Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation, rejecting claim of document distortion regarding rock excavation scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court distorted the contract by interpreting 'rock excavations' as a specific agreed scope, whereas the contract only provided general definitions. The court rejected this claim, finding no diagnostic error in the lower court's reading of the document and noting that the appellant's preferred interpretation was merely a different assessment of evidence not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20 C.Pol.D.; Art. 288 C.C.; The appeal alleging distortion of a document is inadmissible when the court of first instance did not commit a diagnostic error regarding the document's content but simply reached a different evidentiary conclusion based on the actual terms contained therein.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 710 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 710/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γεωργούντζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στον ..., Νομού ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανδελένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-04-2009 προσφυγή - αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.
Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.
Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (ΑΠ 63/2000, 756/2003, 398/2008).
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινός στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του.
Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας, στην περίπτωση αυτή, η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 494/2021, ΑΠ 670/2019, ΑΠ 292/2019).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή με βάση την ΑΚ 288 θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, καθόσον κανόνας παραμένει ότι η καλή πίστη απαιτεί την τήρηση των συμπεφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου (ΑΠ 1231/2020).
Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του αρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί (Ολ ΑΠ 927/1982, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 1287/2015, ΑΠ 334/2015).
Δηλαδή, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 1271/2012), που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 398/2008, 1290/2011).
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρ. 388 ΑΚ προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα δικαστικής αναθεωρήσεως ή λύσεως αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β) η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της συμβάσεως εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρη πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής, αυτό δε συμβαίνει, όταν συνεπεία έκτακτων γεγονότων, επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια έκταση, ώστε ο μεν οφειλέτης εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. (ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 1225/2015).
Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ (ΑΠ 8000/2020, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 1171/2004). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2018, ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006,.ΑΠ 917/2020).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) αποτελεί εργοληπτική επιχείρηση με έδρα την … και η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) αποτελεί φορέα Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών με έδρα τον ......, η οποία ιδρύθηκε με σκοπό τη δημιουργία Βιοτεχνικού Πάρκου (ΒΙΟΠΑ) στην ευρύτερη περιοχή, προκειμένου να λειτουργήσει ως χώρος υποδοχής κάθε βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας χαμηλής όχλησης, καθώς και επαγγελματικών εργαστηρίων.
Η εναγομένη προς εκπλήρωση του σκοπού της προκήρυξε διαγωνισμό με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης με διαπραγμάτευση κατά το σύστημα της προεπιλογής για το έργο "Κατασκευή έργων υποδομής του Βιοτεχνικού Πάρκου (ΒΙΟΠΑ) Αγίου Νικολάου ..." και καταρτίστηκε η σχετική πρόσκληση διακήρυξης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, η οποία εγκρίθηκε με το από 18-10-2006 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.
Σύμφωνα με τη διακήρυξη της δημοπρασίας, το έργο αφορούσε την κατασκευή των έργων υποδομής για την ανάπτυξη Βιοτεχνικού Πάρκου στην περιοχή ... στον ... Κρήτης και συγκεκριμένα έργων οδοποιίας, ύδρευσης, αποχέτευσης όμβριων και βιολογικού καθαρισμού, εκτελούμενων σε έκταση εμβαδού 250 στρεμμάτων, το οποίο ήταν ιδιωτικό, συγχρηματοδοτούμενο με κονδύλια από δημόσια επιχορήγηση και διεπόμενο από τις διατάξεις των προαναφερόμενων Ν. 2545/1997 και ΠΔ/τος 214/1999.
Η ενάγουσα αναδείχθηκε ανάδοχος, ορίστηκαν δε ως κύριος και φορέας του έργου το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης και ως επιβλέπουσα αρχή η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... και έδρα την …, ενώ ανάδοχος εργολάβος στον διαγωνισμό αναδείχθηκε η ενάγουσα, που συνήψε την από 22-2-2007 σχετική σύμβαση εκτέλεσης έργου με την εναγομένη.
Κατά την πορεία των εργασιών του έργου η Τεχνική Υπηρεσία του εναγομένου διαπίστωσε την ανάγκη κατασκευής τεχνικών βελτιώσεων στα ΟΤ 1 και ΟΤ 8, διαπλατύνσεων των καταστρωμάτων των οδών και περίφραξης του βιοτεχνικού πάρκου και έτσι οι συμβαλλόμενες διάδικες ανώνυμες εταιρίες συνήψαν και την από 10-1-2008 συμπληρωματική σύμβαση εκτέλεσης έργου.
Επιπροσθέτως κατά την εξέλιξη κατασκευής του έργου η εναγομένη αποφάσισε δια του διοικητικού της συμβουλίου, κατόπιν συστάσεως των μελετητών υδραυλικών έργων της επίδικης εργολαβίας, να τοποθετηθεί κατά την επίχωση του τμήματος της οδού Α2 μεταξύ των ΟΤ 23 και ΟΤ 24 στην περιοχή τοίχου αντιστήριξης και του μεγάλου ύψους επιχωμάτων ειδικό γαιωύφασμα σε στρώσεις για τη συγκράτηση του νερού, που τυχόν θα εισδύει στο επίχωμα προς αποφυγή καθιζήσεων.
Με τις επίδικες ανωτέρω συμβάσεις, βασική και συμπληρωματική, ορίστηκαν τα συμβατικά στοιχεία του έργου, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται το περιγραφικό τιμολόγιο, η γενική συγγραφή υποχρεώσεων υδραυλικών έργων, ο προϋπολογισμός προσφοράς και το τιμολόγιο προσφοράς του αναδόχου, η γενική συγγραφή υποχρεώσεων, η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων και οι οριζόμενες σ' αυτή πρότυπες τεχνικές προδιαγραφές και τεχνικές συγγραφές υποχρεώσεων.
Επίσης ορίστηκε το συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα στο ποσό των 3.608.122,79 ευρώ για τη βασική εργολαβία και το ποσό των 582.743 ευρώ για τη συμπληρωματική εργολαβία αντίστοιχα και με τον σαφή προσδιορισμό του είδους της αμοιβής του έργου ως κατ' αποκοπή, σύμφωνα με την ελεύθερα διαμορφωμένη οικονομική προσφορά του αναδόχου και με τη ρητή αναφορά ότι το έργο χρηματοδοτείται από πόρους της εναγομένης και συγχρηματοδοτείται από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) Κρήτης.
Η ως άνω συμβατική κατ' αποκοπή αμοιβή διαμορφώθηκε με βάση την οικονομική προσφορά της αναδόχου και κατά την εκτίμησή της, η οποία στηρίχθηκε στη μελέτη των συμβατικών τευχών και την αξιολόγηση των συγκεκριμένων συνθηκών του έργου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προβλέψεις της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων : "....Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να προβούν και σε δικές τους έρευνες εδάφους και υπεδάφους, τουλάχιστον στις χαρακτηριστικές θέσεις υψηλών επιχωμάτων,....περιοχών εκσκαφών, τοίχων αντιστήριξης κλπ....Ο ανάδοχος οφείλει να περαιώσει το έργο χωρίς κανένα πρόσθετο αντάλλαγμα....πέρα από την τιμή της προσφοράς του.....για την υποβολή της προσφοράς του δικαιούται να ζητήσει πρόσθετο χρόνο προετοιμασίας....θα προβεί σε κάθε αναγκαίο έλεγχο των μελετών και πραγματικών ειδικών και γενικών συνθηκών του έργου, όπως φύση εδάφους, προσβάσεις.....
Μετά την υποβολή της οικονομικής προσφοράς το εργολαβικό αντάλλαγμα δεν μεταβάλλεται για κανένα λόγο και για καμία αιτία, έστω και αν από μεταγενέστερο, μετά την υπογραφή της σύμβασης, έλεγχο ή έρευνα των μελετών και των συνθηκών του έργου προκύψουν στοιχεία, τα οποία δεν είχε εξακριβώσει... δεν προβλέπεται και δεν υποβάλλεται Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών, που να αφορά σε διαφοροποιήσεις ποσοτήτων ή προβλέψεις νέων ή άλλων εργασιών, με συνέπεια την προσαύξηση του συμβατικού ανταλλάγματος που προσφέρθηκε στην οικονομική προσφορά του αναδόχου κατά την διεξαγωγή του διαγωνισμού ...(άρθρο 1.9.1).....Ο ανάδοχος υποχρεούται να ελέγξει την πληρότητα και επάρκεια των υφισταμένων γεωτεχνικών μελετών και ερευνών.....Σε περίπτωση που κρίνει ότι απαιτούνται συμπληρωματικές έρευνες υποχρεούται:
ί) να συντάξει σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Υπηρεσίας πρόγραμμα αναγκαίων συμπληρωματικών γεωτεχνικών ερευνών, ii) να υποβάλει το πρόγραμμα αυτό στην Υπηρεσία προς έγκριση ...(άρθρο 1.9.2)...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων : "...Το εργολαβικό αντάλλαγμα καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων του εργολήπτη για την εκτέλεση του έργου, την πλήρη αποπεράτωση, τη λειτουργία και την οριστική παραλαβή του.
Είναι ίσο με τον αντίστοιχο προϋπολογισμό προσφοράς, που αποτελεί συμβατικό στοιχείο του παρόντος διαγωνισμού. Ορίζεται ως εφάπαξ αποζημίωση, η οποία δεν προσαυξάνεται για κανένα λόγο, ειμή μόνο για βελτιώσεις του έργου ή πρόσθετα αντικείμενα που θα ζητήσει ο κύριος του έργου και δεν συμπεριλαμβάνονται στις αρχικές μελέτες και τα συμβατικά τεύχη.
Η σύμβαση που θα υπογράφει θεωρείται σύμβαση κατασκευής και παράδοσης έργου με το κλειδί στο χέρι (άρθρο 13...)". Ακολούθως, στη γενική τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων υδραυλικών έργων ορίζεται ότι "1) γαιώδεις- ημιβραχώδεις εκσκαφές: α) Ως γαίες- ημίβραχος, χαρακτηρίζονται εδάφη μαλακά ή ημίσκληρα, όπως π.χ.
η άργιλος, η μάργα, ο πηλός....και γενικά κάθε έδαφος, του οποίου η εκσκαφή επιτυγχάνεται είτε δια σκαπάνης.....είτε με....εσκαπτικά μηχανήματα...., β) βραχώδεις εκσκαφές: Ως βράχος, χαρακτηρίζονται όλα τα μη αποσαθρωμένα συμπαγή πετρώματα, που υπάρχουν σε μεγάλους όγκους..... Η εξόρυξη αυτών επιτυγχάνεται είτε με χρήση εκρηκτικών υλών είτε με αερόσφυρες....όταν η χρήση εκρηκτικών υλών αποκλείεται για λόγους ασφαλείας....(άρθρο 2 παρ.3 εδ.α)....".
Εξάλλου, με το περιγραφικό τιμολόγιο έγινε ο καθορισμός τιμών μονάδας των εργασιών, που είναι απαραίτητες για την έντεχνη ολοκλήρωση του έργου, όπως προδιαγράφεται στα λοιπά τεύχη δημοπράτησης. Οι τιμές μονάδας του εν λόγω περιγραφικού τιμολογίου αναφέρονται σε μονάδες πλήρως περαιωμένων εργασιών, όπως περιγράφονται αναλυτικά στο περιεχόμενό του, οι οποίες θα εκτελεστούν στην περιοχή του επίδικου έργου.
Οι τιμές μονάδας περιλαμβάνουν όλες τις δαπάνες που περιγράφονται στα αντίστοιχα άρθρα εργασιών, καθώς και τις απαιτούμενες δαπάνες που είναι απαραίτητες για την πλήρη και έντεχνη εκτέλεση των εργασιών, σύμφωνα και με τα λοιπά τεύχη δημοπράτησης (άρθρο 1.1). Ειδικότερα με το περιγραφικό τιμολόγιο καθορίστηκαν οι τιμές μονάδας για τις αντίστοιχες εργασίες, έτσι μεταξύ των άλλων εργασιών καθορίστηκαν οι αναφερόμενες τιμές μονάδας για τις αντίστοιχες εργασίες, όπως με το άρθρο Α-3, της όρυξης σε έδαφος βραχώδες καθορίστηκαν οι τιμές μονάδας για τη γενική όρυξη, μετά της μεταφοράς σε οποιαδήποτε απόσταση, βραχωδών εδαφών ανεξαρτήτως της θέσης εργασίας και των δυσχερειών που προκαλεί, για οποιοδήποτε σκοπό και με οποιοδήποτε σκαπτικό μέσο με σφύρα ή και με τα χέρια, χωρίς ή και με κανονική ή περιορισμένη χρήση εκρηκτικών, με το άρθρο Α-4.2 καθορίστηκαν οι τιμές μονάδας της διάνοιξης τάφρου σε έδαφος βραχώδες ανεξαρτήτως σκληρότητας και στην τιμή περιλαμβάνεται η δαπάνη εκσκαφής με οποιαδήποτε μηχανικά μέσα και η δαπάνη χρήσεως εκρηκτικών και με το άρθρο Α-20 καθορίστηκαν οι τιμές μονάδας της επισκευής επιχωμάτων.
Από την απαρίθμηση των ανωτέρω εργασιών του έργου στα συμβατικά του τεύχη, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, σαφώς προκύπτει ότι οι εργασίες κατασκευής του έργου περιελάμβαναν και εκσκαφές σε βραχώδη και δυσπρόσιτα εδάφη της ευρύτερης περιοχής του. Ως εκ τούτου η ενάγουσα, που διαθέτει την απαραίτητη γνώση και εμπειρία του αντικειμένου, είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει τις υπάρχουσες τεχνικές δυσχέρειες και την απαιτούμενη οικονομική επιβάρυνση, καθόσον όλα τα στοιχεία είχαν τεθεί στη διάθεσή της προς έρευνα των συνθηκών και με βάση αυτά συνέταξε τον δικό της προϋπολογισμό και την έγγραφη οικονομική προσφορά της.
Το έργο, βασικό και συμπληρωματικό, περαιώθηκε την 30-4-2009, οπότε και υπογράφηκε η προσωρινή παραλαβή του, ενώ εκκρεμεί ακόμα η οριστική παραλαβή του, λόγω περαιτέρω διαφορών σε σχέση με ελαττώματα του έργου, που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων. Με βάση τη μορφή της εργολαβίας, η εναγομένη εργοδότης έχει συμβληθεί, ως κύριος του έργου, με την ενάγουσα, ως εργολήπτρια, η οποία φέρει την ευθύνη της εκτέλεσης του έργου κατά τον συμφωνημένο προϋπολογισμό του και την υποβληθείσα προσφορά της.
Η εναγομένη ενδιαφέρεται κυρίως για την καταβολή της κατ' αποκοπή αμοιβής και την παραλαβή του ολοκληρωμένου και σύμφωνου με τις γενικές και ειδικές προδιαγραφές των συμβατικών τευχών. Από την άλλη πλευρά η ενάγουσα επωμίζεται την ευθύνη κατασκευής όλων των επιμέρους τμημάτων του έργου, το οποίο κοστολόγησε μετά τη συνεκτίμηση των δυσκολιών, αποδεχόμενη τους όρους της σύμβασης και συντάσσοντας την οικονομική προσφορά της.
Με δεδομένο τον χαρακτήρα της σύμβασης "με το κλειδί" η ενάγουσα όφειλε να περαιώσει το έργο με τη συμφωνημένη κατ' αποκοπή αμοιβή και χωρίς κανένα πρόσθετο αντάλλαγμα, ανεξάρτητα από τη μεγαλύτερη ποσότητα και αξία των εργασιών, λόγω της πετρώδους υφής, σε συνδυασμό με την αυξημένη κλίση και υψομετρική διαφορά σε ορισμένα τμήματα του εδάφους, την οποία όμως γνώριζε από τις προβλέψεις και τις περιγραφές των συμβατικών τευχών.
Πράγματι η ιδιοσυστασία του εδάφους είχε ως συνέπεια να αυξηθούν οι ποσότητες των εκσκαφών και των ποσοτήτων σκυροδέματος, επίσης κρίθηκε αναγκαία η χάραξη βοηθητικών δρόμων προσβάσεως για την διέλευση και χρήση των οχημάτων και μηχανημάτων προς εκτέλεση των εργασιών, καθώς και η κατασκευή αναβαθμίδων- σκαλοπατιών και τοιχίων αντιστήριξης.
Η εναγομένη ωστόσο γνώριζε από τις περιγραφές στα συμβατικά τεύχη τη μορφολογία του εδάφους στην περιοχή του έργου και σε κάθε περίπτωση όφειλε, κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη, να ελέγξει το είδος του εδάφους και να συμπεριλάβει στην προσφορά της τις αντίστοιχες τιμές του προαναφερόμενου συμβατικού περιγραφικού τιμολογίου.
Η αντικειμενική δυσχέρεια και η χρονοβόρα και δαπανηρή ενέργεια για τη διαπίστωση επακριβώς της σύστασης του εδάφους στο χώρο του έργου δεν μεταθέτουν την δική της συμβατική υποχρέωση στη σφαίρα ευθύνης της εναγομένης. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία, δηλαδή δεν πραγματοποίησε πρόσθετες εργασίες κατόπιν έγγραφης εντολής ή εγκρίσεως των οργάνων της εναγομένης, ούτε η τελευταία κλήθηκε προκειμένου να συνταχθεί πρωτόκολλο χαρακτηρισμού εδάφους, σύμφωνα με τις επιταγές της γενικής τεχνικής συγγραφής υποχρεώσεων υδραυλικών έργων.
Το κόστος του έργου προϋπολογίστηκε με αποκλειστική ευθύνη της αναδόχου εργολήπτριας, η οποία είχε υπόψη της και το σύνολο των ειδικότερων τεχνικών δυσκολιών και προδιαγραφών καθώς και των οικονομικών εν γένει παραμέτρων και προφανώς εκτίμησε ότι το έργο, που ανέλαβε με βάση την κατ' αποκοπή αμοιβή που ορίστηκε ήταν τεχνικά και οικονομικά συμφέρον για την ίδια.
Εξάλλου, όπως προκύπτει, από το περιεχόμενο των παραπάνω συμβατικών ρυθμίσεων, η συνομολογηθείσα τιμή του έργου, κατ' αρχήν παρέμενε αμετάβλητη, στην περίπτωση, μάλιστα, της ανάγκης εκτέλεσης νέων εργασιών, η εκτέλεσή τους θα έπρεπε να διέλθει αναγκαίως από την προηγούμενη και δη έγγραφη εντολή της εργοδότη εναγομένης και στη συνέχεια την γραπτή αποδοχή τους από την ίδια, προκειμένου να είναι δυνατή η πρόσθετη πληρωμή τους στην ενάγουσα εργολήπτρια.
Βέβαια όλες οι εργασίες έγιναν εν γνώσει των υπευθύνων της επιβλέπουσας ... και χωρίς σχετική εναντίωση ή αρνητική παρατήρησή τους, ωστόσο ούτε το γεγονός αυτό ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον οι πρόσθετες βελτιωτικές και οι νέες εργασίες, κατά ρητό συμβατικό όρο, έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο νέας έγγραφης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η διαδικασία άλλωστε αυτή ακολουθήθηκε για την ανωτέρω συμπληρωματική σύμβαση.
Σε κάθε περίπτωση η αντικειμενική καλή πίστη υπαγόρευε, μεταξύ άλλων, την προηγούμενη έγγραφη σύμβαση, πολύ περισσότερο όταν η ενάγουσα επρόκειτο να εγείρει πρόσθετες οικονομικές αξιώσεις και δεν είχε σκοπό να επωμισθεί το οποιοδήποτε πρόσθετο κόστος. Απεναντίας η ενάγουσα εκτέλεσε αυτοβούλως την παροχή της, αιτούμενη στη συνέχεια την έγκριση και την καταβολή της προσδιορισθείσας από την ίδια δαπάνης.
Το κυριότερο, όμως, εξ όλων είναι ότι η βούληση των συμβαλλομένων είχε εκφρασθεί με απόλυτη σαφήνεια στα σχετικά συμβατικά τεύχη, ήτοι της σύναψης σύμβασης "με το κλειδί" και των κρατούντων στις συναλλαγές συναλλακτικών ηθών αναφορικά με τις συμβάσεις αυτές και του κατ' αποκοπή ορισθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, ώστε η συνομολόγηση της συμβατικώς εκφρασθείσας βούλησης της ενάγουσας δεν υπερέβαινε τον επιχειρηματικό κίνδυνο, που κατά την αντικειμενική καλή πίστη είχε αναλάβει.
Δεν αποδείχθηκε μεταβολή των συνθηκών, η οποία να συνεπάγεται για την ενάγουσα επιβάρυνση και να επήλθε από ενέργειες της εναγομένης, χωρίς η ενάγουσα να έχει υπόψη της αυτή τη μεταβολή κατά τη διαμόρφωση της προσφοράς για την ανάληψη του έργου. Όλες οι εργασίες ήταν συμβατικές και δεν ωφέλησαν την εναγομένη και επιπλέον ήταν γνωστές στην ενάγουσα και μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της μεταξύ τους συμβάσεως και εκτελέσεως του έργου.
Συμπληρωματικές εργασίες δεν επιβλήθηκαν από την εναγομένη, ούτε ανέκυψαν εκ των υστέρων εξαιτίας της σύνθεσης του εδάφους και ούτε αποσιωπήθηκαν οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης. Κατ' ακολουθία, δεν ευθύνεται η εναγομένη για τον τρόπο εκσκαφών με τη χρήση εκρηκτικών, που οδήγησε στη μεγαλύτερη διάνοιξη του εδάφους και στην αύξηση των ποσοτήτων επιχώσεων, σκυροδετήσεων και λοιπών συναφών εργασιών, με επακόλουθο την ανατροπή της οικονομικής προσφοράς της ενάγουσας.
Η εναγομένη είχε συμπεριλάβει στο συμβατικό τεύχος περιγραφικού τιμολογίου τις τιμές των εργασιών του βραχώδους εδάφους του έργου, τις οποίες όφειλε να λάβει υπόψη της η ενάγουσα κατά την διαμόρφωση του προϋπολογισμού και με βάση αυτόν την σύνταξη και υποβολή της προσφοράς της. Έτσι οι δυσχερείς συνθήκες εκτελέσεως του έργου δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της εναγομένης ούτε σε απρόβλεπτα γεγονότα, αλλά οι εργασίες αποτελούσαν συμβατική υποχρέωση της ενάγουσας και δεν ήταν συμπληρωματικές ή νέες, ώστε να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρων κατά παρέκκλιση της διακήρυξης και της μελέτης του έργου.
Ωστόσο, ούτε μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού δεν αποδεικνύεται ότι ωφελήθηκε η εναγομένη χωρίς νόμιμη αιτία από εκτέλεση νέων εργασιών που πραγματοποίησε η ενάγουσα και την ενσωμάτωση υλικών που αυτή προμηθεύτηκε, μη περιλαμβανομένων στη σύμβαση, ώστε να είναι υποχρεωμένη η εναγομένη να αποδώσει ωφέλεια στην ενάγουσα.
Επίσης δεν υπήρξε κενό ή αμφιβολία για την έννοια της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ώστε η διαπίστωση αυτή να καθιστά αναγκαία την προσφυγή του δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 1071/2014 αμφότερες ΤΝΠ Νόμος). Με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά και σύμφωνα με τους παρατιθέμενους συμβατικούς όρους δεν συνιστά απρόβλεπτη μεταβολή συνθηκών, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, η εσφαλμένη γνώση από την ενάγουσα της πραγματικότητας σε σχέση με τους όρους της συμβάσεως, ως εκ τούτου δεν προέκυψε απρόβλεπτο γεγονός, για το οποίο δεν έφερε ευθύνη η ενάγουσα, εξαιτίας του.
Κατ' ακολουθία, δεν θεμελιώνεται υποχρέωση από τη σύμβαση ή το νόμο για πρόσθετη αμοιβή του έργου, η οποία ορίστηκε κατ' αποκοπή και περιελάμβανε το σύνολο των δαπανών πάσης φύσεως, γενικών εξόδων και εργολαβικού οφέλους της αναδόχου, για την ολοσχερή, εμπρόθεσμη και έντεχνη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, ώστε το έργο να παραδοθεί έτοιμο για χρήση και λειτουργία "με το κλειδί" αντί του κατ' αποκοπή αυτού τιμήματος.
Έτσι ειδικά δε ως προς την εναγομένη η μεταβολή των συνθηκών ήταν αδιάφορη ενόψει του γεγονότος ότι είχε επιλέξει να συμβληθεί μέσω του γνωστού κατά το περιεχόμενο του στον οικείο συναλλακτικό κύκλο ανωτέρω συμβατικού μορφώματος και ανέλαβε κυρίως την υποχρέωση καταβολής του κατ' αποκοπή ορισθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ούτε, όμως, η κατά την αντικειμενική καλή πίστη εκπλήρωση της παροχής της εναγομένης πρέπει να οδηγήσει στη δικαστική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος. Ενόψει, συνεπώς, των συνθηκών της συγκεκριμένης διαφοράς, ήτοι της σύναψης σύμβασης "με το κλειδί" έναντι ορισθέντος κατ' αποκοπή εργολαβικού ανταλλάγματος και των κρατούνταν στις συναλλαγές συναλλακτικών ηθών αναφορικά με τις συμβάσεις αυτές, η αιτούμενη από την ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, πληρωμή των ως άνω απαριθμούμενων εργασιών, κοστολογούμενων στο ποσό των 613.494,69 ευρώ, τις οποίες πραγματοποίησε για την ολοκλήρωση του αναληφθέντος έργου, δεν στηρίζεται στο νόμο και ούτε τεκμηριώνεται στη σύμβαση.
Και ναι μεν δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων ρητή ή σιωπηρή παραίτηση από την προστασία των άρθρων 288 και 388 ΑΚ...., από το σύνολο όμως των συμβατικών ρυθμίσεων και με αναγωγή τόσο στην υποκειμενική σαφή βούληση των συμβαλλομένων, όσο και στην αντικειμενική καλή πίστη, που διέπει τη λειτουργία της ένδικης σύμβασης και την εκπλήρωση των εκατέρωθεν παροχών, αποδεικνύεται ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην επιδιωκόμενη τροποποίηση της ενοχικής συμβατικής σχέσης, κατά το μέρος που αφορά το εργολαβικό αντάλλαγμα με αναπροσαρμογή του συμφωνηθέντος ποσού του και δη σε τέτοιο βαθμό και μέγεθος.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της τελευταίας, μόνο ως προς το κονδύλιο των 11.160 ευρώ, που αφορά την, κατόπιν εντολής της αναιρεσίβλητης, τοποθέτηση γεωυφάσματος εντός των τοίχων αντιστήριξης, ενώ απέρριψε αυτή ως προς το αίτημα καταβολής αμοιβής στην αναιρεσείουσα για πρόσθετες εργασίες, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ .
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διορθωτικών της σύμβασης ρητρών των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρξε μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως αμφότερα τα μέρη, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στήριξαν την σύναψη της ένδικης αμφοτεροβαρούς σύμβασης έργου, και δη μεταβολή οφειλόμενη σε λόγους έκτακτους και μη δυνάμενους προβλεφθούν, δηλαδή σε ασυνήθιστα γεγονότα, ούτε και, μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης, τόσο μεγάλη μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως και των προϋποθέσεων εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που αυτή είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, που να ανέτρεψαν πλήρως τις αρχικές συνθήκες εκτέλεσης του έργου και να δικαιολογεί, με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, τη δικαστική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, με μετακύλιση στην αναιρεσίβλητη του επιπλέον κατασκευαστικού κόστους, δεδομένου ότι ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι:
α) με τις ένδικες συμβάσεις (κυρία και συμπληρωματική) και τα αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος των συμβάσεων συμβατικά τεύχη, προβλέφθηκε ότι οι εργασίες κατασκευής το έργου περιλάμβαναν και εκσκαφές σε βραχώδη και δυσπρόσιτα εδάφη της ευρύτερης περιοχής και η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει τις υπάρχουσες τεχνικές δυσχέρειες και την απαιτούμενη οικονομική επιβάρυνση, καθόσον όλα τα στοιχεία είχαν τεθεί στη διάθεσή της προς έρευνα και με βάση αυτά συνέταξε το δικό της προϋπολογισμό και την ελεύθερα διαμορφούμενη έγγραφη οικονομική της προσφορά, χωρίς η δυσχέρεια και η χρονοβόρα και δαπανηρή ενέργεια για διαπίστωση επακριβώς της σύστασης του εδάφους στο χώρο του έργου, να μεταθέτουν στην σφαίρα ευθύνης της αναιρεσίβλητης τη συμβατική υποχρέωση της αναιρείουσας, β) η αναιρεσείουσα γνώριζε από τις περιγραφές στα συμβατικά τεύχη τη μορφολογία του εδάφους στην περιοχή του έργου και όφειλε, κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη, να ελέγξει το είδος του εδάφους και να συμπεριλάβει στην προσφορά της τις αντίστοιχες τιμές του προαναφερόμενου συμβατικού περιγραφικού τιμολογίου, γ) το κόστος του έργου προϋπολογίστηκε με αποκλειστική ευθύνη της αναδόχου εργολήπτριας, η οποία είχε υπόψη της και το σύνολο των ειδικότερων τεχνικών δυσκολιών και προδιαγραφών καθώς και των οικονομικών εν γένει παραμέτρων και προφανώς εκτίμησε ότι το έργο που ανέλαβε, με βάση την κατ' αποκοπή αμοιβή που ορίστηκε, ήταν τεχνικά και οικονομικά συμφέρον για την ίδια, δ) οι δυσχερείς συνθήκες εκτέλεσης του έργου δεν οφείλονται σε απρόβλεπτα γεγονότα, αλλά αποτελούσαν συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας και δεν ήταν συμπληρωματικές ή νέες, ώστε να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρων κατά παρέκκλιση της διακήρυξης και της μελέτης του έργου, ε) η εσφαλμένη γνώση από την αναιρεσείουσα της πραγματικότητας σε σχέση με τους όρους της σύμβασης, δεν συνιστά απρόβλεπτη μεταβολή συνθηκών και στ) η συμβατικώς εκφρασθείσα βούληση της αναιρεσείουσας προς εκτέλεση του έργου, υπό τις περιγραφόμενες στα συμβατικά τεύχη συνθήκες, έναντι σταθερού εργολαβικού ανταλλάγματος, δεν υπερέβαινε τον επιχειρηματικό κίνδυνο, που κατά την αντικειμενική καλή πίστη αυτή είχε αναλάβει, με αποτέλεσμα, με βάση τις παραδοχές αυτές, να μην πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ και να δικαιολογείται η απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί επιβαλλόμενης εφαρμογής της διορθωτικής λειτουργίας αυτών, ώστε να διαγνωστεί ότι στην συμβατική παροχή της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονται και οι αιτούμενες με την αγωγή απαιτήσεις της αναιρεσείουσας για τις πρόσθετες εργασίες που αυτή πραγματοποίησε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αρ.1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Η προβαλλόμενη με τον ίδιο ως άνω λόγο περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο, με την παραδοχή "δεν αποδείχθηκε μεταβολή των συνθηκών, η οποία να συνεπάγεται για την ενάγουσα επιβάρυνση και να επήλθε από ενέργειες της εναγομένης", απαίτησε για τη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ πρόσθετη προϋπόθεση, που δεν απαιτεί ο νόμος, ήτοι την άνευ υπαιτιότητας απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον αυτή έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάστρωση του υπαγωγικού συλλογισμού και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, και διατυπώθηκε, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος περί μη συνδρομής απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016, ΑΠ 262/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το δεχτεί ότι με βάση τη γενική τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων περιλήφθηκαν στο επίδικο έργο και εκσκαφές σε βραχώδη και δυσπρόσιτα εδάφη της ευρύτερης περιοχής του έργου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αφού δια του εγγράφου αυτού δίνονται γενικοί ορισμοί μεταξύ των οποίων και οι έννοιες "βράχος" και "βραχώδεις εκσκαφές" και όχι ότι υπήρξε συμφωνία των συμβαλλόμενων για εργασίες εκσκαφής σε βραχώδη έκταση.
Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στο έγγραφο αυτό, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, μαζί με τα λοιπά συμβατικά τεύχη, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί η αναιρεσείουσα και ειδικά ότι αποτέλεσε συμβατικό όρο και η εκτέλεση του έργου επί βραχωδών εδαφών.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.11.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 114/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ