Legislator Case Law & Legislation
70/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds regarding admissibility of pre-litigation expert report and witness testimony.

Case Number 70/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court improperly considered a technical report and witness testimony created before the lawsuit began, violating procedural rules. The court rejected these claims, finding the lower court's general reference to all documents and the specific witness testimony admissible and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 C.Pol.D.; Art. 368 para. 1 C.Pol.D.; The appeal is inadmissible if the lower court considered evidence lawfully submitted, even if prepared prior to the lawsuit's initiation, and general references to all documents suffice without itemized evaluation.

Keywords

AI generated
admissibility of evidence pre-litigation expert report witness testimony admissibility procedural error appeal court of appeal review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 C.Pol.D.
Art. 368 para. 1 C.Pol.D.
Art. 495 para. 4 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 70 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 70/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ακριτίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Μ. του Γ., 2. Χ. Ν. του Κ. συζ. Γ. Μ., 3. Α. Μ. του Γ., 4. Α. Μ. του Γ., 5. Π. Κ. του Σ., 6. Γ. Μ. του Σ., συζ. Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Βαλιάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 964/2015 Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 22-8-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο των ανωτέρω διατάξεων να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 και του αντίστοιχου αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, είναι συγκύριοι των παρακάτω αναφερομένων ανεξαρτήτων οριζοντίων ιδιοκτησιών (κατοικιών), που βρίσκονται σε αγροτεμάχιο, εμβαδού...., στη θέση "..." στην ....

Ειδικότερα, οι τρίτη και τέταρτη από τους ενάγοντες είναι ψιλές κυρίες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία, στην ανεξάρτητη οριζόντια με τον αριθμό 6, επί της οποίας το δικαίωμα της επικαρπίας έχουν οι πρώτος και δεύτερος από αυτούς, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του υπ’ αριθ. ...-6-2001 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Α.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα...., ενώ οι πέμπτος και έκτη από τους ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 10% και 90%, αντίστοιχα, της ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας με τον αριθμό 5, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../25-4-2002 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Β.- Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Καθεμία από τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες έχει δικαίωμα συγκυριότητας, κατά ποσοστό 16,667%, στον ανωτέρω αγρό, επί του οποίου βρίσκονται.

Ο εν λόγω αγρός, ο οποίος αποτυπώνεται με τα στοιχεία ..., στο επισυναπτόμενο στην αγωγή, από Απρίλιο του 2010, τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., συνορεύει ... Το προπεριγραφόμενο αγροτεμάχιο αποτελούσε διαιρετό τμήμα ενός μεγαλύτερου αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου των εναγόντων (οικοπεδούχου), Λ.

Ο., έξι (6) (παλαιών) στρεμμάτων, κατά νεώτερη δε εμβαδομέτρηση, 8.123,84 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της τελευταίας, δυνάμει του υπ’ αριθ. ...25-7-1963 συμβολαίου (προικοσυμφώνου) του άλλοτε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κασσάνδρας, Δ. Π. Τ., σε συνδυασμό με το Ν. 1329/1983. Από το ως άνω μεγαλύτερο αγροτεμάχιο, η δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε στην κυριότητά της, κατά το χρόνο μεταβίβασης των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, στους ενάγοντες, το παραπάνω διαιρετό και αυτοτελές τμήμα, εμβαδού 4.032,39 τ.μ., που απέμεινε μετά από μεταβίβαση του υπολοίπου διαιρετού και αυτοτελούς τμήματος.

Η ως άνω οικοπεδούχος, με το υπ’ αριθμ. ...-04-2001 προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου ακινήτου και εργολαβικής σύμβασης, της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Α. Π., ανέθεσε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, ο οποίος είναι γιός της, την κατασκευή, εντός του ως άνω αγρού, διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από έξι (6) αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (διώροφες κατοικίες με υπόγειο), εκ των οποίων τις με αριθμούς 5 και 6 απέκτησαν οι ενάγοντες, με τον προαναφερόμενο τρόπο.

Εξάλλου, ο εναγόμενος είναι συγκύριος ανεξαρτήτων οριζοντίων ιδιοκτησιών, που έχουν ανεγείρει ο ίδιος.... στο όμορο, προς τα βορειοανατολικά του ανωτέρω αγρού, αγροτεμάχιο, ήτοι σε αγρό, ο οποίος, σύμφωνα με το από 5-3-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., στο οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία ..., έχει εμβαδό 4.010,39 τ.μ.

και συνορεύει.... και ήδη με συνιδιοκτησία των εναγόντων. Επιπλέον, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, είναι αποκλειστικός κύριος και άλλου ομόρου, προς τα βορειοανατολικά του αγρού των εναγόντων, αγροτεμαχίου, ήτοι, ενός αγρού, ο οποίος, σύμφωνα με το, από Ιούνιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου μηχανικού, στο οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία ..., έχει εμβαδό 4.040, 46 τ.μ.

και συνορεύει.... Περαιτέρω, σχετικά με το εμβαδό του ενδίκου αγρού, επί του οποίου είναι κτισμένες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ανωτέρω αγρός αποτυπώνεται, με το ίδιο, ως άνω, εμβαδό (4.032,39 τ.μ.), τις ίδιες πλευρικές διαστάσεις .... και την ίδια θέση, με τα στοιχεία ..., στο από Μάιο του 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Κ., το οποίο συνοδεύει τα προαναφερόμενα συμβόλαια κτήσης της κυριότητας των εναγόντων. Σημειωτέον ότι, το τελευταίο τοπογραφικό διάγραμμα, του Ν. Κ., συνοδεύει και το προαναφερόμενο προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου ακινήτου και εργολαβικής σύμβασης, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ανέλαβε την ανέγερση επ’ αυτού των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ με το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα (του Ν.

Κ.) εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. ...1999 άδεια του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Ν. Μουδανιών, με βάση την οποία ανεγέρθηκε το ανωτέρω διώροφο συγκρότημα κατοικιών. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι οικοδομικές άδειες που εκδόθηκαν για την ανέγερση τόσο των ιδιοκτησιών των εναγόντων (υπ’ αριθ. ...1999) όσο και των ως άνω ιδιοκτησιών του εναγομένου-εκαλούντος και των λοιπών εναγομένων (υπ’ αριθ. 708/1999), που κατασκευάστηκαν, επίσης, από τον εναγόμενο- εκκαλούντα, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα, από τα τοπογραφικά διαγράμματα δε, που τις συνοδεύουν, προκύπτει, σαφώς, ότι τα όριά τους είναι κοινά.

Περαιτέρω, ο μάρτυρας απόδειξης, αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, Σ. Κ., σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 9-4-2010 τεχνική έκθεσή του, για την εκπόνηση του ενσωματωμένου στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, αποτύπωσε και εφάρμοσε την κοινή πλευρά μεταξύ της ιδιοκτησίας των εναγόντων και της προαναφερόμενης συνιδιοκτησίας όλων των εναγομένων, με βάση το τοπογραφικό διάγραμμα που ο ίδιος ο εναγόμενος- εκκαλών προσκόμισε για την έκδοση της προαναφερόμενης, υπ’ αριθ. 708/1999, οικοδομικής άδειας.

Σύμφωνα δε με την παραπάνω αποτύπωση, το επίδικο τμήμα των 251,10 τ.μ. δεν αποτελεί τμήμα της ως άνω συνιδιοκτησίας του εναγομένου- εκκαλούντος, αλλά των εναγόντων, αφού με βάση τις συντεταγμένες του ακινήτου των τελευταίων, που απεικονίζονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ’ αριθ. ...1999 οικοδομική άδεια, αυτό βρίσκεται πέραν της ιδιοκτησίας των Γ.

Μ., Π. Κ. κλπ και δεν υφίσταται περίπτωση αλληλοκάλυψης των δύο ακινήτων. Καταλήγει δε, ο παραπάνω τοπογράφος μηχανικός ότι, με τη σωστή εφαρμογή των τίτλων στο έδαφος και ειδικότερα, με την τοποθέτηση του αγροτεμαχίου των εναγόντων στην αρχική του θέση, ως προς το βόρειο όριο αυτού, προκύπτει ότι τα επίδικα τμήματα ανήκουν στο παραπάνω αγροτεμάχιο (των εναγόντων).

Από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα, εμβαδού 251,10 τ.μ. και 79,30 τ.μ., περιλαμβάνονται στον αγρό, επί του οποίου βρίσκονται κτισμένες οι κατοικίες των εναγόντων, και όχι στις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες του εναγομένου-εκκαλούντος, οι δε ενάγοντες, αποκτώντας με παράγωγο τρόπο από την αληθινή κυρία, Λ.

Π., κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά τα προεκτεθέντα.... Αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εναγόμενος, τον Ιούνιο του έτους 2009, κατέλαβε τα επίδικα (συνεχόμενα) τμήματα και, με δικές του δαπάνες, οριοθέτησε αυτά με φράκτη από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατασκεύασε δε δρόμο με άσφαλτο, που οδηγεί στη συνιδιοκτησία αυτού και των συνεναγομένων του.

Οι ενάγοντες, μόλις αντιλήφθηκαν τις ανωτέρω ενέργειες του εναγομένου, ανέθεσαν στον τοπογράφο μηχανικό, Σ. Κ., την αποτύπωση του αγρού της συγκυριότητάς τους και ακολούθως, στις 15-7-2010, άσκησαν την υπό κρίση αγωγή. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ήδη από το έτος 2002, είχε οριοθετήσει τις όμορες ιδιοκτησίες των διαδίκων με την κατασκευή τοιχίου, το οποίο ολοκλήρωσε το έτος 2009, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι, όπως αποδεικνύεται από τη με ημερομηνία 16-1-2003 εξώδικη απάντηση του ίδιου προς τους 1ο, 2η, 3η και 4η των εναγόντων, αυτός, στη θέση του τοιχίου, είχε δημιουργήσει φυσικό φράκτη, με κατάλληλα για το σκοπό αυτό φυτά.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε αδράνεια των εναγόντων ν’ ασκήσουν το ένδικο δικαίωμά τους, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτοί, με προηγούμενη συμπεριφορά τους, δημιούργησαν στον εναγόμενο-εκκαλούντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ν’ ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την κυριότητα τους επί των επιδίκων τμημάτων του ως άνω ακινήτου".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα όσον αφορά τόσο την οριοθέτηση των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, όσο και την προβληθείσα και απορριφθείσα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 (και όχι 11 ο τρίτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).

Εξάλλου, κατά την περ. α’ του αριθμού 11 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν σε εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, εντεταγμένη στον τίτλο που αφορά το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, δεν προκύπτει δικονομική απαγόρευση στο δικαστήριο να λάβει υπόψη του, ως έγγραφο, οποιαδήποτε τεχνική έκθεση που αφορά επίδικο ακίνητο, συνταγείσα πριν από την έναρξη της σχετικής δίκης, δοθέντος ότι εκείνη δεν θα έχει σχέση με το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία και διατάσσεται προδήλως μεταξύ την έναρξη της δίκης (άρθρο 368 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το από Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Π. που νομοτύπως επικαλέσθηκε με τις προτάσεις και προσεκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: ".... από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ....

από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι..., τα οποία λαμβάνονται υπόψη, όλα ανεξαιρέτως...., τα οποία συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.

Συνεπώς, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε ανεπιτρέπτως υπόψη του την από 9-4-2010 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., η οποία είχε συνταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, στις 15-7-2010. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η από τον ίδιο, ως άνω αριθμό και άρθρο, πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε ανεπιτρέπτως υπόψη τη μαρτυρική κατάθεση του συντάξαντος την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση, Σ. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι ο ενόρκως πρωτοδίκως εξετασθείς, ως μάρτυρας των αναιρεσιβλήτων, ήταν ο Χ. Κ., όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της υπ’ αριθ. 202/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία διορθώθηκαν τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση (56/2014 του ιδίου Δικαστηρίου) πρακτικά.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-8-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 964/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ