιρίας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ" και ζ) 1.000 μετοχών της εταιρίας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ" και καθόρισε και τις τιμές κτήσης αυτών.
Ο εφεσίβλητος διατείνεται ότι οι εντολές δεν ήταν μεμονωμένες, αλλ' υπήρξε μια και ενιαία εντολή, που τελούσε υπό την αίρεση της διάθεσης όλων των πωλούμενων μετοχών και σκοπούσε στην αντικατάσταση όλων αυτών, αλλ' ο ισχυρισμός αυτός δεν προσεπιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλ' αντιθέτως αναιρείται από το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε καθορίσει τις τιμές των διατιθέμενων προς πώληση και προοριζόμενων για αγορά μετοχών (βλ.
το υπ' αριθμ. ......... έγγραφο της Διευθύνσεως Συναλλαγών του ΧΑΑ) και από την εφαρμοζόμενη πρακτική του ΧΑΑ, που προϋποθέτει, για την πραγματοποίηση καθεμίας συναλλαγής, την ικανοποίηση "του κριτηρίου ταύτισης με αντίθετη εντολή", που καθιστά αμφίβολη την πραγματοποίηση της συναλλαγής και απροσδιόριστο το χρόνο πραγματοποίησης αυτής, έτσι ώστε να μη τυγχάνει δεδομένη η αγορά των επιλεχθησόμενων μετοχών.
Κατά τη συνεδρίαση του ΧΑΑ της 20-3-2000 η εκκαλούσα εταιρία εισήγαγε στο ΧΑΑ τις ανωτέρω εντολές του εφεσιβλήτου κατά το χρόνο λήψης αυτών από την προαναφερθείσα ΑΕΛΔΕ και κατόπιν ικανοποίησης του μνησθέντος κριτηρίου επιτεύχθηκαν οι πωλήσεις των άνω μετοχών στις καθορισθείσες από τον εφεσίβλητο τιμές, εκτός από τις μετοχές της εταιρίας "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ (ΔΟΛ)", καθόσον ως προς αυτές δεν επιτεύχθηκε η ικανοποίηση του άνω κριτηρίου, ελλείψει ισόποσης αντίθετης εντολής.
Επίσης, κατά την ίδια συνεδρίαση επιτεύχθηκε η αγορά όλων των επιλεγεισών από τον εφεσίβλητο μετοχών στις καθορισθείσες από αυτόν τιμές. Από τη διάθεση των άνω μετοχών η εκκαλούσα εισέπραξε για λογαριασμό του εφεσιβλήτου το ποσό των 24.412.127 δραχμών και για την αγορά των προαναφερθεισών μετοχών διέθεσε για λογαριασμό του εφεσιβλήτου το ποσό των 26.845.000 δραχμών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ποσά αυτά δεν αμφισβητούνται. Έτσι η κίνηση του λογαριασμού του εφεσιβλήτου από την πραγματοποίηση των συναλλαγών αυτών στο ΧΑΑ κατά την 20-3-2000 εμφανίζει, συνυπολογιζομένων και των εξόδων από 21.179 δραχμές και της προμήθειας της εκκαλούσας από 144.225 δραχμές, χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του από (26.845.000+21.179+144.225-24.412.127=) 2.598.277 δραχμές, που αντιστοιχεί σε 7.625,17 ευρώ και έπρεπε να καταβληθεί, κατά την συμφωνία, στις 22-3-2000.
Για το γεγονός αυτό η εκκαλούσα ενημέρωσε μέσα στην προβλεπόμενη από τη σύμβαση προθεσμία τον εφεσίβλητο, αλλ' ο τελευταίος αρνείται να προβεί στην πληρωμή του κατά τα άνω οφειλόμενου ποσού. Η διεξαγωγή της άνω υποθέσεως του εφεσιβλήτου από την εκκαλούσα εταιρεία κατά τη συνεδρίαση του ΧΑΑ της 20-3-2000 είναι σύννομη και συνάδει απόλυτα, προς την ισχύουσα στο ΧΑΑ πρακτική και δεν αντίκειται στους όρους της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως και των διαβιβασθεισών σ' αυτήν εντολών και έτσι δεν διαγιγνώσκεται πλημμελής από μέρους της εκκαλούσας εκπλήρωση της παροχής της καθόσον αυτή επέδειξε, όπως αποδείχθηκε, την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή της υποθέσεως αυτής και δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε πταίσμα.
Περαιτέρω, η άσκηση της αξιώσεως της εκκαλούσας, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο δεν υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια, που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ".
Με βάση τα όσα ως άνω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αν οι εντολές του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρεία για πώληση των μετοχών ήσαν μεμονωμένες ή υπήρχε μια ενιαία εντολή, αιτιολογίες οι οποίες δεν περιέχουν αντιφάσεις ενώ, περαιτέρω, περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο δεύτερος, μέρος πρώτο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την προταθείσα από αυτόν ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο την έλαβε υπόψη της και την απέρριψε. Τέλος, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος δεν παραβιάστηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο αντίθετος δεύτερος, μέρος τρίτο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2005 αίτηση του ............ για αναίρεση της 8156/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ