Legislator Case Law & Legislation
710/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will validity, ruling lost document proof via witnesses is legally permissible.

Case Number 710/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her claim to recognize a lost handwritten will. The appellant argued the will was validly created for specific assets, while the opposing parties contended the document was destroyed by the testator to revoke it. The court ruled that the loss of the document does not preclude proof of its existence and content through witness testimony, making the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Article 435 of the Code of Civil Procedure; Articles 1721 and 1718 of the Civil Code: In cases of lost or unreadable documents, the party conducting the proof may demonstrate the legal drafting or content of the document using any means of proof, including witness testimony.

Keywords

AI generated
handwritten will validity lost document proof witness testimony admissibility testamentary capacity civil procedure appeal burden of proof document destruction

Cited Legislation

AI generated
Article 435 of the Code of Civil Procedure
Article 1721 of the Civil Code
Article 1718 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 710/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ό. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βρέλλο Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 3. Ά. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4. Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλέιου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-2-2019 αίτησή της και τους από 18-10-2019 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 18-10- 2019 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 4/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με αυτήν απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 174/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου/ με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αγωγή της περί αναγνώρισης της ύπαρξης της αναφερόμενης ως νόμιμα καταρτισμένης ιδιόγραφης διαθήκης με το αναφερόμενο περιεχόμενο, λόγω απώλειας αυτής, στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Από τη διάταξη του άρθρου 435 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αν ένα έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξει ή ότι το έγγραφο υπάρχει νόμιμα συνταγμένο ή το περιεχόμενο του ή και τα δύο, με κάθε αποδεικτικό μέσο και αν ακόμη πρόκειται για σχέση που για να συσταθεί επιβάλλεται από το νόμο ή από τα μέρη να συνταχθεί έγγραφο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1718 ΑΚ που ορίζουν αντίστοιχα τον τρόπο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης και ως συνέπεια την ακυρότητα αυτής, αν δεν συνταχθεί αυτή με νόμιμο τρόπο, σαφώς συνάγεται, μεταξύ άλλων και ότι σε περίπτωση απώλειας της ιδιόγραφης διαθήκης επιτρέπεται και η με μάρτυρες απόδειξη της ύπαρξης αυτής νόμιμα συνταγμένης καθώς και του περιεχομένου της (ΟλΑΠ 1234/1982, απ 1106/2008, απ 484/2013).

Εξάλλου, η τυχαία ή από παράνομη πράξη τρίτου προερχομένη καταστροφή ή απώλεια του εγγράφου της διαθήκης, κατ' ουδένα τρόπο επιδρά στο κύρος αυτής. Αυτός όμως που επιθυμεί να στηρίξει κληρονομικά δικαιώματα επί της διαθήκης αυτής οφείλει να αποδείξει ότι: α) η διαθήκη που καταστράφηκε ή απωλέσθηκε συντάχθηκε νομότυπα, β) η καταστροφή ή απώλεια του εγγράφου αυτού δεν μπορούσε να έχει την έννοια της ανάκλησης και γ) η διαθήκη αυτή είχε ορισμένο περιεχόμενο με βάση το οποίο διεκδικούνται τα κληρονομά δικαιώματα.

Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 1744 ΑΚ προκύπτει ότι για να γίνει δημοσίευση ιδιόγραφης διαθήκης η οποία για να είναι έγκυρη κατ' άρθρο 1721 και 1718 ΑΚ πρέπει να έχει γραφεί ολόκληρη από το χέρι του διαθέτη είναι δε αναγκαίο, να προσκομίζεται το πρωτότυπο της διαθήκης. Αν αυτό έχει χαθεί και έτσι είναι ακατόρθωτη η εμφάνιση της διαθήκης δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημοσίευσή της.

Ο ενδιαφερόμενος, δε, μπορεί κατά τα άρθρα 70 και 71 ΚΠολΔ να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει δικαστική βεβαίωση ότι υπάρχει διαθήκη που καταρτίστηκε νομότυπα, χάθηκε και, έχει ορισμένο περιεχόμενο. Τέλος, κατ' άρθρο 1765 παρ. 1, 2 ΑΚ ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να ανακληθεί και αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης καταστρέψει το έγγραφο της, εάν δε, κατέστρεψε το έγγραφο της διαθήκης τεκμαίρεται, ότι είχε σκοπό να ανακαλέσει την διαθήκη (ΑΠ 484/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Ε. Κ. απεβίωσε στα 15-11-2016 στο Ηράκλειο, αφήνοντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του την σύζυγο του Μ. (πρώτη εναγομένη) και τις θυγατέρες του Ό., Γ., Ά. και Α. (ενάγουσα, δεύτερη εναγομένη, τρίτη εναγομένη και τέταρτη εναγομένη αντίστοιχα).

Όσο ζούσε αυτός, είχε συστήσει την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." ,που εδρεύει στο … χιλιόμετρο της Ε.Ο. ..., με αντικείμενο την εισαγωγή-παραγωγή-μεταποίηση και το εμπόριο χονδρικής λευκών ειδών σε ξενοδοχειακές μονάδες και άλλες επιχειρήσεις. Την εταιρία διοικούσε και εκπροσωπούσε ο ίδιος μέχρι τον θάνατο του, κατέχοντας ποσοστό 55% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της, δηλαδή 264.831 μετοχές από τις 481.511 μετοχές του μετοχικού κεφαλαίου, με λοιπούς μετόχους την σύζυγο του, πρώτη εναγομένη, σε ποσοστό 15% και τις θυγατέρες του, λοιπές διαδίκους, σε ποσοστό 7,5% την κάθε μία.

Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ε. Κ. βρισκόταν σε διάσταση με την πρώτη εναγομένη εξαιτίας εξωσυζυγικής σχέσης που είχε συνάψει αυτός, αιτία για την οποία είχαν σοβαρά διαταραχθεί οι σχέσεις του και με τις εναγόμενες θυγατέρες του, ενώ συνέχιζε να διατηρεί στενές σχέσεις με την ενάγουσα θυγατέρα του, την οποία μάλιστα είχε εξουσιοδοτήσει το έτος 2014 να διαχειρίζεται προσωπική του θυρίδα στην Τράπεζα Πειραιώς και της είχε παραδώσει κλειδιά της κατοικίας του και του γραφείου του σε πολυκατοικία επί της οδού ..., όπου διέμενε τα τελευταία δυόμισι χρόνια πριν τον θάνατο του και αφού εγκατέλειψε την συζυγική οικία.

Η υγεία του πατέρα της ενάγουσας άρχισε να κλονίζεται σοβαρά τον Αύγουστο του έτους 2016 και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους διαγνώσθηκε ότι έπασχε από οξεία μυελογενή λευχαιμία, συνεπεία της οποίας νοσηλεύτηκε επανειλημμένα στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου και τελικώς απεβίωσε στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Το θέρος του 2016 ,στις 16-8-2016 και ενώ υποβαλλόταν σε διαγνωστικές ιατρικές εξετάσεις, ο Ε. Κ. χρονολόγησε ξανά και υπέγραψε ιδιόγραφη διαθήκη την οποία είχε αρχίσει να συντάσσει στις 22-12-2015, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμο του την ενάγουσα στο σύνολο των μετοχών του στην ως άνω εταιρία. Στην διαθήκη αυτή υπέγραψε ως μάρτυρας ο στενός του φίλος Ι.

Σ. και φωτοτυπικό αντίγραφο της παρέδωσε στην ενάγουσα και στην λογίστρια της εταιρίας του, Α. Μ.. Η ως άνω διαθήκη όμως, δεν ανευρέθηκε στο πρωτότυπο της μετά τον θάνατο του Ε. Κ. και κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, τούτο συνέβη διότι την κατέστρεψε ο ίδιος με σκοπό ανάκλησης του περιεχομένου της επειδή μετέβαλε βούληση.

Ειδικότερα, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ο Ε. Κ. σεβόταν την οικογένειά του και την ενίσχυε πάντα οικονομικά , ουδέποτε έκανε διακρίσεις στα τέκνα του και ουδέποτε προέβη σε μονομερείς παροχές περιουσιακών στοιχείων προς όφελος ορισμένων μελών της οικογενείας του και σε βάρος άλλων, και μετά την διατάραξη των σχέσεων του με τις εναγόμενες θυγατέρες του για την προεκτεθείσα αιτία, ευελπιστούσε στην αποκατάσταση των σχέσεών τους, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν επιμελεία της ενάγουσας, Α.

Π., αδελφή της πρώτης εναγομένης και θεία των λοιπών διαδίκων και Ι. Σ., στενός φίλος του θανόντος. Κατά το διάστημα των τριών μηνών από την διάγνωση της σοβαρότατης ασθένειας από την οποία έπασχε μέχρι τον θάνατο του, είχε πλέον στενές σχέσεις και συχνές επαφές με όλα τα μέλη της οικογενείας του και απολάμβανε στο σπίτι και στο νοσοκομείο, τόσο την φροντίδα και την αγάπη της συζύγου του όσο και όλων των θυγατέρων του, η τρίτη εναγομένη δε, πρωτότοκη κόρη του, η οποία είχε σπουδές νοσηλεύτριας, ήταν εκείνη που πάντα τον συνόδευε κατά την διάρκεια της ασθένειάς του, στους γιατρούς τόσο στην Αθήνα όσο και στο Ηράκλειο.

Τα αμέσως ανωτέρω γεγονότα, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία του πρωτοτύπου της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, οδηγούν χωρίς καμμία αμφιβολία στο συμπέρασμα ότι μεταβλήθηκε η τελευταία βούληση του Ε. Κ. και γι'αυτό κατέστρεψε ο ίδιος, με σκοπό ανάκλησης της, την διαθήκη την οποία είχε συντάξει σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν σε διάσταση με την σύζυγο του και αρνητικά φορτισμένος συναισθηματικά απέναντι τόσο στην τελευταία όσο και στις εναγόμενες θυγατέρες του οι οποίες, εν αντιθέσει με την ενάγουσα, τον κατέκριναν για την αντισυζυγική συμπεριφορά του και έτσι μάλιστα, το γεγονός ότι έδωσε στην ενάγουσα απλή φωτοτυπία και όχι το πρωτότυπο της διαθήκης του, εξηγείται από το ότι ήθελε να έχει ο ίδιος μέχρι την τελευταία στιγμή την φυσική εξουσίαση επ'αυτής (διαθήκης).

Η ενάγουσα με την αγωγή της, προς θεμελίωση της αγωγικής αξιώσεως της, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω διαθήκη καταστράφηκε όχι από τον πατέρα της με πρόθεση ανακλήσεως αλλά καταστράφηκε σκοπίμως από τις εναγόμενες στις οποίες αναγκάστηκε η ίδια να παραδώσει τα κλειδιά της οικίας και του γραφείου του πατέρα της την επομένη του θανάτου του και έτσι είχαν αυτές πρόσβαση στα προσωπικά του αντικείμενα και έγγραφα.

Τούτο όμως σε κάθε περίπτωση δεν είναι αληθές, διότι η ενάγουσα ήταν η μόνη που είχε πρόσβαση στην οικία και το γραφείο του πατέρα της όσο αυτός ζούσε, καθώς διέθετε τα κλειδιά τους τα οποία παρέδωσε στις εναγόμενες στις 17-11-2016, μετά τον θάνατο του, γνώριζε την ύπαρξη της διαθήκης και την δεινή και μη αναστρέψιμη πλέον κατάσταση της υγείας του πατέρα της, επομένως, είχε τον χρόνο και την δυνατότητα να ανεύρει, αν υπήρχε, το πρωτότυπο της διαθήκης και να εξασφαλίσει έτσι το κληρονομικό δικαίωμά της στις μετοχές που ανήκαν στον πατέρα της, όπως άλλωστε, ανάλογα έπραξε προς όφελος της, όταν επισκέφθηκε την οικία του την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του, εν αγνοία των λοιπών συγγενών, αφαίρεσε και παρακράτησε για τον εαυτό της όλο το περιεχόμενο και τα χρήματα του χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν στο γραφείο του, γεγονός που έμαθαν οι εναγόμενες (επειδή τούτο καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπήρχε στον χώρο και για το οποίο υπέβαλαν μήνυση σε βάρος της στις 19-11-2016 και εκκρεμεί πλέον η εκδίκαση της υπόθεσης στα ποινικά δικαστήρια.

Άλλωστε, η άγνοια των εναγομένων τόσο για την σύνταξη όσο και για την ύπαρξη ιδιόγραφης διαθήκης από τον Ε. Κ., που αποκλείει συνακόλουθα την καταστροφή της από τις ίδιες, επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση της Α. Μ., λογίστριας της εταιρίας "... ΑΕ", η οποία, εξεταζόμενη ενώπιον συμβολαιογράφου, επιμελεία της ενάγουσας, καταθέτει ,ότι στις 17-11-2016, στα γραφεία της εταιρίας, ενημέρωσε την ενάγουσα και τις εναγόμενες για τα χρέη της εταιρίας και για το γεγονός ότι με διαθήκη του ο θανών άφηνε στην ενάγουσα τις μετοχές του, τους επέδειξε και τους ανάγνωσε το αντίγραφο της διαθήκης που κατείχε η ίδια και όπως επί λέξει καταθέτει: "...Η Μ., η Α., Ά.

και Γ. αντιμετώπισαν τα νέα αυτά με έκπληξη...Η ύπαρξη της διαθήκης και το περιεχόμενο της και τα νέα για τα χρέη και τις υποχρεώσεις της περιουσίας προκάλεσαν αντεγκλήσεις και λεκτικές αντιπαραθέσεις. Από τον θάνατο του μακαρίτη και ύστερα η κατάσταση μεταξύ από τη μια πλευρά της κ. Μ., της Α., Γ. και Ά. και από την άλλη πλευρά της Ό.

είχε γίνει πολύ άσχημη...", περιγράφει δηλαδή αντίδραση των εναγομένων, η οποία δεν θα ήταν λογικά αναμενόμενη αν γνώριζαν την ύπαρξη της διαθήκης.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση είναι αβάσιμα".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας με επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης την ένδικη αγωγή, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων στην αρχή της παρούσας διατάξεων και ιδία εκείνης του άρθρου 1765 παρ. 1 και 2 ΑΚ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταστροφής της ιδιόγραφης διαθήκης από τον διαθέτη με σκοπό ανάκλησης αυτής, επειδή μετέβαλε τη βούλησή του, με συνέπεια την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής. Η παραδοχές δε του Εφετείου ως προς το χρόνο θανάτου του διαθέτη την 15-11-2016 και σε άλλο σημείο την 15-10-2016, δεν ενέχουν μεταξύ τους αντιφατικότητα, καθόσον ο αληθής χρόνος θανάτου, όπως άλλωστε συνομολογείται είναι η πρώτη ημεροχρονολογία (15-11-2016) και η δεύτερη ημεροχρονολογία οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος συμπληρωματικοί πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα και με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια των ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις με την επίκληση των ίδιων αναιρετικών πλημμελειών. Ειδικότερα οι αιτιάσεις , συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι: 1) ότι η αποκατάσταση των σχέσεων του διαθέτη με τις αναιρεσίβλητες έλαβε χώρα "κατά το διάστημα των τριών μηνών από την διάγνωση της σοβαρότατης ασθένειας από την οποία έπασχε μέχρι τον θάνατό του", 2) ότι "Η υγεία του πατέρα της ενάγουσας άρχισε να κλονίζεται σοβαρά τον Αύγουστο του έτους 2016 και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους διαγνώσθηκε ότι έπασχε από οξεία μυελογενή λευχαιμία, συνεπεία της οποίας νοσηλεύτηκε επανειλημμένα στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου και τελικώς απεβίωσε στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους", δίχως να προσδιορίζει σε ποιο ακριβώς χρονικό διάστημα τοποθετείται η αποκατάσταση των σχέσεων του με τις αναιρεσίβλητες, προκειμένου να προκύπτει από την απόφαση, αν μεσολαβεί τρίμηνο μέχρι το θάνατο του, ενόψει του ότι, όπως δέχεται, η διάγνωση της σοβαρότατης ασθένειας του διαθέτη που τον οδήγησε στον θάνατο, έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2016 και δεν μεσολαβεί τρίμηνο έκτοτε και μέχρι του θανάτου του είτε απεβίωσε στις 15 Οκτωβρίου 2016 είτε στις 15.11.2016, 3) ότι δεν προσδιορίζει ειδικότερα το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβε χώρα η καταστροφή της διαθήκης για να είναι δυνατόν να κριθεί εάν όντως η καταστροφή της διαθήκης εμπίπτει σε χρονικό διάστημα, εντός του οποίου υπήρχε αποκατάσταση των σχέσεων του διαθέτη με τις αναιρεσίβλητες, 4) επικουρικά, εάν ήθελε κριθεί, ότι το Εφετείο δέχεται πως ο θάνατος του διαθέτη έλαβε χώρα την 15.11.2016 και ότι το τρίμηνο της αποκατάστασης των σχέσεων του με τις αναιρεσίβλητες τρέχει (αντίστροφα) από την ημερομηνία του θανάτου του και φθάνει μέχρι τον Αύγουστο του 2016 και πάλι η πιο πάνω αιτιολογία δεν είναι επαρκής προς θεμελίωση στο νόμο του πορίσματος του Τριμελούς Εφετείου.

Και τούτο, διότι η ημερομηνία υπογραφής της διαθήκης (16.8.16) δεν απέχει πέραν των τριών μηνών από τον θάνατο του διαθέτη και συνεπώς δεν προκύπτει σαφώς πως η ολοκλήρωση της (σύνταξης και υπογραφής) διαθήκης έλαβε χώρα προ "Περιόδου κατά την οποία είχαν αποκατασταθεί ο, σχέσεις του διαθέτη με τις αναιρεσίβλητες, 5) ότι στην απόφαση δεν αναφέρονται τα ελατήρια της βουλήσεως του διαθέτη για να διαθέσει το επίδικο περιουσιακό στοιχείο (μετοχές) σ' αυτήν και 6) ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης "ότι οι εναγόμενες είχαν έστω δύο (2) ημέρες τα κλειδιά της οικίας και του γραφείου του διαθέτη μετά το θάνατο του", δεν αρκούν για να αποκλείσουν τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί κατακράτησης από αυτές του πρωτότυπου της διαθήκης μετά το θάνατο του διαθέτη, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο , στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα και δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 812/2018). Περαιτέρω, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 1276/2011).

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με την έφεση της "προς απόκρουση της ένστασης των αναιρεσιβλήτων ότι ο διαθέτης κατέστρεψε το πρωτότυπο της διαθήκης με σκοπό ανάκλησης της", ότι η επίδικη διαθήκη αφορά μόνο μικρό μέρος των περιουσιακών στοιχείων του διαθέτη (δηλαδή τις μετοχές του στην ΑΕ) ενώ είχε και άλλη μεγάλη περιουσία ,ότι από το περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει ότι αφήνει σε αυτήν τις πιο πάνω μετοχές ως εξαίρετο, ότι ο διαθέτης συνέταξε τη διαθήκη ειδικά μόνο για το ειδικό περιουσιακό αυτό στοιχείο, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη του ειδικά στο πρόσωπο της για τη συνέχιση της λειτουργίας της ΑΕ.

Ο λόγος αυτός , όπως διατυπώνεται , είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά για αρνητικούς ισχυρισμούς έναντι της χαρακτηριζόμενης από την αναιρεσείουσα "ένστασης" των αναιρεσιβλήτων. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος , καθόσον υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται μέσω πραγματικών επιχειρημάτων, αντίθετων προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο , καθώς και αιτιάσεων αναγομένων στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα τούτων, είναι απαράδεκτος ο ίδιος λόγος και κατά το επικουρικό σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1765 ΑΚ, "για την περίπτωση της απόρριψης σιωπηρά των πιο πάνω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, λόγω έλλειψης αιτιολογιών", αφού δεν πρόκειται για ζητήματα σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ενώ σε κάθε περίπτωση με την επίκληση της πλημμέλειας αυτής πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2019 αίτηση της Ό. Κ. και τους από 18-10-2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 4/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ