Legislator Case Law & Legislation
70/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in co-ownership dispute, upholding lower court's rejection of unauthorized construction.

Case Number 70/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Athens Court of First Instance regarding a co-ownership dispute. The lower court rejected the appellant's claim that her construction was legal despite violating the building's bylaws, ruling that such acts harm other co-owners' rights. The Court affirmed this decision, stating that co-owners can freely regulate rights via contract and that unauthorized constructions remain actionable regardless of time passed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1002 of the Civil Code; Law 3741/1929: Co-owners of a building may freely regulate rights via contract, and unauthorized constructions harming other co-owners remain actionable regardless of time elapsed.

Keywords

AI generated
co-ownership regulation unauthorized construction building bylaws restoration of status quo statute of limitations civil procedure appeal horizontal ownership

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2 § 1, 3, 4 § 1, 5 and 13 of Law 3741/1929
552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ.
Article 54 of the Judicial Organization Act
Article 281 of the Civil Code
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 12 § 2 of Law 4055/2012
Article 113 of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
Case 1471/2003
Case 463/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 70 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 70/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟ

Υ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Β. του Α., 2) Ι. Γ. του Γ. και 3) Α. Κ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Σαραντόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1η-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4006/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. υπ' αριθμ. 4006/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο αφού δίκασε την έφεση της εναγομένης, νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 920/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία .Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1002 ΑΚ, 1, 2 § 1, 3, 4 § 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", που, κατά το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, η οποία υπάγεται στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα με σύμβαση, που καταρτίζεται με την σύμπραξη όλων, διά συμβολαιογραφικού εγγράφου που μεταγράφεται, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαστικά αδιαίρετα (κοινά) μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του αστικού κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν και τους διαδόχους των εξαρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενεστέρως στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση κανονισμό.

Συνεπώς με τον κανονισμό εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου. Κατ` ακολουθία τούτων, αν με κάποιο όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του.

Eτσι δεν απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έρευνα, αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτου (βλ. ΑΠ 968/1997, ΑΠ 622/1990). Αντιθέτως, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσεως των διηρημένων ιδιοκτησιών και των εξ αδιαιρέτου μερών της οικοδομής, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, εφόσον όμως η άσκηση αυτών δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.

Έτσι δικαιούται σε απόλυτη χρήση του ορόφου ή του διαμερίσματός του και των κοινών πραγμάτων και μπορεί να επιχειρήσει μεταβολές ή προσθήκες στο διαμέρισμά του και στα αδιαιρέτως κοινά μέρη του οικοδομήματος, καθώς και να προβαίνει στην επισκευή ή ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό και τη χρήση αυτών και να μη παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών, ούτε να μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης, καθώς και των χρηστών ηθών.

Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματός του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών. Αυτός ο περιορισμός δεν αφορά απλώς μόνο βλάβη του δικαιώματός τους συγχρήσεως των κοινών.

Δηλαδή δεν διασφαλίζει μόνο την ίση και όμοια χρήση των κοινών αλλά απαιτεί η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε με αυτόν όχι μόνο να μη βλάπτεται η χρήση των κοινών από τους λοιπούς, αλλά οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από το δεσμό της οροφοκτησίας (βλ. ΟλΑΠ 583/1983, ΑΠ 1471/ 2003, ΑΠ 1598/1999, ΑΠ 392/1997). Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό που αφορά στην εμφάνιση του όλου οικοδομήματος κατά τρόπο προσήκοντα στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του.

Επομένως οποιαδήποτε μεταβολή με την οποία παραβλάπτεται η εμφάνιση αυτή, ως γενομένη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του κτιρίου, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εκ του λόγου τούτου ανεπίτρεπτη (βλ. ΑΠ 1349/1990). Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των κατασκευών αυτών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 462/77).

Όμως εάν οι ανωτέρω απαγορεύσεις, εξεταζόμενες καλοπίστως και κατά τα συναλλακτικά ήθη, δεν δικαιολογούνται σε σχέση με τον προορισμό, το χαρακτήρα, τη θέση κ.λπ. της οροφοκτησίας τότε μόνον παρίστανται αυθαίρετοι και μη ανταποκρινόμενοι προς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό της οροφοκτησίας και δύνανται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, να θεωρηθούν καταχρηστικές (ΑΠ 2156/1984).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του ν. 4014/2011 "Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος", επιχειρήθηκε να ρυθμισθούν τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης. Στην παρ. 1 του άρθρου 24 του άνω νόμου ορίστηκε ότι "1.

α. Αναστέλλεται για τριάντα (30) χρόνια η επιβολή κυρώσεων μετά την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου, το ύψος και η διαδικασία καταβολής του οποίου καθορίζεται στο παρόν άρθρο, ανάλογα με την κατηγορία παράβασης, για κτίρια των οποίων έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός και χρήσεων, που έχουν εγκατασταθεί, μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος στη Βουλή, 28.7.2011, και έχουν ανεγερθεί καθ` υπέρβαση είτε της οικοδομικής άδειας είτε των όρων ή περιορισμών δόμησης του ακινήτου, είτε χωρίς οικοδομική άδεια, εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου ή δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή κατά το χρόνο κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης και εφόσον το ακίνητο, η αυθαίρετη κατασκευή ή η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου...", στη δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24, ορίστηκαν, όσον αφορά τα απαιτούμενα για τη ρύθμιση της αυθαίρετης κατασκευής ή της αυθαίρετης αλλαγής χρήσης δικαιολογητικά, καθώς και τη διαδικασία υποβολής τους, τα εξής: "Ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήτης του ακινήτου, στο οποίο έχει εκτελεστεί η αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη χρήση ή ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία φάκελο, στον οποίο περιλαμβάνονται τα εξής:

α. Αίτηση, β. Υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία περιλαμβάνονται... ο αριθμός και το έτος της οικοδομικής αδείας όπου υπάρχει, το εμβαδόν και η χρήση της κατασκευής... η ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατασκευής ή εγκατάστασης της χρήσης... γ. Παράβολο/ αποδεικτικό είσπραξης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 500 ευρώ για αυθαίρετη κατασκευή/χρήση μέχρι 50 τ.μ....

και 6.000 ευρώ για κτίριο/χρήση μεγαλύτερη των 2.000 τ.μ. επί ποινή απαραδέκτου, για κάθε αυτοτελή ιδιοκτησία, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν επιστρέφεται, αλλά συμψηφίζεται με το ειδικό πρόστιμο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο... δ) Έντυπο υπολογισμού του ειδικού προστίμου της δηλούμενης κατασκευής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6.... 3.

Η υποβολή των παραπάνω α`, γ` και δ` δικαιολογητικών γίνεται είτε απευθείας είτε με συστημένη επιστολή στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία ή στο ΚΕΠ του Δήμου από 1.10.2011 μέχρι 30.11.2011. Τα υπό β` δικαιολογητικά υποβάλλονται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τις 30.11.2011... 5....". Με την 3341/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές του ν. 4014/2011 είχαν ως συνέπεια να ανατρέπεται, και σε κάθε περίπτωση να νοθεύεται, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός, και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή κατεδάφισης του αυθαιρέτου επερχόταν με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του οριζόμενου στο νόμο ποσού ειδικού προστίμου, χωρίς την ειδική για κάθε αυθαίρετο κρίση αρμόδιου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής, καθώς και από τις επιπτώσεις της στο χώρο που την περιβάλλει, τη συνολική δηλαδή επιβάρυνση της περιοχής.

Κατόπιν αυτού, τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης ρυθμίστηκαν εκ νέου με τον ν. 4178/2013 "Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης, Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις". Με το νόμο αυτό επανεισάγεται το πρότυπο των ρυθμίσεων που είχαν επιχειρηθεί με τον ν. 4014/2011 με προσθήκες νέων ρυθμίσεων (όπως η κατηγοριοποίηση των αυθαιρεσιών με το άρθρο 8, από την οποία συναρτάται η χορήγηση εξαίρεσης ή αναστολής από την κατεδάφιση) και διαφοροποιήσεις, είτε επί το επιεικέστερο [όπως, άρθρα 1 (παρ. 2, περ.

ζ), 2 (παρ. 2 περ. α, δ, ζ, η, ι, ιστ), 3 (παρ. 9, 10, 11)], είτε επί το αυστηρότερο [όπως, άρθρο 7 παρ. 2 για την απόδειξη χρόνου κατασκευής με βάση εισηγμένες στο ηλεκτρονικό σύστημα αεροφωτογραφίες της 28.7.2011] για τις αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 7 του ν. 4178/2013 "Απόδειξη χρόνου κατασκευής αυθαιρέτων κατασκευών: 1.

Υπάγονται στον παρόντα νόμο αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις για τις οποίες η αυθαίρετη κατασκευή ή η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης έχει περατωθεί, κατά τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος πριν την 28.7.2011...". Το άρθρο 8 προβλέπει τα εξής: "Ρύθμιση αναστολής και εξαίρεσης από κατεδάφιση. Από την ισχύ του παρόντος νόμου αναστέλλεται η είσπραξη και η επιβολή κάθε κύρωσης, για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο ή και επέρχεται οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση, αναλόγως της κατηγορίας της αυθαίρετης κατασκευής, μετά την καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου ή και του σχετικού παραβόλου εφόσον προβλέπεται στον παρόντα νόμο, το ύψος και ο τρόπος καταβολής του οποίου καθορίζεται στον παρόντα νόμο.

Η αναστολή ή και η εξαίρεση από την κατεδάφιση, κατά τις διατάξεις του παρόντος, ισχύει για κτίρια των οποίων έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός και για χρήσεις που έχουν εγκατασταθεί, μέχρι 28.7.2011 καθ` υπέρβαση είτε των διατάξεων του ν. 1577/1985 (Α` 210) είτε της οικοδομικής άδειας είτε των όρων ή περιορισμών δόμησης του ακινήτου είτε χωρίς οικοδομική άδεια και εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου κατά την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4030/2011 (Α` 249) ή δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή κατά το χρόνο κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης.

Θεωρείται ότι η χρήση δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας εφόσον κατά τις κείμενες διατάξεις νομίμως χορηγήθηκε άδεια κατά παρέκκλιση της χρήσης γης της περιοχής. Η με οποιονδήποτε τρόπο μεταβολή των χρήσεων γης σε χρόνο μεταγενέστερο της υπαγωγής κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν επιδρά στο κύρος της υπαγωγής και δεν αποτελεί λόγο ανάκλησης και ακύρωσης αυτής".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ιδίου νόμου "Κατηγορίες αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων Α. Κατηγορία 1... Β. Κατηγορία 2. Αυθαίρετες κατασκευές που υφίστανται προ της 1.1.1983. Υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης αυθαίρετες κατασκευές οι οποίες ολοκληρώθηκαν προ του έτους 1983 με την καταβολή του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου κατά τις διατάξεις του παρόντος.

Για την υπαγωγή υποβάλλονται μόνο τα δικαιολογητικά των περιπτώσεων 1 έως 5, 7, 10 και 11 του άρθρου 11 του παρόντος και αποτύπωση των κατόψεων του κτιρίου ή της ιδιοκτησίας και δεν απαιτούνται λοιπά στοιχεία και σχέδια. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας κατηγορίας στην περίπτωση που στο ακίνητο ή στην αυτοτελή ιδιοκτησία υπάρχουν και άλλες αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή εγκαταστάθηκαν μεταγενέστερα του έτους 1983...".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου "Δικαιολογητικά υπαγωγής αυθαίρετης κατασκευής ή αυθαίρετης αλλαγής χρήσης στις διατάξεις του παρόντος. Εξουσιοδοτημένος Μηχανικός εισάγει στο πληροφοριακό σύστημα του παρόντος όλα τα στοιχεία και δικαιολογητικά που αφορούν την αυθαίρετη κατασκευή ή την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης, συμπληρώνοντας τα φύλλα καταγραφής κατά το Παράρτημα Α του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των επομένων άρθρων.

Η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος νόμου συνοδεύεται από τα εξής δικαιολογητικά, τα οποία φυλάσσει ο ιδιοκτήτης μετά την εισαγωγή τους στο πληροφοριακό σύστημα: 1. Αίτηση. Σε κάθε οικόπεδο ή γήπεδο η διαδικασία υπαγωγής αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαίρετης αλλαγής χρήσης στις διατάξεις του παρόντος μπορεί, κατ` επιλογή του ιδιοκτήτη, να γίνεται είτε με μία αίτηση υπαγωγής για το σύνολο των αυθαιρέτων κατασκευών ή χρήσεων είτε με περισσότερες αιτήσεις για κάθε μεμονωμένο αυτοτελή χώρο οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, που αποτελεί αντικείμενο μεταβίβασης.

Την αίτηση υποβάλλει: α) ο φερόμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο έχει εκτελεστεί η αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη χρήση. Στην έννοια του φερόμενου ιδιοκτήτη περιλαμβάνονται ο ψιλός κύριος, ο επικαρπωτής με τη συναίνεση του ψιλού κυρίου, ο εργολάβος για τις σε αυτόν περιερχόμενες συνεπεία εργολαβικού προσυμφώνου ιδιοκτησίες, ο μισθωτής εφόσον έχει το δικαίωμα έκδοσης οικοδομικής άδειας από τη μισθωτική σύμβαση και επί νομικών προσώπων ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτών, β) ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη, γ) όσοι έχουν λάβει έγκριση εξαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 3147/2003, δ) ο συνιδιοκτήτης: i) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης επί κοινοχρήστων χώρων ακινήτου, στο οποίο έχει συσταθεί οριζόντιος ή κάθετος ιδιοκτησία μετά από απόφαση της πλειοψηφίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία.

ϊϊ) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης που έχουν εκτελεστεί ή εγκατασταθεί σε οριζόντια ή κάθετη συνιδιοκτησία και εντός τμημάτων αποκλειστικής χρήσης αυτών, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του ετέρου συνιδιοκτήτη. iii) Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αυθαιρέτων αλλαγών χρήσης σε χώρο ακινήτων για τον οποίο έχει συσταθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση των συνιδιοκτητών.

ίν) Ένας εκ των συνιδιοκτητών για τα αυθαίρετα κτίσματα που κατέχει, εφόσον συνυποβληθεί μετά των λοιπών δικαιολογητικών και συμβολαιογραφικό προσύμφωνο συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών, εκ του οποίου να προκύπτει ότι το αυτοτελές ή τα αυτοτελή οικοδομήματα με την κατάρτιση της οριστικής συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών θα περιέλθουν εις την κυριότητά του...".

Τέλος, κατά το άρθρο 24 του ιδίου νόμου "Αναστολή επιβολής κυρώσεων και είσπραξης προστίμων. 1. Για αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις, για τις οποίες υποβλήθηκαν τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, αναστέλλεται η επιβολή προστίμων και κάθε διαδικασία επιβολής κυρώσεων, καθώς και η είσπραξη ήδη βεβαιωθέντων προστίμων από τις Δ.Ο.Υ.

και το Ι.ΚΑ, μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας εξόφλησης των προστίμων...". Οι ρυθμίσεις αυτές του άνω νόμου, που αναφέρονται στα αυθαίρετα του παρελθόντος, κρίθηκε ήδη ότι είναι συνταγματικώς ανεκτές {βλ. Ολ. ΣτΕ 1858/2015).

Όπως αναφέρθηκε δε παραπάνω η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη αυθαίρετων κατασκευών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας.

Η νομιμοποίηση εν προκειμένω θα ήταν δυνατόν να ισχύει και έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αν πριν την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος είχε προηγηθεί απόφαση των 2/3 των συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής όπου βρίσκεται το ακίνητο σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της, όπου ορίζεται ότι εις τα κοινά και κοινόχρηστα και σε κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την όλη εμφάνιση του κτιρίου ουδεμία μετατροπή, αφαίρεση και πρόσθεση επιτρέπεται χωρίς έγγραφη έγκριση των 2/3 των συνιδιοκτητών, οπότε με την μεταγενέστερη τακτοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο κατόπιν αγωγής συνιδιοκτήτου της πολυκατοικίας του να κατεδαφισθεί αυτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006 ΑΠ 319/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το πρώτο σκέλος αυτού, ο οποίος ερείδεται στην διάταξη του αρθ. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το δικαστήριο απέδωσε στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1α του Ν. 4014/2011 έννοια μη αληθινή (μη αρμόζουσα) και έτσι προέβη σε ψευδή ερμηνεία αυτής, παραβιάζοντας την εν λόγω διάταξη.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, "Από την αδιάστικτη διατύπωση της πρώτης ως άνω διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1α του Ν. 4014/2011 προκύπτει ότι η με αυτήν προβλεπόμενη τακτοποίηση-αναστολή επιβολής κυρώσεων για αυθαίρετες κατασκευές μετά την καταβολή του προβλεπόμενου προστίμου ισχύει έναντι πάντων και δη αφορά στις σχέσεις του αυθαιρετήσαντος ιδιοκτήτου ακινήτου τόσο με το Δημόσιο όσο και στις σχέσεις αυτού (αυθαιρετήσαντος ιδιοκτήτου ακινήτου) με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το περιλαμβάνον την αυθαίρετη κατασκευή ακίνητο (διαμέρισμα).

Τούτο διότι, υπό την συσταλτική ερμηνευτική εκδοχή, που δέχθηκε το Εφετείο ότι δηλαδή η άνω τακτοποίηση-αναστολή επιβολής κυρώσεων για αυθαίρετες κατασκευές αφορά μόνο στις σχέσεις του αυθαιρετήσαντος ιδιοκτήτου με το Δημόσιο, ουδείς ιδιοκτήτης διαμερίσματος πολυκατοικίας θα ενδιαφερόταν να τακτοποιήσει το αυθαίρετό του και να υπαχθεί στις διατάξεις του άνω νόμου (4014/2011) αφού θα γνώριζε ότι, παρά την τακτοποίηση αυτή και την καταβολή του προβλεπόμενου προστίμου, διέτρεχε ανά πάσα στιγμή τον κίνδυνο, κατόπιν αγωγής συνιδιοκτήτου της πολυκατοικίας που βρίσκεται το περιλαμβάνον την αυθαίρετη κατασκευή ακίνητο (διαμέρισμα), να κατεδαφισθεί αυτή (αυθαίρετη κατασκευή).

Επομένως, η συσταλτική ερμηνεία που δέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με την άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 4014/2011 και δεν προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση αυτής, ότι δηλαδή η από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενη τακτοποίηση - αναστολή επιβολής κυρώσεων για αυθαίρετες κατασκευές μετά την καταβολή του προβλεπόμενου προστίμου αφορά μόνο στις σχέσεις αυθαιρετήσαντος ιδιοκτήτου με το Δημόσιο και δεν νομιμοποιεί την απαγορευμένη από τον Κανονισμό της πολυκατοικίας κατασκευή στο διαμέρισμά μου, είναι εσφαλμένη.

Το Εφετείο έπρεπε να προβεί σε τελολογική ερμηνεία της άνω διατάξεως του άρθρου 24 του Ν. 4014/2011, βάσει του σκοπού της και να δεχθεί ότι, με αυτήν και μετά την καταβολή του προβλεπόμενου προστίμου, τακτοποιείται το αυθαίρετο έναντι πάντων (δημοσίου και συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας όπου το αυθαίρετο) και αναστέλλεται για τριάντα χρόνια η επιβολή κυρώσεων γι' αυτό, περιλαμβανομένων και των εκ της εφαρμογής του κανονισμού τοιούτων κυρώσεων".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των εναγόντων είναι πρόεδρος της τριμελούς διαχειριστικής επιτροπής των συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ….

επί της οδού ….αριθμ. …., εκλεγείς με απόφαση της τακτικής γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας που ελήφθη στις 28.11.2007. Η πολυκατοικία υπήχθη στο καθεστώς του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ με την υπ' αριθμόν …19/11.3.1964 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού της συμβ/φου Α.

Α., η οποία μετεγράφη νόμιμα, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. …64, …13/1964 πράξεις της αυτής συμβ/φου που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ο δεύτερος των εναγόντων είναι κύριος του υπ' αριθμ. 5 διαμερίσματος του Γ' ορόφου της πολυκατοικίας εμβαδού 142 τ.μ., και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους 35,5/1000, ο δε τρίτος των εναγόντων είναι κύριος του υπ' αριθμ. 9 διαμερίσματος του υπογείου ορόφου εμβαδού 44 τ.μ.

και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους 5,40/1000. Η εναγόμενη είναι κυρία του υπ' αριθμ. 5 διαμερίσματος του Ε' σε εσοχή ορόφου της αυτής πολυόροφης οικοδομής, εμβαδού 104 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους 32,6/1000.

Ο κανονισμός της πολυόροφης οικοδομής στον οποίο προσχώρησαν οι συνιδιοκτήτες ορίζει ότι "Κεφ. III Κοινόχρηστοι χώροι και κοινόχρηστα πράγματα είναι τα εξής... αι στήλες απορροής όμβριων υδάτων... τα εξωτερικά επιχρίσματα και διακοσμήσεις των προς τας οδούς, τους εσωτερικούς κήπους και φωταγωγούς προσόψεων και εν γένει ολόκληροι αι προσόψεις αύται...

Εις τα ανωτέρω κοινά και κοινόχρηστα και εις παν όπερ έχει άμεσον ή έμμεσον σχέσιν με την όλην εμφάνισιν του κτιρίου ουδεμία μετατροπή, αφαίρεσις και πρόσθεσις επιτρέπεται άνευ εγγράφου εγκρίσεως των 2/3 των συνιδιοκτητών και τούτο ανεξαρτήτως και επιπροσθέτως των εν τω παρόντι τιθεμένων ειδικών περιορισμών.

Κεφ. VII Δικαιώματα - Υποχρεώσεις - Κατασχέσεις Ιδιοκτησίας 1). Ο ιδιοκτήτης εκάστης συνιδιοκτησίας έχει άπαντα εν γένει τα ανήκοντα εις τον κύριον δικαιώματα εφόσον η χρήσις αυτών δεν παραβλάπτει την χρήσιν των άλλων συνιδιοκτησιών, δύναται δε να ασκή ταύτα συμφώνως τοις Νόμοις των ειδικώ Νόμω 3741 και τοις συμφωνημένοις τω παρόντι...

Ως βάσις του παρόντος Κανονισμού τίθεται η αρχή ότι έκαστος συνιδιοκτήτης έχει απόλυτον δικαίωμα κυριότητας ήτοι χρήσεως, μεταβιβάσεως, κληροδοτήσεως απαλλοτριώσεως και εκμεταλλεύσεως της ίδιας αυτού συνιδιοκτησίας... υπό τον όρον όπως μη παρενοχλούνται τα συνολικά και ίδια δικαιώματα των λοιπών ιδιοκτητών, όπως μη τίθεται εν κινδύνω η ασφάλεια, η στερεότης, η ευπρέπεια, η αισθητική εμφάνισις του κτιρίου και ομαλή λειτουργία αυτού ως και η υγιεινή, η ηθική και η ησυχία των εν τω κτιρίω συγκατοικούντων...

Η υπογραφή παρ' οιουδήποτε αγοραστού πάσης πράξεως δι' ής ούτος γίνεται κύριος διαμερίσματος τινός... προϋποθέτει και εξυπονοεί την υπό του αγοραστού πλήρη γνώσιν, ανεπιφύλακτου αποδοχήν και απόλυτον έγκρισιν του Κανονισμού τούτου υποχρεούντος και άπαντας τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συνιδιοκτητών".

Η εναγομένη στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2011 προέβη στην ανέγερση κατασκευής αποτελουμένης από σίδηρο και αλουμίνιο στον εξώστη του διαμερίσματός της που έχει πρόσοψη προς την οδό Αθανασιάδου, εμβαδού 13,6 τ.μ., αποτελουμένη από δύο όψεις - υαλοστάσια μήκους 6,8 μ. και 2,0 μ. αντιστοίχως και τρίτη όψη - εξώθυρα μήκους 2,00 μ.

από πάνελ πολυουρεθάνης σε σκελετό αλουμινίου, την οποία τοποθέτησε σχεδόν σε επαφή με το διαχωριστικό των εσοχών του διαμερίσματός της με το όμορο διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, καθώς και από οροφή από πάνελ πολυουρεθάνης σε μεταλλικό σκελετό. Με την κατασκευή αυτή η εναγομένη αύξησε την συνολική επιφάνεια του διαμερίσματός της, όπως αυτή οριζόταν στην ως άνω συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας της πολυκατοικίας από 104 τ.μ.

σε 118 τ.μ., με σύγχρονη αύξηση και του όγκου αυτού, διάνοιξε οπές στον εξωτερικό τοίχο της πρόσοψης προς την οδό …, αντικατέστησε την στήλη απορροής των όμβριων υδάτων που διέτρεχε κατακορύφως τον εξωτερικό τοίχο της πρόσοψης προς την ανωτέρω οδό, με άλλη, την οποία τοποθέτησε σε τεθλασμένη μορφή επί της κεκλιμένης οροφής της εν λόγω κατασκευής και δημιούργησε ένα κενό ελάχιστων εκατοστών μεταξύ αυτής και του διαχωριστικού των εσοχών του διαμερίσματός της με το όμορο διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, εντός του οποίου λιμνάζουν όμβρια ύδατα, δεδομένου ότι δεν υφίσταται τρόπος απορροής ούτε και δυνατότητα πρόσβασης για καθαρισμό.

Η ανέγερση της κατασκευής αυτής έγινε από την εναγομένη χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση των 2/3 των συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της, επί πλέον δε αυτή χαρακτηρίσθηκε από την Δ/νση Σχεδίου Πόλεως και Πολεοδομίας του δήμου … ως αυθαίρετη (βλ. υπό στοιχ. ΑΠ 051483 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας με συνημμένη έκθεση αυτοψίας υπ' αριθμ.

πρωτ. 47622/7.3.2012). Η ανέγερσή της επομένως έγινε κατά παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι με τις ενέργειες αυτές της εναγομένης μεταβλήθηκε η εξωτερική εμφάνιση του διαμερίσματός της, η οποία δεν εναρμονίζεται πλέον με αυτή των άλλων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, τροποποιήθηκε δε η αρχιτεκτονική μελέτη της οικοδομής, δημιουργήθηκε ανομοιομορφία και εθίγη η αισθητική της εξωτερικής όψεως αυτής.

Η εναγομένη ναι μεν ρύθμισε την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4014/2011 (βλ. υπό στοιχ. ΑΠ 147743 έγγραφο της Δ/νσεως Σχεδίου Πόλεως και Πολεοδομίας του δήμου Αθηναίων), πλην η τακτοποίηση αυτή δεν νομιμοποίησε την απαγορευμένη από τον κανονισμό ως άνω κατασκευή της εναγομένης έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, μάλιστα ούτε ο ίδιος ο νόμος 4014/2011 (άρθρο 24 παρ. 1 εδ.

α) δεν αναφέρεται σε διαδικασία νομιμοποιήσεως αυθαιρέτων κατασκευών, αλλά σε αναστολή για τριάντα (30) χρόνια της επιβολής κυρώσεων μετά την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου...". Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματός του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών.

Αυτός ο περιορισμός δεν αφορά απλώς μόνο βλάβη του δικαιώματος τους συγχρήσεως των κοινών. Δηλαδή δεν διασφαλίζει μόνο την ίση και όμοια χρήση των κοινών αλλά απαιτεί η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε με αυτόν όχι μόνο να μη βλάπτεται η χρήση των κοινών από τους λοιπούς, αλλά οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από το δεσμό της οροφοκτησίας.

Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό που αφορά στην εμφάνιση του όλου οικοδομήματος κατά τρόπο προσήκοντα στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του. Επομένως οποιαδήποτε μεταβολή με την οποία παραβλάπτεται η εμφάνιση αυτή, ως γενομένη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του κτιρίου, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εκ του λόγου τούτου ανεπίτρεπτη.

Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των κατασκευών αυτών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, όπως εν προκειμένω, τα δικαιώματα των τελευταίων ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. 3741/1929, του ν. 4014/2011 και του ν. 4178/2013, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, προσδιόρισε πλήρως και με σαφήνεια ότι με τις ενέργειες αυτές της εναγομένης μεταβλήθηκε η εξωτερική εμφάνιση του διαμερίσματός της, η οποία δεν εναρμονίζεται πλέον με αυτή των άλλων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, τροποποιήθηκε δε η αρχιτεκτονική μελέτη της οικοδομής, δημιουργήθηκε ανομοιομορφία και εθίγη η αισθητική της εξωτερικής όψεως αυτής, ενώ απέρριψε ορθώς τους ισχυρισμούς της τελευταίας περί νομιμοποίησης από πολεοδομική άποψη της επίδικης κατασκευής στην εσοχή (μπαλκόνι) του διαμερίσματός της, οι οποίες βλάπτουν τα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων, καθώς και περί δικαιώματος διαχείρισης και διοίκησης της κοινής οικοδομής από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών.

Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 ΑΚ, 1, 2 § 1, 3, 4 § 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους, του άρθρου 24 παρ. 1α του ν. 4014/2011 καθώς και τις διατάξεις του ν. 4178/2013 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται, όπως ήδη έχει εκτεθεί, από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας.

Το Εφετείο δεχόμενο τα παραπάνω δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1α του νόμου 4014/2011 αποδίδοντας σ' αυτή μη αρμόζουσα έννοια, προβαίνοντας με αυτό τον τρόπο σε ψευδή ερμηνεία της, όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, ο οποίος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η διάταξη δε του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", έχει εφαρμογή ως προς όλα τα δικαιώματα και επομένως και ως προς τα δικαιώματα των δικαιούχων των επιμέρους ιδιοκτησιών, τα οποία απορρέουν από τη σύσταση της οροφοκτησίας (ΑΠ 1871/1985).

Κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την εν λόγω διάταξη θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 151/2014) Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος των αντιδίκων και με την οποία ζήτησε την απόρριψη της εναντίον της αγωγής ως καταχρηστικής.

Την ένσταση αυτή στήριξε στα εξής πραγματικά περιστατικά: Ότι η ένδικη κατασκευή είναι μία ελαφρά και καλαίσθητη κατασκευή, η οποία κατασκευάσθηκε με υλικά εξαιρετικής ποιότητας, δεν επηρεάζει την στατική και αντισεισμική επάρκεια του φέροντα οργανισμού της πολυκατοικίας, κατασκευάσθηκε με υλικά εξαιρετικής ποιότητας για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της ιδίας και της οικογένειας της, αποτελούμενης από τον σύζυγό της και τα δύο ανήλικα τέκνα τους.

Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι τακτοποίησε την κατασκευή αυτή σύμφωνα με τον Ν. 4014/2011 και κατέβαλε το προβλεπόμενο πρόστιμο, δημιουργήθηκε σε αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το οποιοδήποτε δικαίωμα των αντιδίκων εναντίον της, ώστε το με την αγωγή ασκηθέν από αυτούς δικαίωμα, που τείνει σε ανατροπή της δημιουργηθείσης και επί μακρόν διατηρηθείσης καταστάσεως, να έχει επαχθείς και αφόρητες συνέπειες για την ίδια και την οικογένειά της, αφού πλήρωσε για να γίνει η επίμαχη κατασκευή, η οποία, όπως εξέθεσε, είναι ήπια και καλαίσθητη, μη δημιουργούσα προβλήματα αισθητικής, στατικότητας και αντισεισμικής επάρκειας της πολυκατοικίας, κατέβαλε το προβλεπόμενο πρόστιμο για την τακτοποίησή της με τον Ν. 4014/2011 και, αν χάσει αμετάκλητα τον παρόντα δικαστικό αγώνα, θα αναγκασθεί να πληρώσει για την κατεδάφιση της κατασκευής αυτής και η οικογένειά του θα στερηθεί τον σχετικό χώρο.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η άσκηση της αγωγής από τους ενάγοντες υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 επειδή, όπως ισχυρίζεται, η ένδικη κατασκευή υπήχθη στις διατάξεις του ως άνω νόμου δεν βρίσκει έρεισμα στην διάταξη αυτή και είναι απορριπτέος, διότι δεν αποτελεί περιστατικό υπό το κράτος του οποίου επιβάλλεται η θυσία της αξιώσεως των εναγόντων, αφού το δικαίωμα της εναγομένης για υπαγωγή της κατασκευής στο καθεστώς του ν. 4014/2011 δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, κατά τα εκτεθέντα, ο ισχυρισμός δε της εναγομένης ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής επειδή προέβη στην κατασκευή αυτή για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της ίδιας και της οικογένειάς της είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η σκοπιμότητα της αθετήσεως του κανονισμού της πολυκατοικίας που επικαλείται η εναγομένη δεν παραλύει το δικαίωμα των εναγόντων να επιδιώξουν την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, αφού η άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο είναι θεμιτή και αν ακόμη από την άσκησή του θίγεται αλλότριο συμφέρον".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, καθόσον όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας.

Κάθε συνιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Το δικαίωμα δε αυτό ασκείται σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις νόμου και δεν ασκείται καταχρηστικά ακόμη και αν παρήλθαν πολλά έτη από τη βλαπτική ενέργεια (ΑΠ 1471/2003, ΑΠ 463/2003). Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει:

α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 17...38/2017 e- παράβολo του Δημοσίου, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. ΚΠολΔ υπ` αριθμ. 4006/2017 απόφασης του Μονομελους Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ` αριθμ. 17...38/2017 e- παράβολo του Δημοσίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ