Legislator Case Law & Legislation
710/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability for breach of contract and unjust enrichment claims.

Case Number 710/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by individual plaintiffs and a company against the Third Instance Court of Athens. The plaintiffs argued that the lower court failed to properly assess civil liability based on breach of contract and unjust enrichment, yet the court found the appeal inadmissible because the primary claim's rejection rendered these supplementary grounds unnecessary. Consequently, the court ruled that the lower court's decision did not require further examination of these specific legal bases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 81, 82 of the Treaty on European Union; Articles 1, 2, 2a of Law 703/1977; Articles 281, 298, 914, 919, 937 of the Civil Code: When the acceptance of the main claim's rejection renders supplementary civil liability grounds unnecessary, the appellate court need not examine them to ensure uniform EU law application.

Keywords

AI generated
civil liability breach of contract unjust enrichment appellate review supplementary grounds rejection of main claim Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 710/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) …, 4) Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δάφνη Κουτσούκη, που ανακάλεσε την από 29/9/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Σ. Κ. του Β., 4) Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη, που ανακάλεσε την από 26/9/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2013 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1861/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3892/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 20/12/2022 αίτησή τους και τους από 10/9/2024 πρόσθετους λόγους αυτής και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 9/1/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την παραδοχή της από 20/12/2022 αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και την απόρριψη της από 9/1/2023 αιτήσεως, η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 9/1/2023 αιτήσεως και την απόρριψη της από 20/12/2022 αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ` άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 313/2023,ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 1582/2022, ΑΠ 851/2021,ΑΠ 670/2020,ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 836/2019).Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και επειδή έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, των:

Α) από 20-12-2022 (1176/21-12-2022) και Β) από 9-1-2023 (21/11-1-2023) αντίθετων αιτήσεων για αναίρεση της 3892/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και μετά από εξαφάνιση της 1861/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την από 6-11-2013 αγωγή, από διαφορά μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε για την αγορά ποσοτήτων αγελαδινού γάλακτος και του τιμήματος που έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτούς, μετά τον προσδιορισμό του τελευταίου από το δικαστήριο κατά δίκαιη κρίση και από αδικοπραξία των εναγόντων-εφεσιβλήτων-αντεκκαλούντων,εκ των οποίων οι δεύτερη, τέταρτος, και ένατος είναι οι ήδη πρώτη, δεύτερος και τέταρτος των αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσιβλήτων της δεύτερης αναίρεσης, ενώ ο ήδη τρίτος αναιρεσείων της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσίβλητος της δεύτερης αναίρεσης,υπεισήλθε στη δικονομική θέση του πέμπτου των εναγόντων-εφεσιβλήτων λόγω του επισυμβάντος θανάτου του μετά την άσκηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσείουσας της δεύτερης αναίρεσης.

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, με τις αιτήσεις αναίρεσης, παραδεκτώς κατ'άρθρο 553 παρ.2 ΚΠολΔ συμπροσβάλλεται, με την άνω 3892/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και η 194/2020 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν.

Οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης άσκησαν παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 10-9-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 13/9/2024 (βλ.υπ'αριθμ.11901/13-9-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ευάγγελου Έξαρχου), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023,ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο. Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου αυτού που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, σε περίπτωση αμφιβολίας, με δίκαιη κρίση, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία.

Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται μόνο στις συμβατικές ενοχές. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατά την έκταση, το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο καταβολής, το είδος, το βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επίσης, όρο εφαρμογής του άρθρου αυτού αποτελεί όχι μόνο η ύπαρξη της αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση, με τη σύμβαση, της συμπλήρωσής της, δια του προσδιορισμού της παροχής, σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε έναν ή περισσότερους, ενώ ο προσδιορισμός της παροχής είναι δυνατό να συμφωνηθεί ότι επαφίεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλομένους.

Από τη διατύπωση του δεύτερου εδαφίου του άρθρου αυτού προκύπτει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτον) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του συμβαλλομένου ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη, ή αν βραδύνει, ή αρνείται, ή αδυνατεί προς τούτο.

Ακόμη, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται, ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν ελέγχει απλώς το δίκαιο ή άδικο της κρίσης του συμβαλλομένου ή του τρίτου που προέβη στον προσδιορισμό της παροχής, αλλά, αν κρίνει αυτήν άδικη, υπεισέρχεται στη θέση εκείνου που είχε το δικαίωμα προσδιορισμού της παροχής, αντικαθιστώντας την άδικη κρίση με δίκαιη, όπως ακριβώς έπρεπε να πράξει ο δικαιούμενος από τη σύμβαση κατά τον προσδιορισμό της παροχής (ΑΠ 839/2024,ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1118/2018, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 1354/2015, ΑΠ 110/2015).

Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 371 ΑΚ, η οποία είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη, υπό την έννοια ότι διαμορφώνει τη συμβατική σχέση, ανατρέχοντας, ως προς τον προσδιορισμό, με δίκαιη κρίση, της αόριστης παροχής, στο χρόνο ισχύος της (ΑΠ 839/2024,ΑΠ 1254/2022).

Ως δίκαιη κρίση, ή κρίση αγαθού ανδρός, θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για το σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση, όπως, για παράδειγμα, ο επιδιωκόμενος με τη σύμβαση σκοπός των μερών ή η αντιπαροχή που έχει συνομολογηθεί (ΑΠ 839/2024,ΑΠ 756/2023, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 2119/2014).

Συνεπώς, η έλλειψη ή μερική γνώση (αντικειμενικών) κριτηρίων για τον προσδιορισμό της παροχής καθιστά δίχως άλλο αναγκαία την εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ, όταν από τα μέρη ανατέθηκε σε ένα συμβαλλόμενο μέρος ή σε τρίτον ο προσδιορισμός της παροχής, εφόσον τότε πρόκειται για αόριστη παροχή. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της γνώσης μεν από τα συμβαλλόμενα μέρη των αντικειμενικών κριτηρίων που συμφωνήθηκαν για να αποτελέσουν τη βάση για τον προσδιορισμό της παροχής, τα οποία ωστόσο δεν αρκούν, κατά τη βούληση των μερών ή από τη φύση του πράγματος, για τον εκ των προτέρων πλήρη προσδιορισμό της παροχής και συμφωνείται η ανάθεση του δικαιώματος προσδιορισμού σε ένα συμβαλλόμενο μέρος.

Κρίσιμο μέγεθος στην τελευταία περίπτωση δεν είναι η υπάρχουσα γνώση των κριτηρίων, αλλά η κατά τη βούληση των μερών, παρά τη γνώση των αντικειμενικών κριτηρίων, αδυναμία, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, προσδιορισμού της παροχής (ΑΠ 839/2024,ΑΠ 1114/2018).Εξάλλου, το π.δ. 166/2003 που άρχισε να ισχύει από τις 5-6-2003 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο γέννησης των επίδικων απαιτήσεων, με το οποίο έλαβε χώρα η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, της 29ης-6-2000, σκοπούσε στην καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, οι δε διατάξεις του εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή (άρθρο 2) και στην περίπτωση "καθυστέρησης πληρωμής", δηλαδή της μη τήρησης της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής (άρθρο 3 παρ. 2).

Ως "εμπορική συναλλαγή", κατά την έννοια του διατάγματος αυτού, νοείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά και κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρο 3 παρ. 1). Ως "επιχείρηση" δε, νοείται κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο (άρθ. 3 παρ. 1 εδ.

β'). Στο άρθρο 4 του π.δ/τος ορίζεται ότι: "1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:

α) Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β) Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας.

γ) Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ) Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παρ. 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.

Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.

Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες ...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για τις οφειλές από "εμπορική συναλλαγή", κατά την έννοια του διατάγματος, δηλαδή από συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων από παροχή αγαθών που έλαβε χώρα μετά τις 5-6-2003, ημερομηνία έναρξης ισχύος του π.δ/τος 166/2003 και καθ' όσο χρονικό διάστημα αυτό ίσχυε (δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4152/2013, με την υποπαρ.

Ζ.14 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του οποίου ορίστηκε ότι το π.δ. 166/2003 καταργείται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι διατάξεις όμως του π.δ/τος παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του), η επιχείρηση που οφείλει να καταβάλει το τίμημα ή την αμοιβή από την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, καθίσταται υπερήμερη και οφείλει τόκους υπερημερίας τριάντα (30) ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών ή την τυχόν προβλεπόμενη για την προμήθεια διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου και όχι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής ή αγωγής, της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα τράπηκε σε αναγνωριστικό, το δε οφειλόμενο ποσό τόκων υπερημερίας υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που προβλέπεται στο προαναφερόμενο διάταγμα (ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 766/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή, η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία. Είναι, όμως, δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1115/2015).

Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν, όμως, εφόσον αλληλοκαλύπτονται, να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη, εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (ΑΠ 862/2020, ΑΠ 1354/2015, ΑΠ 737/2011).

Επιπλέον, κατά το άρθρο 919 του Α.Κ., όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη), αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και, παρά ταύτα, αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.

Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επιμέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης επαγγελματικής, οικονομικής, επιστημονικής δραστηριότητας. Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξεως, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΟλΑΠ 13/1999).Περαιτέρω, στο άρθρο 81 § 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2009, πριν δηλαδή την τροποποίησή του με το άρθρο 101 της συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007, ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής..". Στην παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 "για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ορίζεται ότι "Οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές, κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν, επίσης, το άρθρο 81 της συνθήκης, στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές..".

Στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 703/1997 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 2000/1991, ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύονται πάσαι αι συμφωνίαι μεταξύ επιχειρήσεων, πάσαι αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής ενηρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, αι οποίαι έχουν ως αντικείμενον ή αποτέλεσμα την παρακώλυσιν, τον περιορισμόν ή την νόθευσιν του ανταγωνισμού ιδία δε αι συνιστάμενοι εις:

α) τον άμεσον ή έμμεσον καθορισμόν των τιμών αγοράς ή πωλήσεων ή άλλων όρων συναλλαγής, β) τον περιορισμόν ή τον έλεγχον της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) την κατανομήν των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) την εφαρμογήν άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές εις το εμπόριον, κατά τρόπον που να δυσχεραίνεται η λειτουργία του ανταγωνισμού, ιδίως δε εις την αδικαιολόγητην άρνησιν πωλήσεως, αγοράς ή συναλλαγής, ε) εις την εξάρτησιν συνάψεως συμβάσεως πωλήσεως από την αποδοχήν εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων προσθέτων παροχών που από τη φύσιν τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενον των συμβάσεων αυτών".

Η παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 (η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3784/2009) συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τρόπο, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ "αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση, που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απόρριψης άλλης βάσης ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα, μόνο μετά από την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή την απόρριψη της προηγούμενης βάσης ή αιτήματος (ΑΠ 951/2023, ΑΠ 1579/2022, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1625/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1026/2022). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως επίσης και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό που προτάθηκε, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1093/2022).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995).

Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023,ΑΠ 2092/2022, ΑΠ706/2022).

3. Με τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της πρώτης αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, κατ' ορθή νοηματική τους εκτίμηση, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε ό,τι αφορά το κύριο αίτημα της αγωγής για την έναρξη της τοκογονίας της αξίωσης καταβολής του υπολειπόμενου τιμήματος πώλησης, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας:

παραβίασε ευθέως, με τη ψευδή ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341 και 345 ΑΚ, 2,3,4 του ΠΔ 166/2003 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2000/35/ΕΚ της 20-6-00 για την καταπολέμηση τω καθυστερήσεων στις εμπορικές συναλλαγές", σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,2,3 της ανωτέρω Οδηγίας 2000/35/ΕΚ και τις αρχές της αποτελεσματικότητας και υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, βάσει των οποίων οφείλονται τόκοι από την παρέλευση τριάντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι αυτοί ιστορούσαν τα ακόλουθα: "Ότι με άτυπες συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας αόριστου χρόνου, τις οποίες είχαν καταρτίσει με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα), η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στον τομέα της παραγωγής, επεξεργασίας και διάθεσης γαλακτοκομικών προϊόντων στην ελληνική και διεθνή αγορά, διέθεταν στην τελευταία ποσότητες φρέσκου αγελαδινού γάλακτος από τις μονάδες εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων, τις οποίες αυτοί διατηρούσαν.

Ότι, ειδικότερα, διέθεταν στην εναγομένη ποσότητες γάλακτος, η πρώτη εξ αυτών, Χ. Δ., από το έτος 2003 έως τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2007, ο δεύτερος εξ αυτών, Β. Κ., από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2007, ο Σ. Κ. (ο οποίος ήδη έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζει ο υιός του και τρίτος εξ αυτών Β.

Κ.) από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003 έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2007,και ο τέταρτος εξ αυτών, Τ. Σ., από τον μήνα Μάιο του έτους 2004 έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2007. Ότι ο προσδιορισμός της τιμής του γάλακτος χωρούσε μονομερώς, χωρίς διαπραγμάτευση από την εναγομένη, η οποία εφάρμοζε κριτήρια άγνωστα σε αυτούς (ενάγοντες), ενώ οι ίδιοι ελάμβαναν γνώση της τιμής μονάδος του γάλακτος κατά την ημέρα της πληρωμής, η οποία αφορούσε στις ποσότητες γάλακτος που είχαν πωληθεί κατά τον εκάστοτε προηγούμενο μήνα.

Ότι η τιμή του γάλακτος είχε προσδιοριστεί σε πολύ χαμηλά και πάντως "μη εύλογα" επίπεδα, τα οποία δεν επέτρεπαν την επίτευξη "ευλόγου" κέρδους και εν τέλει έθεταν σε κίνδυνο και αυτή τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους, κυμαινόταν δε κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας μεταξύ 0,34 € και 0,29 € ανά κιλό γάλακτος, ενώ οι τελικές τιμές καταναλωτή κατά την αυτή χρονική περίοδο (2000 - 2007) κυμαίνονταν αναφορικά με το φρέσκο γάλα μεταξύ 1,17 € και 1,57 € ανά λίτρο γάλακτος.

Ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το διάστημα από 2000 - 2007 η τιμή παραγωγού αντιστοιχούσε σε ποσοστό 49,5% της τελικής τιμής καταναλωτή. Ότι την τιμή αυτή, η οποία υπολείπεται της πραγματικά οφειλόμενης τιμής, επέβαλε μονομερώς η εναγομένη σ' αυτούς, εκμεταλλευόμενη, αφενός μεν, την υπερέχουσα διαπραγματευτική θέση και την οικονομική εξάρτησή τους από αυτήν, αφετέρου δε, το γεγονός της ύπαρξης συμφωνίας (ήδη από το έτος 2001) μεταξύ αυτής και άλλων γαλακτοβιομηχανιών, με βάση την οποία αυτές καθόριζαν την τιμή παραγωγού, έχοντας μάλιστα προβεί σε κατανομή περιοχών, ώστε να καθίσταται ανέφικτη η μεταφορά των κτηνοτρόφων από τη μια βιομηχανία στην άλλη (πρακτική "καρτέλ"), όπως διαπιστώθηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού με την υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφασή της.

Ότι η μη καταβολή εύλογης τιμής, η οποία κατέστησε τις επιχειρήσεις τους μη βιώσιμες, αντίκειται στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού και στα χρηστά ήθη, συνιστά δε καταχρηστική άσκηση της συμβατικής ελευθερίας και απαγορευμένη εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης και της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία αυτοί (ενάγοντες) βρίσκονταν έναντι της αντισυμβαλλομένης τους, δεδομένου ότι δεν είχαν ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Ότι εξαιτίας της μη καταβολής σ' αυτούς της εύλογης τιμής κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, υπέστησαν οικονομική ζημία, συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ της τιμής που καταβλήθηκε, όπως αυτή εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, και της εύλογης τιμής, την οποία έπρεπε να λαμβάνουν και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, έπρεπε να καθοριστεί στο ποσό των 0,50 € ανά κιλό πωλούμενου γάλακτος, άλλως στο ποσό των 0,45 € ανά κιλό πωλούμενου γάλακτος, άλλως στο ποσό των 0,40 € ανά κιλό πωλούμενου γάλακτος, λαμβανομένων υπόψη ιδίως της αποκλειστικής συνεργασίας τους με την εναγομένη και των αυξημένων λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεών τους, ώστε να καλύπτεται το κόστος παραγωγής και να επιτυγχάνεται ένα ελάχιστο επιχειρηματικό κέρδος για τους κτηνοτρόφους.

Ότι η διαφορά αυτή ανέρχεται για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα: α)για την πρώτη εξ αυτών, Χ. Δ., η οποία πώλησε στην εναγομένη συνολικώς 903.566 κιλά γάλακτος και εισέπραξε 269.582,62 ευρώ, στο συνολικό ποσό των ευρώ 182.200,38 ευρώ (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,50 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των ευρώ 137.022,08 (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,45 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των ευρώ 91.843,78 (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό),β) για τον δεύτερο εξ αυτών, Β.

Κ., ο οποίος πώλησε στην εναγομένη συνολικώς 1.412.602 κιλά γάλακτος και εισέπραξε το ποσό των ευρώ 554.990,38, στο συνολικό ποσό των ευρώ 151.310,62 (με βάση ευρώ 0,50 ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των ευρώ 80.680,52 (με βάση υπολογισμού το ποσόν των 0,45 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των ευρώ 10.050,42 (με βάση υπολογισμού το ποσόν των 0,40 ευρώ ανά κιλό), γ)για τον Σ.

Κ. (ο οποίος ήδη έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζει ο υιός του και τρίτος εξ αυτών Β. Κ.), ο οποίος πώλησε στην εναγομένη συνολικώς 403.233 κιλά γάλακτος και εισέπραξε το ποσό των ευρώ 161.167,27, στο συνολικό ποσό των ευρώ 70.449,23 (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,50 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των 47.287,58 ευρώ (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,45 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των 24.125,93 ευρώ (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό), και δ) για τον τέταρτο εξ αυτών, Τ.

Σ., ο οποίος πώλησε στην εναγομένη συνολικώς 835.567 κιλά γάλακτος και εισέπραξε το ποσό των ευρώ 263.671,34 ευρώ, στο συνολικό ποσό των 154.112,16 ευρώ (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,50 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των 112.333,71 ευρώ (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,45 ευρώ ανά κιλό), άλλως στο συνολικό ποσό των 70.555,46 ευρώ (με βάση υπολογισμού το ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό).Ότι η αξίωσή τους για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της εύλογης τιμής για την αγορά αγελαδινού γάλακτος και της τιμής που καταβλήθηκε, θεμελιώνεται, κυρίως μεν, στη σύμβαση πώλησης, ως αξίωση εκπλήρωσης της παροχής, ειδικότερα δε (ως αξίωση) καταβολής του οφειλόμενου υπόλοιπου τιμήματος, μετά τον προσδιορισμό της τιμής παραγωγού κατά δίκαιη κρίση, κατ' άρθρο 371 ΑΚ, επικουρικά δε, συνιστά αξίωση από αδικοπραξία (914 ΑΚ σε συνδυασμό 297, 298 ΑΚ) που οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων α) 281,288,919 ΑΚ, β) επικουρικότερα 81 ΣυνθΕΚ, 1 του νόμου 703/1977, γ) ακόμη επικουρικότερα, 82 ΣυνθΕΚ, 2 του νόμου 703/1977, δ) ακόμη επικουρικότερα, 2α του νόμου 703/1977.

Ότι συνεπεία της προαναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης που συνιστά αδικοπραξία, επικουρικά δε, προσβολή της προσωπικότητάς τους, εξαιτίας της οποίας ζημιώθηκε η επιχείρησή τους και επλήγη κατά βάναυσο τρόπο το δικαίωμα συμμετοχής τους στην αγορά, υπέστησαν ηθική βλάβη, η οποία αποτιμάται στο δίκαιο και εύλογο ποσό των 70.000 €, για έκαστο των εναγόντων-αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων.

Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά α)του οφειλόμενου υπόλοιπου τιμήματος νομιμότοκα από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου αγοράς/πώλησης, αλλιώς από 1η Ιανουαρίου για το οφειλόμενο ποσό της λήξασας χρήσης, αλλιώς από την επομένη της 15-2-2008(επίδοση της από 13-2-2008 εξώδικης όχλησης),αλλιώς από την επομένη επίδοσης της όμοιας από 23-12-2008 αγωγής τους, αλλιώς από την επομένη επίδοσης της ένδικης αγωγής και β)της χρηματικής ικανοποίησης από την επομένη της 15-2-2008(επίδοση της από 13-2-2008 εξώδικης όχλησης),αλλιώς από την επομένη επίδοσης της όμοιας από 23-12-2008 αγωγής τους, αλλιώς από την επομένη επίδοσης της ένδικης αγωγής".

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, το αίτημα των εναγόντων περί αναγνώρισης της οφειλόμενης διαφοράς του τιμήματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 513 ΑΚ, εντόκως, από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, αλλιώς από την όχληση της εναγομένης τόσο εξωδίκως όσο και με την προγενέστερη καταψηφιστική τους αγωγή, καθό μέρος αυτή θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, ήτοι κατά την κύρια βάση της, είναι μη νόμιμο,ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η απόφαση του Δικαστηρίου που είναι προσδιοριστική της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων, είναι διαπλαστικού χαρακτήρα με αναδρομική δύναμη, και πριν τον προσδιορισμό αυτό δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από τη μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 345 ΑΚ για υποχρέωση του οφειλέτη σε πληρωμή τόκων υπερημερίας, αλλά ούτε και οι ανωτέρω επικαλούμενες υπό των εναγόντων διατάξεις των άρθρων 341 ΑΚ και του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/35/ΕΚ.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε μη νόμιμο το παραπάνω αίτημα των εναγόντων για έναρξη της τοκογονίας της οφειλόμενης διαφοράς του τιμήματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ από την παρέλευση τριάντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης του ενδίκου χρονικού διαστήματος, αφενός μεν, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341, 345 ΑΚ, 2, 3, 4 του π.δ/τος 166/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, όσον αφορά την παρεπόμενη αυτή αξίωση των τόκων, αφετέρου δε, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 346 και 371 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις τους, και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ,με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

4.Με τον πρώτο λόγο της δεύτερης αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού της παροχής ως αόριστης, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, διότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η παροχή ήταν αόριστη και ότι ο προσδιορισμός της ανατέθηκε στην ελεύθερη κρίση της αναιρεσείουσας-εναγομένης.

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της δεύτερης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 371 και 372 ΑΚ, διότι με βάση τις παραδοχές του, ότι ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στην απόλυτη κρίση της αναιρεσείουσας-εναγομένης και ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες το αποδέχθηκαν αδιαμαρτύρητα, είχε καταρτιστεί νέα μη αόριστη πλέον σύμβαση.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της πρώτης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή νοηματική του εκτίμηση, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αίτημα καταβολής του υπολειπόμενου τιμήματος πώλησης, την έναρξη της τοκογονίας και της παραγραφής, οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το δικαστήριο της ουσίας:

α) ευθέως παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 81, 82 ΣυνθΕΚ (νυν 101, 102 ΣΛΕΕ), 1, 2 του νόμου 703/1977 (νυν 1, 2 του νόμου 3959/2011), 914, 937 ΑΚ,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 250 αρ.15,251 και 253 ΑΚ, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής τους, β) υπό την εκδοχή ότι εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, ψευδώς τις ερμήνευσε και τις εφάρμοσε και γ) υπό την εκδοχή ότι δεν έλαβε υπόψη την συρρέουσα αξίωση αποζημίωσης, ερειδόμενη στο άρθρο 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 81, 82 ΣυνθΕΚ (νυν 101, 102 ΣΛΕΕ), 1, 2 του νόμου 703/1977 (νυν 1, 2 του νόμου 3959/2011), 2α του νόμου 703/1977, 914, 919 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη πράγμα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επιπροσθέτως, με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου της πρώτης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 371,513 επ. ΑΚ και υπό την εκδοχή ότι τις εφάρμοσε, αυτές των άρθρων 298,281,914,919 ΑΚ,81 ΣυνθΕΚ,1 Ν.703/1977,διότι με ανεπαρκείς, ασαφείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, δέχθηκε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ποσοτικοποίησης του συνολικά οφειλόμενου τιμήματος πώλησης ή της ζημίας ότι η αναιρεσίβλητη σε σχέση με τον δεύτερο αναιρεσείοντα οφείλει για το χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως και 2007 το ποσό των 9.672,41 ευρώ.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες (η 2η,ο 4ος,ο 9ος εξ αυτών ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι και ο αρχικώς 5ος εξ αυτών στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο ήδη 3ος αναιρεσείων-αναιρεσίβητος), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, διατηρούσαν μονάδες εκτροφής γαλακτοπαραγωγικών αγελάδων στην περιοχή της Κοζάνης.

Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία(ήδη αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα), κατά τον ίδιο χρόνο, δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον τομέα της παραγωγής και διαθέσεως στην ελληνική αγορά φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος και εν γένει γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων. Δυνάμει ατύπων ατομικών συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας γάλακτος, αορίστου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων και της ανωτέρω εναγομένης εταιρείας και δη..., τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, ..., τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα, τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003 όσον αφορά στον πέμπτο ενάγοντα, ...και τον μήνα Μάιο του έτους 2004 όσον αφορά στον ένατο ενάγοντα, οι ενάγοντες ανέλαβαν να πωλούν και παραδίδουν αποκλειστικά στην εναγομένη εταιρεία, το παραγόμενο στη μονάδα εκτροφής εκάστου, αγελαδινό γάλα.

Οι ενάγοντες - παραγωγοί γάλακτος, προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει έναντι της εναγομένης, συνέλεγαν και διατηρούσαν το παραγόμενο γάλα σε παγολεκάνες, τις οποίες τους προμήθευε η εναγομένη εταιρία, η δε τελευταία, παραλάμβανε τις παραδιδόμενες από αυτούς (ενάγοντες) ποσότητες γάλακτος, με δικό της όχημα, καθημερινά, αφού προηγούμενα υπάλληλοι αυτής ελάμβαναν δείγμα του πωληθέντος γάλακτος.

Κατά την παραλαβή εκάστης ποσότητος γάλακτος, ο οδηγός του οχήματος της εναγομένης, εξέδιδε δελτίο αποστολής, το δε τίμημα της πωλήσεως κατέβαλε η εναγομένη στους ενάγοντες, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός,για την συνολική ποσότητα πωληθέντος γάλακτος του αμέσως προηγουμένου μηνός, ότε και εξεδίδετο το αντίστοιχο τιμολόγιο πωλήσεως, άλλοτε από τον παραγωγό και άλλοτε από την εναγομένη.

Τα δελτία αποστολής και τα έντυπα του μετρητή, καταχωρίζονταν σε καρτέλα των εναγόντων - παραγωγών, την οποία τηρούσε η εναγομένη. Η τιμή πωλήσεως των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος από τους ενάγοντες στην εναγομένη, δεν καθορίσθηκε επαρκώς και εξ αρχής από τους συμβαλλομένους, αλλά ανατέθηκε στην εναγομένη εταιρία, η οποία όφειλε να προσδιορίσει την τελική τιμή της, υπ' αυτής, αγοράς του πωλούμενου γάλακτος από τους ενάγοντες, λαμβάνοντας ως δεδομένη μια βασική τιμή, η οποία ήταν διαφορετική ανά περιοχή, με συνεκτίμηση των κάτωθι παραγόντων:

α) της ποιότητας του γάλακτος, β) της παραδιδόμενης ποσότητας, γ) της αποστάσεως της μονάδας εκάστου εκ των εναγόντων - παραγωγών από το σταθμό συγκεντρώσεως γάλακτος, δ) του μεγέθους της κτηνοτροφικής μονάδας εκάστου των εναγόντων, ε) των προοπτικών αναπτύξεως της μονάδας και στ) της εποχικότητος. Καθ' όσον αφορά στον καθορισμό της ποιότητας του γάλακτος, κρίσιμα στοιχεία αποτελούσαν η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και λίπη, η μικροβιολογική κατάσταση και τα περιεχόμενα στο γάλα σωματικά κύτταρα.

Για την παρακολούθηση των ανωτέρω στοιχείων, η εναγομένη προέβαινε σε τακτικές δειγματοληψίες από τις μονάδες των συνεργαζομένων κτηνοτροφών και βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, χωρούσε ο καθορισμός της τελικής τιμής παραγωγού. Ειδικότερα, η εναγομένη, ήδη προ της ενάρξεως της συνεργασίας της με τους ανωτέρω ενάγοντες και δη ήδη από το έτος 1997, τηρούσε συγκεκριμένη σύνθετη διαδικασία, την οποία ονομάζει "Διαδικασία Αξιολογήσεως Προμηθευτών Διασφαλίσεως Ποιότητος" και η οποία έχει ενταχθεί στο σύστημα διασφαλίσεως ποιότητος (ISO).

Κατά τη διαδικασία αυτή, η εφαρμογή της οποίας ήταν γνωστή στους ενάγοντες - παραγωγούς, η τελική τιμή αποτελούσε συνάρτηση της βασικής τιμής και της περιεκτικότητος του γάλακτος σε λίπος, αντιβιοτικά και νερό, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποσότητος", το οποίο διαφοροποιείτο αναλόγως της παραδιδομένης από τον παραγωγό ποσότητας, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποιότητος", το οποίο με τη σειρά του διαμορφώνετο αναλόγως με την περιεκτικότητα σε Ο.Μ.Χ. (Ολική Μικροβιακή Χλωρίδα), Σ.Κ. (Σωματικά Κύτταρα) και αντιβιοτικά, ως και με το Σ.Π. (Σημείο Πήξεως).

Ειδικότερα, ...η εναγομένη...: α) στην "Ποιότητα ΑΑ" κατέτασσε το γάλα, το οποίο πληρούσε τις εξής προδιαγραφές: Ο.Μ.Χ. <50.000, Σ.Κ. <200.000, μηδενικά αντιβιοτικά και νερό, β) στην "Ποιότητα Α" κατέτασσε το γάλα, το οποίο πληρούσε τις εξής προδιαγραφές: Ο.Μ.Χ. <100.000, Σ.Κ. <400.000, μηδενικά αντιβιοτικά και νερό, γ) στην "Ποιότητα Β" κατέτασσε το γάλα, το οποίο πληρούσε τις εξής προδιαγραφές :

Ο.Μ.Χ. > 100.000, Σ.Κ. > 400.000, μηδενικά αντιβιοτικά και νερό, και δ) στην "Ποιότητα Γ" κατέτασσε τις λοιπές ποσότητες γάλακτος. Το "πριμ ποιότητος" διαμορφώνετο ως εξής: α) για την κατηγορία ΑΑ, + 20 Δραχμές/κιλό, β) για την κατηγορία Α, + 10 Δραχμές/κιλό, γ) για την κατηγορία Β, + 5 Δραχμές/κιλό και δ) για την κατηγορία Γ, μηδενικό πριμ.

Το "πριμ ποσότητος" διαμορφώνετο ως εξής: α) για ποσότητα έως 1.500 κιλά, μηδέν, β) για ποσότητα από 1.501 έως 3.000 κιλά, μηδέν, γ) για ποσότητα από 3.001 κιλά έως 6.000 κιλά, μηδέν, δ) για ποσότητα 6.001 έως 12.000 κιλά, 2 Δραχμές/κιλό, ε) για ποσότητα 12.001 έως 24.000 κιλά, 4 Δραχμές/κιλό, στ) για ποσότητα 24.001 έως 36.000 κιλά, 6 Δραχμές/κιλό, ζ) για ποσότητα από 36.001 έως 60.000 κιλά, 9 Δραχμές/κιλό, η) για ποσότητα 60.001 έως 100.000 κιλά, 12 Δραχμές/κιλό και θ) για ποσότητα άνω των 100.000 κιλών, 15 Δραχμές/κιλό.

Περαιτέρω, προεβλέποντο οι εξής ποινές: α) "Ποινή Αντιβιοτικών": ανεξαρτήτως συνθέσεως ή άλλων χαρακτηριστικών, το γάλα κατατάσσεται στην κατηγορία Γ. Εάν εντοπίζετο δεύτερη φορά με αντιβίωση, χωρούσε αφαίρεση 5 Δραχμών/κιλό για τη συγκεκριμένη ποσότητα, εάν εντοπίζετο τρίτη φορά με αντιβίωση, χωρούσε αφαίρεση 5 Δραχμών/κιλό για ολόκληρο την ποσότητα του μηνός, ενώ εάν εντοπίζετο αντιβίωση για τέταρτη φορά εντός τριών μηνών, χωρούσε διακοπή συνεργασίας με το συγκεκριμένο παραγωγό και β) "Ποινή Νερού":

ποσότητα νερού = <4,5%, ανεξαρτήτως συνθέσεως ή άλλων χαρακτηριστικών, το γάλα κατατάσσετο στην κατηγορία Γ. Εάν εντοπίζετο δεύτερη φορά με νερό, χωρούσε αφαίρεση 2 Δραχμών/κιλό για τη συγκεκριμένη ποσότητα, εάν εντοπίζετο τρίτη φορά με νερό, χωρούσε αφαίρεση 2 Δραχμών/κιλό για ολόκληρη την ποσότητα του μηνός, ενώ εάν εντοπίζετο αντιβίωση για τετάρτη φορά εντός δύο μηνών, χωρούσε διακοπή συνεργασίας με το συγκεκριμένο παραγωγό.

Καθ' όσον αφορά στο λίπος, αυτό υπολογίζετο αναλόγως της λιποπεριεκτικότητος ως εξής: α) < 3,5 = - 1 Δραχμή/0,1% - λίπος, β) 3,5 - 3,7 = ο Δραχμές και γ) > 3,7 = + 1 Δραχμή/0,1% λίπος, η δε Βασική Τιμή υπολογίζετο βάσει του τύπου: X Δραχμές/κιλό και η (τελική) Τιμή βάσει του τύπου: Βασική Τιμή + Λίπος + Πριμ Ποσότητος + Πριμ Ποιότητος - Ποινή Αντιβιοτικών + - Ποινή Νερού.

Το σύστημα αυτό εφάρμοσε η εναγομένη και στην περίπτωση των εναγόντων - παραγωγών, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη προσωπικές καρτέλες εκάστου των εναγόντων των ετών 2000, 2006 και 2007, στις οποίες παρατίθενται όλες οι προαναφερόμενες παράμετροι και η τελική τιμή παραγωγού, για τα ανωτέρω έτη (2000, 2006, 2007).

Τα εν λόγω κριτήρια είναι μεν αντικειμενικά, πλην όμως δεν καθιστούν την παροχή (τίμημα) της εναγομένης ορισμένη, ούτε η ανεύρεση αυτής ήταν ένας απλός μαθηματικός υπολογισμός, όπως αναφέρει η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της ένδικης εφέσεώς της, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της, διότι αυτά (κριτήρια), αποτελούν παραμέτρους καθορισμού της τελικής τιμής, η οποία δεν ηδύνατο να είναι γνωστή, αλλά ούτε και εκ των προτέρων προσδιορίσιμη από τους ενάγοντες - παραγωγούς (οι οποίοι εγνώριζαν μεν, πλην όμως εξ αντικειμένου δεν ήταν σε θέση να ελέγχουν τους όρους ορθής εφαρμογής της προπεριγραφομένης διαδικασίας ελέγχου με δικά τους μέσα για κάθε παραδιδομένη από αυτούς ποσότητα γάλακτος).

Ακριβώς δε για τον λόγο αυτό, ο προσδιορισμός της παροχής της εναγομένης (ήτοι του τιμήματος) ανατέθηκε εκ των πραγμάτων σε αυτήν. Μάλιστα και η βασική τιμή δεν ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων, αλλά και αυτή (βασική τιμή) επί της οποίας υπολογίζονταν τα ανωτέρω ποσοστά, είχε αφεθεί στην δίκαιη κρίση της εναγομένης......

Ωστόσο, ο προσδιορισμός της τελικής τιμής αγοράς, δεν αφέθηκε στην απόλυτη κρίση της εναγομένης, όπως ακριβώς καταδεικνύει η ύπαρξη παραμέτρων καθορισμού της, τα οποία γνωστοποιούνταν στους συνεργαζομένους παραγωγούς, άρα και στους ενάγοντες - παραγωγούς. Κατά συνέπεια, η εναγομένη όφειλε να προβεί σε καθορισμό της τιμής αγοράς των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος "κατά δίκαια κρίση" (κατ' άρθρο 371 ΑΚ), λαμβάνουσα προσθέτως υπόψη το σκοπό της συμβάσεως, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας...Περαιτέρω, απεδείχθη ότι καθόλη τη διάρκεια συνεργασίας των διαδίκων, η εναγομένη αγόραζε από τους ενάγοντες - γαλακτοπαραγωγούς το αγελαδινό γάλα στις ακόλουθες, κατά μέσο όρο ετησίως, τιμές ανά κιλό:

Ειδικότερα, ...(β) όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, Χ. Δ., για την οποία προσκομίζονται τιμολόγια της εναγομένης, κατά το έτος 2003 στο ποσό των 0,33471 ευρώ (με βασική τιμή ευρώ 0,2759), κατά το έτος 2004 στο ποσό των ευρώ 0,350116 (με βασική τιμή ευρώ 0,2935), κατά το έτος 2005 στο ποσό των ευρώ 0,315818 (με βασική τιμή ευρώ 0,2935 πλην του μηνός Δεκεμβρίου οπότε η βασική τιμή μειώθηκε στο ποσό των ευρώ 0,2750), κατά το έτος 2006 στο ποσό των ευρώ 0,311818 (με βασική τιμή για του τέσσερις πρώτους μήνες στο ποσό των ευρώ 0,2495 και ακολούθως για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο στο ποσό των ευρώ 0,2295, και κατά τους υπόλοιπους μήνες στο ποσό των ευρώ 0,2450, πλην μηνός Δεκεμβρίου 2006 οπότε η βασική τιμή είχε καθορισθεί σε ευρώ 0,24) και κατά το έτος 2007, οπότε έλαβαν χώρα πωλήσεις μόνον για τον μήνα Ιανουάριο 2007 στο ποσό των ευρώ 0,30, με βασική τιμή το ποσό των ευρώ 0,24, ...(δ) όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα, Β.

Κ., ο οποίος προσκομίζει δικά του τιμολόγια πώλησης του παραχθέντος γάλακτος στην εναγομένη, στα οποία αναφέρεται η συνολική τιμή πώλησης ανά κιλό [για τον οποίο, κατά τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη καρτέλες, αυτή (εναγομένη) είχε καθορίσει κατά το έτος 2000 τη βασική τιμή αγοράς ανά κιλό στο ποσό των δρχ.90 για τους δύο πρώτους μήνες, ήτοι ευρώ 0,264123 και ακολούθως, στο ποσό των δρχ. 92, ήτοι ευρώ 0,269992, όπως και για το έτος 2001] κατά το έτος 2003 στο ποσό των 0,34486 ευρώ, κατά το έτος 2004 στο ποσό των ευρώ 0,357877, κατά το έτος 2005 στο ποσό των ευρώ 0,364, κατά το έτος 2006 στο ποσό των ευρώ 0,32645 (οπότε κατά τις προσκομιζόμενες καρτέλες η βασική τιμή πώλησης ανά κιλό είχε ορισθεί στο ποσό των ευρώ 0,2495), και κατά το έτος 2007 στο ποσό των ευρώ 0,3275 (οπότε κατά τις προσκομιζόμενες καρτέλες η βασική τιμή πώλησης ανά κιλό είχε ορισθεί στο ποσό των ευρώ 0,2495)· [Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και προσκομίζεται τιμολόγιο πώλησης γάλακτος από τον εν λόγω ενάγοντα στην εναγομένη και κατά τους μήνες Ιανουάριο και Ιούλιο 2007, οι συναλλαγές των εν λόγω μηνών δεν τυγχάνουν επίδικες, εφόσον περί των μηνών αυτών ουδέν αίτημα περιέχεται στην ένδικη αγωγή, παράλληλα δε αν και στην αγωγή δεν ενσωματώνεται το τιμολόγιο του μηνάς Ιουνίου 2007, ο εν λόγω μήνας τυγχάνει επίδικος και προσκομίζεται ως σχετικό το αντίστοιχο τιμολόγιο], (ε) όσον αφορά στον πέμπτο ενάγοντα, Σ.

Κ., ως προς τον οποίο προσκομίζονται μόνον ιδικά του τιμολόγια πώλησης προς την εναγομένη, στα οποία αναφέρεται η συνολική τιμή πώλησης γάλακτος ανά κιλό από τον εν λόγω ενάγοντα στην εναγομένη [για τον οποίο, κατά τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη καρτέλες, αυτή (εναγομένη) είχε καθορίσει κατά τα έτη 2000 και 2001 τη βασική τιμή αγοράς ανά κιλό στο ποσό των δρχ. 92, ήτοι ευρώ 0,269992], κατά το έτος 2003 στο ποσό των 0,35006 ευρώ, κατά το έτος 2004 στο ποσό των ευρώ 0,36503, κατά το έτος 2005 στο ποσό των ευρώ 0,36284, κατά το έτος 2006 στο ποσό των ευρώ 0,326875 (οπότε κατά τις προσκομιζόμενες καρτέλες η βασική τιμή πώλησης ανά κιλό είχε ορισθεί από την εναγομένη στο ποσό των ευρώ 0,2495), και κατά το έτος 2007 στο ποσό των ευρώ 0,32291 (οπότε κατά τις προσκομιζόμενες καρτέλες η βασική τιμή πώλησης ανά κιλό είχε ορισθεί στο ποσό των ευρώ 0,2495), ...Και (η) όσον αφορά στον ένατο ενάγοντα, Τ.

Σ., για τον οποίο προσκομίζονται μόνο τιμολόγια πώλησης του εν λόγω ενάγοντος προς την εναγομένη στα οποία αναφέρεται η συνολική τιμή πώλησης ανά κιλό [για τον οποίο, κατά τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη καρτέλες, αυτή (εναγομένη) είχε καθορίσει κατά το έτος 2000 τη βασική τιμή αγοράς ανά κιλό στο ποσό των 90 δρχ.

για τους δύο πρώτους μήνες, ήτοι ευρώ 0,264123 και, ακολούθως, στο ποσό των δρχ. 92, ήτοι ευρώ ο,269992, όπως και για το έτος 2001], κατά το έτος 2004 στο ποσό των ευρώ 0,3471, κατά το έτος 2005 στο ποσό των ευρώ ο,35θ95, κατά το έτος 2006 στο ποσό των ευρώ 0,31433 και κατά το έτος 2007 στο ποσό των ευρώ 0,3228. Παράλληλα, όπως αποδεικνύεται από τους πίνακες ΕΛΟΓ που προσκομίζονται, υπηρεσία στην οποία, οι γαλακτοβιομηχανίες όφειλαν να αποστέλλουν κάθε μήνα τα τιμολόγια αγοράς υπ' αυτών του αγελαδινού γάλακτος από τους παραγωγούς, οι τιμές αγοράς, διαμορφώνονται ως ακολούθως:

Κατά τον μήνα Απρίλιο 2001, πρώτη ημερομηνία του προσκομιζόμενου πίνακα, η μέση τιμή αγοράς ανά κιλό αγελαδινού γάλακτος από την εταιρεία ... ΑΕ αναφέρεται σε ευρώ 0,3253, από την εταιρεία ... ΑΕ στο ποσό των ευρώ 0,3424, από την εταιρεία ... ΑΕ στο ποσό των ευρώ 0,3110, από την εταιρεία ... στο ποσό των ευρώ 0,3609, από την εταιρεία ...

ΑΕ στο ποσό των ευρώ 0,3364, από την εταιρεία ... ΑΕ ... στο ποσό των ευρώ 0,3932, από την εταιρεία ... ΑΒΕΕ στο ποσό των ευρώ 0,3377, από την εταιρεία ... ΑΕ στο ποσό των ευρώ 0,3246, από την εταιρεία ... ΑΕ στο ποσό των 0,3456, από την εταιρεία ... ΑΕ στο ποσό των ευρώ 0,3546, από την εταιρεία ... ΑΕ στο ποσό των ευρώ 0,3342 και από την εναγομένη στο ποσό των ευρώ 0,3440.Εξάλλου, με βάση τους ίδιους ως άνω πίνακες, για το έτος 2003, η ίδια εναγομένη είχε δηλώσει ως μέση τιμή αγοράς, υπ' αυτής, του αγελαδινού γάλακτος, από την ελληνική αγορά, το ποσό των ευρώ 0,35493.Κατά το ίδιο έτος 2003, η μη διάδικος στην παρούσα δίκη εταιρεία ..., στον ίδιο ως άνω οργανισμό, είχε δηλώσει ότι αγόραζε σταθερά το κιλό αγελαδινού γάλακτος, αντί του ποσού των ευρώ 0,39 ευρώ, η εταιρεία ..., η οποία ομοίως δραστηριοποιείτο, αγοράζοντας αγελαδινό γάλα στην περιφέρεια που οι ενάγοντες διατηρούσαν τις μονάδες εκτροφής τους, αντί του ποσού των ευρώ 0,35174, η εταιρεία ..., η οποία ομοίως δραστηριοποιείτο (αγοράζοντας αγελαδινό γάλα) στην περιοχή που διατηρούσαν τις μονάδες εκτροφής αγελάδων οι πέντε πρώτοι των εναγόντων, αντί του ποσού των ευρώ 0,34069, ενώ η εταιρεία ..., η οποία ομοίως δραστηριοποιείτο στην περιφέρεια του έκτου και ογδόου των εναγόντων, αντί του ποσού των ευρώ 0,35109.Από τους ίδιους πίνακες αποδεικνύεται ότι, κατά το έτος 2004, η εναγομένη δήλωνε ότι αγόραζε, κατά μέσο όρο, το κιλό αγελαδινού γάλακτος αντί του ποσού των ευρώ 0,362325, η ανωτέρω γαλακτοβιομηχανία ...

αντί του ποσού των ευρώ 0,39 από μηνός Ιανουάριου έως μηνός Σεπτεμβρίου και έκτοτε, αντί του ποσού 0,41 ευρώ το κιλό, η εταιρεία ... ΑΕ που άρχισε, κατά τους ίδιους πίνακες, να αγοράζει από παραγωγούς αγελαδινό γάλα, από μηνός Ιουνίου 2004, ευρώ 0,41 το κιλό σταθερά από τον μήνα Ιούνιο έως και Οκτώβριο του ίδιου έτους 2004 και κατά τους μήνες Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο 2004 το ποσό των ευρώ 0,3932 και 0,3993 αντίστοιχα, η εταιρεία ...

αντί του ποσού των ευρώ 0,355425, η εταιρεία ... αντί του ποσού των ευρώ 0,345366 και η εταιρεία ... αντί του ποσού των ευρώ 0,319458. Κατά το έτος 2005, από τους ίδιους πίνακες αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, δήλωνε ότι αγόραζε το κιλό αγελαδινού γάλακτος, κατά μέσο όρο, αντί του ποσού των ευρώ 0,36510, η ανωτέρω γαλακτοβιομηχανία ...

αντί του ποσού των ευρώ 0,41, η εταιρεία ... ΑΕ με ποσό πάνω από το ποσό των ευρώ 0,39 το κιλό σταθερά, η εταιρεία ... κατά το ποσό των ευρώ 0,3534166 κατά μέσο όρο το κιλό, η εταιρεία ... κατά το ποσό των ευρώ 0,34565 και η εταιρεία ... αντί του ποσού των ευρώ 0,31874.Κατά το έτος 2006, προσκομίζονται αντίστοιχα στοιχεία του ΕΛΟΓ μόνον για τους τρεις πρώτους μήνες από τους οποίους προκύπτει ότι, για το εν λόγω έτος 2006, η μέση τιμή αγοράς του κιλού του αγελαδινού γάλακτος που δηλώθηκε υπό της εναγομένης ανήρχετο σε ευρώ 0,353, υπό της ανωτέρω γαλακτοβιομηχανίας ...

ευρώ 0,41 σταθερά κάθε μήνα, υπό της ανωτέρω εταιρείας ... ΑΕ σταθερά κάθε μήνα λίγο πάνω από 0,39 ευρώ το κιλό, υπό της ανωτέρω εταιρείας ... στο ποσό των ευρώ 0,35386 και η εταιρεία ... στο ποσό των ευρώ 0,3447, ενώ η εταιρία ... δεν δήλωσε κανένα ποσό. Κατά τους ίδιους πίνακες, κατά το έτος 2003, η μέση τιμή αγοράς αγελαδινού γάλακτος από τις τιμές όλων των εταιριών που δήλωναν τη μέση τιμή αγοράς ανά μήνα, ανήρχετο σε ευρώ 0,35246, για το έτος 2004 στο ποσό των ευρώ 0,35858, για το έτος 2005 στο ποσό των ευρώ 0,3575 και για τους τρεις πρώτου μήνες του έτους 2006, για τους οποίους και μόνον προσκομίζονται στοιχεία, στο ποσό των ευρώ 0,3553· Παράλληλα, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό της εναγομένης, το αγελαδινό φρέσκο, πλήρες λιπαρών, γάλα της εναγομένης, πωλείτο από τα οικεία καταστήματα ανά λίτρο (το οποίο αντιστοιχεί σε 1,0285 κιλά), τον μήνα Σεπτέμβριο 2004 κατά το ποσό των ευρώ 1,17, τον μήνα Φεβρουάριο 2005 κατά το ποσό των ευρώ 1,22, τον μήνα Σεπτέμβριο 2005 κατά το ποσό των 1,24 ευρώ και τον μήνα Φεβρουάριο 2006 κατά το ποσό των 1,22 ευρώ.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια συνεργασίας των διαδίκων αποδεικνύεται ότι το κόστος των ζωοτροφών, σταδιακά κατ' έτος αυξάνετο. Ειδικότερα, η εναγομένη, ως προς το κόστος των ζωοτροφών, ...ανέφερε ότι, οι τιμές πώλησης των δύο βασικών ζωοτροφών και δη του χλωρού καλαμποκιού και του ξηρού καλαμποκιού, διαμορφώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 2000 έως 2008 στα ακόλουθα ποσά ανά τόνο και δη, κατά το έτος 2000 στο ποσό των 79 και 167 ευρώ, αντίστοιχα, κατά το έτος 2001 στο ποσό των ευρώ 79 και 158 αντίστοιχα, κατά το έτος 2002 στο ποσό των ευρώ 80 και 147 αντίστοιχα, κατά το έτος 2003 στο ποσό των ευρώ 80 και 190,80 αντίστοιχα, κατά το έτος 2004 στο ποσό των ευρώ 80 και 152,7 αντίστοιχα, κατά το έτος 2005 στο ποσό των ευρώ 8ο και 140,90 αντίστοιχα, κατά το έτος 2006 στο ποσό των ευρώ 80 και 177 αντίστοιχα, κατά το έτος 2007 στο ποσό των ευρώ 100 και 290 αντίστοιχα, και κατά το έτος 2008 στο ποσό των 110 και 170, αντίστοιχα.

Εν τούτοις, από τα, προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες, τιμολόγια αγοράς ζωοτροφών, αποδεικνύεται ότι, την 4-12-2002 ...ο τέταρτος των εναγόντων Β. Β. αγόρασε δύο τόνους καλαμπόκι αντί 0,175 ευρώ το κιλό, ήτοι ευρώ 175 τον τόνο, ο ίδιος ενάγων την 15-12-2003...αγόρασε πέντε τόνους καλαμπόκι αντί του ποσού των 0,206 ευρώ το κιλό, ήτοι ευρώ 206 ο τόνος, ο ίδιος ενάγων την 28-12-2005 ...

αγόρασε πέντε τόνους καλαμπόκι, αντί του ποσού των 0,195 ευρώ το κιλό, ήτοι ευρώ 195 ο τόνος, και τέλος ο ίδιος ενάγων την 31-12-2007 ...αγόρασε τριάντα τόνους καλαμπόκι αντί του ποσού των 0,42 ευρώ το κιλό, ήτοι ευρώ 420 ο τόνος. Παράλληλα, το σογιάλευρο..., κατά την 4-12-2002, κόστιζε 277 ευρώ ο τόνος, την 30-11-2006, ...κόστιζε 320 ευρώ ο τόνος, την 4-4-2007 ...

κόστιζε 725 ευρώ ο τόνος. Η βαμβακόπιτα, την 4-12-2012, κόστιζε 165 ευρώ ο τόνος και την 31-12-2004 κόστιζε 180 ευρώ ο τόνος... Η σιογόπιτα την 11-11-2004 κόστιζε 240,60 ευρώ ο τόνος,... την 20-9-2005 κόστιζε 319,90 ευρώ ο τόνος,... την 26-4-2006 300 ευρώ ο τόνος, και την 26-9-2006, 300 ευρώ ο τόνος.... Παράλληλα, ..., απεδείχθη ότι το κόστος εκτροφής της αγελάδας ημερησίως έφθανε περί τα 5 ευρώ, κάθε δε αγελάδα απέδιδε ημερησίως από 12 έως 30 κιλά γάλα, κατά περίπτωση..., απεδείχθη ότι η εναγομένη δεν προέβη σε καθορισμό της παροχής και δη του τιμήματος αγοράς υπ' αυτής του πωλούμενου υπό των εναγόντων κιλού γάλακτος "κατά δίκαια κρίση", και ιδίως λαμβάνοντας υπόψη της και το σκοπό της επίδικης σύμβασης, ο οποίος συνίστατο, ως προελέχθη, στην αποκομιδή κέρδους, δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας,....

Παράλληλα, απεδείχθη, ότι η εναγομένη συμμετείχε και σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικώς με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και την κατανομή μεταξύ τους των περιοχών εφοδιασμού αγελαδινού γάλακτος ανά την Ελλάδα, ούτως ώστε αφ' ενός μεν να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή παραγωγού σε εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα, τα οποία δεν αντιστοιχούσαν στην τιμή, η οποία θα εδίδετο, εάν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελευθέρου ανταγωνισμού, αφ' ετέρου δε να καταστήσουν αδύνατη τη μετακίνηση από τη μια γαλακτοβιομηχανία στην άλλη των γαλακτοπαραγωγών, εάν αυτοί αποφάσιζαν να αναζητήσουν υψηλότερες τιμές.

Ειδικότερα, απεδείχθη ότι από το μήνα Ιούνιο του έτους 2005, άρχισαν να διαβιβάζονται στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, δελτία τύπου σχετικά με διαμαρτυρίες αγελαδοτρόφων και καταναλωτών, ως και πλήθος κοινοβουλευτικών ερωτήσεων αναφορικά με πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων.

Κατόπιν τούτων, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού δρομολόγησε, κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2006, διαδικασία αυτεπαγγέλτου έρευνας σε επιχειρήσεις, δραστηριοποιούμενες στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, με στόχο τη διερεύνηση τυχόν παραβάσεων των άρθρων 1 και 2 Ν. 703/1977 και 81, 82 της ΣυνθΕΚ στους τομείς της παραγωγής νωπού γάλακτος και της χονδρικής και λιανικής πωλήσεως γαλακτοκομικών προϊόντων με πρώτη ύλη το αγελαδινό γάλα, μετά το τέλος της οποίας διαβιβάσθηκε στην Επιτροπή Ανταγωνισμού η, σχετικώς συνταχθείσα υπ' αριθ. 8218/15.12.2006, Εισήγηση της ως άνω Υπηρεσίας.

Κατόπιν ολοκληρώσεως της προβλεπομένης ακροαματικής διαδικασίας και τη συνεκτίμηση των συλλεγέντων κατά την προηγηθείσα αυτεπάγγελτη έρευνα στοιχείων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη οριζοντίου συμφωνίας (ήδη από του έτους 2004) μεταξύ της εναγομένης και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη γαλακτοβιομηχανιών "...", "...

Α.Ε. ... ", "... - ... Α.Ε." και "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε." περί συγκρατήσεως και μειώσεως των τιμών αγοράς του νωπού γάλακτος από τους παραγωγούς - κτηνοτρόφους και αποφυγής - περιορισμού των μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών, κατά παράβαση των άρθρων 1 Ν. 703/1977 και 81 ΣυνθΕΚ. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι, εκπρόσωποι των ανωτέρω ειδικώς μνημονευομένων εταιρειών και δη, οι διευθυντές ζώνης γάλακτος των εν λόγω εταιρειών, οι οποίες, κατά την επίδικη περίοδο απορροφούσαν ποσοστό 56,98% έως 70,49% της, συνολικά στην Ελλάδα, παραγόμενης ποσότητας αγελαδινού γάλακτος, σε συνάντηση την 31-5-2004 στο ξενοδοχείο ...

στην Λάρισα, αποφάσισαν μεταξύ άλλων (α) την αποφυγή μετακίνησης των παραγωγών γάλακτος ανάμεσα στις γαλακτοβιομηχανίες, και (β) ενόψει της επιδότησης της ποσόστωσης των παραγωγών που άρχιζε το 2004 και θα εξακολουθούσε μέχρι το 2013 τουλάχιστον και της αναμενόμενης μείωσης των τιμών σε όλες τις χώρες της ΕΕ, να γίνει προσπάθεια συγκράτησης των τιμών στην Ελλάδα και αντιστροφής των ανοδικών τάσεων, προκειμένου να μην περιοριστεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού γάλακτος.

Παράλληλα, στην ίδια απόφαση... έγινε δεκτό ότι τα μέλη του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (Σ.Ε.Β.ΓΑ.Π.), εντός του έτους 2001, συζήτησαν και συναποφάσισαν κατώτατες και ανώτατες τιμές περί αγελαδινού γάλακτος. Επιπλέον, δε με την ίδια ως άνω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ...διαπιστώθηκε ότι και πριν από τη συνάντηση την 31-5-2004 στο ξενοδοχείο ...Σ στη Λάρισα των διευθυντών γάλακτος των εταιρειών ..., ..., ..., ...

και ..., αποτελούσε συνήθη πρακτική η συνάντηση μεταξύ των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών, με θέμα την τιμή αγοράς του γάλακτος και την αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ τους, ο οποίος (ανταγωνισμός) οδηγούσε σε αύξηση της τιμής. Μάλιστα,...συζητήσεις με θέμα την τιμή αγοράς και αποφάσεις λαμβάνονταν και στα πλαίσια του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ).

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού επέβαλε στην ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία, λόγω συμμετοχής αυτής στην προαναφερομένη συμφωνία -σύμπραξη, πρόστιμο ύψους εννέα εκατομμυρίων εκατόν τριάντα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ΕΥΡΩ (9.130.320 €), το οποίο κατόπιν ασκήσεως προσφυγής υπ' αυτής, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά της ως αποφάσεως, μειώθηκε με την υπ'αριθμ.1616/2009 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου, στο ποσό των έξι εκατομμυρίων ογδόντα έξι χιλιάδων οκτακόσιων ογδόντα ΕΥΡΩ (6.086.880 €), η δε απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την, υπ' αριθ. 2365/2013, απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας.

Βέβαια, με την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού..., κρίθηκε ότι, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, εάν και σε ποιο βαθμό, υλοποιήθηκε η ανωτέρω συμφωνία της Λάρισας, σχετικά με τη συγκράτηση - μείωση των τιμών αγοράς γάλακτος από τις εμπλεκόμενες γαλακτοβιομηχανίες, δεδομένου ότι, κατά την ίδια απόφαση, οι όποιες μαρτυρικές καταθέσεις ήταν τελείως αποσπασματικές και δεν παρείχαν πλήρη απόδειξη για το εάν η όποια συγκράτηση ή μείωση της τιμής του νωπού γάλακτος, μετά τη συμφωνία της Λάρισας, στο βαθμό που αυτές υπήρξαν, οφείλονται, στη συμφωνία της Λάρισας αποκλειστικά ή σε κάποιο βαθμό και όχι σε (ή και σε) άλλα γεγονότα, όπως η εποχικότητα και η αύξηση της ποσόστωσης του αγελαδινού γάλακτος.

Εν τούτοις, στην ίδια αγορά γάλακτος, όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία ΕΛΟΓ, όπως αυτά αναλύθηκαν ανωτέρω, η εταιρεία ... ΑΕ ..., η οποία δεν μετείχε στην ανωτέρω "συνάντηση της Λάρισας", ήδη από τον μήνα Απρίλιο 2001, αγόραζε από τους γαλακτοπαραγωγούς της το αγελαδινό γάλα αντί του ποσού των ευρώ 0,3932 το κιλό, την οποία ακολούθως μείωσε σε 0,39 ευρώ το κιλό τον Ιανουάριο 2002, τιμή που διατήρησε σταθερά σε 0,39 το κιλό έως τον μήνα Οκτώβριο 2004, οπότε την αύξησε στο ποσό των 0,41 ευρώ το κιλό και τη διατήρησε σταθερή στο ίδιο ύψος έως τον μήνα Μάρτιο 2006, δίχως έκτοτε να προσκομίζονται στοιχεία ΕΛΟΓ.

Όμοια και η εταιρεία ... ΕΛΛΑΣ ΑΕ, η οποία φαίνεται, κατά τους ίδιους πίνακες, να εισέρχεται στην επίδικη αγορά τον μήνα Ιούνιο 2004, αγόραζε με μέση τιμή αρχικά σταθερά 0,41 ευρώ το κιλό ανά μήνα, έως και τον μήνα Οκτώβριο του ίδιου έτους, έκτοτε δε έως τον μήνα Μάρτιο 2006, έως ότου προσκομίζονται στοιχεία ΕΛΟΓ αποδεικνύεται ότι αγόραζε με σταθερή μηνιαία τιμή άνω του 0,39 ευρώ το κιλό με χαμηλότερη 0,3932 τον μήνα Νοέμβριο 2004 και ανώτερη αυτή του ποσού των ευρώ 0.3993 τον μήνα Δεκέμβριο 2004.

Παράλληλα, κατά τα άνω αποδειχθέντα, η μέση τιμή αγοράς γάλακτος υπό της εναγομένης, συνέχιζε να είναι σε χαμηλά επίπεδα, όπως οι επιμέρους μέσες τιμές αγοράς με βάση τα εκδοθέντα τιμολόγια για έναν έκαστο των εναγόντων αναλύονται ανωτέρω, χωρίς παράλληλα, η ίδια, για το υπ' αυτής ανωτέρω καθορισθέν τίμημα αγοράς του γάλακτος να προσκομίζει αποδείξεις, στα πλαίσια απόδειξης του δικαίου υπ' αυτής προσδιορισμού του ανωτέρω τιμήματος..., οι οποίες να δικαιολογούν τόσο μεγάλη απόκλιση και μάλιστα σταθερά των τιμών αγοράς, τις οποίες η ίδια καθόριζε, σε σχέση με τις ανωτέρω, μη μετέχουσες στη "συμφωνία της Λάρισας" δύο ειδικώς μνημονευόμενες εταιρείες.

Οι αιτιάσεις της εναγομένης ότι από 1-1-2004 αυξήθηκε σύμφωνα με Κανονισμό του Συμβουλίου της ΕΕ η ετήσια ποσόστωση γάλακτος, με αποτέλεσμα τη συγκράτηση και περαιτέρω μείωση της τιμής παραγωγού στην Κοινότητα, και συναφώς στην Ελληνική αγορά, δεν κρίνονται πειστικές, ενόψει του ότι, παράλληλα, η ίδια (εναγομένη) δεν δικαιολογεί ενόψει της μεγάλης απόκλισης της ιδικής της τιμής αγοράς από τους παραγωγούς της και ιδίως από τους ήδη ενάγοντες, έναντι των τιμών αγοράς των ανωτέρω εταιρειών ...

και ... ΕΛΛΑΣ ΑΕ, τον λόγο για τον οποίο, ο ανωτέρω, επικαλούμενος υπ' αυτής, παράγοντας, ήτοι η αύξηση της ετήσιας ποσόστωσης, δεν οδήγησε αντίστοιχα σε μείωση της τιμής αγοράς και από τις ανωτέρω αναφερόμενες δύο εταιρείες (... ΚΑΙ ...)....Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κρίνεται ότι, η τιμή αγοράς του αγελαδινού γάλακτος, έπρεπε να καθορισθεί κατ' εύλογο κρίση (άρθρο 371 ΑΚ) από την εναγομένη για τις αγορασθείσες υπ' αυτής από τους ενάγοντες ποσότητες αγελαδινού γάλακτος, πλην όμως η εναγομένη καθόρισε αυτή στο ανωτέρω, λεπτομερώς προαναφερόμενο για έναν έκαστο των εναγόντων, μη εύλογο ποσό ανά κιλό, με αποτέλεσμα να συντρέχει νόμιμη περίπτωση καθορισμού του ύψους αυτής (τιμής αγοράς) από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 371 εδ.β ΑΚ) κατ' αρχήν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 (για το προγενέστερο διάστημα θα γίνει λόγος κατωτέρω) έως το τέλος της συνεργασίας των διαδίκων.

Λαμβανομένων υπόψη όλων των, κατά το νόμο, στοιχείων μεταξύ των οποίων και: α) της προσφερομένης, κατά τον ίδιο χρόνο, από τις μη μετέχουσες στη λεγομένη "Συμφωνία της Λάρισας" γαλακτοβιομηχανίες τιμής, β) του σκοπού της σύμβασης, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, στα πλαίσια της οποίας λαμβάνονται υπόψη και η δαπάνη αγοράς ζώων, η οποία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ανήρχετο στο ποσό των δύο χιλιάδων έως δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2.000 - 2.500 €), καθώς και το κόστος της συνεχώς αυξανομένης δαπάνης αγοράς ζωοτροφών, όπως αναλύεται ανωτέρω η διαμόρφωση των τιμών αυτών, και γ) της ποιότητος του παραγομένου από τη μονάδα των εναγόντων - παραγωγών γάλακτος, η οποία κρίνεται ότι δεν υπολείπεται της μέσης συνήθους ποιότητος του πωλούμενου γάλακτος, εφόσον δεν γίνεται ειδικώς λόγος υπό της εναγομένης περί κακής ποιότητος αυτού ή περί αποκλίσεων αυτού από τη συνήθη ποιότητα, η δίκαιη τιμή της ένδικης παροχής, ήτοι του τιμήματος αγοράς του κιλού του γάλακτος, υπό της εναγομένης, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 0,40 ευρώ το κιλό.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για τον, κατά τη δίκαιη κρίση, προσδιορισμό του ύψους της εν λόγω τιμής, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη τα συγκριτικά στοιχεία άλλων χωρών που προσκομίζονται από τους διαδίκους, όπως αμφότερες οι διάδικες πλευρές ζητούν (δεύτερος πρόσθετος κρινόμενος λόγος έφεσης και πρώτος λόγος αντεφέσεων), δεδομένου ότι δεν απεδείχθη ότι οι συνθήκες αγοράς των εν λόγω χωρών και ιδίως το κόστος αγοράς ζώων και ζωοτροφής (σημαντικός παράγων προσδιορισμού της δαπάνης και της τιμής παραγωγού) ταυτίζονται με τις υφιστάμενες στην Ελλάδα ή είναι ενδεχομένως χαμηλότερη.

Αντιστοίχως, τα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες σχετικά με την τιμή παραγωγού και την τιμή καταναλωτή στη Γερμανία, όπου η τιμή παραγωγού αποτελεί περίπου το ήμισυ της τιμής καταναλωτή, δεν θεωρούνται κρίσιμα για τον καθορισμό της τιμής παραγωγού στην Ελλάδα, δεδομένου ότι στη Γερμανία η δαπάνη των επομένων βαθμιδών (συσκευασία - διαφήμιση - διανομή) είναι οπωσδήποτε διαφορετική (χαμηλότερη) από την Ελλάδα (λόγω διαφορών στις σχετικές υποδομές, στη δομή και τη λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς, στη γεωμορφολογία κλπ.), με αποτέλεσμα η τελική τιμή καταναλωτή να συγκρατείται σε χαμηλότερα επίπεδα.

Επ' αυτού, ειδικώς ως προς την χώρα της Γερμανίας, δεδομένου ότι για άλλη χώρα τα ανωτέρω ειδικώς μνημονευόμενα στοιχεία δεν προέκυψαν διόλου, ... πρόκειται για μια τελείως διαφορετική αγορά, αφού δεν υπάρχει το φρέσκο γάλα, όπως η έννοια αυτή υπάρχει στην Ελλάδα, δηλαδή στη Γερμανία δεν πωλείται φρέσκο γάλα με διάρκεια ζωής τεσσάρων και πέντε ημερών, αλλά πωλείται, είτε γάλα υψηλής παστερίωσης 30 ημερών, είτε γάλα UST διάρκειας κάποιων μηνών, επιπλέον δε δεν υπάρχει κόστος καταστροφής γάλακτος, όπως υπάρχει στην Ελλάδα.

Εξάλλου, στην ανωτέρω χώρα της αλλοδαπής, το γάλα χαρακτηρίζεται ως είδος πρώτης ανάγκης και πωλείται χωρίς φίρμα και χωρίς κόστος διαφήμισης, η διακίνηση αυτού από τις εταιρείες παραγωγής γίνεται προς μεγάλες αποθήκες, από τις οποίες (αποθήκες) το παραλαμβάνουν τα super market. Επιπροσθέτως,... λόγω των κλιματολογικών συνθηκών και των συνθηκών εδάφους της ανωτέρω αλλοδαπής χώρα, η οποία διαθέτει βοσκοτόπια, το κόστος διατροφής των γαλακτοπαραγωγών αγελάδων είναι σαφώς μειωμένο, εφόσον κατά το μεγαλύτερο διάστημα του έτους, οι αγελάδες εκτρέφονται ελεύθερα στους βοσκότοπους, οι δε παραγωγοί δαπανούν για τροφή ξηρά, εντός στάβλου, 2-3 μήνες ετησίως.Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αφού δέχθηκε ότι ο προσδιορισμός της παροχής και δη του τιμήματος αγοράς του πωληθέντος υπό των εναγόντων στην εναγομένη γάλακτος, είχε αφεθεί κατά τη συμφωνία των μερών, στην δίκαιη κρίση της εναγομένης, και περαιτέρω ότι η τελευταία (εναγομένη), καθόρισε αυτή κατά μη δίκαιη κρίση και ακολούθως, ο υπό του ίδιου Δικαστηρίου προσδιορισμός αυτής (δίκαιης τιμής ανά κιλό) κατά τους ορισμούς στις διατάξεις του άρθρου 371 εδ.β ΑΚ, στο ποσό των 0,40 ευρώ το κιλό, δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου 371 ΑΚ, όπως αιτιάται η εκκαλούσα με τον τρίτο κρινόμενο λόγο της ένδικης έφεσης, κατά τον οποίο η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ και δέχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του, εκ του λόγου ότι υπήρχε συμφωνία περί του τιμήματος η υλοποίηση της οποίας απαιτούσε απλό μαθηματικό υπολογισμό, απορριπτομένου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης, ως αβασίμου στην ουσία του.

Περαιτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, απορριπτομένου του, περιεχομένου στον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσης, ισχυρισμού της εκκαλούσας, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων ως προς την ύπαρξη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ εν προκειμένω.

Παράλληλα, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της ένδικης έφεσης κατά τον οποίο η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και των αντικειμενικών κριτηρίων των συναλλακτικών ηθών κατέληξε ότι η ορισθείσα στην επίδικη περίπτωση τιμή αγοράς γάλακτος δεν ήταν δίκαιη.

Τέλος, ως αβάσιμος στην ουσία του πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της ένδικης έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ως προς το ότι με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό ότι και προ του μηνάς Μαρτίου 2004, ήτοι για το χρονικό διάστημά από 1-1-2003 έως 28-2-2004, το τίμημα πώλησης της ένδικης περίπτωση δεν ήταν δίκαιο.

Ως αβάσιμος στην ουσία του, πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος αντέφεσης αμφότερων των αντεφέσεων, με τον οποίο οι αντεκκαλούντες διατείνονται ότι, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έγινε δεκτό ότι ο, κατά δίκαιη κρίση προσδιορισμός της τιμής πώλησης υπ' αυτών στην εναγομένη, του κιλού του γάλακτος, επιβάλλει όπως αυτή ορισθεί στο ποσό των 0,45 ευρώ το κιλό, δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται στοιχεία τα οποία θα δικαιολογούσαν τιμή αγοράς αγελαδινού φρέσκου γάλακτος ανώτερη του ποσού των ευρώ 0,40 ευρώ το κιλό.

Επομένως, έκαστος των εναγόντων, για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και το τέλος της συνεργασίας εκάστου, με την εναγομένη, όπως ακολούθως αναλύεται, δικαιούται τη διαφορά μεταξύ της, καθορισθείσας υπό της εναγομένης, για έκαστο εξ αυτών (εναγόντων), τιμής αγορά υπ' αυτής του πωληθέντος υπό των εναγόντων γάλακτος, και της τιμής των 0,40 € ανά κιλό, η οποία κρίνεται, για το ίδιο χρονικό διάστημα ως εύλογη και το ύψος της οποίας (εύλογης τιμής) προσδιορίσθηκε, κατά τα άνω, από το παρόν Δικαστήριο, βάσει των διατάξεων των άρθρων 513 επ.

και 371 ΑΚ. Ειδικότερα, απεδείχθη ότι: ....(β) Η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-1-2007, τη διαφορά μεταξύ της τιμής, την οποία προσδιόρισε η εναγομένη για τις πωληθείσες υπ αυτής ποσότητες γάλακτος και της τιμής, η οποία με δίκαιη κρίση προσδιορίσθηκε ανωτέρω. Συγκεκριμένα, κατόπιν ορθής άθροισης των πωληθέντων και παραδοθέντων, υπό της εν λόγω δεύτερης ενάγουσας, στην εναγομένη ποσοτήτων γάλακτος, όπως αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πώλησης της ιδίας της ενάγουσας, απεδείχθη ότι, κατά το ανωτέρω χρονικέ) διάστημα, η εν λόγω ενάγουσα επώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, τις ακόλουθες ποσότητες αγελαδινοί) γάλακτος: (ι) κατά το έτος 2003, ποσότητα 202.788 κιλών γάλακτος και όχι ποσότητα 229.788 κιλών γάλακτος, όπως η ίδια (δεύτερη ενάγουσα) αναφέρει στη σελίδα 17 της ένδικης αγωγής και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι, όσον αφορά στους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μέσο και Ιούνιο 2003.

από τα ενσωματωμένα στην ένδικη αγωγή με αριθμούς 0050628/28-2-2003, 0050901/31-2-2003, 0051175/30-4-2003, 0051377/31-5-2003 και 0051641/30-6-2003 τιμολόγια της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι, η ποσότητα την οποία, η εν λόγω δεύτερη ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη με αυτά (ανωτέρω τιμολόγια), ανήρχετο σε 11.935, 13.870, 12.390, 13.848 και 15.143 κιλά, αντίστοιχα, και όχι σε 21.935, 15.870, 23.390, 15.848 και 17.143, αντίστοιχα κιλά, όπως αναφέρει στον ΠΙΝΑΚΑ 1 (σελ. 17 ένδικης αγωγής).

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι, η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία η εν λόγω δεύτερη ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 68.085,82, (ιι) κατά το έτος 2004 ποσότητα 298.909 κιλών γάλακτος και όχι ποσότητα 308.909 κιλών γάλακτος, όπως η ίδια (δεύτερη ενάγουσα) αναφέρει στη σελίδα 17 της ένδικης αγωγής και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι όσον αφορά στον μήνα Ιανουάριο 2004, από το ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή με αριθμό ...

τιμολόγιο, αποδεικνύεται ότι η ποσότητα, την οποία η εν λόγω ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη με βάση αυτό το τιμολόγιο, ανήρχετο σε 18.000 κιλά και όχι σε 28.000 κιλά, όπως αναφέρει στον ΠΙΝΑΚΑ 1. Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία η εν λόγω ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 104.615,08, (ιιι) κατά το έτος 2005, ποσότητα 160.313 κιλών γάλακτος και όχι ποσότητα 199.307 κιλών γάλακτος, όπως η ίδια (δεύτερη ενάγουσα) αναφέρει στη σελίδα 17 της ένδικης αγωγής και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι, όσον αφορά στους μήνες Φεβρουάριο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2005, από τα ενσωματωμένα στην ένδικη αγωγή με αριθμό ...2005 τιμολόγια της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι η ποσότητα, την οποία η εν λόγω ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, ανήρχετο σε 17.052, 15.497, 17.509,15.642, 15.670, 12.192 και 9.544 κιλά, αντίστοιχα, και όχι σε 19.052, 23.497, 17.503,25.642, 17.670, 27.192 και 11.544 κιλά, αντίστοιχα, όπως αναφέρει στον ΠΙΝΑΚΑ 1 σελ. 17 της ένδικης αγωγής.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία η εν λόγω ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς, την οποία καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 55.953,91 (ιν) κατά το έτος 2006, ποσότητα 104.693 κιλών γάλακτος και όχι ποσότητα 162.926 κιλών γάλακτος, όπως η εν λόγω ενάγουσα αναφέρει στη σελίδα 17 της ένδικης αγωγής και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι, όσον αφορά στους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2006, από τα ενσωματωμένα στην ένδικη αγωγή με αριθμούς ...2006 τιμολόγια αγοράς της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι η ποσότητα, την οποία η εν λόγω ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, ανήρχετο σε 7.497, 9.229, 10.743, 8.140, 9.648,11.065, 8.555 και 5.433 κιλά αντίστοιχα και όχι σε 12.497, 13.229, 10.943, 8.173, 19.648, 15.005, 23.555 και 25.433 κιλά αντίστοιχα, όπως αναφέρει στον ΠΙΝΑΚΑ 1.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία η εν λόγω (δεύτερη) ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς, την οποία καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 32.700,70, και (ν) κατά το έτος 2007, ποσότητα 2.636 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από το προσκομισθέν τιμολόγιο, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος τα οποία η εν λόγω ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 790,80.Συνολικά,η εν λόγω δεύτερη ενάγουσα,για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως το τέλος της συνεργασίας της με την εναγομένη, πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν (202.788 + 298.909 + 160.313 + 104·693 + 2.636=) 769.339 κιλά γάλακτος, έναντι του οποίου η εναγομένη όφειλε να της καταβάλει, το ποσό των ευρώ (769.339 επί 0,40 ευρώ το κιλό =) 307.735,60.

Έναντι των ανωτέρω πωληθέντων ποσοτήτων, η εναγομένη καθόρισε ως συνολικό το μη δίκαιο τίμημα του ποσού των ευρώ (68.085,82 + 104.615,08 + 55.953,91 + 32.700,70 + 790,80 =) 262.146,31. Επομένως, η εν λόγω δεύτερη ενάγουσα, έχει απαίτηση κατά της εναγομένης, εκ ποσού ευρώ (307.735,60 μείον 262.146,31 =) 45.589,29, πλην όμως για το ίδιο διάστημα η ίδια, με την ένδικη αγωγή της, αιτείται (το υπόλοιπο από το δικαιούμενο για τον αντίστοιχο χρόνο ποσό αφού για το ίδιο διάστημα αφαιρεί από το δικαιούμενο ποσό το ποσό των ευρώ 269.582,62), το ποσό των ευρώ 38.152,98, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται ότι η εναγομένη για την ανωτέρω αιτία, της οφείλει το ποσό των ευρώ 38.152,98.... (δ) Ο τέταρτος ενάγων, δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2007, τη διαφορά μεταξύ της τιμής, την οποία προσδιόρισε η εναγομένη για τις πωληθείσες υπ' αυτού ποιότητες γάλακτος και της τιμής, η οποία, με δίκαιη κρίση, προσδιορίσθηκε ανωτέρω.

Συγκεκριμένα, αν και από τα προσκομισθέντα και ενσωματωμένα στην ένδικη αγωγή κατά τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 τιμολόγια πώλησης του εν λόγω ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι αυτός πώλησε στην εναγομένη 198.820, 250.392, 281.949, 244.512 και 87.821 κιλά, αντίστοιχα, γάλακτος, ήτοι συνολικά για τα εν λόγω έτη 1.003.494 κιλά γάλακτος, εν τούτοις, ο ίδιος (τέταρτος ενάγων) για τα ίδια έτη στον ΠΙΝΑΚΑ 1 σελ. 25 της ένδικης αγωγής, αναφέρει ότι πώλησε 180.820, 214.398, 268.949, 239.512 και 71.821 κιλά αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 975.500 κιλά γάλακτος και για τα εν λόγω έτη (2003, 2004, 2005, 2006 και 2007) επ' αυτών των ποσοτήτων ζητεί να προσδιορισθεί το τίμημα κατά δίκαιη κρίση, ποσότητα επί της οποίας και πρέπει να αναγνωρισθεί η οφειλή της εναγόμενης.

Για την ποσότητα αυτή γάλακτος, ήτοι των 975.500 κιλών, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον εν λόγω ενάγοντα, ως τίμημα, το ποσό των ευρώ (975.500 επί 0,40 ευρώ το κιλό =) 390.200. Έναντι των ανωτέρω πωληθέντων ποσοτήτων, κατά τον ΠΙΝΑΚΑ 2 στη σελίδα 25 της ένδικης αγωγής, ο ίδιος (τέταρτος) ενάγων αναφέρει ότι η εναγομένη προσδιόρισε και του κατέβαλε ως συνολικό το μη δίκαιο τίμημα του ποσού των ευρώ (68.642,04 + 89.653,01 + 102.719,73 + 79·801,47 + 28.686,32 =) 369.502,57, ποσό το οποίο και αφαιρεί ακολούθως στις σελίδες 26 και 27 της ένδικης αγωγής.

Επομένως, ο εν λόγω τέταρτος ενάγων, έχει απαίτηση κατά της εναγομένης εκ ποσού ευρώ (390.200 μείον 309.502,57=) 70.732,10(ενν.20.697,43).Πλην όμως, ο ίδιος ενάγων, ζητεί συνολικά σε περίπτωση που προσδιορισθεί η παροχή κατά δίκαιη κρίση σε 0,40 ευρώ το κιλό γάλακτος για όλες τις ποσότητες που αναφέρει ότι επωλήθησαν στην εναγομένη από αυτόν από 1-1-2000 έως 30-6-2007, αναφέροντας ότι ανέρχονται σε 1.412.602 κιλά το ποσό των ευρώ 10.050,54.Πρέπει, ως εκ τούτου, να ανευρεθεί, εκ του εν λόγω αιτουμένου ποσού των 10.050,54 ευρώ, ποιό ποσό αντιστοιχεί στα 975.500 κιλά, τα οποία, κατά την αγωγή, επωλήθησαν στην εναγομένη κατά τα έτη 2003 έως 2004.

Όπως ο ενάγων αναφέρει στην σελίδα 25 της ένδικης αγωγής, κατά το έτος 2000, πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη 138.874 κιλά γάλακτος και η αμοιβή, η οποία προσδιορίσθηκε και κατεβλήθη υπό της εναγόμενης, ανήρχετο σε ευρώ 55.171,59.Αν για το ίδιο έτος η αμοιβή ανήρχετο σε 0,40 ευρώ, ο ίδιος ενάγων θα ελάμβανε (138.874 επί 0,40=)55.549,60 έλαβε δε κατά την αγωγή για το ίδιο έτος 55.171,59.

Επομένως, για το έτος 2000, ο ενάγων ζητεί (55.549,60 μείον 55.171,59=) 378,01. Παράλληλα, στην ίδια σελίδα 25 της ένδικης αγωγής, ο ενάγων αναφέρει ότι κατά το έτος 2001, πώλησε στην εναγομένη 123.744 κιλά γάλα και έλαβε 53.134,63 ευρώ. Υπολογιζόμενη η αμοιβή της εν λόγω ποσότητας των 123.744 κιλών με τιμή κιλού 0,40 ευρώ, ο ενάγων θα έπρεπε να λάβει (123.744 επί 0.40=) 49.497 ευρώ.

Επομένως, αφού έλαβε το ανωτέρω ποσό των 53.134,63 καμία αξίωση για επιπλέον αμοιβή δεν έχει έναντι της εναγομένης. Τέλος, κατά το έτος 2002, όπως στην σελίδα 25 της ένδικης αγωγής αναφέρεται, ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη 174.484 κιλά γάλακτος και έλαβε ως αμοιβή το ποσό των ευρώ 77.181,59. Εάν το τίμημα για την εν λόγω ποσότητα των 174.484 ανήρχετο σε 0,40 ευρώ το κιλό, τότε ο ενάγων θα ελάμβανε (174.484 επί 0,40=) 69.793,60 ευρώ.

Εφόσον έλαβε το ποσό των ευρώ 77.181,59 για τις εν λόγω πωληθείσες ποσότητες του έτους 2003, καμία απαίτηση δεν έχει έναντι της εναγομένης. Επομένως, από το αιτούμενο, από τον εν λόγω τέταρτο ενάγοντα, ποσό των 10.050,42 ευρώ, ποσό ευρώ 378,01 αντιστοιχεί στο έτος 2000, κανένα ποσό δεν αντιστοιχεί στα έτη 2001 και 2002, και ως εκ τούτου, για τα ανωτέρω έτη 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, από το αιτούμενο συνολικά (και για τα έτη 2000, 2001 και 2002) ποσό των 10.050,42 ευρώ, αντιστοιχεί το ποσό των ευρώ (10.050,42 μείον 378,01=) 9.672,41, το οποίο αναγνωρίσθηκε για το ίδιο διάστημα και με την εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει η εναγομένη. (ε) Ο πέμπτος ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-11-2007, δικαιούται τη διαφορά μεταξύ της τιμής, την οποία προσδιόρισε η εναγομένη για τις πωληθείσες υπ' αυτού ποσότητες γάλακτος και της τιμής, η οποία, με δίκαιη κρίση, προσδιορίσθηκε ανωτέρω.

Συγκεκριμένα, κατόπιν ορθής άθροισης των πωληθέντων και παραδοθέντων, υπό του εν λόγω πέμπτου ενάγοντος, στην εναγομένη ποσοτήτων γάλακτος, όπως αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενο τιμολόγια πώλησης του ίδιου του ενάγοντος, απεδείχθη ότι, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο εν λόγω ενάγων πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη τις ακόλουθες ποσότητες: (ι) κατά το έτος 2003 ποσότητα 88.202 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 30.911,55, (ιι) κατά το έτος 2004, ποσότητα 97.321 κιλών γάλακτος και όχι ποσότητα 96.621 κιλών γάλακτος, όπως ο ίδιος (πέμπτος ενάγων) αναφέρει στη σελίδα 29 της ένδικης αγωγής και δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι όσον αφορά στον μήνα Αύγουστο 2004, από το ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή με αριθμό 4/31-8-2004 τιμολόγιο του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι η ποσότητα την οποία ο εν λόγω πέμπτος ενάγων πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, ανήρχετο σε 35.221 κιλά και όχι σε 34.521 κιλά που αναφέρει στον ΠΙΝΑΚΑ 1 (σελ. 29 ένδικης αγωγής).

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, την οποία καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 35.551,79, (ιιι) κατά το έτος 2005, ποσότητα 116.999 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, την οποία καθόρισε, για έκαστο μήνα συνεργασίας, η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 42.326,94, (ιν) κατά το έτος 2006, ποσότητα 111.451 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 36.395,99, και (ν) κατά το έτος 2007, ποσότητα 49.900 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε, για έκαστο μήνα συνεργασίας, η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 15.981,00.

Συνολικά ο εν λόγω (πέμπτος) ενάγων, για το διάστημα από μηνός Φεβρουάριου 2003 έως το τέλος της συνεργασίας του με την εναγομένη, πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν (88.262 + 97.321 + 116.999 + 111.451 + 49.900=) 463.933 κιλά γάλακτος και όχι 463.233 κιλά, όπως ο εν λόγω ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, έναντι του οποίου η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει, το ποσό των ευρώ (463.933 επί 0,40 ευρώ το κιλό =) 185.573,20.

Έναντι των ανωτέρω πωληθέντων ποσοτήτων, η εναγομένη καθόρισε ως συνολικό το μη δίκαιο τίμημα του ποσού των ευρώ (30.911,79 + 35.551,79 + 42.326,94 + 36.395,99 + 15.981,00 =) 161.167,27.Επομένως, ο εν λόγω πέμπτος ενάγων έχει απαίτηση κατά της εναγομένης εκ ποσού ευρώ (185.573,20 μείον 161.167,27 =) 24.405,93, πλην όμως ο ίδιος με την ένδικη αγωγή του, για το ίδιο χρονικό διάστημα, αξιώνει το ποσό των ευρώ 24.125,93, το οποίο αναγνωρίσθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση ....Τέλος, (η) ο ένατος ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Μαΐου 2004 έως 30-6-2007, δικαιούται τη διαφορά μεταξύ της τιμής, την οποία προσδιόρισε η εναγομένη για τις πωληθείσες υπ' αυτού ποσότητες γάλακτος και της τιμής, την οποία, με δίκαιη κρίση προσδιορίσθηκε ανωτέρω.

Συγκεκριμένα, κατόπιν άθροισης των πωληθέντων και παραδοθέντων, υπό του εν λόγω ενάτου ενάγοντος, στην εναγομένη ποσοτήτων γάλακτος, όπως αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενο τιμολόγια πώλησης του ίδιου του ενάγοντος, απεδείχθη ότι, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο εν λόγω ενάγων πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη τις ακόλουθες ποσότητες: (ι) κατά το έτος 2004, ποσότητα 161.683 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 56.082,56, όπως προκύπτει από την ορθή άθροιση των ποσών που αναγράφονται στα επιμέρους προσκομισθέντα τιμολόγια του εν λόγω έτους και όχι στο ποσό, το οποίο αναφέρει ο εν λόγω (ένατος) ενάγων ως εισπραχθέν στη σελίδα 45 της ένδικης αγωγής, ήτοι στο ποσό των ευρώ 55.082,56.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, με την ένδικη αγωγή, ο εν λόγω ενάγων δεν αξιώνει την καταβολή της, ήδη από το έτος 2004, καθορισθείσας από την εναγομένη αμοιβής και αναγραφείσας στα επίδικα τιμολόγια, αλλά τη διαφορά μεταξύ της αμοιβής, την οποία η εναγομένη καθόρισε τότε και την οποία ο εν λόγω ενάγων ανέγραψε στα εκδοθέντα τιμολόγια και την προσδιοριζόμενη, κατά δίκαιη κρίση, από το Δικαστήριο αμοιβή, (ιι) κατά το έτος 2005, ποσότητα 272.319 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 97.202,24, όπως προκύπτει από την ορθή άθροιση των ποσών που αναγράφονται στα επιμέρους προσκομισθέντα τιμολόγια του εν λόγω έτους και όχι στο ποσό, το οποίο αναφέρει ο εν λόγω (ένατος) ενάγων ως εισπραχθέν (σελίδα 45 της ένδικης αγωγής), ήτοι το ποσό των ευρώ 93.202,24.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, με την ένδικη αγωγή, ο εν λόγω ενάγων, δεν αξιώνει την καταβολή της ήδη, από το έτος 2005, καθορισθείσας από την εναγομένη αμοιβής και αναγραφείσας στα επίδικα τιμολόγια, αλλά τη διαφορά μεταξύ της αμοιβής, την οποία η εναγομένη καθόρισε τότε και την οποία ο εν λόγω ενάγων ανέγραψε στα εκδοθέντα τιμολόγια και την προσδιοριζόμενη, κατά δίκαιη κρίση, από το Δικαστήριο αμοιβή, (ιιι) κατά το έτος 2006, ποσότητα 278.282 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι, η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο εν λόγω ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 87.781,69, όπως αποδεικνύεται από την ορθή άθροιση των ποσών, τα οποία αναγράφονται στα επιμέρους προσκομισθέντα τιμολόγια του, εν λόγω έτους, και όχι στο ποσό το οποίο αναφέρει ο εν λόγω (ένατος) ενάγων ως εισπραχθέντα στη σελίδα 45 της ένδικης αγωγής, ήτοι το ποσό των ευρώ 79.781,69.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, με την ένδικη αγωγή, ο εν λόγω ενάγων δεν αξιώνει την καταβολή της, ήδη από το έτος 2006, καθορισθείσας από την εναγομένη αμοιβής και αναγραφείσας στα επίδικα τιμολόγια, αλλά τη διαφορά μεταξύ αυτής της αμοιβής, την οποία η εναγομένη καθόρισε τότε και την οποία ο, εν λόγω, ενάγων ανέγραψε στα εκδοθέντα τιμολόγια και την προσδιοριζόμενη, κατά δίκαιη, κρίση από το Δικαστήριο αμοιβή, και (ιν) κατά το έτος 2007, ποσότητα 123.283 κιλών γάλακτος.

Παράλληλα, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια, του ίδιου έτους, αποδεικνύεται ότι, η αξία των ανωτέρω κιλών γάλακτος, τα οποία ο, εν λόγω, ενάγων πώλησε στην εναγομένη, με βάση την τιμή αγοράς αυτού, όπως την καθόρισε για έκαστο μήνα συνεργασίας η εναγομένη (χωρίς προσαύξηση ΦΠΑ και προ της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 39.682,89, όπως προκύπτει από την ορθή άθροιση των ποσών που αναγράφονται στα επιμέρους προσκομισθέντα τιμολόγια του εν λόγω έτους και όχι στο ποσό, το οποίο αναφέρει ο εν λόγω (ένατος) ενάγων ως εισπραχθέν (σελίδα 45 ένδικης αγωγής), ήτοι ευρώ 35.604,85.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, με την ένδικη αγωγή, ο εν λόγω ενάγων δεν αξιώνει την καταβολή της, ήδη από το έτος 2007, καθορισθείσας από την εναγομένη αμοιβής και αναγραφείσας στα επίδικα τιμολόγια, αλλά τη διαφορά μεταξύ αυτής της αμοιβής, την οποία η εναγομένη καθόρισε τότε και την οποία ο εν λόγω ενάγων ανέγραψε στα εκδοθέντα τιμολόγια και την προσδιοριζόμενη, κατά δίκαιη κρίση, από το Δικαστήριο αμοιβή.

Συνολικά, ο ένατος ενάγων, για το διάστημα από Μάιο 2004 έως το τέλος της συνεργασίας του με την εναγομένη, πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν (161.683 + 272.319 + 278.282 + 123.283 =) 835.567 κιλά γάλακτος, έναντι του οποίου η εναγομένη, όφειλε να προσδιορίσει την παροχή στο ποσό των ευρώ (835.567 επί 0,40 ευρώ το κιλό =) 334.226,80. Έναντι των ανωτέρω πωληθέντων ποσοτήτων, η εναγομένη καθόρισε ως, συνολικό μη δίκαιο, τίμημα το ποσό των ευρώ (56.082,56 + 97·202,24 + 87.781,69 + 39.682,89 =) 280.749,38 και όχι το ποσό των ευρώ 263.671,34, όπως ισχυρίζεται ο εν λόγω (ένατος) ενάγων με την ένδικη αγωγή του.

Επομένως, ο ένατος ενάγων έχει απαίτηση κατά της εναγομένης εκ ποσού ευρώ (334.226,80 μείον 280.749,38 =) 53.477,42, και όχι ποσού ευρώ 70.555,46, το οποίο ο εν λόγω (ένατος) ενάγων αιτείται με την ένδικη αγωγή του και έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση. ...Όμοια, όσον αφορά στον ένατο των εναγόντων Τ. Σ., ο οποίος για το χρονικό διάστημα από 1-5-2004 έως 30-6-2007 ζητούσε με την ένδικη αγωγή, όπως αναγνωρισθεί απαίτηση αυτού, κατά της εναγομένης, εκ της ανωτέρω αιτίας, ποσού ευρώ 70.555,46, ποσό για το οπαίο, για το ίδιο διάστημα, έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος της ένδικης έφεσης, καθώς επίσης και ο τρίτος και τέταρτος πρόσθετος λόγος έφεσης και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, δικασθεί η ένδικη αγωγή και γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον εν λόγω ένατο ενάγοντα.

το ποσό των ευρώ 53.477.42, με το νόμιμο τόκο από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Για τους λοιπούς των εναγόντων και δη ...δεύτερη, ...τέταρτο, πέμπτο..., αναγνωρίζοντας η εκκαλουμένη απόφαση ότι η εναγομένη οφείλει σε αυτούς τα ανωτέρω ειδικώς μνημονευόμενα ποσά, για το ίδιο διάστημα και δη όσον αφορά ...για τη δεύτερη ενάγουσα, Χ.

Δ., για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-1-2007 το ποσό των ευρώ 38.152,98, ...για τον τέταρτο ενάγοντα Β. Κ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2007 το ποσό των ευρώ 9.672,41, για τον πέμπτο ενάγοντα Σ. Κ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 30-6-2007 το ποσό των ευρώ 24.125,93,......με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του πέμπτου λόγου έφεσης και του τρίτου και τετάρτου προσθέτου λόγου έφεσης, καθό μέρος η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία επικαλείται κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι αντεκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης, αμφότερων των αντεφέσεων, ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον ποσοτικό προσδιορισμό της ζημίας εκάστου, έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη της, το πραγματικό τίμημα με το οποίο, έκαστος εξ αυτών, πώλησε στην εναγομένη τις ανωτέρω ποσότητες γάλακτος, με την τιμή την οποία αυτή (εναγόμενη) είχε καθορίσει, και δη κατόπιν αφαίρεσης από το ποσό αυτό των κρατήσεων υπέρ ΕΛΟΓ και του αναλογούντος ποσοστού ΦΠΑ.

Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος ουσιαστικά συνιστά ισχυρισμό περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων. τυγχάνει προεχόντως απορριπτέος, εκ του λόγου ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, η οποία και έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση, αποτελεί αγωγή αποζημιώσεως.

Εν τούτοις, με την ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, ζητείται, αφού προσδιορισθεί η κατά το άρθρο 371 ΑΚ εύλογη τιμή πώλησης των ποσοτήτων γάλακτος, τις οποίες ήδη στο παρελθόν οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγομένη, να αναγνωρισθεί η οφειλόμενη διαφορά μεταξύ αυτής της τιμής, με το τίμημα το οποίο στο παρελθόν η εναγομένη είχε προσδιορίσει κατά μη δίκαιη κρίση.

Η τιμή δε αυτή καθοριζόταν υπό της εναγομένης ως τίμημα, προ του προσδιορισμού εισφορών ΕΛΟΓ, τις οποίες (εισφορές) ακολούθως οι ενάγοντες αφού υπολόγιζαν επί του τιμήματος (προ ΦΠΑ) τις αναλογούσες, υπέρ ΕΛΟΓ εισφορές και απέδιδαν. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή τους, την αιτούμενη διαφορά υπολογίζουν και αξιώνουν επί της τιμής που τους κατέβαλε η εναγομένη προ εισφοράς ΕΛΟΓ και προ ΦΠΑ, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά με τον υπό κρίση λόγο αντέφεσης, οι αντεκαλούντες - ενάγοντες, να ζητούν, απαραδέκτως για πρώτη φορά με τις ένδικες αντεφέσεις τους, πλέον του αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή τους.

Περαιτέρω, η εναγομένη, παραδεκτώς, ..., επαναφέρει το πρώτον, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της ένδικης έφεσης, τον ισχυρισμό της περί παραγραφής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 250 ΑΚ, της απαίτησης των εναγόντων περί αναγνώρισης της οφειλόμενης διαφοράς του τιμήματος πώλησης των ενδίκων ποσοτήτων γάλακτος, οι οποίες επωλήθησαν από τους ενάγοντες στην εναγομένη, προ της 1-1-2003, ήτοι, όσον αφορά στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής, τον οποίο (ισχυρισμό) είχε προβάλλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και είχε απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει νόμιμος, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 2 ΑΚ.

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή τους, την οποία, ..., επέδωσαν στην εναγομένη την 11-11-2013, αξιώνουν όπως, αφού προσδιορισθεί η εύλογη τιμή πώλησης υπ' αυτών στην εναγομένη των αναφερομένων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, ακολούθως, αναγνωρισθεί η οφειλόμενη σε αυτούς από την εναγομένη διαφορά, μεταξύ της τιμής την οποία το Δικαστήριο θα προσδιορίσει και της τιμής που ήδη στο παρελθόν είχε προσδιορίσει η εναγομένη κατά μη δίκαιη κρίση.

Ειδικότερα, με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν όπως αναγνωρισθεί η εν λόγω διαφορά για ποσότητες γάλακτος που πώλησαν και παρέδωσαν στην εναγομένη,... η δεύτερη εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2003 έως 31-1-2007, ...ο τέταρτος εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2000 έως 30-6-2007, ο πέμπτος εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2003 έως 30-6-2007,...και ο ένατος εξ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 31-5-2004 έως 30-6-2007.

Εν τούτοις, για τις αξιώσεις τους αυτές, οι ενάγοντες ήγειραν προγενέστερη αγωγή σε βάρος της εναγομένης, περιέχουσες τις ίδιες απαιτήσεις και δη την από 23-12-2008 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...2008) η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 30-12-2008, ..., και η οποία (προγενέστερη αγωγή των εναγόντων) απερρίφθη ως αόριστη, δυνάμει της, με αριθμό 2678/16-5-2013, απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.

Την ένδικη αγωγή τους οι εναγόμενοι κατέθεσαν την 8-11-2013, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επέδωσαν στην εναγομένη την 11-11-2013, ...με αποτέλεσμα, εφόσον ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την έκδοση της με αριθμό 2678/16-5-2013 ανωτέρω αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 263 εδ.β του ΑΚ, η παραγραφή να θεωρείται ότι έχει διακοπεί από την άσκηση της πρώτης ανωτέρω αγωγής.

Ήδη, εν τούτοις, προ της εγέρσεως της αρχικής ανωτέρω αγωγής των εναγόντων, είχε παραγραφεί η αξίωση αυτών για αναγνώριση της διαφοράς του οφειλόμενου τιμήματος :(α)του πρώτου..(β) του τρίτου...(γ) του τετάρτου ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 28-2-2000 έως 31-12-2002,(δ)του έκτου....και (ε)του όγδοου... Η εναγομένη, είχε προβάλει τον ισχυρισμό περί παραγραφής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως το Δικαστήριο εκείνο, απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο, όσον αφορά στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής, εκ του λόγου ότι, η αξίωση της εύλογης παροχής γεννήθηκε το πρώτον με την εκκαλουμένη απόφαση.

Εν τούτοις, η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε στην κρίση της αυτή, και πρέπει, γενομένου δεκτού, του εν λόγω τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης, όσον αφορά στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής, κατά τον οποίο εσφαλμένως απερρίφθη η προβληθείσα υπό της εναγομένης ανωτέρω ένσταση παραγραφής, να εξαφανισθεί, κατά τούτο, η εκκαλουμένη απόφαση και αφού δικασθεί η ένδικη ένσταση, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της, καθόσον αφορά στις αξιώσεις προς αναγνώριση της επίδικης διαφοράς του οφειλόμενου τιμήματος (α)του πρώτου...,(β)του τρίτου ...(γ) του τετάρτου ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 28-2-2000 έως 31-12-2002, ...(δ) του έκτου...και (ε)του ογδόου..., και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή των ανωτέρω..., τετάρτου,....των εναγόντων για τις, προ την 1-1-2003, αξιώσεις τους, ως αβάσιμη στην ουσία της, ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτών, για τις ανωτέρω ειδικώς αναφερόμενες απαιτήσεις τους, λόγω παραγραφής της σχετικής αξίωσης αυτών...Ο ισχυρισμός των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης, εκ μέρους της εναγομένης, της ανωτέρω ένστασης παραγραφής, εκ του λόγου ότι η αποδοχή μίας τέτοιας ένστασης θα είχε ως αποτέλεσμα, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης εκ της διαφοράς της ανωτέρω τιμής, γεγονός που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, ενόψει μάλιστα της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης και της υποχρέωσης πίστης αυτής που πηγάζει από τη σχέση αποκλειστικής συνεργασίας των διαδίκων, αλλά και της οικονομικής αδυναμίας των εναγόντων και της εξάρτησης αυτών από την εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι η παραγραφή, αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού, ενόψει μάλιστα του ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι δεν άσκησαν την ένδικη αξίωσή τους προ της συμπληρώσεως πέντε ετών από το τέλος εκάστου εκ των ανωτέρω ετών (2000,2001 και 2002), συνεπεία δόλιας συμπεριφοράς της εναγομένης.

Κατόπιν των ανωτέρω, οι ενάγοντες, εκ της ανωτέρω αιτίας, έχουν αξίωση σε βάρος της εναγομένης,...η δεύτερη για το ποσό των ευρώ 38.152,98, ..., ο τέταρτος για το ποσό των ευρώ 9.672,41, ο τέταρτος, ως συνεχίζων τη δίκη στη θέση του αρχικώς πέμπτου ενάγοντος - πατρός του, για το ποσό των ευρώ 24.125,93,...και ο ένατος για το ποσό των ευρώ 53.477,42, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, η εναγομένη, με τις ένδικες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για πρώτη φορά, επαναφέρει ένσταση περί συμψηφισμού κατά της ανωτέρω απαίτησης της δεύτερης, τετάρτου, πέμπτου και ενάτου των εναγόντων, ανταπαίτησή της εκ συναλλαγματικών εκ ποσού ευρώ 57.275 όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, ποσού ευρώ 38.000 όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα, όσον αφορά στον πέμπτο ενάγοντα εκ ποσού ευρώ 3.000 και όσον αφορά στον ένατο ενάγοντα εκ ποσού ευρώ 21.000, την οποία η εναγομένη είχε προβάλλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως απερρίφθη, υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως αόριστη.

Εν τούτοις, και δεδομένου ότι η ένσταση αυτή είχε προβληθεί και πρωτοδίκως και είχε απορριφθεί ως αόριστη, απαραδέκτως επαναφέρεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης, ακόμη και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς τον έκτο των εναγόντων ...και πρέπει να απορριφθεί εκ του λόγου τούτου.

Κατόπιν των ανωτέρω, ως προς τις αξιώσεις των ανωτέρω, πρώτου, τρίτου, έκτου και ογδόου των εναγόντων, ως προς τους οποίους το αίτημα αναγνώρισης της διαφοράς μεταξύ καταβληθείσας από την εναγομένη αμοιβής αγοράς του πωληθέντος υπ' αυτών γάλακτος και του τιμήματος που έπρεπε η ίδια (εναγομένη) να καθορίσει κατά δίκαιη κρίση, τα οποία απερρίφθησαν ενόψει της ανωτέρω ένστασης παραγραφής που προέβαλε η εναγομένη, πρέπει να ερευνηθούν ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, ήτοι καθό μέρος επιδιώκεται η επιδίκαση των ανωτέρω (απορριφθέντων λόγω της παραγραφής ποσών) ως αποζημίωση, λόγω της επικαλούμενης με την αγωγή επικουρικά υπ' αυτών αδικοπραξίας της εναγομένης, ήτοι λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης σε βάρος τους, από μηνός Μαΐου 2001, και εντεύθεν, από την εκ μέρους της (εναγομένης) καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτής περί συμβατικού καθορισμού του τιμήματος αγοράς....

Αντίθετα, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε ως προς τον τέταρτο ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2001 έως 31-12-2002 ο ίδιος δεν επικαλείται, με την ένδικη αγωγή του, ζημία..... Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, προσθέτου λόγου έφεσης αλλά και λόγου αντέφεσης, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, αλλά και οι ένδικες αντεφέσεις, όπως ειδικότερα αναλύεται ανωτέρω.

Εν τούτοις, για το ενιαίο της εκτέλεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, ως προς άπαντες τους ενάγοντες και, αφού δικασθεί η ένδικη αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή στην ουσία της και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει:..(β) στη δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των ευρώ (38.152,98 + 7.600=) 45.752,98, εκ του οποίου, νομιμοτόκως, ποσό ευρώ 38.152,98 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και ποσό ευρώ 7.600 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της από 23-12-2008 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...2008) αγωγής, ήτοι από την 31-12-2008,...(δ) στον τέταρτο ενάγοντα, το ποσό των ευρώ (9.672,41 + 1.900=) 11.572,41 εκ του οποίου, νομιμοτόκως ποσό ευρώ 9.672,41, από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και ποσό ευρώ 1.900 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της από 23-12-2008 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...2008) αγωγής, ήτοι την 31-12-2008, (ε) στον τέταρτο ενάγοντα, Β.

Κ., ο οποίος και συνεχίζει την ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή δίκη στη θέση του αρχικώς, και ήδη αποβιώσαντος, πέμπτου ενάγοντος πατρός του Βασιλείου Κωνσταντή, το ποσό των ευρώ (24.125,93 + 4·900 =) 29.025.93, εκ του οποίου, νομιμοτόκως, ποσό ευρώ 24.125,93 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και ποσό ευρώ 4.900 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της από 23-12-2008 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...2008) αγωγής, ήτοι από την 31-12-2008, ...και (η) στον ένατο ενάγοντα, το ποσό των ευρώ (53.477,42 + 10.700=) 64.177,42, εκ του οποίου, νομιμοτόκως, ποσό ευρώ 53.477,42 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, και ποσό ευρώ 10.700 από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της από 23-12-2008 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...2008) αγωγής, ήτοι από την 31-12-2008...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 513 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ, αφενός μεν, των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες διατάξεις και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την εν μέρει αποδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της αγωγής των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης, ως προς την κύρια βάση της, που αφορούσε τον προσδιορισμό από το δικαστήριο της τιμής του πωληθέντος από τους ενάγοντες παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος κατά δίκαιη κρίση, κατ' άρθρο 371 εδ.

β ΑΚ και ακολούθως την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της τελευταίας αυτής -εύλογης- τιμής πώλησης αγελαδινού γάλακτος και του τιμήματος που καταβλήθηκε, στο πλαίσιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης αγοράστριας για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής.

Και τούτο διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: i) το τίμημα για την πώληση των ποσοτήτων αγελαδινού γάλακτος δεν καθοριζόταν από τους συμβαλλομένους, αλλά είχε ανατεθεί στην εναγομένη να το προσδιορίζει κατά δίκαιη κρίση, με βάση ορισμένα κριτήρια, ii) η εναγομένη όφειλε να προσδιορίζει την τελική τιμή αγοράς, λαμβάνοντας ως δεδομένη μία βασική τιμή, διαφορετική για κάθε περιοχή, με συνυπολογισμό:

α) της ποιότητας του γάλακτος, β) της παραδιδόμενης ποσότητας, γ) της απόστασης της μονάδας του παραγωγού από το σταθμό συγκέντρωσης γάλακτος, δ) του αριθμού των ζώων της γαλακτοπαραγωγικής μονάδας, ε) της προοπτικής ανάπτυξης της μονάδας και ε) της εποχικότητας, iii) ως προς την αξιολόγηση της ποιότητας του γάλακτος, κρίσιμα στοιχεία ήταν η περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνες και λίπη, η μικροβιολογική κατάστασή του και τα σωματικά κύτταρα που περιείχε, iv) η εναγομένη τηρούσε συγκεκριμένη διαδικασία αξιολόγησης που ήταν γνωστή στους γαλακτοπαραγωγούς, σύμφωνα με την οποία η τελική τιμή παραγωγού αποτελούσε συνάρτηση της βασικής τιμής και της περιεκτικότητας σε λίπος, αντιβιοτικό και νερό, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποσότητας" που διαφοροποιούνταν ανάλογα με την παραδιδόμενη από τον παραγωγό ποσότητα, πλέον του αναλογούντος "πριμ ποιότητας" που διαμορφωνόταν ανάλογα με την περιεκτικότητα σε ολική μικροβιακή χλωρίδα (Ο.Μ.Χ.), σωματικά κύτταρα (Σ.Κ.), αντιβιοτικό και με το σημείο πήξης (Σ.Π.), v) τα προαναφερόμενα κριτήρια ήταν μεν αντικειμενικά, πλην όμως αυτά δεν καθιστούσαν την παροχή (τίμημα) ορισμένη ή οριστή, διότι αποτελούσαν παραμέτρους καθορισμού του τιμήματος, το οποίο δεν μπορούσε να είναι γνωστό, αλλά ούτε εκ των προτέρων προσδιορίσιμο, από τους γαλακτοπαραγωγούς, δεδομένου ότι οι τελευταίοι γνώριζαν μεν τη διαδικασία ελέγχου της ποιότητας του πωλούμενου στην εναγομένη αγελαδινού γάλακτος, πλην όμως οι ίδιοι αντικειμενικά τελούσαν σε αδυναμία να ελέγξουν τους όρους ορθής εφαρμογής της διαδικασίας αυτής με δικά τους μέσα για καθεμία ποσότητα αγελαδινού γάλακτος που πωλούνταν και παραδίδονταν από αυτούς στην εναγομένη και γι' αυτόν άλλωστε το λόγο ανατέθηκε ο προσδιορισμός της παροχής στην τελευταία, vi) η εναγομένη όφειλε να προσδιορίσει την παροχή κατά δίκαιη κρίση, λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη το σκοπό της σύμβασης που συνίστατο στον προσπορισμό κέρδους σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος και ιδιαίτερα σε καθέναν από τους γαλακτοπαραγωγούς, οι οποίοι συνδέονταν με την εναγομένη με σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, κατά την οποία στερούνταν το δικαίωμα διοχέτευσης της παραγόμενης ποσότητας αγελαδινού γάλακτος σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, ανταγωνίστρια ή μη της εναγομένης, vii) η εναγομένη μετείχε, με άλλες μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες, σε συμφωνία (απαγορευόμενη σύμπραξη) που αφορούσε τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και τη μεταξύ τους κατανομή των γεωγραφικών περιοχών εφοδιασμού γάλακτος ανά την Ελλάδα, προκειμένου, αφενός μεν, να συμπιεστούν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο οι τιμές παραγωγού, οι οποίες κατ' αυτό τον τρόπο δεν αντιστοιχούσαν σε εκείνες που θα διαμορφώνονταν, εάν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, αφετέρου δε, να καταστεί αδύνατη η μετακίνηση των γαλακτοπαραγωγών από μία γαλακτοβιομηχανία σε άλλη, κατά την αναζήτηση από αυτούς καλύτερων τιμών για τα προϊόντα τους, viii) η εναγομένη δεν καθόρισε την τιμή του αγελαδινού γάλακτος που αγόραζε από τους ενάγοντες με δίκαιη κρίση, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια, αντίθετα δε, εκμεταλλεύτηκε κατά τρόπο καταχρηστικό τη δεσπόζουσα θέση της στην εγχώρια αγορά γάλακτος και τη σχέση οικονομικής εξάρτησης προς αυτήν των γαλακτοπαραγωγών, οι οποίοι δεν διέθεταν ισοδύναμη λύση και δεν μπορούσαν να επιδιώξουν υψηλότερη τιμή αγοράς, μέσω ενδεχόμενης συνεργασίας με άλλη γαλακτοβιομηχανία και ix) λαμβάνοντας ιδίως υπόψη:

α) την τιμή που πρόσφεραν οι γαλακτοβιομηχανίες που δεν συμμετείχαν στην προαναφερόμενη συμφωνία, β) το κόστος αγοράς των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής, το οποίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κυμαινόταν μεταξύ των δύο και δυόμισι χιλιάδων ευρώ, γ) το διαρκώς αυξανόμενο κόστος των ζωοτροφών, δ) το αμετάβλητο της ποιότητας του γάλακτος που παρήγαν οι γαλακτοπαραγωγές μονάδες των εναγόντων καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, ε) το κατά κανόνα αμετάβλητο της τιμής του φρέσκου αγελαδινού γάλακτος της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, στ) την αύξηση της τιμής παραγωγού από την εναγομένη μετά την αποκάλυψη της προαναφερόμενης συμφωνίας - απαγορευόμενης σύμπραξης πολλών γαλακτοβιομηχανιών, ζ) τη μεγάλη απόκλιση μεταξύ της τιμής του παραγωγού και της τιμής λιανικής πώλησης, χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η τιμή αγοράς του γάλακτος από τον καταναλωτή συναρτάται όχι μόνο με την τιμή του παραγωγού, αλλά και με το κόστος της επεξεργασίας, της συσκευασίας, της διαφήμισης, της διανομής του προϊόντος, καθώς και με το περιθώριο κέρδους όλων των ενδιάμεσων επαγγελματιών, η) το προσδοκώμενο εύλογο περιθώριο κέρδους των διαδίκων και κατά κύριο λόγο των γαλακτοπαραγωγών και θ) η μέση τιμή αγοράς γάλακτος για το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003-2007, υπολείπεται του τιμήματος που εισέπρατταν οι ενάγοντες για τις ποσότητες γάλακτος, τις οποίες πώλησαν στην εναγομένη.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το τίμημα αγοράς γάλακτος για το ως άνω χρονικό διάστημα κι πρέπει να καθοριστεί από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ, στο ποσό των 0,40 €/κιλό. Κατόπιν τούτου, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της δεύτερης αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του, είναι πρόδηλο ότι δεν στήριξε την κρίση του για την επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ της εύλογης τιμής και της τιμής που πραγματικά καταβλήθηκε από την εναγομένη σε εκτέλεση των συμβάσεων πώλησης που μνημονεύονται, σε οποιαδήποτε από τις συρρέουσες αδικοπρακτικές επικουρικές βάσεις της αγωγής και για το λόγο αυτό ορθά δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 81, 82 ΣυνθΕΚ, 1, 2, 2α του νόμου 703/1977,281, 298, 914, 919, 937, 250 αρ.15,251,253 ΑΚ, που αφορούν τις συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις της αγωγής, καθόσον η αποδοχή, στην προκειμένη περίπτωση, της κύριας βάσης της αγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μη πλήρωση - ματαίωση της αίρεσης και την αδυναμία του δικαστηρίου της ουσίας να επιληφθεί των επικουρικών βάσεων της αγωγής.

Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική με το ζήτημα αυτό της συρροής αξιώσεων από σύμβαση και από αδικοπραξία μείζονα σκέψη, το δικαστήριο δικαιούται, καταρχήν τουλάχιστον, να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απόρριψης άλλης βάσης ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα, μόνο μετά την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή μετά την απόρριψη της προηγούμενης βάσης ή αιτήματος .Διαφορετικά, θα παραβιαζόταν η αρχή της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και το δικαστήριο της ουσίας, εάν υπερέβαινε την καθοριζόμενη από τους ενάγοντες σειρά έρευνας των βάσεων της αγωγής, θα υπέπιπτε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ.

Τέλος, το Εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, έλαβε υπόψη του και ερεύνησε τον ισχυρισμό των εναγόντων για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων και στη συνέχεια τον απέρριψε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ότι η τοκογονία της ένδικης αξίωσης των εναγόντων (διαφοράς μεταξύ της εύλογης τιμής και εκείνης που καταβλήθηκε) αρχίζει από την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι από κάθε παραβατική αγοραπωλησία(τιμολόγιο πώλησης),ήτοι από την επομένη έκδοσης κάθε τιμολογίου πώλησης, διότι δέχτηκε ότι έλκονται σε εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 371 και 513 επ.ΑΚ και όχι εκείνες των άρθρων 81, 82 ΣυνθΕΚ, 1, 2, 2α του νόμου 703/1977, 298, 914, 919,937,250 αρ.15,251,253 ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της πρώτης αναίρεσης, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, αναφορικά με τον τέταρτο ενάγοντα-δεύτερο αναιρεσείοντα-αναιρεσίβλητο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλάβει και άλλες προς αποσαφήνιση εκείνων που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί, οι αιτιολογίες δε αυτές, συνολικά εκτιμώμενες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα και τα οποία δικαιολογούν την εν μέρει αποδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμης, της αγωγής ως προς τον τέταρτο ενάγοντα-δεύτερο αναιρεσείοντα-αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έγινε δεκτό ότι έχουν αποδειχθεί, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων του δεύτερου αναιρεσείοντα, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ και το πόρισμα που συνάγεται από τις αποδείξεις και στηρίζεται σ' αυτές, εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και με κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με εκείνα που προηγουμένως αναλυτικά έχουν εκτεθεί.

Συγκεκριμένα, εκτίθεται ότι ο τέταρτος ενάγων, δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2007, τη διαφορά μεταξύ της τιμής, την οποία προσδιόρισε η εναγομένη για τις πωληθείσες υπ' αυτού ποιότητες γάλακτος και της τιμής, η οποία, με δίκαιη κρίση, προσδιορίσθηκε ανωτέρω,ότι ο ίδιος (τέταρτος ενάγων) για τα ίδια έτη στον ΠΙΝΑΚΑ 1 σελ. 25 της ένδικης αγωγής, αναφέρει ότι πώλησε 180.820, 214.398, 268.949, 239.512 και 71.821 κιλά αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 975.500 κιλά γάλακτος και για τα εν λόγω έτη (2003, 2004, 2005, 2006 και 2007) επ' αυτών δε των ποσοτήτων ζητεί να προσδιορισθεί το τίμημα κατά δίκαιη κρίση, ποσότητα επί της οποίας και πρέπει να αναγνωρισθεί η οφειλή της εναγόμενης.

Ότι για την ποσότητα αυτή γάλακτος, ήτοι των 975.500 κιλών, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον εν λόγω ενάγοντα, ως τίμημα, το ποσό των ευρώ (975.500 επί 0,40 ευρώ το κιλό =) 390.200. Έναντι των ανωτέρω πωληθέντων ποσοτήτων, κατά τον ΠΙΝΑΚΑ 2 στη σελίδα 25 της ένδικης αγωγής, ο ίδιος (τέταρτος) ενάγων αναφέρει ότι η εναγομένη προσδιόρισε και του κατέβαλε ως συνολικό το μη δίκαιο τίμημα του ποσού των ευρώ (68.642,04 + 89.653,01 + 102.719,73 + 79.801,47 + 28.686,32 =) 369.502,57, ποσό το οποίο και αφαιρεί ακολούθως στις σελίδες 26 και 27 της ένδικης αγωγής.

Επομένως, ο εν λόγω τέταρτος ενάγων, έχει απαίτηση κατά της εναγομένης εκ ποσού ευρώ (390.200 μείον 309.502,57=) 70.732,10 (ενν.20.697,43).Ότι, ο ίδιος ενάγων, ζητεί συνολικά σε περίπτωση που προσδιορισθεί η παροχή κατά δίκαιη κρίση σε 0,40 ευρώ το κιλό γάλακτος για όλες τις ποσότητες που αναφέρει ότι επωλήθησαν στην εναγομένη από αυτόν από 1-1-2000 έως 30-6-2007, αναφέροντας ότι ανέρχονται σε 1.412.602 κιλά το ποσό των ευρώ 10.050,54,ότι από το αιτούμενο, από τον εν λόγω τέταρτο ενάγοντα, ποσό των 10.050,42 ευρώ, ποσό ευρώ 378,01 αντιστοιχεί στο έτος 2000, κανένα ποσό δεν αντιστοιχεί στα έτη 2001 και 2002, και ως εκ τούτου, για τα ανωτέρω έτη 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, από το αιτούμενο συνολικά (και για τα έτη 2000, 2001 και 2002) ποσό των 10.050,42 ευρώ, αντιστοιχεί το ποσό των ευρώ (10.050,42 μείον 378,01=) 9.672,41.

Επομένως, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτέλεση της μαθηματικής πράξης της αφαίρεσης για τον τέταρτο ενάγοντα (αλλά και για καθέναν από τους λοιπούς) και την εξεύρεση του αποτελέσματος, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών αριθμών (μειωτέου, δηλαδή του εύλογου κατά την κρίση του δικαστηρίου τιμήματος και αφαιρετέου, δηλαδή του τιμήματος που καταβλήθηκε), έλαβε υπόψη του το (τρίτο επικουρικό) αίτημα της αγωγής, με το οποίο ο τέταρτος ενάγων ζητούσε την καταβολή του ποσού των 10.050,42 ευρώ, με βάση την εύλογη τιμή των 0,40 ευρώ ανά κιλό.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας επιδίκαζε το ποσό των 70.732,10 ευρώ, όπως αναφέρει ο τέταρτος ενάγων στην αναίρεσή του, θα υπέπιπτε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9β ΚΠολΔ, δεδομένου ότι θα προέβαινε στην επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού από εκείνο που ζητήθηκε με βάση την εύλογη τιμή των 0,40 ευρώ ανά κιλό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του κυρίως δικογράφου της πρώτης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

5.Σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, καταρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλαδή με τη μορφή πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 284/2023, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018).

Και τούτο διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 756/2023, ΑΠ 593/2023, ΑΠ 303/2023, ΑΠ 189/2023).Με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου της πρώτης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους ενάγοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία υπολείπονται κατά πολύ των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59,932 ΑΚ σε συνδυασμό με 81 ΣυνθΕΚ (νυν 101 ΣΛΕΕ),1 Ν.703/1977(νυν 1 Ν.3959/2011),914 ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας (άρ.25 Συντ).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Επιπλέον, εκ της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία συνεχίσθηκε και μετά το έτος 2002, έως το τέλος της συνεργασίας της με τους ενάγοντες, εφόσον οι τιμές αγοράς που η ίδια καθόριζε για την αγορά υπ' αυτών του αγελαδινού γάλακτος, παρέμενε διαρκώς μειωμένη έναντι της τιμής, την οποία, κατά δίκαιη κρίση και υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού η ίδια όφειλε να προσδιορίσει, οι ενάγοντες προσβλήθηκαν στην προσωπικότητά τους, στην έκφανση της ελεύθερης ανάπτυξης αυτής δια της άσκησης του επαγγέλματος τους υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και δίχως καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησής τους από την εναγομένη, υπέστησαν δε ψυχική ταλαιπωρία και φόβο για τη βιωσιμότητα της επιχείρησής τους και εν γένει το επαγγελματικό μέλλον τους ως γαλακτοπαραγωγών και, συνεπώς, υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Λαμβανομένων υπόψη των, κατά το νόμο, στοιχείων και δη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτή και δη του τόπου, τρόπου και του μακρού χρόνου προσβολής της προσωπικότητος αυτών, της έντονης στενοχώριας και θλίψης που ένιωσαν οι ενάγοντες, του βαθμού του πταίσματος (δόλος) της εναγομένης, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένης υπόψη και της έντασης και της απαξίας της προσβολής, αλλά και του ύψους της υλικής ζημίας που έκαστος των εναγόντων υπέστη, εκ της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, κρίνεται ότι, η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται, έκαστος των εναγόντων, ανέρχεται, ...για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των ευρώ 7.600,...

για τον τέταρτο ενάγοντα στο ποσό των ευρώ 1.900, για τον αρχικώς πέμπτο ενάγοντα στο ποσό των ευρώ 4.900...και για τον ένατο ενάγοντα στο ποσό των ευρώ 10.700. Διαφορετικά εκτιμώντας τις αποδείξεις η εκκαλουμένη απόφαση, και αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη οφείλει, εις έναν έκαστον των εναγόντων, για την προσβολή της προσωπικότητάς του, το ποσό των 20.000 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού του πέμπτου λόγου εφέσεως, καθώς επίσης και του τρίτου και τετάρτου προσθέτου λόγου εφέσεως, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, καθώς και του πέμπτου προσθέτου λόγου έφεσης, κατά τον οποίο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με την εκκαλουμένη απόφαση η χρηματική ικανοποίηση ορίσθηκε για έκαστο των εναγόντων στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Πρέπει, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, να εξαφανισθεί και κατά το μέρος αυτό, ήτοι καθό μέρος αναγνωρίσθηκε για έναν έκαστον των ανωτέρω εναγόντων ότι η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται, ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 20.000, και αφού δικασθεί η ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι ως χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων, εκ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης σε βάρος τους, η τελευταία οφείλει να τους καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως υπ' αυτών στην εναγομένη, της από 23-12-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2008 αγωγής τους, ήτοι από την 30-12-2008, οπότε και όχλησαν την εναγομένη, απορριπτομένου του τρίτου λόγου, αμφότερων των αντεφέσεων, καθό μέρος ζητείται η επιδίκαση του ποσού αυτού, όσον αφορά στους ήδη ενάγοντες, πλην του ενάτου, από της επομένης της επιδόσεως της από 13-2-2008 εξωδίκου οχλήσεως της εναγομένης, δεδομένου ότι, με το εν λόγω εξώδικο, οι ανωτέρω ενάγοντες δεν προσδιόρισαν συγκεκριμένο ποσό χρηματικής ικανοποίησης.

Η περί συμψηφισμού ένσταση της εναγομένης, της ανωτέρω απαίτησης της δεύτερης, τετάρτου, πέμπτου και ενάτου των εναγόντων, με ανταπαίτησή της (εναγομένης) κατ' αυτών, εκ συναλλαγματικών ποσού ευρώ 57.275 όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, ποσού ευρώ 38.000 όσον αφορά στον τέταρτο ενάγοντα, όσον αφορά στον πέμπτο ενάγοντα εκ ποσού ευρώ 3.000 και όσον αφορά στον ένατο ενάγοντα εκ ποσού ευρώ 21.000, απαραδέκτως επαναφέρεται ενώπιόν μας το πρώτον με τις προτάσεις που κατέθεσε η εναγομένη και όχι με λόγο εφέσεως, παρά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και ως την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, διότι αυτή είχε προβληθεί σε πρώτο βαθμό και είχε απορριφθεί ως αόριστη...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ in finem του Συντάγματος και 932 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, το μεν, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες διατάξεις και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, το δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την εν μέρει αποδοχή της ένδικης αγωγής, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης που περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέση της στην εγχώρια αγορά γάλακτος, όπως επίσης και της σχέσης οικονομικής εξάρτησης προς αυτήν των γαλακτοπαραγωγών, στους οποίους συγκαταλέγονται οι ενάγοντες, από τη σύμπραξή της σε απαγορευόμενη συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες που είχε ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ελεύθερου ανταγωνισμού και από τη διενέργεια πράξεων ανταγωνισμού κατά τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη και με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους συμβαλλομένους με αυτήν, οι ενάγοντες προσβλήθηκαν στην προσωπικότητά τους, ειδικότερα δε, ως προς την έκφανση της ελεύθερης ανάπτυξης αυτής μέσω της άσκησης του επαγγέλματός τους υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και χωρίς την καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησής τους από την εναγομένη, υπέστησαν δε, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, την οποία καθόρισε για την δεύτερη ενάγουσα-πρώτη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη στο ποσό των 7.600, για τον τέταρτο ενάγοντα-δεύτερο αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο στο ποσό των ευρώ 1.900, για τον αρχικώς πέμπτο ενάγοντα και δικαιοπάροχο του τρίτου αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου στο ποσό των ευρώ 4.900 και για τον ένατο ενάγοντα και τέταρτο αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο στο ποσό των ευρώ 10.700.

Με την προαναφερόμενη κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, ούτε και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ in finem του Συντάγματος) και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, πραγματικά είναι εύλογα και δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις οφειλής και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών, ειδικότερα δε, το είδος και την έκταση της προσβολής, τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτή, μετά από συνεκτίμηση της διάρκειάς της, το βαθμό του πταίσματος (δόλος) της εναγομένης, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική κατάσταση των δικαιούχων της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της πρώτης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.

6. Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015,προκύπτει ότι οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 1761/2022,ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018).

Άλλως, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που προτείνονται το πρώτον στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της συγκεκριμένης απόφασης, βάσει άλλου λόγου έφεσης, και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΑΠ 1431/2022,ΑΠ 95/2017, ΑΠ 194/2012, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 1702/2009, ΑΠ 1308/2006, ΑΠ 821/1998).

Από τις παραπάνω διακρίσεις συνάγεται αβίαστα ότι οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτόδικα αν και αποδεικνύονταν τότε παραχρήμα, δηλ. εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του(άρθρ. 527 παρ.6 ΚΠολΔ), δεν προτείνονται παραδεκτά κατ` έφεση με τις προτάσεις της κατ` έφεση δίκης ή με παραδεκτή, κατ` άρθρο 240 ΚΠολΔ, αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά, επειδή ακριβώς, λόγω της προβολής τους και πρωτόδικα, έχει ήδη εκλείψει το στοιχείο της παραχρήμα απόδειξης, είναι απαραίτητο να ενταχθούν στο δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων.Επομένως, στην κατ' έφεση δίκη μπορούν, κατ' εξαίρεση, να προβληθούν το πρώτο με ειδικό λόγο έφεσης από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως (αόριστοι), όπως είναι και η ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης για τους αναφερόμενους στα άρθρα 416 επ.

ΑΚ λόγους, (εξόφληση και συμψηφισμός), όταν, εκτός των άλλων, η εξόφληση της απαίτησης ή προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του ενισταμένου αποδεικνύεται αμέσως και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο και πρέπει να επικαλείται εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό(ΑΠ 1255/2010) ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (άρθ.527 παρ.6 ΚΠολΔ).

Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού ,το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011).

Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 84/2020,ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με τις προτάσεις που κατέθεσε ως εκκαλούσα, την απορριφθείσα πρωτοδίκως ως αόριστη ένσταση περί συμψηφισμού κατά της απαίτησης των εναγόντων ανταπαίτησή της εκ συναλλαγματικών ποσού ευρώ 57.275,38.000,3.000 και 21.000 ευρώ, αντιστοίχως.

Η ένσταση αυτή απαραδέκτως επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της εναγομένης-εκκαλούσας, ενώ έπρεπε να επαναφερθεί με το δικόγραφο της έφεσης ή με πρόσθετο λόγο έφεσης. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την με τις προτάσεις της εκκαλούσας-εναγομένης επαναφορά στο Εφετείο της ένστασης συμψηφισμού, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της δεύτερης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. 7.

Κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρ. 234 ΣΕΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα άρθρ. 177 ΣΕΟΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), τα δικαστήρια των κρατών μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ' αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης, για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ).

Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μια διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013).

Κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το Δικαστήριο περιορίζεται στην αποσαφήνισή του και δεν επεκτείνεται στην εφαρμογή του στην ένδικη υπόθεση, η οποία παραμένει έργο αποκλειστικά του εθνικού δικαστηρίου, όπως άλλωστε και η ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, που απευθύνονται από τα εθνικά δικαστήρια, απολαύουν του τεκμηρίου λυσιτέλειας στο κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης, που αυτά προσδιορίζουν με ευθύνη τους και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το ενωσιακό Δικαστήριο, ούτε και μπορεί αυτό να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν ολοφάνερα προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, που ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της εκκρεμούς σ' αυτό κύριας δίκης ή πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσης ή δεν έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο της Ένωσης τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία για να δώσει αυτό χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.

Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξ άλλου δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, για τις ανάγκες της οποίας επιτρέπεται και νέα παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανόησης ή εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε ήδη σε προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα ή όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο νέο νομικό ζήτημα ή νέα στοιχεία, ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση σε ερώτημα που ήδη υποβλήθηκε.

Παρέπεται ότι η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/2013,ΑΠ 468/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, υποβάλλεται με το δικόγραφο της πρώτης αίτησης αναίρεσης, αίτημα, το οποίο εξειδικεύεται περαιτέρω στους πρόσθετους λόγους αυτής, ενόψει της εκδίκασης της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, για τη διατύπωση προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), σε συνδυασμό, αφενός μεν, με τις γενικές ενωσιακές αρχές υπεροχής και αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, αφετέρου δε, το άρθρο 4 παρ. 3 της ΣΕΕ, σχετικά με το εάν : "1)Είναι συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο και δη με το άρθρο 81 ΣυνθΕΚ (νυν 101 ΣΛΕΕ), η ερμηνεία ότι η αξίωση αποζημίωσης τοκογονεί από την πρόκληση της ζημίας και ότι το άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ κωδικοποιεί και ενσωματώνει αυτό το ενωσιακό κεκτημένο, οπότε εφαρμόζεται σε κάθε αγωγή αποζημίωσης που ασκήθηκε ακόμη και πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ, καθώς η διαχρονική του ισχύ δεν καθορίζεται από τα άρθρα 21 και 22 της Οδηγίας αυτής, αλλά από το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ;2)Σε περίπτωση συρροής αξίωσης αποζημίωσης από τη σύμβαση και από αδικοπραξία λόγω παράβασης του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ σε σχέση με το ζήτημα της έναρξης της τοκογονίας απαιτούν οι αρχές της αποτελεσματικής εφαρμογής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, η αποτρεπτική λειτουργία των αγωγών αποζημίωσης και η αποτελεσματική προστασία των ενωσιακών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων (άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ) σε συνδυασμό και με το ότι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ ως κανόνας της ενωσιακής δημόσιας τάξης υπηρετεί σκοπό γενικού συμφέροντος (διασφάλιση της μη στρέβλωσης του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά) την πρωταρχική εφαρμογή των ενωσιακών και εδώ των άρθρων 81 ΣυνθΕΚ και 3 της Οδηγίας, εκτοπίζοντας δίχως άλλο τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, ή επιτρέπουν την παράλληλη εφαρμογή τους και μόνο σε περίπτωση αδυναμίας ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο οφείλει το αρμόδιο δικαστήριο να εφαρμόσει απευθείας το άρθρο 81 ΣυνθΕΚ και το άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ;3)Διαφοροποιεί την απάντηση στο υπό 2 ερώτημα α) το ότι η βάση των άρθρων 81 ΣυνθΕΚ και 3 Οδηγίας παρέχει προδήλως μείζονα εκείνης του εθνικού δικαίου προστασία στο ζημιωθέντα β) το ότι ο ζημιωθείς ασκεί την αξίωση αποζημίωσης λόγω παράβασης του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ επικουρικά σε σχέση με την κύρια αξίωση ερειδόμενη στη σύμβαση με βάση το εθνικό δίκαιο;4)Είναι συμβατή με τα άρθρα 1,2,3 της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ αυτοτελώς ή και σε συνδυασμό με το άρθρο 81 ΣυνθΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της αποτελεσματικότητας και της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου η ερμηνεία ότι η Οδηγία αυτή εφαρμόζεται στο ζήτημα της έναρξης της τοκογονίας των αξιώσεων τιμήματος από αλληλοδιάδοχες συμβάσεις πώλησης που εφαρμόζουν τους καρτελικούς όρους και έτσι που υλοποιούν το καρτέλ, συνιστάμενων (των αξιώσεων) στη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και της εύλογης κατά δίκαιη κρίση υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού τιμής στην ειδική περίπτωση που βάσει εθνικής διάταξης προβλέπεται ότι όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στον προμηθευτή/παραβάτη/αγοραστή και αυτός δεν την προσδιόρισε με δίκαιη κρίση, στον προσδιορισμό αυτό προβαίνει το δικαστήριο με απόφαση που έχει αναδρομική ισχύ;".

Το αίτημα αυτό είναι αβάσιμο και απορριπτέο, διότι στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει των προαναφερόμενων παραδοχών, και ειδικότερα του ότι το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του για την επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ της εύλογης τιμής και της τιμής που πραγματικά καταβλήθηκε από την εναγομένη σε εκτέλεση των συμβάσεων πώλησης που μνημονεύονται, σε οποιαδήποτε από τις συρρέουσες αδικοπρακτικές επικουρικές βάσεις της αγωγής που στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 81, 82 ΣυνθΕΚ, 1, 2, 2α του νόμου 703/1977,281, 298, 914, 919, 937 ΑΚ,καθόσον η αποδοχή, στην προκειμένη περίπτωση, της κύριας βάσης της αγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μη πλήρωση - ματαίωση της αίρεσης και την αδυναμία του δικαστηρίου της ουσίας να επιληφθεί των επικουρικών βάσεων της αγωγής, είναι πρόδηλο ότι δεν έλκονται σε εφαρμογή οι προαναφερόμενες διατάξεις και επομένως η απόφαση του ΔΕΕ σε σχέση με τα προαναφερόμενα ζητήματα δεν κρίνεται αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο τούτο, ειδικότερα προς την κατεύθυνση της διασφάλισης της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

8.Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναίρεσης, να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν α) οι αναιρεσείοντες της πρώτης αίτησης αναίρεσης, σε ίσα μέρη καθένας από αυτούς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της και β) η αναιρεσείουσα της δεύτερης αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 20-12-2022 αίτηση των: 1)Χ. Δ.,2)Β. Κ.,3)Β. Κ. και 4)Τ. Σ.,β) την από 9-1-2023 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 3892/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της, συμπροσβαλλόμενης, με αριθμό 194/2020 μη οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και γ) τους από 10-9-2024 πρόσθετους λόγους της από 20-12-2022 αίτησης αναίρεσης.

Α)ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-12-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-9-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, σε ίσα μέρη καθέναν από αυτούς, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).

Β)ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-1-2023 αίτηση αναίρεσης .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ