Legislator Case Law & Legislation
710/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding employee demotion and trust breach.

Case Number 710/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The employee alleged the bank demoted her from store manager to subordinate without cause, claiming this violated her trust and constituted unfair treatment. The court found the demotion factually accurate and noted the employee had previously resigned and been rehired, rendering her claims of arbitrary dismissal unsupported.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument based on the employer's recognition of a prior resignation and subsequent rehire is inadmissible as it attacks the court's assessment of evidence rather than presenting a new legal fact.

Keywords

AI generated
labor dispute employee demotion trust breach appeal dismissal evidence assessment unfair treatment labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 556, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 710/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Σακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Η. - Θ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταμολέκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1407/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5580/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21/2/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-2-2019 και αριθ.καταθ.162/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 5580/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ουσία η από 1/12/2017 με αριθμ. καταθ. 506825/2017 έφεση και ο από 10-9-2018 και αριθ. κατ. 592/2018 πρόσθετος λόγος έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της υπ' αριθμ.1407/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (εφεσίβλητης) με αριθμ. καταθ. 196/2016.

Η αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση (αρθρ.552, 553 παρ.1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να κριθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της.

Η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 196/2016 από 22-2-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 29.9.1992 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.1648/1986, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.2643/1998, ως υπάλληλος λογιστικού κλάδου (ως προστατευόμενο άτομο), στο Κατάστημα Κυψέλης της πρώην τραπεζικής εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", της οποίας ήδη καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη.

Ότι λόγω του ευδοκίμου της υπηρεσίας της βραβεύθηκε από την εργοδότριά της, στην θέση την οποία είχε τοποθετηθεί από τον Δεκέμβριο του 2006 ήτοι της Διευθύντριας του Καταστήματος Σπάρτης, στο οποίο υπηρέτησε ως τις 2-10-2009, ενώ ακολούθως μετατέθηκε στην Αθήνα ως Διευθύντρια στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Προϊόντων, όπου και υπηρέτησε από 31-12-2009 ως 30-11-2012.

Ότι η εναγομένη, τον Φεβρουάριο του 2011 ανακάλεσε αδικαιολόγητα και καταχρηστικά την ανωτέρω τοποθέτησή της ως Διευθύντριας, μειώνοντας και τις μηνιαίες αποδοχές της από 3.293,73 ευρώ που ελάμβανε μέχρι τώρα, σε 1943,42 ευρώ, χωρίς να τηρήσει τους όρους της σχετικής εγκυκλίου υπ' αριθμ. 45053/2424/2008, της Εμπορικής Τράπεζας για τον υποβιβασμό της.

Ότι η εναγομένη και στο παρελθόν (2-10-2009) είχε καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της την οποία όμως ανακάλεσε λόγω απαραδέκτου ασκήσεως της, γιατί δεν είχε τηρήσει την προβλεπόμενη από τον ν.1648/1986 προδικασία, της υποβολής αιτήσεως περί εγκρίσεως από τον ΟΑΕΔ της καταγγελίας αυτής για τα προστατευόμενα άτομα.

Ότι εν συνεχεία, στις 30-11-2012 η εναγομένη της επέδωσε την από 29-11-2012 δεύτερη εξώδικη καταγγελία της εργασιακής της σχέσεως, ένεκα υποβληθείσας σε βάρος της (ενάγουσας) μηνύσεως. Ότι μεταξύ των δύο καταγγελιών η εναγομένη την απασχόλησε με τους ίδιους, όπως προηγούμενα όρους ως προς τον βαθμό και τον μισθό της.

Ότι η εναγομένη κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, παρακάμπτοντας την προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της Πειθαρχική διαδικασία και χωρίς να έχει εγκριθεί προηγουμένως η απόλυσή της από την αρμόδια επιτροπή του ΟΑΕΔ, καθώς ήταν άτομο που υπαγόταν στις διατάξεις του ν. 2643/1998 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει μάλιστα αποζημίωση απολύσεως.

Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 167/28-5-2015 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου κρίθηκε αθώα για τα αποδιδόμενα σ' αυτήν αδικήματα. Έτσι στις 25-11-2015 η ίδια της επέδωσε στις 25-11-2015 απόσπασμα της αθωωτικής της απόφασης με αίτημα καθορισμού εκ μέρους της εναγομένης ημερομηνίας αναλήψεως εκ μέρους της των ιδίων όπως προηγούμενα καθηκόντων της, ως Διευθύντριας και με τις ίδιες αποδοχές.

Ότι αντ' αυτού η εναγομένη της κοινοποίησε την από 24-12-2015 εξώδικη απάντηση - προσφορά αποζημιώσεως από 36.483,80 ευρώ, την οποία η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της. Ακολούθως, επικαλούμενη ότι η κατά τα άνω υπηρεσιακή της υποβάθμιση και μείωση των αποδοχών της συνιστά παράνομη, και σε κάθε περίπτωση, καθ' υπέρβαση του Διευθυντικού της δικαιώματος καταχρηστική μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, που προσβάλλει την προσωπικότητά της, ζήτησε για την αιτία αυτή, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν στην προκείμενη εξεταζόμενη περίπτωση:

α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει αποζημίωση για την ζημία που υπέστη λόγω της στέρησης των αποδοχών της, ανερχόμενη σε 33.757,80 ευρώ όσο είναι η διαφορά των μισθών που στερήθηκε νομιμοτόκως και β) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη βάση την αιτία αυτή, ύψους 100.000 ευρώ επίσης νομιμότοκα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση είτε να αποκρούσει την μεταβολή και να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας. Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν γίνεται κατ' ενάσκηση δικαιώματος αναγνωρισμένου από τον νόμο ή τον κανονισμό εργασίας ο οποίος έχει ισχύ νόμου.

Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν ο εργοδότης αναθέτει στον εργαζόμενο καθήκοντα υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγονται υλικές ή ηθικές συνέπειες, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του. Εξ άλλου ο εργοδότης ασκώντας το από το άρθρο 652 ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να καθορίζει αυτός το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας και να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών της.

Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς. Έτσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας αλλά όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφασή του είναι αντίθετη προς τον νόμο και θεωρείται άκυρη (ΑΠ 105/2020, απ 1419/17).

Ειδικότερα για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, απαιτείται εκτός των άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά (θετική πράξη ή παράλειψη), προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντός του, προστατευόμενου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 5/2001).

Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι με αυτό (άτομο) αναπόσπαστα συνδεδεμένο (αρθρ.2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή, όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος).

Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου.

Για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή ευλόγου χρηματικού ποσού απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (αρθρ. 57 παρ. 2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Οι όροι δηλαδή αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημιώσεως (προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου που προσβάλλει).

Προκειμένου δε να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό, λαμβάνονται υπόψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης (ΑΠ Ολ.13/1999, ΑΠ 849/2015, ΑΠ 1114/2013).

Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη μειωτική προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη, κατά τρόπο που εκθέτει (μειώνει) τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, ενόψει και του είδους της απασχολήσεώς του και του ιδιαίτερου έντονου συμφέροντός του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου) για αποζημίωση προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.

Η αξίωση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 914, 57 παρ.2, 599, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 648, 669, 672, 361 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996).

Ως "πράγματα" νοούνται και οι επί μέρους λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 721/2017, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 8/2013, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 1720/2013).

Συνακόλουθα δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 781/2017). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 728/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα παραπονείται γιατί η προσβαλλόμενη παρά τον νόμο εφενός έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ότι αυτή αυθαιρέτως δέχθηκε ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο καταγγελιών που προαναφέρθηκαν η ενάγουσα απασχολήθηκε σε θέση Διευθύντριας Διεύθυνσης κάτι που ούτε αυτή (ενάγουσα) ούτε η εναγομένη επικαλέστηκαν. Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής η ενάγουσα επικαλέστηκε το ουσιώδες αυτό γεγονός προς θεμελίωση των αξιώσεών της και ειδικότερα ότι από τον Δεκέμβριο του 2006 τοποθετήθηκε Διευθύντρια στο Κατάστημα της ήδη εναγομένης στην Σπάρτη όπου υπηρέτησε ως 2-10-2009, οπότε μετατέθηκε στην Αθήνα ως Διευθύντρια στην Διεύθυνση Ανάπτυξης Προϊόντων, όπου υπηρέτησε από 31-12-2009 έως 30-11-2012.

Περαιτέρω αναφέρει ότι "εν των μεταξύ, ως προς την πρώτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου, η εναγομένη αποδέχθηκε τις υπηρεσίες μου, δυνάμει της από 31-12-2009 απόφασης του Δικαστηρίου Ασφαλιστικών Μέτρων (Προσωρινής Διαταγής), και έκτοτε συνέχισα να παρέχω τις υπηρεσίες μου, μέχρι την δεύτερη εις βάρος μου καταγγελία ήτοι την 29/11/2012".

Ότι "Στο διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη ως τη δεύτερη καταγγελία, η εναγομένη δέχτηκε τις υπηρεσίες μου υπό τους ίδιους όρους αρχικά, ήτοι με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές. Με μετέθεσε όμως στην Αθήνα και συγκεκριμένα στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Προϊόντων, αίροντας τοιουτοτρόπως την υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει.

Τον Φεβρουάριο όμως του 2011 η Τράπεζα ανακάλεσε την ως άνω τοποθέτησή μου......στις 15-2-2011 από την σχετική υπ' αριθμ. …/…/…-2-2011 επιστολή προς τη Διεύθυνση Ανάπτυξης Προϊόντων, όπου απασχολούμην έως τότε, ήτοι με υποβίβασε μισθολογικώς και υπηρεσιακώς χωρίς να έχει προηγηθεί ουδεμία παρατήρηση...." Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι αυτή επικαλείται ότι έλαβε χώρα υπηρεσιακή υποβίβασή της που ήταν αυτή από Διευθύντρια σε υπάλληλο.

Εξάλλου και η εναγομένη στην έφεσή της ισχυρίζεται ότι η αίτηση της προς την αρμόδια επιτροπή του ΟΑΕΔ προκειμένου να εγκριθεί η ενέργειά της να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, εκδικάστηκε τελικώς, ύστερα από πολλές αναβολές στις 17-11-2011 και εξεδόθη τελικώς σχετική απόφαση στις 29-11-2012 και ότι έτσι αναγκαζόταν να κρατά στην υπηρεσία της και μάλιστα σε θέση Διευθυντή καταστήματος μία υπάλληλο, η οποία είχε επιδείξει άκρως αντιδεοντολογική και αντισυμβατική συμπεριφορά....", εννοώντας την ενάγουσα και ότι, χωρίς να συζητηθεί η άνω αίτηση "τον Φεβρουάριο του 2011, η Τράπεζα προέβη στην διακοπή της τοποθέτησής της αντιδίκου στη θέση της Διευθύντριας Καταστήματος και στη διακοπή των αντιστοίχων επιδομάτων...δεδομένου ότι......είχε κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο της αντιδίκου".

Τα ίδια ισχυρίζεται και στην αναίρεση της και δη ότι καθόλο το διάστημα ως την έκδοση απόφασης της επιτροπής επί της άνω αιτήσεως "η Τράπεζα είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας .....και είχε επαναπροσλάβει την αιτούσα αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας ως και πριν την καταγγελία ήδη από 1/1/2010".

Επομένως το ουσιώδες αυτό γεγονός του υποβιβασμού της ενάγουσας από την θέση διευθυντή σε υπάλληλο που έλαβε υπόψη και ερευνήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση προτάθηκε τόσο από την ενάγουσα προς θεμελίωση της αγωγής της, αλλ'έγινε επίκληση του και από την εναγόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της στην έφεσή της και στην ένδικη αναίρεση.

Να σημειωθεί εδώ ότι ουσιώδες εν προκειμένω είναι η θέση της Διευθύντριας που επικαλείται ότι κατείχε η ενάγουσα πριν τον υποβιβασμό της και όχι και το τμήμα που ασκούσε τα καθήκοντα αυτά όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος της.

Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αιτούσα αιτιάται την προσβαλλόμενη διότι δεν έλαβε υπόψη τον αποδειχθέντα ισχυρισμό που είχε προτείνει παραδεκτώς, ότι είχαν αφαιρεθεί από την ενάγουσα όλα τα υπεύθυνα καθήκοντα που ασκούσε ως Διευθύντρια Καταστήματος, τεθείσα σε "διάθεση" μετά την αντισυμβατική συμπεριφορά της, που κλόνισαν την εμπιστοσύνη της, αντ' αυτού δε "επινόησε" την τοποθέτηση αυτής σε θέση Διευθύντριας Διευθύνσεως μετά την 1/1/2010 εκλαμβάνοντάς την ως ένδειξη καλής συνεργασίας όσα αυτή επικαλέστηκε. Ο άνω λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος γιατί τα επικαλούμενα δεν συνιστούν την έννοια του "πράγματος", αλλά είναι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής. Άλλωστε υπό την επίφαση του άνω λόγου, η αναιρεσείουσα απαραδέκτως πλήττει ευθέως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Έξοδα δεν επιδικάζονται γιατί δεν υπάρχει σχετικό αίτημα, λόγω μη κατάθεσης προτάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2019 με αριθμ. καταθ. 162/2019 για αναίρεση της υπ' αριθμ.5580/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ