Legislator Case Law & Legislation
710/2017 AI generated

Supreme Court dismissed appeal against final appeal judgment regarding mixed sale and lease contract interpretation.

Case Number 710/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued the lower court erred in interpreting a mixed sale and lease contract, claiming it should have applied different statutory provisions regarding simultaneous performance. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal petition failed to specify violated substantive laws or demonstrate a fundamental legal interest, and the lower court's reasoning was sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1b) and 374(1) of the Civil Code; An appeal against a final appeal judgment that rejected a substantive claim is inadmissible if the appeal petition fails to specify violated substantive laws or demonstrate a fundamental legal interest.

Keywords

AI generated
appeal admissibility mixed sale lease contract substantive law violation fundamental legal interest legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 374(1) of the Civil Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 40/1996
Supreme Court 33/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 710/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερρόρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρακόπουλο που ανακάλεσε την από 9/11/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1321/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6967/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/4/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 17/11/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 6967/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 553 παρ. 1β’ ΚΠολΔ ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και στη συνέχεια απορριφθεί κατ’ ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, γιατί με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 33/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 1321/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε αυτή κατ’ ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος, που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός, αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συνέπεια της αρχής της αλληλεξάρτησης των παροχών, η οποία διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως είναι και η πώληση (513 επ.

ΑΚ), προκύπτει, ότι παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση, όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, έτσι ώστε και οι δύο συμβαλλόμενοι να υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα τη βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή, αν δε ο ένας από τους συμβαλλομένους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός και των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 537, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους. Εκ τούτων παρέπεται, ότι, υπό το ισχύον δίκαιο, σε περίπτωση παροχής πωληθέντος πράγματος ελαττωματικού ή χωρίς τις συνομολογημένες ιδιότητες, μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή (άρθρο 522 ΑΚ), αποκλείεται η εφαρμογή των γενικών διατάξεων για τη μη (ή τη μη προσήκουσα) εκπλήρωση (άρθρα 335 επ., 362 επ., 374 επ.

ΑΚ). Τούτο, διότι λείπει ακριβώς η βασική προϋπόθεση εφαρμογής τους, ήτοι η μη ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση, καθόσον η παροχή ελαττωματικού πράγματος ή χωρίς τις συνομολογημένες ιδιότητες αποτελεί εκπλήρωση και ένεκα των ελαττωμάτων αυτού ή των ελλείψεων των συνομολογημένων ιδιοτήτων έχουν εφαρμογή πλέον οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 και 543 ΑΚ, μέσω των οποίων υλοποιείται η πρωτογενής εκ του άρθρου 534 ΑΚ αξίωση εκπλήρωσης.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμφωνίας που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας...εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία επιδίδεται κατά τον καταστατικό της σκοπό στην παραγωγή, εμπορία και εγκατάσταση επίπλων, ξύλινων κουφωμάτων, πορτών και συναφών ειδών, διατηρώντας προς τούτο επιχείρηση στη ...

και υποκατάστημα στο ... Αττικής, και της πρώτης εναγόμενης...και ήδη εκκαλούσας ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... της νήσου Κέας και δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής κατοικιών με σκοπό την πώλησή τους σε τρίτους, ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος στην αυτή ως άνω αγωγή και ήδη εκκαλών Χ.

Λ. του Κ., κατόπιν της από 29-4-2008 έγγραφης προσφοράς της ενάγουσας α.ε. που έγινε αποδεκτή με την από 13-5-2008 παραγγελία της πρώτης εναγομένης ε.ε., ανέλαβε την υποχρέωση η ενάγουσα να πωλήσει και παραδώσει στην τελευταία έναντι τιμήματος εξωτερικά κουφώματα και εσωτερικές πόρτες, καθώς και να εγκαταστήσει αυτά στον τόπο προορισμού.

Η παράδοση και η εγκατάσταση των άνω εμπορευμάτων συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί σε εννέα (9) κατοικίες, ανεγειρόμενες από την πρώτη εναγομένη ε.ε., στη θέση "..." του οικισμού ... της νήσου Κέας, σταδιακά, εντός χρονικού διαστήματος εξήντα (60) ημερών από την επιβεβαίωση της παραγγελίας για καθένα επιμέρους είδος και στοιχείων αυτού, που αφορούσαν την τυπολογία, το χρώμα και τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες, ενώ η πρόοδος των εργασιών και η τελική επιμέτρηση προϋπέθετε τη συνεννόηση των διαδίκων και το συγχρονισμό των εργασιών και των λοιπών συνεργείων, οι οποίες προηγούνται κατασκευαστικά από τις εργασίες της ενάγουσας.

Σ’ εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο έτους 2008 έως το μήνα Οκτώβριο έτους 2008, τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα, έναντι του συνολικού τιμήματος των 108.835,06 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (13%), εκδοθέντων προς τούτο των : (γίνεται στη συνέχεια αναφορά των κατ’ ιδίαν τιμολογίων πώλησης και δελτίων αποστολής)...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 28-6-2008 η εναγόμενη αγοράστρια αρνήθηκε να παραλάβει τα προσφερθέντα από την ενάγουσα πωλήτρια εξωτερικά και εσωτερικά κουφώματα τριών (3) μόνον από τις εννέα (9) κατοικίες, καθόσον εμφάνιζαν αυτά πραγματικά ελαττώματα και δεν μπορούσαν να τοποθετηθούν ασφαλώς στις προβλεπόμενες γι’ αυτά θέσεις, σύμφωνα με τους κανόνες κατασκευής και καλής λειτουργίας.

Στις 31-7-2008 η εναγόμενη παρέλαβε μέρος από τα παραπάνω κουφώματα, τα ελαττώματα των οποίων δεν είχαν αποκατασταθεί, ενώ στις 30-9-2008 παρέλαβε τα υπόλοιπα εμπορεύματα για τις εναπομείνασες κατοικίες και τέλος στις 11-10-2008 οι τεχνικοί της ενάγουσας πωλήτριας αποχώρησαν από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης χωρίς να ολοκληρώσουν τις ανατεθείσες σ’ αυτούς εργασίες τοποθέτησης των πωληθέντων κουφωμάτων και πορτών.

Έναντι του παραπάνω οφειλομένου και πιστωθέντος κατά εξήντα (60) ημέρες από της έκδοσης των οικείων τιμολογίων πώλησης τιμήματος κατέβαλε η εναγόμενη το συνολικό ποσό των 57.000,00 ευρώ, αρνούμενη την καταβολή του υπολοίπου, ύψους 51.835,06 ευρώ, προβάλλοντας τον ισχυρισμό της μη ανταπόκρισης των πωληθέντων σ’ αυτήν εμπορευμάτων στη σύμβαση πώλησης που τη συνδέει με την ενάγουσα και πλέον συγκεκριμένα την εμφάνιση χτυπημάτων και αποχρωματισμού σε ορισμένα από αυτά, την κακότεχνη βαφή, την οξείδωση των μηχανισμών στήριξης των σκιαδίων, την παραμόρφωση των τραβερσών και την αποκόλλησή τους από τα μπόγια, την αδυναμία ορθής λειτουργίας του μηχανισμού ανάκλισης, την αδυναμία ρύθμισης των πόμολων, των κλειδαριών και των εξωτερικών σκιαδίων, την αδυναμία κλεισίματος των θυρών της κρεβατοκάμαρας και του μπάνιου σε ορισμένες κατοικίες, για την αποκατάσταση των οποίων δαπάνησε το ποσό των 44.555,90 ευρώ.

Αμυνόμενοι λοιπόν κατά της ένδικης αγωγής καταβολής τιμήματος οι εναγόμενοι προέβαλαν την ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της επίμαχης σύμβασης εκ μέρους της ενάγουσας, καθόσον, τα πωληθέντα και παραδοθέντα από αυτήν εμπορεύματα δεν ανταποκρίνονταν στην υπόψη σύμβαση, διότι εμφάνιζαν πραγματικά ελαττώματα και ζήτησαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής.

Ο ισχυρισμός αυτός προεχόντως απαραδέκτως προβάλλεται μετά τη μετάθεση του κινδύνου στην αγοράστρια εναγομένη, δεδομένου ότι πρόκειται για παροχή πραγμάτων που δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση, οπότε, η εφαρμογή των γενικών διατάξεων για τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση, εκ μέρους της πωλήτριας, της σύμβασης αποκλείεται και η αγοράστρια δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματα των διατάξεων των άρθρων 540 επ.

του Α.Κ., οι οποίες, εξάλλου, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του έναντι της επίμαχης σύμβασης πώλησης παρακολουθηματικού χαρακτήρα της μετ’ αυτής συμφωνηθείσας για την τοποθέτηση των πωληθέντων μίσθωσης έργου, κατά την οποία η οφειλόμενη αμοιβή περιλαμβάνεται στο συμφωνηθέν με την πώληση τίμημα...

Ακόμη όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι παραδεκτά προβάλλεται ο ανωτέρω ισχυρισμός, κρίνεται αυτός νόμω αβάσιμος, διότι, παρά το χαρακτήρα του, ως ένστασης αναβλητικής, δεκτός γενόμενος, δεν επιφέρει την απόρριψη της ένδικης αγωγής, όπως αιτούνται οι ενιστάμενοι - εναγόμενοι, αλλά η αγωγή γίνεται δεκτή και η καταδίκη των εναγομένων - ενισταμένων τελεί υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκπλήρωσης από την ενάγουσα της αντιπαροχής που την βαρύνει (άρθρο 378 Α.Κ.).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον, στην ενάγουσα το ποσό των 51.835,06 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, αφού δεν αποδείχθηκε όχληση αυτών σε προγενέστερο χρονικό σημείο και απέρριψε σιγή την εκ του άρθρου 374 του Α.Κ. ένσταση των εναγομένων, καθώς και ως αόριστη την εκ του άρθρου 540 περ. 2 του Α.Κ.

ένσταση, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με τους λόγους της έφεσής τους, η οποία πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της...". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, κρίνοντας ότι, εφόσον είχε λάβει χώρα μετάθεση του κινδύνου των πωληθέντων πραγμάτων στην αγοράστρια εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, αποκλειόταν η εφαρμογή των γενικών διατάξεων για τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση, εκ μέρους της πωλήτριας και η αγοράστρια δικαιούτο να ασκήσει τα δικαιώματα των διατάξεων των άρθρων 540 επ.

του Α.Κ., δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 374 και 376 ΑΚ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του. Επομένως, πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επί μικτής συμβάσεως, στην οποία συγχωνεύονται στοιχεία περισσότερων ρυθμισμένων συμβατικών τύπων, όταν δηλαδή η παροχή του ενός ή αμφοτέρων των συμβαλλομένων κατά το σύνολο ή κατά μέρος αυτής ανήκει συγχρόνως σε περισσότερους τύπους συμβάσεων, εάν η μία σύμβαση είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις, είτε ανήκουν στις συνηθισμένες υποχρεώσεις της κυρίας σύμβασης, είτε είναι παρακαλουθηματικές της κυρίας σύμβασης, εφαρμόζονται οι διατάξεις, που ρυθμίζουν την κυρία σύμβαση, στην οποία απορροφάται η παρακολουθηματικη σύμβαση.

Έτσι, επί μικτής συμβάσεως, η οποία υφίσταται και στην περίπτωση που συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων, ότι ο πωλητής, εκτός της υποχρεώσεως του να μεταβιβάσει την κυριότητα του πωληθέντος και συμφωνηθέντος τιμήματος, αναλαμβάνει και την υποχρέωση τοποθέτησης του πωληθέντος στο τόπο του προορισμού του χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, εφαρμόζονται οι περί πωλήσεως διατάξεις των άρθρων 513 επομ.

ΑΚ, λόγω του, έναντι της συμβάσεως πωλήσεως, παρακολουθηματικού χαρακτήρα της μετ’ αυτής συμφωνηθείσης για την τοποθέτηση των πωληθέντων μισθώσεως έργου, κατά την οποία η οφειλόμενη αμοιβή περιλαμβάνεται στο συμφωνηθέν με την πώληση τίμημα. Το ότι σ’ αυτή την περίπτωση σε πώληση αποβλέπουν κυρίως τα μέρη καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, αν απομονωθεί από την ενιαία σύμβαση το στοιχείο της πώλησης, το σκέλος της τοποθέτησης των πωληθέντων πραγμάτων παραμένει μετέωρο και το σημαντικότερο δεν είναι αυτοτελώς αγώγιμο.

Επομένως, μόνο η πώληση οδηγεί στον επιδιωκόμενο από τα μέρη σκοπό και η συμφωνία περί της τοποθέτησης εξυπηρετεί αυτόν. Γι’ αυτό τον λόγο απορροφάται, τελικά, η σύμβαση έργου από τη σύμβαση πώλησης. Στην ένδικη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε τη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση, ως μικτή σύμβαση πώλησης και μίσθωσης έργου, ενώ συνήφθησαν δύο αυτοτελείς αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, ήτοι πώλησης και μίσθωσης έργου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε κρίνοντας, ότι πρόκειται για μία μικτή σύμβαση και για τις οποίες θα έπρεπε να εφαρμοστούν διαφορετικές διατάξεις (περί πωλήσεως για την πρώτη και περί μισθώσεως έργου για τη δεύτερη).

Ο λόγος είναι πολλαπλώς απαράδεκτος. Προεχόντως, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ποιες συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβίασε το Εφετείο, ούτε γίνεται επίκληση κάποιας διαφορετικής έννομης συνέπειας, σε σχέση με την δικαστικώς διαγνωσθείσα, από την εφαρμογή των αορίστως επικαλούμενων διαφορετικών διατάξεων, θεμελιωτικής εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, ενόψει μάλιστα της δυνατότητας του Αρείου Πάγου να προβεί σε αντικατάσταση των αιτιολογιών της απόφασης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Στο βαθμό δε που με τον προκείμενο λόγο αποδίδεται η ανωτέρω πλημμέλεια για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν δέχτηκε την ύπαρξη κενού στην επίδικη δικαιοπραξία, ούτε αμφιβολίας για την έννοια των εμπεριεχόμενων σ’ αυτήν δηλώσεων βούλησης, ώστε να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις κατά λέξη αιτιάσεις ότι: "στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη έσφαλε γιατί αν και αναφέρθηκε στο άρθρο 374 ΑΚ, και δέχτηκε ότι η καταδίκη μας τελεί υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκπλήρωσης από την αναιρεσίβλητη της αντιπαροχής, παρόλαυτα έκρινε ότι ορθώς η πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε ότι οφείλουμε εις ολόκληρο το ποσό των 51.835,06 ευρώ, χωρίς όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην αντιπαροχή και κυρίως στην ταυτόχρονη εκπλήρωση αυτής από την αναιρεσίβλητη ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την εκπλήρωση από εμένα της παροχής".

Ο λόγος είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, διότι, αναφορικά με την από το άρθρο 374 ΑΚ ένσταση, πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, το απορριπτικό διατακτικό της οποίας με επάρκεια στηρίζεται στην κύρια αιτιολογία της, περί μη εφαρμογής της γενικής διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ, μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή και ως προς την οποία δεν ευδοκίμησε ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2014 αίτηση των: 1) εταιρείας με την επωνυμία ... ΕΕ και 2) Χ. Λ., για αναίρεση της 6967/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ