Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on contract termination damages and reputation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a distribution company against a final judgment awarding it client fees and rejecting claims for reputation damage. The appellant argued that the respondent's breach of contract constituted a tort, but the court found the appeal inadmissible because the lower court correctly rejected the vague claim for moral damages due to lack of specific facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 et seq. and 919 of the Civil Code; The breach of a contractual obligation does not constitute a tort in itself, and a claim for moral damages requires specific factual allegations of unlawful interference with reputation, which are absent if the plaintiff fails to detail the circumstances causing the loss of market position.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 710 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 710/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ.. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Τ.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 20/10/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "N. Ε. Α..Ε.. ως καθολικής διαδόχου της «Ε. με την επωνυμία «N. Ε. Π. Α.Ε." (πρώην "...."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5121/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5121/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, α) η από 18-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης …./2017 έφεση της αναιρεσείουσας, β) οι από 12-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης ……./2018 πρόσθετοι λόγοι της παραπάνω έφεσης και γ) η από 2-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης …../2017 έφεση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά της με αριθμό 289/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 14-6-2011 και με αριθμό κατάθεσης ……/2011 αγωγή της αναιρεσείουσας και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ενάγουσα το ποσό των 175.300 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση πελατείας, από σύμβαση αποκλειστικής διανομής η οποία λύθηκε συνεπεία καταγγελίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Με την διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.
Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ εξάλλου έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών των πωλούμενων προϊόντων, εκτός αν το περιθώριο μεταξύ της τιμής αγοράς από τον παραγωγό και της ανώτατης τιμής μεταπώλησης είναι τόσο μικρό, ώστε πρακτικά δεν υπάρχει ευχέρεια καθορισμού της τιμής πώλησης.
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, το οποίο την αντιδιαστέλλει από τη σύμβαση αντιπροσωπείας, είναι και η δράση του διανομέα με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Έτσι, ο διανομέας, ως αυτόνομος επιχειρηματίας, φέρει τον κίνδυνο που απορρέει από τις ίδιες τις συναλλαγές.
Συνεπώς, φέρει τον κίνδυνο της διάθεσης των εμπορευμάτων, υφιστάμενος τη ζημία, αν αυτά δεν πωληθούν ή πωληθούν σε κατώτερες από την υπολογισθείσα τιμές ή σε μεταγενέστερο από τον υπολογισθέντα χρόνο, οπότε αυξάνεται το κόστος συντήρησης των εμπορευμάτων. Επίσης, φέρει έναντι των πελατών του τον κίνδυνο της παράδοσης των εμπορευμάτων, ευθύνεται δηλαδή για ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων, πραγματικά ελαττώματα, υπερημερία, για την τυχόν καταστροφή ή χειροτέρευση των εμπορευμάτων κατά την διάρκεια της αποθήκευσης κλπ.
Ακόμη, φέρει τον κίνδυνο της μη είσπραξης του τιμήματος, επιβαρυνόμενος με τις συνέπειες της αφερεγγυότητας των πελατών του, αναγκαζόμενος έτσι να λαμβάνει ασφάλειες (π.χ. εγγύηση κλπ.) και να οργανώνει την δικαστική του προστασία για τις διενέξεις με τους πελάτες του. Ο διανομέας φέρει τις δαπάνες για την διάθεση, προμήθεια, ασφάλιση, μεταφορά, φύλαξη των προϊόντων της σύμβασης.
Επίσης, με δικά του έξοδα και κίνδυνο διατηρεί αποθέματα, προβαίνει σε επενδύσεις για την προώθηση των προϊόντων, καθώς και για την υποδομή ή εκπαίδευση του προσωπικού του και αναλαμβάνει έναντι των πελατών του την ευθύνη για τα ελαττώματα των προϊόντων του. Βαρύνεται, δηλαδή, αυτός με το εν γένει κόστος διανομής των προϊόντων του παραγωγού.
Ο διανομέας δεν είναι βοηθητικό πρόσωπο του εμπορίου, αλλά λειτουργεί και οικονομικά ως έμπορος με αυτοτελή δραστηριότητα, η οποία έχει ως κύριο σκοπό το ίδιον εμπορικό κέρδος, διαθέτοντας πολύ μεγαλύτερη, σε σχέση με τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ανεξαρτησία και επιχειρηματική ελευθερία. Συνάγεται, επομένως, ότι η τυπολογική μορφή αλλά και η οικονομική λειτουργία της σύμβασης εμπορικής διανομής είναι διαφορετικές από αυτές της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού στη σύμβαση διανομής, η διανομή των προϊόντων ανήκει στον διανομέα και όχι στον παραγωγό, ενώ στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας τόσο η παραγωγή όσο και η διανομή των προϊόντων ανήκει στον παραγωγό, η δε δραστηριότητα του αντιπροσώπου έγκειται στην δημιουργία συμβατικής σχέσης μεταξύ του παραγωγού-πωλητή των προϊόντων και του αγοραστή.
Στη συναλλακτική πρακτική είναι δυνατό να υπάρχει καταμερισμός ευθυνών μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών (παραγωγού και διανομέα). Στην περίπτωση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για σύμβαση διανομής, όταν ο αντισυμβαλλόμενος του παραγωγού αναλαμβάνει τους κυρίους κινδύνους από τη σύμβαση αγοράς των προϊόντων του τελευταίου, όπως ο κίνδυνος να μην πωληθεί το προϊόν ή να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή από εκείνη που υπολογίστηκε, ο κίνδυνος από την ύπαρξη σημαντικών ποσοτήτων αποθεμάτων, ο κίνδυνος της αφερεγγυότητας των πελατών κλπ.
Η σύμβαση της αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποίο ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στην διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας, όπως προαναφέρθηκε, συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
Στη σύμβαση αυτή, λόγω ελλείψεως ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του ΠΔ 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ.4 ν.3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής (Ολ.ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 1441, 1442/2015, 852/2015, 1596/2017).
Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτου και του δανειστού κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο την δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Εν όψει δε της διορθωτικής αυτής λειτουργίας, η αρχή του άρθρου 288 του ΑΚ εφαρμόζεται και επί προβλεφθείσης ακόμη μεταβολής των συνθηκών επί των οποίων τα μέρη στήριξαν τη συμφωνία τους, όταν η μετά την επέλευσή της, εκπλήρωση της παροχής κάποιου από αυτά, όπως συμφωνήθηκε, συνεπάγεται υπέρβαση του, βάσει της γενομένης πρόβλεψης, αναληφθέντος από αυτό κινδύνου ζημίας, καθιστώσα την εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση, αντίθετη προς την απαιτουμένη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα.
Συνεπώς και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, εφαρμόζεται και όταν δεν προβλέφθηκε τέτοια μεταβολή, η μη πρόβλεψή της όμως δεν είναι ανυπαίτια. Από τα προεκτεθέντα παρέπεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ είναι συγχωρητή και επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων και όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, τιθέμενης από αυτό αποτελούσας γενικής αρχής της εκπληρώσεως της παροχής, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, διατάξεως του άρθρου 388 του ΑΚ, δηλαδή το μη προβλεπτό της μεταβολής και το ανυπαίτιο της μη προβλέψεώς της (Ολ ΑΠ 927/1982, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 524/2008).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 του ΑΚ, καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, δηλαδή την προφανώς αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, είναι ευρύτερη της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, τόσο κατά το ότι αναφέρεται σε κάθε δικαίωμα και γενικότερα στην ελευθερία δράσεως και όχι μόνο σε ειδική σχέση μεταξύ προσώπων, όσο και κατά το ότι χρησιμοποιεί διαζευκτικά και άλλα κριτήρια εκτός από την καλή πίστη.
Όμως, η διάταξη του 288 ΑΚ είναι ευρύτερη, αναφορικά με την έννοια της καλής πίστης, αφενός διότι διέπει και τη συμπεριφορά υπόχρεου (οφειλέτη), στην οποία μάλιστα κυρίως αναφέρεται, και αφετέρου κατά το ότι θεωρεί επαρκή οποιαδήποτε αντίθεση στην καλή πίστη και όχι μόνο την "προφανή". Οι παραπάνω πάντως διατάξεις, όταν επιδιώκεται, κατ' ουσίαν, η αναπροσαρμογή της συμβάσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, επικαλύπτονται στο μέτρο, που επιβάλλουν περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του δανειστή με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται σ' αυτές, ιδίως δε εκείνο της καλής πίστης.
Το σχετικό δικαίωμα, που απορρέει ως αντίθεση προς τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, για αναπροσαρμογή της καθορισθείσας χρηματικής παροχής, που απορρέει από μια διαρκή ενοχική σύμβαση (τέτοια μπορεί να συνιστά και η ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής), είναι διαπλαστικό, διότι αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της ενοχικής σύμβασης, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση που αναπροσαρμόζει την καταβαλλόμενη σε τακτά χρονικά διαστήματα χρηματική παροχή έναντι των παρεχόμενων υπηρεσιών από τον δανειστή και ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική.
Αποτέλεσμα του παραπάνω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικά, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνηθείσα με τη σύμβαση ενοχική σχέση είναι ενεργής (ΑΠ 1647/2018).
Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στην διάταξη 18α του Ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη 2α του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000 - ΦΕΚ Α' 178/3-8-2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 - ΦΕΚ Α' 188/2-8-2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009 - ΦΕΚ Α' 137/7-8-2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) ορίζεται ότι: "1.
Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3.
Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής τα παραπάνω όρια χρηματικής ποινής διπλασιάζονται.".
Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθ' εαυτή και όχι το κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή του ως άνω άρθρου 18 α Ν. 146/1914 είναι: 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.
Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση όπου ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.
Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία, να συνεχίσει τη λειτουργία της και, 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων.
Η παράβαση του ως άνω άρθρου συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και δη 919 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 164/2018, ΑΠ 167/2015). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Με την διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Όπως έχει προαναφερθεί, τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος) αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.
και άρθρ. 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ' εαυτή και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη-επαρκή αιτία της ζημίας.
Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσόμενων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσόμενων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργεια του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 900/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 2038/2014, ΑΠ 783/2014, ΑΠ 764/2014).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.
ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.
Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή του (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 419/2019).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Για την πληρότητα του παρόντος λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και εάν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1953/2011, ΑΠ 367/2009). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004).
Ακόμη, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ.8 ιδρύεται και αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα (ΑΠ 585/2019, ΑΠ 1442/2019).
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, ιδρύεται αν στο αναιρετήριο αναφέρονται ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2011, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση -παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ. ΑΠ 12/2010, ΑΠ 164/2017, ΑΠ 204/2017).
Στην ένδικη αγωγή της, όπως παραδεκτά, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ αυτή επισκοπείται, η αναιρεσείουσα εταιρεία ιστόρησε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, κατά το χρόνο ίδρυσής της το έτος 1989, διαδέχθηκε την ατομική επιχείρηση του Δ. Α. του Γ. που ήταν ένας από τους παλαιότερους αποκλειστικούς αντιπροσώπους- διανομείς των παγωτών Δ.
από το 1968 σε όλο τον Πειραιά και στην οποία από το 1989 μεταβιβάστηκε η σύμβαση αποκλειστικής διανομής (με την πελατεία) από την πρώην εταιρία Δ. Β. Π. Α..Ε.. με αντικείμενο την παραγωγή και βιομηχανοποίηση και εμπορία παγωτών και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων. Ότι στη συνέχεια κατόπιν συμφωνίας περιορίστηκαν οι περιοχές δραστηριοποίησης της ενάγουσας και τα τελευταία χρόνια έμειναν μόνο οι περιοχές Κερατσίνι, Πέραμα και Σαλαμίνα και από το έτος 2006 και μετέπειτα μόνο η περιοχή του Κερατσινίου.
Στις άνω περιοχές η ενάγουσα παρέμεινε αποκλειστική διανομέας των παγωτών Δ. και από 1-1-2007 των παγωτών Δ../Ν. και μετά την απορρόφηση της από την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "N. Ε. Α.Ε", η οποία κατέστη κατέστη καθολική της διάδοχος σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και η ανακοίνωση της καταχώρησης δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α.Ε, ΕΠΕ 13569/29.11.2006.
Ότι μεταξύ της ενάγουσας και της ως άνω απορροφηθείσας εταιρίας υπογράφηκε η από 20.10.1998 σύμβαση αποκλειστικής διανομής με διάρκεια μέχρι την 30.10.2001, βάσει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των παγωτών της ανωτέρω εταιρίας στα σημεία πώλησης, περίπτερα, καταστήματα ψιλικών ειδών, σούπερ μάρκετ κλπ, με την καταβολή σ' αυτήν προμήθειας ποσοστού 19% επί του συνολικού τζίρου των πωλήσεων.
Ότι η ένδικη σύμβαση μετά τη λήξη της στις 20.10.2001 παρατάθηκε σιωπηρά και κατέστη αορίστου χρόνου, λύθηκε δε με υπαιτιότητα της εναγόμενης το Φεβρουάριο του έτους 2011. Ότι η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να συμμετέχει σε παροχές, ήτοι εκπτώσεις και δωρεάν παροχή εμπορευμάτων προς τους πελάτες της λιανικής πώλησης που αντιστοιχούσαν για τα μικρά σημεία πώλησης σε ποσοστό 12% επί του πραγματοποιούμενου τζίρου ενώ για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ σε ποσοστό 15% επί του πραγματοποιούμενου τζίρου.
Ότι με την αμοιβή αυτή η ενάγουσα έπρεπε αφ' ενός να καλύψει το αυξημένο κόστος διανομής και τη συμμετοχή της στις παροχές και να απομένει και ένα εύλογο εμπορικό κέρδος για την απόσβεση των επενδύσεων αλλά και για τη διενέργεια νέων επενδύσεων. Ότι η απορροφηθείσα και μετέπειτα η εναγόμενη καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης, αλλά και την τιμή καταναλωτή στα σημεία πώλησης (διπλή δέσμευση τιμών), καθόριζε επίσης, τις παροχές προς κάθε σημείο πώλησης, υποχρεώνοντας την ενάγουσα να συμμετέχει στις παροχές με 7,5 % στα μικρά σημεία πώλησης και με 15 % στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ ενώ.
από το 2007 αύξησε τη συμμετοχή παροχών της ενάγουσας από 7,5 % σε 12 % επί του πραγματοποιούμενου τζίρου στα σημεία πώλησης με αυξημένο τζίρο (ομίλους αγορών). Ότι από το 2007 η συμμετοχή της ενάγουσας στις παροχές πελατών διαμορφώθηκε για τα μικρά σημεία πώλησης στο 7,5 %, για ομίλους αγορών στο 12 % και για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ σε 15 % επί του πραγματοποιούμενου τζίρου και κατ' αποτέλεσμα κατά την πενταετία από 2006 έως και 2010, όπως αναλυτικά αναφέρονται και στον περιεχόμενο στην αγωγή πίνακα, οι μικτές αμοιβές που λάμβανε η ενάγουσα ανέρχονταν σε 19,13% ετησίως κατά μέσο όρο, ενώ το κόστος διανομής (9,39% + την αναλογία παροχών ποσοστού 9,5%) ανερχόταν συνολικά σε ποσοστό 18,89% επί του τζίρου πωλήσεων.
Ότι το εναπομείναν περιθώριο κέρδους της ενάγουσας δεν ανταποκρινόταν στην εύλογη αμοιβή που θα έπρεπε να λαμβάνει για την διανομή των προϊόντων εναγομένης εταιρίας και κατ' αντικειμενική κρίση θα έπρεπε να λαμβάνει ποσοστό μαζί με τις παροχές προς τους πελάτες 25% επί του πραγματοποιούμενου τζίρου πωλήσεων.
Ότι η εναγόμενη ανυπαιτίως και αιφνιδίως τον Φεβρουάριο του 2011 και ενώ η ενάγουσα επισκέπτονταν σημεία πώλησης, και διαπραγματεύονταν παροχές, απέστειλε επιστολή στους πελάτες της με την οποία τους ενημέρωνε ότι εφεξής θα είναι αποκλειστικός διανομέας των παγωτών Ν. για μεν την περιοχή του Κερατσινίου ο Γ..
Λ., για το Πέραμα ο Γ..Γ.. ενώ για τη Σαλαμίνα η εταιρεία "Α.. Γ.-Ε.. Μ. Ο..Ε..", εξοβελίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ενάγουσα από την διανομή των προϊόντων της. Δεδομένου ότι τα δίκτυα διανομής όσον αφορά την έναρξη συνεργασιών κλείνουν αρχές του έτους, λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής εκ μέρους της εναγόμενης, η ενάγουσα απώλεσε διαφυγόντα κέρδη, τα οποία θα αποκέρδαινε με βεβαιότητα από τη λειτουργία της σύμβασης, τα οποία η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι η ενάγουσα, εντασσόμενη στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, ευρισκόμενη υπό τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία της, αφού αυτή καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης και δεν της επέτρεπε να διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα, συνέβαλε στη δημιουργία σταθερής πελατείας της εναγομένης και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια των 40 ετών συνεργασίας της αρχικά με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης εταιρία και εν συνεχεία με την εναγόμενη προώθησε σημαντικά τα συμφέροντα της και καθιέρωσε τα σχετικά προϊόντα στην αγορά, προσελκύοντας 174 νέους πελάτες με τζίρο που ξεπερνάει ετησίως τα 650.000 Ευρώ και για το λόγο αυτό δικαιούται αποζημίωση πελατείας όπως το σχετικό κονδύλι προσδιορίζεται στην, αγωγή.
Ότι εξαιτίας της παράνομης και αθέμιτης συμπεριφοράς της εναγομένης όπως αυτή προεκτέθηκε, ιδίως δε εκ του γεγονότος ότι η ενάγουσα επένδυσε στην δραστηριότητα του αποκλειστικού διανομέα και συνέβαλε με αφοσίωση στην πραγματοποίηση τζίρου και κερδών της εναγομένης ενώ το καθοριζόμενο μονομερώς από την απορροφηθείσα εταιρεία ποσοστό κέρδους ήταν πάρα πολύ μικρό, και μη εύλογο, υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα ζητούσε ύστερα από παραδεκτό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων της σε έντοκα αναγνωριστικά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης και με τις εμπρόθεσμες κατατεθείσες προτάσεις της (αρ.223 ΚΠολΔ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται:
(Α) να της καταβάλει -ως διαφορά εύλογης αμοιβής και πραγματικά καταβληθείσας το ποσό των 270.660,15 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο για το ποσό των 57.025,25 Ευρώ από 1.1.2007, για το ποσό των 59.352,05 Ευρώ από 1.1.2008, για το ποσό των 63.831,50 Ευρώ από 1.1.2009, για το ποσό των 51.161,25 Ευρώ, από 1.1.2010 και για το ποσό των 39.290,10, άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως για την ίδια ως άνω αιτία το ποσό των 178.396,85 Ευρώ, νομιμότοκα για το ποσό των 38.017,15 Ευρώ από 1.1.2007, για το ποσό των 38.121,95 Ευρώ από 1.1.2008, για το ποσό των 42.554,34 Ευρώ από 1.1.2009, για το ποσό των 34,107,63 Ευρώ από 1.1.2010 και για το ποσό των 25.595,78, άλλως ολόκληρο το ως άνω ποσό από την επίδοση της αγωγής, διότι (1) η ρήτρα που προσδιόριζε το ποσοστό κέρδους σε 19% επί του τζίρου δεν επέτρεπε την .παροχή ενός εύλογου επιχειρηματικού κέρδους και ως εκ τούτου ήταν άκυρη καθώς αντίκεται στην ΑΚ 178, ο δε προσδιορισμός της δικαιούμενης αμοιβής θα γίνει με βάση τα κριτήρια της ΑΚ 288 αφού ληφθεί υπόψη το κόστος διανομής των προϊόντων της εναγομένης άλλως (2) ο προσδιορισμός του ποσοστού κέρδους εκ μέρους της εναγομένης, δεν έγινε με δίκαιη κρίση σύμφωνα με τις επιταγές της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ που εφαρμόζεται ανάλογα και σε συμβάσεις μεταξύ ισχυρής επιχείρησης και διανομέων της που συνάπτονται, χωρίς να παρέχουν κανένα δικαίωμα διαπραγμάτευσης στον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος και προσχωρεί απλώς στην σύμβαση (συμβάσεις προσχώρησης), άλλως (3) ο κατά τα ιστορηθέντα μονομερής προσδιορισμός του περιθωρίου κέρδους από την εναγομένη, αφού η ενάγουσα περιοριζόταν σε μια τυπική αποδοχή της συμφωνίας χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης, συνιστά καταχρηστική άσκηση συμβατικής ελευθερίας καθώς υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΚ 281), αφού δεν πρόκειται για εύλογη αμοιβή, άλλως (4) η ρήτρα με την οποία η απορροφηθείσα εταιρεία καθόριζε μονομερώς την αμοιβή στο μη εύλογο ποσοστό 19,13 % (μαζί με την αναλογία παροχών) αντίκειται στο άρθρο 18 α ν. 146/1914 και είναι, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρων ΑΚ 174 και 180, άκυρη, καθότι συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης, εφόσον η ενάγοντα τελούσε σε απόλυτη σχέση οικονομικής εξάρτησης έναντι της εναγομένης εταιρείας, αφού η διανομή των προϊόντων της εναγομένης εταιρείας απορροφούσε το 100 % της δημιουργικής δραστηριότητας της ενώ όλη η επιχειρηματική της δραστηριότητα ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες διάθεσης των συμβατικών προϊόντων της εναγομένης εταιρείας με την δημιουργία ανάλογης υποδομής σε κτιριακές εγκαταστάσεις, αγοράς αυτοκίνητων και οργάνωσης της επιχείρησης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προωθείται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η παραγωγή της εναγομένης, άλλως (5) η ρήτρα περί καθορισμού της αμοιβής της ενάγουσας είναι αντίθετη στο άρθρο 919 ΑΚ διότι ο καθορισμός και επιβολή από την απορροφηθείσα εταιρεία του από 19,13 % χαμηλού και μη εύλογου περιθωρίου κέρδους που δεν εξασφαλίζει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, το οποίο είναι αναγκαίο για τη λειτουργία της επιχείρησης και την εξασφάλιση ενός ποσού για αναγκαίες επενδύσεις αντίκειται στα χρηστά ήθη, όπως και η εμμονή της εναγομένης σε αυτό το χαμηλό περιθώριο κέρδους καθόλη τη διάρκεια της συναλλακτικής σχέσης, παρά την συνεχή αύξηση του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης της ενάγουσας, αλλά και η επιδείνωση τους.; (Β) να της καταβάλει με βάση εύλογο περιθώριο κέρδους το ποσοστό 25 % (με την αναλογία παροχών), ως διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 196.450,50 € για πέντε έτη, αλλιώς το ποσό των 117.870,30 € για τρία έτη , αλλιώς το ποσό των 39,290,10 € για ένα έτος, νομιμότοκα όλα τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της επίδοσης της παρούσας, άλλως με βάση εύλογο περιθώριο κέρδους το ποσοστό 23% (με την αναλογία παροχών), ως διαφυγόντα κέρδη το ποσό 127.978,896 για πέντε έτη, αλλιώς το ποσό των 76.787,34 € για τρία έτη, αλλιώς το ποσό των 25.595,78 για ένα έτος, διότι (1) η άκαιρη και καταχρηστική εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και η ανάθεση και ορισμός άλλων μετά την καταγγελία ως αποκλειστικών διανομέων στις παραχωρηθείσες περιοχές, η όλη μεθόδευση και η υφαρπαγή της σημαντικής πελατείας της ενάγουσας και η εκτόπιση της από την αγορά, είναι πράξεις αθέμιτες κατ' άρθρο 1 Ν. 146/1914 καθώς έγιναν με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκεινται στα χρηστά ήθη, άλλως (2) η γενόμενη υπαίτια και αντισυμβατική καταγγελία είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, διότι αυτή ήταν ξαφνική και έγινε χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου αλλά με σκοπό να εκτοπίσει την ενάγουσα από την αγορά και να εκμεταλλευτεί τους κόπους και τη πελατεία της, άλλως (3) κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, ήτοι των κρατούντων χρηστών ηθών διότι με αυτή επιδιώχθηκε η οικονομική καταστροφή της ενάγουσας παρόλο που η τελευταία κατόρθωσε να καθιερώσει τα προϊόντα της εναγομένης στις παραχωρηθείσες περιοχές και να επιτύχει μερίδιο αγοράς πάνω από 45 %, ενώ επίσης γνωρίζει ότι η μακροχρόνια συνεργασία ουδέν κέρδος απέφερε, αλλ' αντίθετα με υπαιτιότητα του ιδίου (προμηθευτή) επισώρευσε σημαντικές ζημίες και ιδίως μένει με σημαντικές αναπόσβεστες επενδύσεις, άλλως (3) κατά παραβίαση του άρθρου 18 του Ν. 146/1914 ένεκα της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων η ενάγουσα τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης έναντι της εναγομένης, αφού η διανομή των προϊόντων της εναγομένης απορροφούσε το 100 % της δημιουργικής της δραστηριότητας ενώ η όλη επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες διάθεσης των συμβατικών προϊόντων της εναγομένης, άλλως (4) η καταγγελία είναι καταχρηστική (ΑΚ 281), διότι η ενάγουσα κατόπιν παρότρυνσης της απορροφηθείσας εταιρείας προέβη από το 2005 σε σημαντικές επενδύσεις άνω των 30,000 €, οι οποίες κατά το χρόνο της καταγγελίας ήταν αναπόσβεστες κατά 70%, νομιμοτόκως τα ανωτέρω ποσά από την επίδοση της παρούσας, (Γ) να της καταβάλει ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 230.658,25 Ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% βάσει του μέσου όρου των παρατιθέμενων ετήσιων αμοιβών της ενάγουσας την τελευταία πενταετία επί ποσοστού καταβλητέα 32% ως εύλογη αμοιβή, άλλως το ποσό των 212.205,59 Ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% επί ποσοστού καταβλητέα 23% ως εύλογη αμοιβή, άλλως με βάση τις πράγματι καταβληθείσες αμοιβές το ποσό των 176.526,22 Ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, νομιμότοκα από 4.02.2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής, διότι σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 ΠΔ 219/91 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 3557/07 η ενάγουσα προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγόμενης καθώς έφερε 174 νέους πελάτες (που παρατίθενται) προσδίδοντας της οφέλη από την κάρπωση της πελατείας αυτής για τουλάχιστον μια πενταετία, αφού πρόκειται για σταθερή πελατεία, Δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως ηθική βλάβη το ποσό των 150.000 Ευρώ, διότι (1) σύμφωνα με τα άρθρα 1, 18 του Ν. 146/1914, 281, 914, 919 ΑΚ σε συνδυασμό με την ΑΚ 932, οι εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες λήξης της συνεργασίας οδήγησαν την ενάγουσα στην εκτόπιση της από την αγορά και στην οικονομική της καταστροφή, έχοντας υποστεί σοβαρό πλήγμα όχι μόνο στη φήμη και πελατεία αλλά και στην ίδια την υπόσταση της και παρουσία στην αγορά, άλλως (2) επί της βάσης των άρθρων 101 ΣΑΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΚ) και 1 Ν. 703/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 932 ΑΚ καθώς (α) οι εκτιθέμενες στην αγωγή περιοριστικές του ανταγωνισμού συμπεριφορές, δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., αφού οδηγούν σε στεγανοποίηση της ελληνικής αγοράς, (β) οι περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες του συστήματος διανομής της εναγομένης με τον καθορισμό των τιμών μεταπώλησης και τιμών λιανικής πώλησης, με το σύστημα της σύμφωνα με το οποίο διαιρεί την ελληνική .αγορά σε περιοχές με απόλυτη εδαφική προστασία, όπου ο διανομέας μιας περιοχής δεν δύναται να ενεργοποιηθεί και να κάνει πωλήσεις σε άλλες περιοχές, άλλως (2) οι εκτιθέμενες παράνομες και περιοριστικές του ανταγωνισμού συμπεριφορές της εναγόμενης εταιρείας συνιστούν βάναυση και κατάφωρη προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας της ενάγουσας, καθώς όχι μόνο καταστράφηκε παντελώς η φήμη και υπόληψη της, αφού εκτοπίστηκε από την αγορά, αλλά επλήγη ουσιωδώς και το δικαίωμά της να συμμετέχει στην αγορά, ήτοι θίχτηκε το δικαίωμά της να αναπτυχθεί και βεβαίως η ελευθερία ανταγωνισμού (άρθρο 5 Σ).
Το Εφετείο, ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, διέλαβε τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "...
Συνεπώς, το αίτημα της αγωγής με το οποίο ζητείται η επιδίκαση συνολικού ποσού 270.660,15 ευρώ ως διαφορά εύλογης αμοιβής και πραγματικά καταβληθείσας θεμελιωμένο στην διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ εφαρμοζόμενο αναλογικά επειδή προσχώρησε σε σύμβαση με προκαθορισμένους όρους, που είχαν μονομερώς τεθεί από την ευρισκόμενη σε υπερέχουσα έναντι αυτής οικονομική θέση εφεσίβλητη-εναγομένη, είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο διότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά προκύπτει ότι είχε συμφωνηθεί στην υπογραφείσα από 20-10-1998 σύμβαση αντιπροσωπείας, η αμοιβή της ενάγουσας να ανέρχεται σε ποσοστό 19% επί του ετήσιου τζίρου και συνεπώς δεν πληρούται η προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης, ως προς την αοριστία προσδιορισμού της παροχής, η οποία, σημειωτέον, πρέπει να προκύπτει ότι ήταν ηθελημένη ενώ δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς, τόσο η ευθεία όσο και η αναλογική εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, όπως επικαλείται η ενάγουσα, δεν είναι δυνατή, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα-εναγομένη με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα...
Εν προκειμένω, δυνάμει των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω (υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη της παρούσας), η αγωγική βάση (Α1), επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ ελέγχεται ως μη νόμιμη, γιατί οι έννομες συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι η απόλυτη ακυρότητα και όχι η αναπροσαρμογή της σύμβασης δυνάμει του άρθρου 288 ΑΚ, όπως η ενάγουσα υποστηρίζει.
Εξάλλου, το ασκηθέν δικαίωμα περί αναπροσαρμογής της σύμβασης ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικά, χωρίς αναδρομικότητα, έχοντας ως απαραίτητη προϋπόθεση ότι η συμφωνηθείσα με τη σύμβαση ενοχική σχέση είναι ενεργής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ασκηθείσα εκ μέρους της εναγόμενης καταγγελία της σύμβασης, η συμβατική σχέση των διαδίκων έχει λυθεί και δεν υφίσταται πλέον ενεργής σύμβαση.
Επίσης, η επίκληση από την ενάγουσα, με την ως άνω βάση της αγωγής, της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" (σύμφωνα με την οποία ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, δικαιούται εύλογης αμοιβής με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη), προκειμένου να τύχει ανάλογης εφαρμογής στην ένδικη σύμβαση, τυγχάνει μη νόμιμη, πρωτίστως (και ανεξαρτήτως του εάν οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 τυγχάνουν ή μη ανάλογης εφαρμογής στην ένδικη σύμβαση) γιατί προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι η έλλειψη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών για την αμοιβή του εμπορικού αντιπροσώπου, στοιχείου που αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, η αγωγή, ως προς το ίδιο ως άνω υπό στοιχ. Α' αγωγικό αίτημα (διαφορά μεταξύ καταβληθείσης και εύλογης αμοιβής) επιχειρούμενο με την τρίτη επικουρική βάση αυτής να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 288 σε συνδ, με 281 του ΑΚ., είναι επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά το αίτημα της αυτό, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν ζητείται από την ενάγουσα η για το μέλλον αναπροσαρμογή της σύμβασης ως προς το κύριο στοιχείο αυτής που αφορά την αμοιβή της, αλλ' αντιθέτως γίνεται επίκληση σ' αυτήν ότι η σύμβαση λύθηκε με την καταγγελία της εναγομένης και ζητείται η, για το χρόνο που ίσχυε αυτή πριν την λύση της, αναπροσαρμογή της συμφωνηθείσης μ' αυτήν αμοιβής, ενώ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαίωμα τροποποίησης της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 281 του ίδιου Κώδικα, είναι διαπλαστικής φύσεως, αποτέλεσμα δε τούτου είναι, ότι βάσει του ανωτέρω άρθρου (288 ΑΚ), το δικαίωμα αναπροσαρμογής να ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση μάλιστα ότι η σύμβαση είναι ενεργής, στοιχείο, όμως, που, αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση (βλ.
υπό στοιχείο 5 νομική σκέψη). Επίσης, το ίδιο ως άνω υπό στοιχ Α' αγωγικό αίτημα, επιχειρούμενο, με την τέταρτη και πέμπτη επικουρικές βάσεις της αγωγής, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 18α του Ν. 146/1914 (άρθρο 2α του Ν. 703/1977) και 919 του ΑΚ, αντιστοίχως, είναι επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο, γιατί, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχείο 6 νομική σκέψη της παρούσας, η ενάγουσα, με τις ως άνω βάσεις της αγωγής, ζητεί μόνο τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης αμοιβής της και της εύλογης αμοιβής της και δεν ζητεί αποζημίωση, αφού δεν επικαλείται την πρόκληση σ' αυτήν περιουσιακής ζημίας σχετικά με τα αιτούμενα ποσά, από συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης, εξ αιτίας της οποίας να απώλεσε το ποσό αυτό (υπό την έννοια του διαφυγόντος κέρδους).
Να σημειωθεί, ως προς τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 281 ΑΚ καθώς και 18 α του Ν. 146/1914 (πρώην 2 Α του Ν. 703/1977) ότι οι έννομες συνέπειες της εφαρμογής τους είναι η ακυρότητα και όχι η αναπροσαρμογή της σύμβασης ενώ ως προς την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ ότι αυτό δεν ευρίσκει εφαρμογή επί φυσικών ελευθεριών, όπως είναι η φυσική ελευθερία του ατόμου να καταρτίζει συμβάσεις ή να αποκρούει τη σύναψη τους (Ολ ΑΠ 10/2010 ΔΕΕ 2010.954, Ολ ΑΠ 33/1987 ΝοΒ 36.324).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τα ως άνω αιτήματα ως μη νόμιμα άλλως σιωπηρώς, δεν έσφαλε κατά αποτέλεσμα πλην όμως περιέλαβε εσφαλμένες αιτιολογίες στην πιο πάνω απορριπτική κρίση του, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί αντίθετοι λόγοι της έφεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής ως αβάσιμοι...".
IX. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο 1.α σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι δεν έλαβε υπόψη του την αγωγική βάση, αναφορικά με το αίτημα περί καθορισμού εύλογης αμοιβής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 288 ΑΚ και 5 παρ.1 και 2 ΠΔ 219/1991, όπως επαναφέρθηκε σε αυτό με τον πρώτο λόγο της έφεσής της.
Ο λόγος αυτός, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας, που περιείχε τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό, ρητώς λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία β.α.α, βδ, 2.α, 2.γ, 3, 4.α, 5 σκέλη του, επίσης από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη αγωγικοί ισχυρισμοί της, που θεμελιώνουν την αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 281, 288, 371 ΑΚ, 5 παρ.1, 2 ΠΔ 291/1991, 2α Ν.703/1977 και 18α.
Ν.146/1914, και έτσι απέρριψε, το Εφετείο, τις σχετικές αγωγικές βάσεις ως μη νόμιμες, είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, τόσο τα ουσιώδη εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, που παρατίθενται και στην προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη το Εφετείο, όσο και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που περιείχαν τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν όλοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία β.αα, β.ββ, β.γ, β.δ, 2.β, 3, 4.α, 5 σκέλη του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου τα σφάλματα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 178, 179, 281, 288, 371 ΑΚ, 5 παρ.1, 2, ΠΔ 291/1991, 2.Ν.703/1977 και 18α Ν.146/1914, με το να απορρίψει το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς τις σχετικές αγωγικές βάσεις της, με τις οποίες η αναιρεσείουσα αξίωνε τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αμοιβής της και της εύλογης αμοιβής, είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αγωγή είναι πράγματι μη νόμιμη, καθόσον, έννομες συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου 178 ΑΚ είναι η απόλυτη ακυρότητα και όχι η αναπροσαρμογή της παροχής μετά τη λήξη της σύμβασης (ΑΠ 1746/2018, ΑΠ 167/2015).
Εξάλλου, η επίκληση από την αναιρεσείουσα της διάταξης του άρθρου 5 παρ.2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", σύμφωνα με την οποία ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, δικαιούται εύλογης αμοιβής με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη, προκειμένου να τύχει ανάλογης εφαρμογής στην ένδικη σύμβαση, τυγχάνει μη εφαρμοστέα, επειδή προϋπόθεση συνδρομής του άρθρου αυτού είναι η έλλειψη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών για την αμοιβή του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 167/2015), στοιχείο που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής.
Επίσης η επίκληση από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ, που ορίζει ότι "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαια κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαια κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο", με την ειδικότερη αιτίαση ότι η κατ' άρθρ. 178 ΑΚ ακυρότητα του συμβατικού όρου καθορισμού της αμοιβής ισοδυναμεί με έλλειψη συμφωνίας περί του ύψους της αμοιβής, δεν καθιστά νόμιμη την αγωγή περί της αξίωσης καταβολής της διαφοράς μεταξύ συμφωνημένης αμοιβής και εύλογης αμοιβής, κατά το χρόνο προ της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, διότι υπήρχε συμφωνημένη αμοιβή και όχι αοριστία παροχής, η δε καταγγελία της σύμβασης, που είχε καταστεί αορίστου χρόνου, δεν αντιβαίνει κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο.
Εξάλλου, η παραπάνω αιτίαση της αναιρεσείουσας, περί ακυρότητας, καθιστά την επικουρική βάση της αγωγής στηριζομένης στο άρθρο 371 ΑΚ για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ συμφωνημένης και εύλογης αμοιβής, ως θεμελιουμένης σε αναληθή προϋπόθεση, διότι η ενάγουσα, που αξιώνει τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αμοιβής και αυτής την οποία η ίδια θεωρεί ως εύλογη, δεν θεωρεί την παροχή εντελώς αόριστη, αλλά ορισμένη και ισχυρή, μέχρι την προμήθεια ποσοστού 19%.
Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, ως προς το ίδιο αίτημα (της διαφοράς μεταξύ καταβληθείσης και εύλογης αμοιβής), επιχειρούμενη, κατά την τρίτη επικουρική της βάση, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 288 σε συνδ. με 281 του ΑΚ, είναι μη νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν ζητείται από την ενάγουσα η αναπροσαρμογή για το μέλλον της σύμβασης ως προς το κύριο στοιχείο της, που αφορά την αμοιβή της αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, αλλ' αντιθέτως γίνεται επίκληση σ' αυτήν ότι η σύμβαση λύθηκε με την καταγγελία της ενάγουσας, από υπαιτιότητα της εναγομένης και ζητείται για το χρόνο που ίσχυσε αυτή, δηλαδή πριν την λύση της, ο ανακαθορισμός της συμφωνηθείσης μ' αυτήν αμοιβής και η αναγνώριση ως οφειλής της προκύπτουσας διαφοράς μεταξύ της εύλογης και της καταβληθείσας αμοιβής, ενώ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαίωμα τροποποίησης της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του όρθρου 281 του ίδιου Κώδικα, είναι διαπλαστικής φύσεως, αποτέλεσμα δε τούτου είναι, ότι βάσει αυτού του άρθρου (288 ΑΚ), το δικαίωμα αναπροσαρμογής ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση μάλιστα ότι η σύμβαση είναι ενεργής, στοιχείο, που, αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση ( ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 167/2015).
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημα της και κατά την τρίτη επικουρική της βάση, της οποίας η νομική θεμελίωση επιχειρείτο στις ως άνω διατάξεις του άρθρων 288 και 281 ΑΚ, δεν παραβίασε αυτές με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και, επομένως, ο υπόψη αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο 2α σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Το ίδιο αγωγικό αίτημα, επιχειρούμενο, πλέον επικουρικά, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 18α του Ν.146/1914 (άρθρο 2α του Ν. 703/1977) και 914, 919, του ΑΚ, αντιστοίχως, είναι επίσης μη νόμιμο, γιατί η ενάγουσα, με αυτές τις βάσεις της αγωγής, ζητεί μόνο τη διαφορά μεταξύ της εύλογης και της καταβληθείσες αμοιβής της και δεν ζητεί αποζημίωση, αφού δεν επικαλείται την πρόκληση σ' αυτήν περιουσιακής ζημίας, σχετικά με το αιτούμενο ποσό των 270.660,15 ευρώ, άλλως 178.396,85 ευρώ, από συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης, εξ αιτίας της οποίας να απώλεσε το ποσό αυτό (υπό την έννοια του διαφυγόντος κέρδους).
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή, ως προς αυτές τις βάσεις της, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις (άρθρων 18α του Ν. 146/1914 πρώην άρθρο 2α του Ν. 703/1977 και 914, 919 ΑΚ και ο υπόψη αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχείο 4 σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, το άρθρο 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί φυσικών ελευθεριών, όπως είναι η φυσική ελευθερία του ατόμου να καταρτίζει συμβάσεις ή να αποκρούει τη συναψή τους (Ολ. ΑΠ 10/2010, Ολ. ΑΠ 33/1987).
Συνεπώς το Εφετείο, που με τις προεκτεθείσες παραδοχές του έκρινε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμη, την αγωγή, περί την αξίωση της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας αμοιβής και της εύλογης τοιαύτης, ως προς την επικουρική της βάση που επιχειρείται να θεμελιωθεί και στο άρθρο 281 ΑΚ, δεν παραβίασε τη διάταξη αυτή, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής της και οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τον αριθ.1 του άρθρου 559, είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω, το αίτημα της αναιρεσείουσας που διατυπώθηκε στο πλαίσιο του υπό στοιχεία γ.3 σκέλους του λόγου αναίρεσης, για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, σχετικά με την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 6 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε στο ΠΔ 219/1991 και την αρχή της αποτελεσματικότητας, σχετικά με την αναπροσαρμογή της παροχής με βάση τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση και είναι απορριπτέο, καθόσον στο πλαίσιο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών όπως είναι και ο αποκλειστικός διανομέας, δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της παραπάνω οδηγίας για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή αυτής στα λοιπά πρόσωπα, μέσω της νομολογίας του ΔΕΕ (ΑΠ Ολ. 16/2013, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 1784/2014).
Με το υπό στοιχεία 6, τελευταίο σκέλος του αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι, κατά παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ, απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί χρηματικής της ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 914, 57, 59, 932 ΑΚ).
Το Εφετείο απέρριψε το υπό στοιχείο Δ' αίτημα της αγωγής, της χρηματικής ικανοποίησης ποσού 150.000 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, όπως το αίτημα αυτό διατυπώνεται στο δικόγραφο της αγωγής, που πιο πάνω εκτέθηκε, διαλαμβάνοντας τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "Η αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά το μέρος που θεμελιώνεται στη βάση της αδικοπραξίας των άρθρων 914, 919, 281, 57, 59 ΑΚ και στη βάση περί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, σε ποιες συγκεκριμένες δόλιες ενέργειες και μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες αντίθετες προς τα χρηστά ήθη προέβη η εναγόμενη, η δε επίκληση των όρων της σύμβασης περί καθορισμού των τιμών μεταπώλησης των παγωτών στους λιανοπωλητές, την κατανομή των αγορών μεταξύ των αντιπροσώπων-διανομέων της, την μη ικανοποίηση αιτημάτων προμήθειας πελατών ευρισκομένων σε όμορες περιοχές, την απαγόρευση διανομής παγωτών ανταγωνιστικών εταιρειών ή ομοειδών προϊόντων και την μονομερή επιβολή μη εύλογου περιθωρίου κέρδους δεν συνιστούν καθαυτές παράνομες πράξεις αλλά αντιθέτως συνάδουν με την φύση της σύμβασης της αποκλειστικής διανομής.
Σημειώνεται δε ότι η, κατά το άρθ. 361 Α.Κ., ελευθερία των συμβάσεων, επιτρέπει την ελεύθερη διαπραγμάτευση τόσο των όρων μιας συμβατικής σχέσης όσο και της αμοιβής, για παρεχόμενες υπηρεσίες, μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Επίσης, η ενάγουσα δεν επικαλείται εάν εξαιτίας της προηγηθείσας από την άσκηση της καταγγελίας συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης δημιουργήθηκε στην ενάγουσα η εύλογη πεποίθηση ότι η πρώτη εναγόμενη δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα της, ποια ακριβώς κατάσταση διαμορφώθηκε αιτιωδώς συνδεόμενη με την εν λόγω συμπεριφορά και ποιες ήταν οι ιδιαιτέρως επαχθείς για την ενάγουσα επιπτώσεις από την ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, δεν εκτίθενται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και ότι αυτή έγινε υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας καταχρηστική, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή η άκαιρη, καταχρηστική και παράνομη καταγγελία συνιστά τη βάναυση προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν, αφού η παραβίαση της σχετικής διάταξης ως προς την καταγγελία δεν συνιστά αδικοπραξία κατά πιο πάνω αναφερόμενα.
Εξάλλου, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα, μη τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας από την πρώτη εναγόμενη δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, ούτε παράνομη, αλλά δημιουργεί υποχρέωση αυτής προς αποζημίωση του, λόγω μη εκπλήρωσης προς αυτόν, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας των υποχρεώσεών της, που απορρέουν από τη σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, η παράβαση δε της συμβατικής αυτής υποχρέωσής της, δεν συνιστά από μόνη της αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, αφού η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή, χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση δεν είναι παράνομη. Για τον ίδιο λόγο η επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγόμενης δεν είναι αντίθετη και προς τα χρηστά ήθη και συνεπώς η συμπεριφορά της αυτή δεν συνιστά παράνομη πράξη και αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ, γιατί αυτή είχε δικαίωμα, κατά τα εκτεθέντα, να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση, ελεύθερα οποτεδήποτε και δεν είχε υποχρέωση αιτιολόγησης ή επίκλησης οποιουδήποτε λόγου καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, έστω και σπουδαίου..." Με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφό της, η αγωγή ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πάσχει από ποσοτική αοριστία, διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά, τα οποία να συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της φήμης και της υπόληψής της, με αποτέλεσμα να εκτοπισθεί από την αγορά, όπως ισχυρίζεται και ιδίως, δεν επικαλείται συγκεκριμένη υλική ζημία, ως απότοκη ακριβώς της προσβολής της φήμης της, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση αιτήματος χρηματικής ικανοποίησης από νομικά πρόσωπα (ΑΠ 1265/2010).
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστο το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ας σημειωθεί ότι η απόφαση του Εφετείου δεν προσβάλλεται ως προς το κεφάλαιο το υπό στοιχείο Β αγωγικού κονδυλίου, της απώλειας των διαφυγόντων κερδών ύψους 196.450,50 ευρώ, άλλως 117.870,30 ευρώ, άλλως 39.290,10 ευρώ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστο για το χρονικό διάστημα των έξι (6) μηνών, της προθεσμίας της καταγγελίας και ως μη νόμιμο για το περαιτέρω χρονικό διάστημα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.
Απορρίπτει την από 1-7-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Δ.. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Τ.", για αναίρεσή της, με αριθμό 5121/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2023
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
και ταύτης καθώς και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ