Supreme Court allows retrial and orders bank to repay employees after dismissing their lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against a lower court ruling in favor of two employees. The court found that the bank's internal promotion rules were non-reviewable by judges, but the employees' claim for repayment was valid. Consequently, the court ordered a retrial and mandated the bank to refund the specific amounts paid to the employees under the previous decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order a retrial upon proof of voluntary execution of a revoked judgment, requiring the losing party to return the specific amounts paid to the successful party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 710 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 710/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Ι., κατοίκου ... και 2) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λιάπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1748/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5710/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2012 αίτησή της, με τις δε από 4-3-2013 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 19-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 14, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 267 της 26-9-1953 και έχει ισχύ νόμου, η προαγωγή στις οργανικές θέσεις, από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και πάνω γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας σε καθένα από τους προηγούμενους βαθμούς.
Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινόμενων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους η προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Στη περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώρισή της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 § 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, άπαξ τελεσθείσα, γεννάται από τότε που επήλθε και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίνει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από αυτές που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών και κατά τους κοινούς κανόνες να προβλεφθούν, κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά, ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, τελούν δε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημιογόνο συμπεριφορά του υποχρέου, με την έννοια ότι το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τις μεταγενέστερες αυτές επιζήμιες συνέπειες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάστασή τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία.
Από τη γνώση αυτή της ζημίας, η απαίτηση του δικαιούχου είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, εκτός αν αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής, λόγω νομικών κωλυμάτων, είτε σύμφωνα με ρητές διατάξεις του νόμου, είτε από το γεγονός ότι μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ένσταση, που έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο.
Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό, που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή (ΑΠ 122/2011, 987/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της ΕΤΕ που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου εφόσον εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 2868/1922 και εγκρίθηκε με την ΥΑ 42461/27-6-1932, ορίζεται ότι "πας ησφαλισμένος ή δικαιοδόχος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούμενος συν τάξεως εκ του Ταμείου τούτου ή αυξήσεως ή αναθεωρήσεως αυτής ή παροχής οικονομικής ή οιουδήποτε επιδόματος του άρθρου 12 του παρόντος, υποχρεούται να υποβάλη, επί ποινή εκπτώσεως από του δικαιώματος, εντός πενταετίας, αφής το δικαίωμα εγεννήθη, αίτησιν προς το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, ήτις καταχωρείται εις το υπό της υπηρεσίας τηρούμενον πρωτόκολλον.
Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της αιτήσεως συνεπάγεται την έκπτωση από του δικαιώματος. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται το Διοικητικόν Συμβούλιον δι' αποφάσεώς του. Εις ουδεμίαν περίπτωσιν αναγνωρίζονται αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου συντάξεις ή αυξήσεις ή περιοδικαί παροχαί ή οικονομικά αποτελέσματα δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθόν υπεβλήθη η αίτησις του ενδιαφερομένου".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 21-10-1964 ο πρώτος από αυτούς και στις 4-10-1965 ο δεύτερος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι, και εντάχθηκαν στο λογιστικό κλάδο με το βαθμό του Δόκιμου.
Υπηρέτησαν έκτοτε συνεχώς μέχρι τις 3-2-2000, οπότε αποχώρησαν στα πλαίσια ειδικού προγράμματος εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της εναγομένης, το οποίο είχε θεσπισθεί με την από 15-12-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.), που υπογράφθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συλλόγου υπαλλήλων Ε.Τ.Ε.
Κατά την αποχώρησή τους κατείχαν το βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή, στον οποίο είχαν προαχθεί από 1-1-1991 και 1-7-1992 αντίστοιχα, και συνεπώς, μετά την αποχώρησή τους, έλαβαν από το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. και από το λογαριασμό Επικούρησης Προσωπικού ΕΤΕ κύρια και επικουρική, αντίστοιχα, σύνταξη, υπολογιζόμενες με βάση τον κατεχόμενο από αυτούς βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή.
Οι αναιρεσίβλητοι επειδή κατείχαν όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για προαγωγή και στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή, η δε αναιρεσείουσα αρνήθηκε να τους προαγάγει στο βαθμό αυτό, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις από 17-5-2000 και 30-6-2000 αντίστοιχα αγωγές τους, με τις οποίες ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να τους προαγάγει και στο βαθμό του Υποδιευθυντή.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι αναφερόμενες αποφάσεις κρίθηκε δε αμετάκλητα ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες κατέχει το βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1996, ο δε δεύτερος αναιρεσίβλητος κατέχει το βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1998. Μετά την έκδοση της με αριθμό 5823/25-6-2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ο δεύτερος από τους αναιρεσιβλήτους υπέβαλε στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της ΕΤΕ τη με αριθμό πρωτοκόλλου 9278/25-10-2002 αίτησή του, με την οποία ζητούσε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και να του καταβληθούν οι συνταξιοδοτικές διαφορές, που προέκυπταν μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης μεταξύ της σύνταξης του Υποδιευθυντή που έπρεπε να του καταβάλλεται και εκείνης του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι του καταβαλλόταν, καθώς και διαφορές της επικουρικής σύνταξης από το Ταμείο Αυτασφαλείας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του παραπάνω Ταμείου Συντάξεων αποφάσισε την αναπροσαρμογή της σύνταξης του δεύτερου αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή σ' αυτόν των συνταξιοδοτικών διαφορών ενός έτους πριν από την υποβολή της ως άνω αίτησης, ήτοι από 26-10-2001 μέχρι 31-10-2002, ενώ απέρριψε το αίτημά του για καταβολή των συνταξιοδοτικών διαφορών πέραν του έτους, ήτοι του χρονικού διαστήματος από 2-2-2000 μέχρι 25-10-2001, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του Κανονισμού του Ταμείου ... .
Το ίδιο συνέβη και με την επικουρική σύνταξη, η οποία ακολουθεί πάντοτε την κυρία. Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη προαγωγής των αναιρεσιβλήτων που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της Ε.Τ.Ε., συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ. του ΑΚ, και παρέχει στους παραλειφθέντες το δικαίωμα να ζητήσουν, εκτός των άλλων και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την καταχρηστική παράλειψή τους, υφίσταται δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης της προαγωγής του δεύτερου αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του Υποδιευθυντή και της παραπάνω έμμεσης ζημίας του, ήτοι της στέρησης της διαφοράς σύνταξης και επικουρικής που θα ελάμβανε εάν είχε εξέλθει της υπηρεσίας με το βαθμό του Υποδιευθυντή, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-2-2000 μέχρι 25-10-2001 ... .
Ότι η ανωτέρω από 15-12-1999 ΕΣΣΕ προέβλεπε ότι στους αποχωρούντες υπαλλήλους η αναιρεσείουσα θα κατέβαλε ως άτοκο δάνειο (ουσιαστικά ως κίνητρο για την αποχώρηση από την υπηρεσία) τη διαφορά μεταξύ του ποσού που θα λάβουν αποχωρώντας ως εφάπαξ αποζημίωση από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου που θα λάμβαναν, εάν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις διατάξεις ανώτατο όριο εφάπαξ αποζημίωσης.
Έτσι αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν ως άτοκο δάνειο το προβλεπόμενο από την ως άνω ΕΣΣΕ ποσό, που αντιστοιχούσε στο βαθμό του συμπράττοντα Διευθυντή, ενώ η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να καταβάλει σ' αυτούς, την προκύπτουσα ανάμεσα στους δύο βαθμούς διαφορά. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ως άνω διαφορά του ποσού του ατόκου δανείου που η αναιρεσείουσα χορήγησε στους υπαλλήλους της που αναχώρησαν κατά την ως άνω εθελούσια έξοδο, καθώς και ότι ο δεύτερος από αυτούς δικαιούται επιπλέον και τις συνταξιοδοτικές διαφορές μεταξύ της σύνταξης του Υποδιευθυντή και του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή για το χρονικό διάστημα από 26-10-2001 μέχρι 31-10-2002, έκρινε δε ότι ορθώς απερρίφθη η ένσταση περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων την οποία είχε νομίμως προτείνει η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την οποία, επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου, με την εξής αιτιολογία: "ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τα ένδικα δικαιώματα των εναγόντων έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί., καθόσον ναι μεν αμφότεροι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση του ζημιογόνου γεγονότος, ήτοι της παράλειψης της προαγωγής τους στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τα έτη 1996 και 1998 αντίστοιχα, πλην όμως η δικαστική επιδίωξη των ένδικων αξιώσεών τους ήταν δυνατή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, με την υποβολή των σχετικών αιτημάτων τους, τόσο στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού Ε.Τ.Ε., όσον και στην ίδια την εναγομένη, μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων που αναγνώριζαν τελεσίδικα ότι έπρεπε να προαχθούν στο βαθμό του Υποδιευθυντή, ήτοι το έτος 2005.
Συνεπώς, εφόσον η δικαστική επιδίωξη των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων ήταν δυνατή το έτος 2005, η ένδικη αγωγή η οποία ασκήθηκε στις 25-7-2006 δεν υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 251, 914, 937 του ΑΚ και 21 παρ. 1 του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της ΕΤΕ, αφού ναι μεν η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση της παράλειψής τους στο βαθμό του Υποδιευθυντή και συνακόλουθα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσείουσας κατά τα έτη 1996 και 1997 αντίστοιχα, δεν έχει ως αφετηρία το χρόνο αυτό, αφού κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις αναφερθείσες πιο πάνω ζημιογόνες συνέπειες, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, ούτε μπορούσαν να επιδιώξουν την αξίωσή τους αυτή πριν τη συνταξιοδότησή τους, και αυτό γιατί οι αναιρεσίβλητοι όταν πληροφορήθηκαν την παράλειψή τους ήταν εν ενεργεία ακόμη υπάλληλοι, δεν ήταν δε δυνατό κατά την αντίληψη των συναλλαγών, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τους κανόνες της κοινής πείρας να προβλέψουν ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1999 θα εδημιουργείτο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου με βάση το οποίο θα είχαν δικαίωμα να αποχωρήσουν πρόωρα από την υπηρεσία τους, ώστε να προνοήσουν να επιδιώξουν την αξίωσή τους από τη ζημία που υπέστησαν λόγω μειωμένης καταβολής της κύριας και επικουρικής σύνταξης, οφειλομένης στην παράλειψη της προαγωγής τους στον άνω βαθμό, την οποία επίσης, ούτε θα μπορούσαν να ασκήσουν πριν την αποχώρησή τους που έλαβε χώρα στις 3-2-2000.
Πλην όμως από το χρόνο αυτό, ήτοι το χρόνο της συνταξιοδότησης (3-2-2000) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (25-7-2006) παρήλθε πενταετία και ως εκ τούτου οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπέπεσαν στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετή παραγραφή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Πρέπει να σημειωθεί ότι και η επικουρική βάση της αγωγής με την οποία ζητείται, με την επίκληση της αρχής της ισότητας, να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους τα ποσά των 16.690 και 22.534 ευρώ αντίστοιχα, που αφορούν τη διαφορά του ατόκου δανείου που χορηγήθηκε στους αναφερόμενους επίσης παραλειφθέντες συναδέλφους τους, έχει επίσης υποπέσει στην οριζόμενη από το άρθρο 250 αρ. 17 του ΑΚ πενταετή παραγραφή, κατά το άρθρο 253 του ίδιου κώδικα.
Μετά ταύτα, εφόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική βάση της, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσίβλητοι στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας όλων των βαθμών λόγω του δυσερμηνεύτου των πιο πάνω διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να διατάξει ο Άρειος Πάγος την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 4-3-2013 προτάσεις της, η αναιρεσείουσα ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρούμενης αποφάσεως και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της αποδώσουν: α) ο πρώτος εξ αυτών το ποσό των 40.394,02 ευρώ και β) ο δεύτερος εξ αυτών των το ποσό των 61.809,43 ευρώ που κατέβαλε σ' αυτούς σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω αναιρεθείσας απόφασης. Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ. και εφόσον αποδεικνύεται η από την αναιρεσείουσα καταβολή προς τους αναιρεσιβλήτους των πιο πάνω ποσών των 40.394,02 και 61.809,43 ευρώ αντίστοιχα (βλ. τις από 1-2-2012 εξοφλητικές αποδείξεις), πρέπει το ως άνω αίτημα να γίνει δεκτό και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, να υποχρεωθούν δε οι αναιρεσίβλητοι να αποδώσουν τα ανωτέρω ποσά στην αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5710/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 27-8-2009 έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 1748/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.
Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα: α) ο πρώτος εξ αυτών Ε. Α. το ποσό των σαράντα χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και 2 λεπτών (40,394,02) και β) τον δεύτερο εξ αυτών Σ. Κ. το ποσό των εξήντα μιας χιλιάδων οκτακοσίων εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (61.809,43). Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην εν μέρει δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ