Legislator Case Law & Legislation
710/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where substantive review was impossible due to inadmissible claim.

Case Number 710/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court erred by not examining the substantive validity of the claim, including potential acquisition through good faith possession. The court ruled that when a claim is rejected as inadmissible or unlawful, the court of first instance does not examine the facts, rendering arguments about substantive review procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11, 20 of the Code of Civil Procedure; When a court of first instance rejects a claim as inadmissible or unlawful, it does not examine the substantive validity, making appeals based on failure to examine facts or documents inadmissible.

Keywords

AI generated
substantive review inadmissible claim procedural inadmissibility good faith possession Code of Civil Procedure appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 of the Code of Civil Procedure
Art. 226 para. 4 ed. 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 575 ed. b' of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of Law 3463/2006
Arts. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 710/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Π. του Η., o οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Γ. Π. του Η. (καθού η κλήση), κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Δήμου Σαρωνικού, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Καλυβίων Θορικού Αττικής που έχει έδρα στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρτέμη Κυριαζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2000 αγωγή του Η. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 721/2002 μη οριστική, 897/2007 οριστική και 478/2008 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου, 6965/2008 μη οριστική και 7387/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/5/2010 αίτησή του. Κατόπιν βίαιης διακοπής λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος η υπόθεση επανήλθε και εκδόθηκε η 821/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση εκ νέου με την από 15/7/2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου - καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος Δήμος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 22/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατ’ άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί νόμιμα κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο υπεισελθών στη θέση του αποβιώσαντος την 7-9-2012 Η. Π. υιός του και καθολικός διάδοχός του Γ.

Π.. Ο αποβιώσας Η. Π., επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της υποθέσεως ήτοι της από 4-5-2010 αναίρεσής του κατά της υπ’ αριθμ. 7387/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 5-10-2011 επιδούς την αναίρεση αυτή στον αναιρεσίβλητο Δήμο στις 2-9-2010 όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Γ.

Μ. στο προσκομιζόμενο από τον ίδιο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-1-2013 κλήση για την οποία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν απαιτείτο οπότε και δηλώθηκε ο θάνατος του αναιρεσείοντος Η. Π. και έτσι, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης.

Με την από 5-2-1013 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της άνω αιτήσεως αναιρέσεως η 20-11-2013, οπότε και συζητήθηκε αυτή απολιπομένου του αναιρεσείοντος. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 821/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία την κήρυξε απαράδεκτη. Μετά ταύτα ασκήθηκε η από 13-7-2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου με την οποία ορίσθηκε νέα δικάσιμος της υποθέσεως η εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμος της 3-12-2014 και η οποία επιδόθηκε στον υπεισελθόντα στη θέση του αποβιώσαντα Η.

Π. Γ. Π., στις 17-9-2014, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...17-9-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ.. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 περ. α’ ,β’ Κ.Πολ.Δ. και 1094 Α.Κ. κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής, είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Αν η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητος του επιδίκου, όπως είναι η κτήση κυριότητας του υπερθεματιστή δυνάμει του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, αρκεί να αναφέρεται ότι εκδόθηκε από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης που μεταγράφηκε νόμιμα καθώς και ότι καθού η εκτέλεση ήταν κύριος του πλειστηριασθέντος ακινήτου.

Ο καθορισμός του τρόπου με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε την κυριότητα δεν είναι κατ’ αρχήν απαραίτητος. Αν, όμως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος υποχρεούται με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης ή με την προσθήκη των προτάσεών του, εφόσον δεν το έχει πράξει καθ’ υποφορά με την αγωγή, συμπληρώνοντας παραδεκτά αυτή να καθορίσει με σαφή έκθεση των γεγονότων τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι ανάγκη σε περίπτωση δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων να καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσης της κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον ή τους δικαιοπαρόχους του, η αγωγή καθίσταται αόριστη. Εξάλλου, αν η αγωγή στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία πρέπει να γίνει επίκληση των κατά τα άρθρα 1041, 1042 και 1043 Α.Κ. στοιχείων της, δηλαδή του νομίμου τίτλου που πρέπει να έχει μεταγραφεί και της νομής με καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο για μία δεκαετία, ενώ αν στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 1045 Α.Κ.

να γίνει επίκληση νομής στο επίδικο για μία εικοσαετία και ότι ο χρόνος αυτός έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ενάγοντος, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να έχει τη δυνατότητα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο της χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αν το δικαστήριο για τη στήριξη της αγωγής σε ορισμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή απαίτησε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη περιστατικά που δεν εκτίθενται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση για το νόμο βάσιμο αυτής ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη.

Τέτοια γεγονότα αν και περιείχονταν σε αυτή, οπότε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν οι από τους αριθ. 8 και 14 άρθρου λόγοι αναίρεσης. Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων - αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη από 16-3-2000 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι είναι κύριος του εκεί περιγραφομένου ακινήτου (αγροτεμαχίου) 8 στρεμμάτων που κείται στη θέση "..." της τότε Κοινότητας Καλυβίων Θωρικού Αττικής.

Ότι το εν λόγω αγροτεμάχιο περιήλθε στην κυριότητά του με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης υπ’ αριθμ. ...28-4-1977 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Λαυρίου Ειρήνης Κυριαζή Γιοβάνοβιτς, μετά από αναγκαστικό πλειστηριασμό που εγένετο στις 16-1-1977 σε βάρος του καθού η εκτέλεση οφειλέτη και κυρίου του πλειστηριασθέντος ακινήτου Κ.

Ι., στον οποίο αυτό είχε περιέλθει, ως τμήμα μείζονος ακινήτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...1964 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι από τη μεταγραφή της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης νεμήθηκε το εν λόγω αγροτεμάχιο ασκώντας τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και ότι ο εναγόμενος Δήμος Καλυβίων περί το έτος 1994, ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα, κατέλαβε το παραπάνω ακίνητό του.

Ζήτησε δε, με βάση το ιστορικό αυτό να αναγνωρισθεί κύριος του εν λόγω αγροτεμαχίου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει. Η αγωγή κατά τα εξιστορούμενα σ’ αυτήν περιέχει μόνο μία βάση, εκείνη περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα, δυνάμει πλειστηριασμού και κατακύρωσης, ενώ δεν περιέχει βάση περί πρωτότυπης κτήσης της κυριότητας δηλαδή τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, αφού όσον αφορά την τακτική χρησικτησία (ο ενάγων) δεν επικαλείται άσκηση από αυτόν της νομής με καλή πίστη, ενώ όσον αφορά την έκτακτη χρησικτησία ο χρόνος νομής που επικαλείται (1977 έως και 1994) δεν αρκεί για τη συμπλήρωση εικοσαετίας στο πρόσωπό του ούτε επικαλείται πράξεις νομής από τον άμεσο δικαιοπάροχο του Κ.

Ι. ώστε στο δικό του χρόνο νομής να προστεθεί και εκείνος του τελευταίου για να συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο αναγκαίος χρόνος (20ετία). Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος με τις από 8-10-2001 προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος όσον και την κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του Κ.

Ι. αλλά και του απώτερου δικαιοπαρόχου του εκθέτων ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου που ανήκε αρχικά (από το 1925) στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και μεταγενέστερα (από το 1936) και μέχρι το 1997 σε εκείνη του Συνεταιρισμού Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών Καλυβίων (...) δικαιοπαρόχου αυτού κατά τα εκεί εκτιθέμενα.

Παρά την αμφισβήτηση αυτή ο ενάγων - αναιρεσείων δεν προέβη όπως ώφειλε, με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στη συμπλήρωση της αγωγής τους όσον αφορά την ως άνω μοναδική βάση (εκείνης του παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας), προσδιορίζοντας τον τρόπο που απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ο απώτερος δικαιοπάροχός του, φθάνοντας μέχρι εκείνου που απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο.

Συνεπώς, η επίδικη αγωγή ήταν απορριπτέα λόγω επιγενόμενης αοριστίας.

Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη για το λόγο ότι ο ενάγων δεν προέβη στην συμπλήρωσή της, όπως ανωτέρω, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική επάρκεια της ένδικης αγωγής, δεν αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτούν οι προδιαληφθείσες διατάξεις, ούτε σε εκείνη (πλημμέλεια) από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου ήτοι της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.

Είναι συνεπώς αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του αυτού άρθρου. Είναι, επομένως, απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 14 αντίστοιχα με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια αυτή, συνιστούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Ιδρύεται συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν δεν εξετάσθηκε κάποια βάση της αγωγής. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιαδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. γ’ περ. β’ Κ.Πολ.Δ., παραπονείται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ότι η ένδικη αγωγή περιείχε και βάση κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τακτική χρησικτησία η οποία συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν περιέχει βάση τακτικής χρησικτησίας, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, αναφορά για νομή του επιδίκου ακινήτου με καλή πίστη δεν γίνεται.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες οι οποίες έχουν γίνει κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν ερευνά τα πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ’ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτόν αποδεικτικά μέσα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή όπως προαναφέρθηκε απερρίφθη ως αόριστη και έτσι, το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, πρέπει το παραμορφωθέν έγγραφο να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο δε δεν θεωρείται ότι είναι η αγωγή και γενικά τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης.

Ακολούθως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο παραπονείται ο αναιρεσείων για παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου της ένδικης αγωγής και των προτάσεων που υποβλήθηκαν από αυτόν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμόρφωσης και των προσκομιζομένων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών εγγράφων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο ως άνω λόγος προϋποθέτει την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη αφού στην περίπτωση αυτή δεν την ερευνά.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 4-5-2010 αίτηση του Π. Η. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7387/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου Καλυβίων μειωμένα κατ’ άρθρο 281 ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) κατά το βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2010 αίτηση του Η. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 7387/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ