Supreme Court dismisses appeal regarding legal res judicata when labor regulations change after final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's claim as legally invalid. The plaintiff argued that prior final judgments should bind her, but the Court held that new collective agreements altering the legal regime invalidate the principle of res judicata for subsequent claims. Consequently, the appellate court's ruling to dismiss the suit based on the new collective agreement was deemed correct and not subject to retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime governing the relationship changes after the final judgment, allowing new claims based on updated regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 710 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.
Το Εφετείο που, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύμφωνα με το γενικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου περί εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης και απορρίψεως της αγωγής, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια.
Αριθμός 710/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2494/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6925/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννοµη σχέση ή τις έννοµες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούµενη για την ενεργοποίηση του δεδικασµένου ταυτότητα νοµικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννοµες συνέπειες, όπως είναι η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεµελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασµένο των αποφάσεων που κρίνουν επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού, ως έννοµες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννοµης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νοµοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιµο χρόνο, θα παραµείνει αναλλοίωτο και στο µέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτηµα για τις επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας διέπεται από πλέγµα υφισταµένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασµένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήµατος και στο µέλλον αναγόµενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέµεινε αναλλοίωτο το προηγούµενο νοµοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούµενες µε νεότερη αγωγή επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού που γεννήθηκαν σε µεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστηµα, στηρίζονται σε νέες νοµοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νοµοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους µέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριµένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1999), όχι µόνο την έκταση, άλλα και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδοµάτων του µισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Εποµένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.A. µεταβάλλεται το νοµοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζοµένων ορισµένου χρονικού διαστήµατος, ρυθµιζόµενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασµένο και για τις αξιώσεις αυτών µεταγενέστερου χρονικού διαστήµατος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστηµα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Περαιτέρω, το νοµικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αµοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π ιδρυµάτων του Δηµοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική µε τις 16170/1981 και 18749/1981 Υπουργικές αποφάσεις, µεταβλήθηκε, µε την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζοµένους του επαγγέλµατος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, σύµφωνα µε το άρθρο 10 αυτής.
Με τη συλλογική αυτή σύµβαση εργασίας επεκτάθηκαν, στους εργαζοµένους µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκοµεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι µέλη των σωµατείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολο του, οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε µε το ν.1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 επί ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόµενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται µε τη συλλογική αυτή σύµβαση διατηρούνται.
Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των µέχρι της µεταβολής του νοµικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και µετά ταύτα του προϊσχύοντος νοµικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2003, Ολ.ΑΠ 10/2002). Στην προκειµένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα µε την από 21-7-1999 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε στις 8-9-1983 από το εναγόµενο αναιρεσίβλητο νοσοκοµείο, ως καθαρίστρια µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, µε τις καθοριζόµενες κάθε φορά αποδοχές από το Νόµο, τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αµοιβής και εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του Δηµοσίου και ότι το αναιρεσίβλητο κατά τον καθορισµό των αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστηµα 1-1-1997 έως 31-12-1998 δεν εφάρµοσε τις ευνοϊκότερες γι' αυτή από 2-4-1996 και 18-5-1990 ΕΓΣΣΕ, υπολογίζοντας το βασικό της μισθό, τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και συζύγου επί του ημερομισθίου ασφαλείας των ανωτέρω ΕΓΣΣΕ και έτσι της κατέβαλε αποδοχές κατώτερες εκείνων που εδικαιούτο, κατά 20.376.285 δρχ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2494/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε εν μέρει. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, ότι από την 6886/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι η αναιρεσείουσα υπάγεται στο µισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και όχι εκείνο της από 22-12-1988 ειδικής ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και επιδίκασε µισθολογικές διαφορές από 1-6-1994 έως 31-12-1996, δεν δηµιουργείται δεδικασµένο, διότι µετεβλήθη το νοµοθετικό καθεστώς της ρύθµισης των αποδοχών της µε την ισχύ των µεταγενεστέρων από 2-4-1996 ως 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και το ν. 2470/1997.
Έτσι κατά το επίδικο χρονικό διάστηµα οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονταν από το µισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ 1988 της ΠΟΕΔΗΝ και µε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή ως νόµω αβάσιµη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πληµµέλεια του άρθρού 559 αριθ. 16 Κ. Πολ.Δ, αφού ο σχετικός ισχυρισµός της αναιρεσείουσας περί δεδικασµένου, απορρέοντος από την 6886/1999 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι σύµφωνα µε τα παραπάνω µη νόµιµος.
Και τούτο διότι το από την ανωτέρω απόφαση παραγόµενο δεδικασµένο περιορίζεται στο κριθέν ζήτηµα για τη χρονική περίοδο που αναφέρεται (1-6-1994 έως 31-12-1996) και δεν καταλαµβάνει και το µεταγενέστερο επίδικο διάστηµα (1-1-1997 έως 31-12-1998), κατά το οποίο ίσχυσε, ως προς τον καθορισµό των αποδοχών των εργαζοµένων στα νοσοκοµεία του ν.δ 2592/1953 (όπως ήταν και το αναιρεσίβλητο), το νοµικό καθεστώς της από 22- 12-1988 ΕΣΣΕ, οι διατάξεις του ν. 1505/1984, ο ν. 2470/1997 και οι µεταγενέστερες από 2-4-1996, 28-5-1998 ΕΓΣΣΕ, ήτοι νοµοθετικό καθεστώς διάφορο εκείνου που ίσχυσε µέχρι την 31-12-1996, στο οποίο η αναιρεσείουσα στηρίζει τις αγωγικές της αξιώσεις.
Εποµένως ο, από την παραπάνω διάταξη, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ως προς το δεύτερο µέρος του, με το οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι αβάσιµος. Περαιτέρω το Εφετείο, δεχόµενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονται από το µισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 2-4-1996 και 28-5-1998 ΕΓΣΣΕ και ο, περί του αντιθέτου, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ως προς το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιµος.
Ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1, ότι το Εφετείο µε τη µη εφαρµογή των ανωτέρω διατάξεων παραβίασε τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί µε το ν. δ. 53/1974, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιµoς, διότι ναι µεν µε τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώµατα και ειδικότερα απαιτήσεις, που είχαν αναγνωρισθεί µε δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και υπάρχει νόµιµη προσδοκία µε βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι µπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), όµως οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκειµένη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η λήψη ή µη λήψη υπόψη πραγµάτων από το δικαστήριο της ουσίας στοιχειοθετεί τον απ' αυτή αναιρετικό έλεγχο, όταν έγινε παρά το νόµο.
Όµως κατά τις διατάξεις των άρθρων 522, 525 526 και 536 Κ.Πολ.Δ. µε την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση µεταβιβάζεται στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο και δύναται µετά την παραδοχή λόγου εφέσεως και την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως να ερευνήσει οίκοθεν τη νοµική βασιµότητα της αγωγής ή αιτήµατος αυτής και να την απορρίψει ως µη νόµιµη.
Αρκεί προς τούτο να ζητεί την απόρριψη της αγωγής γενικά ο εκκαλών-εναγόµενος και να µην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι'αυτόν απόφαση χωρίς έφεση ή αντέφεση του εφεσιβλήτου - ενάγοντος. Εποµένως το Εφετείο που, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονται από την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύµφωνα µε το γενικό αίτηµα του αναιρεσιβλήτου- εναγοµένου περί εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης και απορρίψεως της αγωγής, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθµ 8 Κ.
Πολ.Δ πληµµέλεια και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιµος. Ο από τη διάταξη του αριθµού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εµφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή τη διάπλαση που έλαβε χώρα.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση η πληµµέλεια από τον αριθµό 17 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ., επειδή περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκρινε, ότι η αγωγή ήταν ορισµένη, ως προς το κεφάλαιο για επιδίκαση διαφορών για εργασία κατά τις Κυριακές-αργίες και υπερωριακής απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αργίες, που προέκυπταν από την εφαρµογή του µισθολογικού καθεστώτος της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, άρα ήταν νόµιµες οι επίδικες αξιώσεις της και δεσµεύονταν από το δεδικασµένο της 6886/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακολούθως όµως δέχθηκε και την έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονταν από το µισθολογικό καθεστώς επί της 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25-1-2005, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 6925/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ