Legislator Case Law & Legislation
710/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on damages for frustrated chartering contracts, allowing offset of saved expenses against lost profits.

Case Number 710/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for damages regarding frustrated chartering contracts. The appellant argued that the lower court erred in allowing the offset of saved charterer expenses against the claimant's lost profits, but the court found this legally sound. The court ruled that for a specific claim of lost profits from frustrated contracts, the claimant does not need to deduct their own saved expenses, though the opposing party may propose such offset as a matter of defense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298 and 690 of the Civil Code; The claim for damages for frustrated contracts does not require the claimant to deduct their saved expenses from the lost profits, though the opposing party may propose such offset.

Keywords

AI generated
frustrated chartering contracts lost profits damages offset of saved expenses civil code article 298 supreme court appeal net profit calculation maritime law damages

Cited Legislation

AI generated
Article 298 of the Civil Code
Article 690 of the Civil Code
Article 216 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Eph. Pireus 223/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είτε ευθέως (αριθμ.1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς κ.λπ. αιτιολογίες (αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου), δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι επικαλούμενες ελλείψεις στην αιτιολογία δεν αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αλλά στην προσπάθεια του δικαστηρίου να εξακριβώσει τη βασιμότητα των περιστατικών που απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως. Αποζημίωση. Έννοια διαφυγόντος κέρδους (άρθρ. 298 του ΑΚ). Για το ορισμένο της αγωγής αποζημιώσεως λόγω ματαιωθεισών συμβάσεων ναυλώσεως θαλαμηγού εξαιτίας υπαίτιας βλάβης δεν είναι απαραίτητη η αφαίρεση από τον ενάγοντα πλοιοκτήτη, για τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους (μη εισπραχθέντες ναύλοι), των δαπανών των ναύλων που εξοικονόμησε ο ενάγων από τη ματαίωσή τους. Συμψηφίζονται οι δαπάνες αυτές κατόπιν προτάσεως του εναγομένου. Επικυρώνει Εφ.Πειρ. 223/2010.

Αριθμός 710/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ναυπηγική-Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία "OΛΥΜΠΙΚ ΜΑΡΙΝ ΑΕ" που εδρεύει στο Λαύριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΙΦΥΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα, ο οποίος ανεκάλεσε την από 24-11-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3200/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 4-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κα μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό 112.341,23 ευρώ ως αποζημίωση για ισόποση ζημία την οποία η τελευταία υπέστη από την ελαττωματική εκτέλεση, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της πρώτης του αναφερόμενου στην απόφαση έργου, το οποίο η αναιρεσίβλητη είχε αναθέσει στην αναιρεσείουσα (αρθρ. 690 του ΑΚ). Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της, η οποία ως νόμιμη και εμπρόθεσμη, επομένως παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 του Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Δεν ιδρύεται επομένως ο κατά τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως αν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 2/2008), αν δηλαδή η παραβίασή τους αναφέρεται στην προσπάθεια του δικαστηρίου να εξακριβώσει τη βασιμότητα των περιστατικών που απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (και ΑΠ 1247/2003). Εξάλλου, ο κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις δεν αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της απόφασης, στην οποία στηρίζεται το διατακτικό στις παραδοχές δηλαδή του δικαστηρίου για το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, αλλά (αναφέρονται) στην εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου, τούτο δε ισχύει, προφανώς, και όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμεύουν για την κατά τα ανωτέρω εξακρίβωση της βασιμότητας των αποδεικτέων πραγματικών γεγονότων.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε, ειδικότερα, ότι μεταξύ των άλλων εργασιών τις οποίες ανέλαβε εργολαβικώς και εκτέλεσε η αναιρεσείουσα στο επαγγελματικό σκάφος (θαλαμηγό) " Μ/Υ E..." της αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας ήταν και η αντικατάσταση των αντικραδασμικών μεταξύ μηχανής και μειωτήρα στροφών ελαστικών συνδέσμων (ζεύξεων vulkan) και των δύο προωστήριων συστημάτων (μηχανών) του σκάφους με καινούργιους, στις οποίες (εργασίες) προέβη η αναιρεσείουσα, αφού, όπως ήταν τεχνικώς επιβεβλημένο, αφαίρεσε τις υπάρχουσες από το έτος 1995 δίδυμες συζεύξεις τύπου ΕRD (συστήματα ελέγχου απορρόφηση κραδασμών και θορύβων) που παρεμβάλλονταν μεταξύ του μειωτήρα στροφών και του τελικού άξονα της κάθε μηχανής, τις οποίες (αφαιρεθείσες συζεύξεις) και επανατοποθέτησε η αναιρεσείουσα μετά το πέρας των εργασιών, ενώ προέβη μετά ταύτα στην επιβαλλόμενη επίσης για την ολοκλήρωση του έργου ευθυγράμμιση και των δύο αξονικών συστημάτων.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις επικαλούμενες στην αγωγή ελλείψεις του εκτελεσθέντος ως άνω έργου, ήτοι "Κατά τις αρχές Μαϊου 2006 και αφού είχε ήδη εκτελεσθεί το σύνολο των λοιπών εργασιών και είχε προηγηθεί σειρά δοκιμών στη θάλασσα, οι οποίες και δεν κατέδειξαν κανένα ελάττωμα, το σκάφος παραλήφθηκε από την ενάγουσα και ξεκίνησε αμέσως τους προγραμματισμένους, σ' εκπλήρωση ναυλοσυμφώνων, πλόες του, που εξελίχθηκαν απρόσκοπτα μέχρις και την 11-8-2006.

Την επομένη ημέρα (12-8-2006) κατά την διενέργεια επιθεώρησης του σκάφους (ενόψει προγραμματισμένου ταξιδιού του την 13-8-2006), τεχνικοί της ενάγουσας διέκριναν, συμπωματικά, την ύπαρξη στο μηχανοστάσιό του διάσπαρτης μαύρης σκόνης, μετά δε από επακολουθήσαντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι αυτή προερχόταν από το αριστερό αξονικό σύστημα, ειδικότερα δε η πηγή της (μαύρης αυτής σκόνης) ήταν η σοβαρή φθορά των ελαστικών στοιχείων των ως άνω διπλών συστημάτων ελέγχου απορρόφησης κραδασμών και θορύβων (δίδυμης σύζευξης ERD) του αριστερού άξονα.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω φθορά των επιφανειών των ελαστικών αυτών στοιχείων, που ήταν, σημειωτέον, ασύμμετρη, οφειλόταν σε υψηλή σταδιακή κόπωση και υπερθέμρανσή τους, μόνη δε ενεργή αιτία της βλάβης αυτής ήταν η από την εναγομένη γενόμενη, μετά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, μη ορθή, από αμέλεια των βοηθών της εκπληρώσεως, (επαν)ευθυγράμμιση του αριστερού αξονικού συστήματος.

Ειδικότερα η (αριστερή) μηχανή είχε τοποθετηθεί 13 mm (χιλιοστά) ψηλότερα από τα κολάρα του άξονα της προπέλας και τούτο καθόσον από εσφαλμένη σύνδεση του κεντρικού ανασταλτήρα μιας έδρασής της (μηχανής/κιβωτίου), η τελευταία (μηχανή/κιβώτιο) επικαθόταν, όχι στον ελαστικό σύνδεσμο (όπως έπρεπε), αλλά στον ανασταλτήρα.

Εξάλλου η εν λόγω παράλληλη και κωνική έλλειψη ευθυγράμμισης μεταξύ των κολάρων του άξονα και του κιβωτίου γραναζιών που ανερχόταν, σε κατακόρυφη διεύθυνση, σε 13 mm, εξερχόταν των λειτουργικών ορίων και υπερέβαινε τις ανοχές της εύκαμπτης σύζευξης και τις ισχύουσες προδιαγραφές του κατασκευαστή (των υπόψη ναυτιλιακών δίδυμων συζεύξεων) Ολλανδικού οίκου Rubber Design ΒV, σύμφωνα με τις οποίες, με μέγιστη γωνία 2 μοιρών και σε συνεχόμενη, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, χρήση, η μεν μέγιστη διαμετρική μετατόπιση ήταν ανεκτή μέχρις τα 12mm, η δε μέγιστη αξονική τέτοια μέχρις τα 4mm (...).

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η επίμαχη ζημία είναι απότοκος, όχι της μη ορθής από μέρους της ευθυγράμμισης, αλλά αποκλειστικώς της παλαιότητας του συστήματος της δίδυμης αυτής σύζευξης και της εντεύθεν φυσιολογικής καταπόνησης και φθοράς του, ιδίως δε των ελαστικών στοιχείων του, η οποία και επιδεινώθηκε από την επισυμβάσα κατά την 11-9-20003 εισροή θαλασσινού νερού και σεντινόνερων στο μηχανοστάσιο του σκάφους.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος, αφού ναι μεν το ως άνω σύστημα τοποθετηθέν το έτος 1995 είχε συμπληρώσει τον Αύγουστο 2006 10ετία, με αποτέλεσμα τα αποτελούμενα από φυσικό λάστιχο (ελαστικά) στοιχεία του να έχουν εξέλθει του ορίου του προσδόκιμου από τον παραπάνω κατασκευαστή του 10ετούς χρόνου ζωής τους, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η παλαιότητά τους αυτή δεν τελούσε σε καμιά αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα επίμαχη ζημία τους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω, αναφερόμενο στην απόφαση, ισχυρισμό της αναιρεσείουσα- εναγομένης ότι οι ελλείψεις (ελαττώματα) του παραδοθέντος έργου δεν οφείλονται σε δική της υπαιτιότητα (η οποία, σημειωτέον, υπαιτιότητα τεκμαίρεται υπάρχουσα, τον εναγόμενο δε βαρύνει η επίκληση και (απόδειξη της ανυπαρξίας της ΑΠ 156/2001, 610/1990) και δέχθηκε ( το Εφετείο ) την αγωγή της αναιρεσίβλητης (ανωτ.

υπό Ι). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ως ανωτέρω ότι κατά τις προδιαγραφές του κατασκευαστή των ειρημένων ναυτιλιακών δίδυμων συζεύξεων του σκάφους, με μέγιστη γωνία δύο (2) μοιρών και με συνεχόμενη, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, χρήση, η μέγιστη διαμετρική μετατόπιση μεταξύ των κολάρων του άξονα και του κιβωτίου γραναζίων ήταν ανεκτή μέχρι τα 12 mm (χιλιοστά), το όριο της οποίας υπερέβη η πράγματι διαπιστωθείσα απόκλιση των 13 mm κατά την ευθυγράμμιση μεταξύ των κολάρων του άξονα και του κιβωτίου γραναζιών εκ μέρους των οργάνων της αναιρεσείουσας μετά την εκτέλεση του έργου, με αποτέλεσμα την πρόκληση της ένδικης ζημίας, παραβίασε με ανεπαρκείς, ως κατωτέρω, αιτιολογίες, τα διδάγματα της κοινής πείρας που εν προκειμένω απορρέουν από την επιστήμη των μαθηματικών και ειδικότερα της τριγωνομετρίας και σύμφωνα με τα οποία με τα ανωτέρω δεδομένα (μέγιστη γωνία δύο μοιρών και συνεχόμενη χρήση) η μέγιστη μετατόπιση (απόκλιση) ήταν κατά τις προδιαγραφές του κατασκευαστή ανεκτή μέχρι τα 17,65 mm, όπως είχε υπολογίσει και ισχυρισθεί στο δικαστήριο της ουσίας η αναιρεσείουσα, το όριο δε αυτό δεν το υπερέβη η διαπιστωθείσα ως άνω απόκλιση των 13 mm στην οποία το Εφετείο απέδωσε την υπαιτιότητα των οργάνων της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά τις θεμελιώδεις αρχές της τριγωνομετρίας για να διαπιστωθεί η τελική απόκλιση σε γωνία δύο μοιρών, που δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, είναι αναγκαίο να προσδιορισθεί η απόσταση μεταξύ της αρχής της γωνίας (α) και του σημείου μέτρησης της απόκλισης (Β), πράγμα που αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας.

Η αρχή αυτή αναπαριστάται σε ένα ορθογώνιο τρίγωνο, το οποίο παραθέτει στο αναιρετήριο υπό τα στοιχεία ΑΒΓ, όπου το σημείο Α παριστά την αρχή της γωνίας (των δύο μοιρών), το σημείο Γ παριστά την ορθή γωνία του τριγώνου και το σημείο Β το σημείο της μέτρησης της απόκλισης, η δε πλευρά ΒΓ την εξεταζόμενη απόκλιση.

Για να εξευρεθεί η απόκλιση αυτή (μήκος πλευράς ΒΓ), συνεχίζει η αναιρεσείουσα, πρέπει απαραιτήτως να ερευνηθεί το μήκος της πλευράς ΑΓ, από την οποία εξαρτάται η απόκλιση, το κρίσιμο δε αυτό στοιχείο της απόστασης της, πλευράς ΑΓ δεν το ερεύνησε το Εφετείο. Έτσι, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της μέγιστης δυνατής απόκλισης των ειρημένων δίδυμων συζεύξεων του σκάφους υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες (γωνία δύο μοιρών και συνεχόμενη χρήση), την οποία εσφαλμένα υπολόγισε σε 12 mm, αντί του ορθού 17,65mm, που προκύπτει από τον κατά τα ανωτέρω μαθηματικό υπολογισμό και το οποίο δεν το υπερέβη η διαπιστωθείσα απόκλιση των 13mm, με αποτέλεσμα να στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού οι ανεπαρκείς αυτές αιτιολογίες αφορούν, κατά την αναιρεσείουσα, την κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (προρρηθείσα μαθηματική αρχή) υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το Εφετείο στη νομική έννοια της υπαιτιότητας (αρθρ. 690 του ΑΚ), την οποία επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι συντρέχει στην πλευρά της αναιρεσείουσας.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο προτεινόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως, τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθμό 19, σε συνδυασμό με τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή του σκάφους της αναιρεσίβλητης στο κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ερευνώμενης ως άνω απόκλισης, αφού τα επικαλούμενα και φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν και μόνο για την εξακρίβωση της βασιμότητας του αποδεικτέου πραγματικού γεγονότος της μέγιστης επιτρεπόμενης, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή, απόκλισης των δίδυμων συζεύξεων που έχουν προαναφερθεί (εκτίμηση αποδείξεων), όχι δε και για την υπαγωγή του πραγματικού αυτού γεγονότος που δέχθηκε ως αποδειχθέν το εφετείο (μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση 12 mm) στην έννοια της υπαιτιότητας, την οποία συνιστά και κατά τις παραδοχές του Εφετείου η υπέρβαση, με τη διαπιστωθείσα (αποδειχθείσα) απόκλιση των 13 mm, του επιτρεπόμενου (ανεκτού) ως άνω ορίου που δέχθηκε το Εφετείο (12 mm).

Ας σημειωθεί ότι την κατά τα ανωτέρω ουσιαστική κρίση του στήριξε το Εφετείο, όπως (από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη στη μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμιου δικαστηρίου του μηχανολόγου- πραγματογνώμονα της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας του σκάφους P...

Ε. Π., στην από 31-8-2006 έκθεση της κατασκευαστικής εταιρείας του σκάφους, που συντάχθηκε κατόπιν επιθεωρήσεως του σκάφους από τον μηχανικό της P. B., και στην από 8-9-2006 έκθεση του επιθεωρητή του Βρεττανικού νηογνώμονα του σκάφους Lloyd's M. Κ., τα οποία (αποδεικτικά μέσα) είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη.

Κατά συνέπειαν και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 298 του ΑΚ : "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ισχυρίστηκε σ' αυτήν, μεταξύ των άλλων, ότι είχε συνάψει ήδη από τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2006 τις εξής συμβάσεις ναυλώσεως του επισκευασθέντος σκάφους, ήτοι α) την από 23-6-2006 σύμβαση με την Ά. Δ. για ταξίδι από 13-8-2006 μέχρι 20-8-2006 αντί συνολικού καταβλητέου ναύλου 31.500 ευρώ, πλέον ΟΠΑ, και β) την από 5-7-2006 σύμβαση με τον Η.

Λ. για ταξίδι από 23-8-2006 μέχρι 4-9-2006 αντί συνολικού καταβλητέου ναύλου 52.200 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ότι η εκτέλεση των συμβάσεων αυτών ματαιώθηκε λόγω ακινητοποιήσεως του σκάφους επί τετράμηνο, στο οποίο εμπίπτουν και οι ανωτέρω χρόνοι, για την εκτέλεση των απαιτούμενων επισκευών μετά την προηγηθείσα ως άνω βλάβη από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, και ότι από τη ματαίωση αυτή η αναιρεσίβλητη ζημιώθηκε κατά τα ανωτέρω ποσά των μη πραγματοποιηθέντων ναύλων και συνολικά το ποσό των 83.700 ευρώ, τα οποία θα εισέπραττε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειρημένων συμβάσεων που ήδη είχε συνάψει , και τα οποία δεν εισέπραξε λόγω της ματαιώσεως των συμβάσεων αυτών, κατά τα προεκτεθέντα, το ανωτέρω δε ποσό των 83.700 ευρώ ζήτησε μεταξύ των άλλων ποσών, η αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος) με την αγωγή της.

Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή της αναιρεσίβλητης ήταν κατά τούτο νόμιμη και ορισμένη, κατά τα άρθρα 298 και 690 του ΑΚ και 216§1 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να απαιτείται για τον προσδιορισμό του ζητούμενου διαφυγόντος κέρδους η αφαίρεση εκ μέρους της ενάγουσας των δαπανών και ναύλων που εξοικονόμησε η ίδια από τη ματαίωσή τους, οι οποίες και μπορούσαν να συμψηφισθούν κατόπιν προτάσεως του εναγομένου (εδώ της αναιρεσείουσας) λαμβανομένου υπόψη ότι δεν πρόκειται για ακαθάριστα (μικτά κέρδη (συνολικές εισπράξεις) επιχειρήσεως επί ορισμένο χρονικό διάστημα, η απώλεια των οποίων δεν αποτελεί πράγματι το αντίστοιχο διαφυγόν κέρδος, της επιχείρησης, προσδιοριζόμενο μόνο μετά την αφαίρεση των δαπανών της επιχειρήσεως κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιό της, κατά το οποίο τη δέχθηκε και κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ, της παραβιάσεως δηλαδή, με εσφαλμένη εφαρμογή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη της προειρημένης διατάξεως του άρθρου 298 του ΑΚ και της παρά το νόμο μη απορρίψεως της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, και τα αντίθετα τα οποία η τελευταία υποστηρίζει με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (αρθρ. 176, 183, 191§2 Κ.πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ναυπηγική-Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΚ ΜΑΡΙΝ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 223/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ