Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding non-consideration of criminal judgment in civil suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a company against a second-instance civil judgment. The appellants argued that the lower court failed to consider a specific criminal judgment regarding the signature on a debt instrument. The court ruled that this criminal decision did not constitute a res judicata in the civil proceedings and that the contested claim was merely a negative assertion of the plaintiff's defense, which was already rejected by admitting the plaintiff's claim as substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; A criminal judgment is not res judicata in a civil suit unless it directly determines the civil liability, and an appeal based on the non-consideration of a claim that is merely a negative assertion of the plaintiff's defense is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 710 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 710/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., κατοίκου ...(φερομένης ως αντιπροέδρου και εκπροσώπου της Ανώνυμης Εμπορικής Βιομηχανικής Εταιρίας που εδρεύει στην Καρδίτσα με την επωνυμία "Παναγιώτης Δρόσος Μονώσεις Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική εταιρία" με τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΘΕΡΜ ΑΕΒΕ" και
2. Ανώνυμης Εμπορικής Βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "Παναγιώτης Δρόσος Μονώσεις Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική εταιρία" με τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΘΕΡΜ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κάτοικο ..., οι οποίοι στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παύλο Ντόκα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. ΤΙΚΤΑΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παύλο Σφέτσιο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 961/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης,εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Η ενάγουσα ανώνυμη βιομηχανική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη δραστηριοποιεί-ται στην κατασκευή μονωτικών υλικών από πολυστερίνη για την μόνωση οικοπέδων. Η πρώτη εναγομένη εταιρία και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ασχολείται και αυτή με την εμπορία και την παραγωγή παντός τύπου μονωτικών, δομικών και χημικών υλικών.
Στα πλαίσια της συναφούς δραστηριότητας των εταιριών η πρώτη πώλησε στην δεύτερη ποσότητες των υλικών που κατασκευάζει. Προς εξόφληση του τιµήµατος η πρώτη των εναγοµένων εξέδωσε διά της νοµίµου εκπροσώπου της και καταστατικού οργάνου της, σύμφωνα με το άρθρο36 του καταστατικού της, ... τρίτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, Αντιπροέδρου του Δ.Σ.
και Διευθύνουσας Συμβούλου της την με αριθ.... τραπεζική επιταγή με πληρώτρια την Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας µε ηµεροµηνία εκδόσεως την 16-10-2000, ποσού 6.000.000 δρχ. σε χρέωση του λογαριασµού ... τον οποίο τηρούσε η πρώτη εναγομένη. Την άνω επιταγή εμφάνισε προς πληρωµή η ενάγουσα εµπρόθεσµα, την 18-10-2000, στην πληρώτρια τράπεζα πλην όµως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίµων κεφαλαίων από την εκδότρια εταιρία, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος της επιταγής.
Η τρίτη εναγομένη, που κατά τα προεκτεθέντα είναι νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης ομοδίκου της και η οποία ενεργούσε εντός των ανατεθειµένων, κατά το καταστατικό καθηκόντων, στα οποία συµπεριλαµβάνονται και η έκδοση επιταγών, ετέλει εν γνώσει ότι δεν είχε διαθέσιµα κεφάλαια η πρώτη εναγοµένη και κατά το χρόνο εκδόσεως και κατά τον χρόνο εμφανίσεως της επιταγής.
Η άνω εναγοµένη ισχυριζόταν και ισχυρίζεται µε λόγο εφέσεως ότι δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Όµως τούτο δεν αποδείχθηκε γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος εφέσεως ως ουσία άβάσιµος. Ο µάρτυρας της ενάγουσας ήταν σαφής. Άλλωστε δεν συνέτρεχε λόγος να εναγάγει την Τρίτη εναγομένη, αφού για άλλες επιταγές (για τις οποίες κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή) ενάγει τον σύζυγό της δεύτερο εναγόμενο μη διάδικο στη παρούσα δίκη.
Από την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ζημία ισόποσης της αξίας της επιταγής ήτοι 6.000.000 δρχ. ή 17.608 Ευρώ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε εις ολόκληρο την πρώτη και την τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 17.608 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση και απήγγειλε σε βάρος της τελευταίας και προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών ως μέσο της αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο το μεν σαφώς εξέθεσε στην απόφασή του το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων το δε διέλαβε σ'αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα τέταρτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
και ο δεύτερος από την ίδια διάταξη, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν'απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτούς αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον η εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ'άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
χωρίς τη συνδρομή των από τη διάταξη αυτή εξαιρέσεων, οι οποίες στη προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ` του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του κατ'εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ'11 περ.γ αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι εναγόμενοι προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι η τρίτη εναγομένη δεν υπέγραψε την επίδικη τραπεζική επιταγή και συγκεκριμένα α) την με αριθ.122/7-1-2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας με την διαλαμβανόμενη σ'αυτή εξώδικη ομολογία της εναγομένης άλλως τα δικαστικά τεκμήρια που προκύπτουν από την απόφαση αυτή ως προς το πρόσωπο που υπέγραψε την επίδικη τραπεζική επιταγή το οποίο και ήταν ο εναγόμενος και μη διάδικος στη παρούσα δίκη ...και β) την δικαστική ομολογία ρητή άλλως συναγόμενη της εναγομένης που διαλαμβάνεται στην ίδια ποινική απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία και ρητά απορρίφθηκε ο σχετικός ισχυρισμός της τρίτης εναγομένης ότι δεν υπέγραψε αυτή την επίδικη επιταγή για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης ως αναπόδεικτος καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τη πιο πάνω απόφαση και τα δικαστικά τεκμήρια που προκύπτουν από αυτή για να καταλήξει στο αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα, γι αυτό και ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης κατά το με στοιχείο α' μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το με στοιχείο β'μέρος του πρέπει ν'απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον δεν πρόκειται για ομολογία που να έγινε στο δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση. Ο ίδιος πρώτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του κατ'εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη το δεδικασμένο που προκύπτει από την ανωτέρω ποινική απόφαση ως προς το ανωτέρω πραγματικό γεγονός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον η ποινική αυτή απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο στη προκειμένη πολιτική δίκη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παροχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη ο νομίμως προβληθείς ισχυρισμός ότι την επίδικη επιταγή δεν την υπέγραψε η τρίτη εναγομένη για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας αλλά ο εναγόμενος .... Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά <<πράγμα>> κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό ο οποίος και αποκρούστηκε άλλωστε με την παραδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης κατά τα προεκτεθέντα.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτηση της ...κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 961/2006 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ