Supreme Court partially allows appeal against insurance company, remanding case for retrial on liability issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding one defendant but partially allowed it against the insurance company, ordering a retrial. The appellants argued the lower court erred by accepting liability solely for one driver without considering conflicting evidence from a prior criminal judgment. The court found the lower court's reasoning insufficient to disregard the contradictory criminal finding and thus remanded the specific issue for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a civil judgment is admissible only if the appellate court demonstrates that the lower court failed to consider relevant evidence or misapplied the law, and a remand is required when the lower court's reasoning is insufficient to justify its decision despite conflicting prior findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 710 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 710/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ντούμο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντώνιου Ντούμου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Κ. Θ. του Δ., 2) Σ. Β. του Ι., κατοίκων ..., 3) Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 5/5/2005 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον τρίτο των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/3/1997, 11/3/1997 και 15/3/1997 αγωγές των ήδη 1ου αναιρεσείοντος, 3ου αναιρεσιβλήτου και 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2087/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 4643/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5/5/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 299/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε τη συζήτηση της από 5/5/2005 αίτησης για αναίρεση της 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 7/5/2008 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 1293/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε εκ νέου τη συζήτηση της από 5/5/2005 αίτησης για αναίρεση της 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 27/10/2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 23/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/5/2005 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 4643/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 27.10.2008 κλήση των αναιρεσειόντων νομίμως φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 5 Μαίου 2005 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση επ' αυτής των υπ' αριθμ. 299/08 και 1293/09 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ, προκειμένου ο εισηγητής αρεοπαγίτης να συντάξει έκθεση επί των λόγων της αίτησης για αναίρεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, συνεπάγεται δε ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε, κατά την έκταση της παραίτησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που υποβλήθηκε πριν την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης από 06/05.2005 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Ν.
Σ.. Επομένως ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 & 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις υπ' αριθμ. 8131ΣΤ/25.7.2006, 8130ΣΤ/25.7.2006,10235Β και 10236Β/14.2.2010 εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ν. Τ. οι δύο πρώτες και του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Χ. η τρίτη και τέταρτη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, και της άνω κλήσης, για συζήτηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Οι ανερεσίβλητοι όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, έστω με δήλωση, κακά το άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ) Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομα του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το με αυτή διατυπούμενο απαράδεκτο αποτελεί (1) ειδικότερη εκδήλωση της από τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ καθιερούμενης γενικότερης αρχής, κατά την οποία αποκλείεται η πρόταση της ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξης από το διάδικο, που την έχει ενεργήσει ή από τη συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε η ακυρότητα (2) αφορά διαδικαστικές πράξεις που κρίθηκαν έγκυρες με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και (3) προϋποθέτει ότι οι πράξεις αυτές έχουν ενεργηθεί από τον αναιρεσείοντα ή τρίτα πρόσωπα, που όμως λειτουργούν στο όνομα αυτού, όπως είναι και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου (ΑΠ 1667/06). ).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 &1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της έφεσης , μπορεί να γίνει είτε με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασης της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 20/1999), όχι όμως και με τις προτάσεις που κατατίθενται και δεν επιδίδονται στον αντίδικο του παραιτουμένου..
Για την παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή γίνεται στο ακροατήριο με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, είτε γίνεται με εξώδικη δήλωση σε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, όταν η παραίτηση γίνεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραιτουμένου διαδίκου, αρκεί η προς αυτόν χορήγηση γενικής πληρεξουσιότητας μη απαιτουμένης ειδικής τοιαύτης, που σύμφωνα με το άρθρο 98 ΚΠολΔ απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου (ΑΠ 939/08).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο δίκασε α) την υπ' αριθμ. κατ.3045/97 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Π. Τ. εναντίον των Θ. Κ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου) και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος η ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ), με την οποία αγωγή ο εν λόγω ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρο, αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το αιτούμενο ποσό, για τη ζημία που αυτός υπέστη, συνεπεία του περιγραφομένου στην αγωγή του τροχαίου ατυχήματος, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού αυτοκινήτου ταξί, που ενεπλάκη στο ζημιογόνο τροχαίο, και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία γ) την υπ' αριθμ.
κατ. 3527/1997 αγωγή των Σ. Β. (ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου) και Κ. Θ. (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) εναντίον των Κ. Τ., Π. Τ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" στη θέση της οποία υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχος η ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", με την οποία αγωγή οι εν λόγω ενάγοντες, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι αντίδικοι τους εναγόμενοι, ο πρώτος ως υπαίτιος οδηγός, ο δεύτερος ως ιδιοκτήτης , του οδηγούμενο από τυν πρώτο Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και η τρίτη ως ασφαλιστής στον οποίο ήταν ασφαλισμένο το οδηγούμενο από τον πρώτο όχημα, να τους καταβάλουν εις ολόκληρο το αιτούμενο ποσό αποζημίωσης, για τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία του αυτού, ως άνω τροχαίου ατυχήματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που συνεκδίκασε τις άνω αγωγές, με την υπ' αριθμ.2087/98 οριστική απόφαση του, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ζημιογόνου τροχαίου είναι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Κ. Τ., ήδη δεύτερος αναχρεσείων, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την άνω υπό στοιχείο α'αγωγή του Π.Τ., και δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμες κατ' ουσίαν την άνω υπό στοιχείο β'. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και εναγόμενος Π. Τ., ιδιοκτήτης του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθώς και ο εναγόμενος Κ. Τ., οδηγός του ιδίου αυτοκινήτου, άσκησαν την από 05.11.2001 έφεση, απευθυνόμενη κατά του Θ.
Κ., Σ. Β. και της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΕ", με τις προτάσεις τους δε ενώπιον του Εφετείου, απευθυνόμενες μόνο κατά της αν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, άσκησαν προσθέτους λόγους έφεσης. Επί τη εφέσεως αυτής των ήδη αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.4643/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, α) δέχθηκε το Εφετείο ότι οι εν λόγω εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, από το δικόγραφο της έφεσης τους, ως προς τους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσιβλήτους Θ.
Κ. και Σ. Β., κατόπιν δε αυτού θεώρησε κατηργημένη τη δίκη επί της εφέσεως ως προς τους εν λόγω εφεσίβλητους β)απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος Κ. Τ., ως προς την εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, η οποία δεν υπήρξε αντίδικος αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο γ) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Π.Τ., ως προς την εφεσίβλητη και ήδη τετάρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο, κήρυξε κατηργημένη τη δίκη επί της εφέσεως επί της εφέσεως, δεχόμενο δήλωση παραίτησης των εκκαλούντων από το δικόγραφο αυτής ως προς τους άνω τρείς πρώτους των ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία δήλωση έγινε με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, από τον πληρεξούσιο τους δικηγόρο, στον οποίο όμως είχαν χορηγήσει γενική και όχι ειδική πληρεξουσιότητα, με το από 24.2.2000 πληρεξούσιο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 αρ.3 ΚΠολΔ, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια προκλήθηκε από ενέργεια του πληρεξουσίου των εκκαλούντων προς τον οποίο, όπως αναφέρεται στην αίτηση αυτοί είχαν χορηγήσει γενική πληρεξουσιότητα. Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά του διαδίκου εκείνου, που υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του.
Συνάγεται περαιτέρω,ότι, αν με αναίρεση προσβάλλεται απόφαση του Εφετείου, αυτή απευθύνεται κατά εκείνου που υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος στο Εφετείο. Εξ άλλου, από το άρθρο 295 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης, έχει ως αποτέλεσμα ότι αυτή δεν ασκήθηκε, με την έννοια ότι καταλύεται αναδρομικώς η διαδικαστική πράξη, και η έφεση, στην έκταση της γενομένης παραίτησης, θεωρείται ότι δεν υπήρξε, και επομένως, ο παραιτηθείς και ο αντίδικος του εκείνος ως προς τον οποίο έγινε η παραίτηση, δεν υπήρξαν αντίδικοι στη σχετική δίκη, ακολούθως δε η αναίρεση που ασκείται από αυτούς και απευθύνεται κατά του άλλου, είναι απαράδεκτη.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε καταργήθηκε η δίκη επί της εφέσεως, μετά την παραίτηση των εκκαλούντων από το δικόγραφο αυτής, ως προς τους ήδη πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, και κατ' ακολουθίαν αυτοί δεν υπήρξαν αντίδικοι των ήδη αναιρεσειόντων στο Εφετείο, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς αυτούς είναι απαράδεκτη, είναι όμως παραδεκτή η αναίρεση του πρώτου αναιρεσείοντος καθ' όσον απευθύνεται κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας.
Σημειωτέον ότι η αναίρεση του δευτέρου αναιρεσείοντος που απευθύνεται εναντίον της ιδίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι επίσης απαράδεκτη, διότι ως προς αυτήν δεν περιέχει κανένα λόγο αναίρεσης κατά της διάταξης της προσβαλλόμενης με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του εν λόγω δευτέρου αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος, αν από τη γενική μνεία ελήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο υπό στοιχείο ε' λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων Π. Τ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε αβάσιμη την από 7-3-1997 αγωγή του, δεχόμενο ότι ο οδηγός του υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ. είναι υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 2879/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, δικάζον ως Εφετείο το οποίο έκρινε ότι υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΔΧΕ αυτοκινήτου Κ.
Θ., με το οποίο συγκρούσθηκε το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο και ότι οι φωτεινοί σηματοδότες επί της οδού Γρηγορίου Λαμπράκη που εκινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν σβηστοί. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και παρά την περιεχομένη σε αυτή γενικά μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ως άνω απόφαση αφού δέχεται αποκλειστική υπαιτιότητα του Κ.
Τ., χωρίς να αντικρούει την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Π. Τ. εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχος η τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 5 Μαίου 2005 αίτηση των Π. Τ. και Κ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσίβλητο Ν. Σ..
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την άνω αίτηση ως προς τους αναιρεσιβλήτους Κ. Θ. και Σ. Β..
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την υπ' αριθμ. 4643/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσείοντα Κ. Τ. στα δικαστικά έξοδα της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Καταδικάζει την άνω τέταρτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος Π. Τ. τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ