Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's partial acceptance of property ownership and compensation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court of Lamia's decision to partially accept a property ownership and compensation claim. The lower court found the claim sufficiently defined regarding the remaining property portion and the correction of cadastral records, rejecting the State's argument that the claim was vague. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564, 144, 577, 579, 1094 of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957; Joint Decision 134423/1992: An appeal against a final judgment must be rejected if the lower court correctly determined that the plaintiff's claim is sufficiently defined and does not require further investigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 70 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 70/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Γ., 2) Δ. Γ. του Ν., 3) Σ. Γ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Βαρδάκου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2016, 120/2020 μη οριστικές, 129/2021 του ίδιου Δικαστηρίου όπως αυτή διορθώθηκε με τη 14/2022 απόφαση, επίσης, του ίδιου Δικαστηρίου, 92/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-10-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 4-10-2023 και με αρ. καταθ. 17/2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 92/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και μόνο κατά το κεφάλαιο της αποζημίωσης, την με αρ. καταθ. 30/2022 έφεση, που άσκησε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 129/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (όπως αυτή διορθώθηκε με την με αρ. 14/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 16-2-2016 διεκδικητική κυριότητας και αποζημιώσεως αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε κατά το ανωτέρω μέρος την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δικάζοντας στην ουσία την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα, στις 23-10-2023, εντός δηλαδή της τριακονθήμερης προθεσμίας (καθόσον η τριακοστή ημέρα ήταν Κυριακή και, κατά νόμο, εξαιρετέα) από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στις ...-2023 (άρθρα 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την με αρ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.
Κ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση αυτού. Από τη διάταξη, δε, του άρθρου 1099 ΑΚ ο νομέας που απέκτησε τη νομή με παράνομη πράξη ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θελήσεως του κυρίου του πράγματος (άρθρο 984 παρ. 1 ΑΚ) με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη (ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 144/2015, ΑΠ 1900/2008). Περίπτωση αποζημιώσεως του κυρίου του πράγματος δημιουργείται, κατ' άρθρο 1097 ΑΚ και όταν, από υπαιτιότητα του κακόπιστου νομέα, όπως θεωρείται κάθε νομέας μετά την επίδοση της αγωγής, το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο. Στην έννοια της αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση εντάσσεται και η κατάληψη από τρίτο και η κατασκευή επ` αυτού μόνιμων εγκαταστάσεων, ώστε η επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα αυτού κατάσταση και η απόδοση, έτσι, της νομής του ελεύθερης προς άσκηση στον κύριο αυτού να είναι ανέφικτη (ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 1258/2020, 1222/2020, ΑΠ 144/2015, ΑΠ 394/2014).
Έτσι, στην περίπτωση που ο νομέας του πράγματος απέκτησε την νομή του με παράνομη πράξη και η απόδοση αυτού (πράγματος) είναι αδύνατη από υπαιτιότητα του νομέα, και, συνεπώς, αυτός έχει αδικοπρακτική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 1097 και 1099 ΑΚ, η αποζημίωση την οποία αυτός (νομέας) οφείλει στον κύριο του πράγματος, περιλαμβάνει, κατ` αρχήν, την πραγματική αξία του καταληφθέντος πράγματος, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως και ως τέτοιος χρόνος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 358/2025, ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 144/2015). Στην έννοια της ανωτέρω αποζημίωσης περιλαμβάνεται κάθε μείωση της αξίας του ακινήτου, τμήμα του οποίου παρανόμως κατελήφθη, και ο κύριος αυτού δικαιούται αποζημίωση όταν το εναπομείναν εδαφικό τμήμα κατέστη άχρηστο για την κατά προορισμό χρήση του. Εφαρμοζομένων δε αναλογικά των διατάξεων του Κώδικα περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (άρθρο 13 του ν. 2882/2001), για το ορισμένο του αιτήματος αποζημίωσης για το απομένον ακίνητο, πρέπει να διαλαμβάνονται στην αγωγή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα περιστατικά εκείνα με βάση τα οποία μειώθηκε η αξία του απομένοντος τμήματος ή κατέστη τούτο άχρηστο (ΑΠ 877/2015).
Περαιτέρω για το ορισμένο της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 του ν. 2664/1998 θα πρέπει, πέραν των στοιχείων που απαιτεί το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο: α) Ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, ήτοι παράγωγο ή πρωτότυπο κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή , β) Ο Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος είναι ο δωδεκαψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998).
Για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο - γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα, το οποίο και επισυνάπτεται στην αγωγή, και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης, των συνόρων, του εμβαδού και των πλευρικών διαστάσεων του ακινήτου ή επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου.
Εάν, ωστόσο, το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος γεωτεμαχίου, οπότε σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής θα επέλθουν χωρικές μεταβολές, τότε η περιγραφή του επιδίκου τμήματος πρέπει να γίνει με λεπτομερή περιγραφή κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και συντεταγμένες κορυφών σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87 (Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς του 1987) η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που, επί ποινή απαραδέκτου, θα πρέπει να προσκομισθεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 6 παρ. 3 περίπτ.
δ' και ε' του ν. 2664/1998 όπως ισχύει μετά τον ν. 4164/2013. Και γ) Την ανακριβή εγγραφή, που περιέχεται στο κτηματολογικό φύλλο και, ενδεχομένως, και στο κτηματολογικό διάγραμμα και της οποίας ζητείται η διόρθωση (ΑΠ 416/2024)
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 21/2025, ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018).
3. Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη κήρυξης της αγωγής απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι, όπως είχε προβάλλει και στο δικαστήριο της ουσίας, η αγωγή είναι αόριστη α) όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείναντος, μετά την κατάληψη, εδαφικού τμήματος, διότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία που θεμελιώνουν το αίτημα αυτό και β) όσον αφορά το αίτημα διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα γεωμετρικά στοιχεία του επιδίκου ακινήτου και οι μεταβολές που ζητούν οι ενάγοντες να επέλθουν.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 16-2-2015 αγωγής (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες, εκθέτοντας ότι κατέστησαν συγκύριοι αγροτικού ακινήτου εκτάσεως 3.424,20 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Κόμβος" της περιφέρειας Μαλεσίνας του Νομού Φθιώτιδας, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του με αρ. .../2001 νόμιμα μεταγραφέντος συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χ.
Β. - Σ., αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους. Ότι το ανωτέρω ακίνητο, προέκυψε από συντελεσθείσα απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε το 1993 και εμφαίνεται στο από μηνός Μαΐου του έτους 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Ζ. και στο προσαρτημένο στο δικόγραφο της αγωγής από μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ., υπό τα αναφερόμενο στην αγωγή ειδικότερα στοιχεία προσδιορισμού της θέσης και των ορίων του. Ότι, στο συμβόλαιο μεταβίβασης, το ακίνητό τους φέρει ΚΑΕΚ 460992103021. Ότι το έτος 2006, κατά την πραγματοποίηση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, διαπίστωσαν ότι το ακίνητό τους δεν φέρεται ως ενιαίο, αλλά καταχωρήθηκε εσφαλμένα τμήμα αυτού έκτασης 3.352,84 τ.μ., στο με αρ.
ΚΑΕΚ 460992103066 γεωτεμάχιο και τμήμα έκτασης 71,36 τ.μ. στο με ΚΑΕΚ 46099ΕΚ00077 γεωτεμάχιο, με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο, όπως τα ανωτέρω τμήματα εμφαίνονται στο από μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2015 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ., με τα συγκεκριμένα, αναγραφόμενα στην αγωγή, στοιχεία. 'Οτι κατά έτος 2001, το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε τμήμα του ακινήτου τους, στα πλαίσια κατασκευής συμπληρωματικών εργασιών προς διαπλάτυνση της Ε.
Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης - τμήμα Υλίκη - Άγιος Κωνσταντίνος, παράνομα, χωρίς συντελεσμένη απαλλοτρίωση, και τμήμα της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους, έκτασης 1.995,77 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2015 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ., με τα στοιχεία και τα όρια που αναγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή, αποτελεί πλέον μέρος του οδοστρώματος της παράπλευρης οδού SR4.
Ότι το καταληφθέν τμήμα καταχωρήθηκε σε δύο γεωτεμάχια με ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα τμήμα έκτασης 1.924,41 τ.μ. έχει περιληφθεί στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 460992103066 και τμήμα έκτασης 71,36 τ.μ. στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 46099ΕΚ00077, όπως αυτά εμφαίνονται και περιγράφονται λεπτομερώς στο ως άνω από μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2015 τοπογραφικό διάγραμμα.
Ότι, μετά την, κατά τα ανωτέρω, κατάληψη, απέμεινε από τον ακίνητό τους τμήμα έκτασης 1.428,43 τ.μ., που εμφαίνεται λεπτομερώς στο αυτό ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο κατέστη άνευ αξίας, διότι καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και είναι αδύνατη η εκμετάλλευσή του. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι του ακινήτου των 3.424,20 τ.μ., β) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους αποδώσει το καταληφθέν τμήμα των 1995,77 τ.μ, άλλως γ) σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης, να τους καταβάλλει ως αποζημίωση την αξία αυτού καθώς και αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας τους έκτασης 1.428,43 τ.μ., δ) να διορθωθούν οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές και να καταχωρηθεί το ακίνητο που αγόρασαν των 3.424,20 τ.μ.
με νέο ΚΑΕΚ και συγκυρίους τους ίδιους άλλως σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση να καταχωρηθεί το εναπομείναν τμήμα των 1428,43 τ.μ. ως αυτοτελές ακίνητο με συγκυρίους τους ίδιους κατά τα, στην αγωγή αναφερόμενα, ποσοστά. Με το περιεχόμενο αυτό, το αγωγικό αίτημα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομείναν τμήμα, μετά την κατάληψη του υπολοίπου τμήματος του ακινήτου τους, είναι ορισμένο, γιατί περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την θεμελίωση του αιτήματός τους δεδομένου ότι συνδρομή ή μη των όρων του π.δ. 24/1985, σχετικά με την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα των ανωτέρω απομεινάντων ακινήτων δύναται να συναχθεί από τις αποδείξεις.
Επίσης, ορισμένη είναι η αγωγή και κατά το κεφάλαιο της διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, διότι περιέχει λεπτομερώς τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να προσδιορισθεί και να καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο το ακίνητο των εναγόντων ως ενιαίο καθώς και τα καταληφθέντα και τα εναπομείναντα τμήματα αυτού, κατά θέση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, διαλαμβάνοντας τα στοιχεία αυτών με βάση το από μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Μ., που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 και αποτελεί μέρος του δικογράφου της αγωγής, στο οποίο εμφαίνονται και προσδιορίζονται, με τα αντίστοιχα γεωμετρικά στοιχεία, οι συντεταγμένες των επιδίκων εδαφικών τμημάτων για τον ακριβή εντοπισμό τους και την πραγματοποίηση της αιτούμενης μεταβολής.
Κατά συνέπειαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, δεν ενήργησε παρά τον νόμο απορρίπτοντας το αίτημα να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη και, επομένως, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημα τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 92/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ