Supreme Court allows partial severance pay claim where employee received promotion instead of reduced compensation under Art. 8 of Law 3198/1955.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the First Instance Court's dismissal of an employee's claim for statutory severance pay. The employee argued that while he met the conditions for a reduced severance package under Article 8 of Law 3198/1955, he had instead received a promotion that would yield a higher pension, waiving any further monetary compensation. The court held that the statutory right to severance is distinct from the employer's discretionary benefit of a promotion and cannot be forfeited by accepting the latter. Consequently, the court remanded the case for further proceedings to determine the specific amount of the statutory severance due.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1, Art. 8 para. 1, Art. 5 para. 3 of Law 3198/1955; The statutory right to severance pay for early retirement under Article 8 of Law 3198/1955 is an independent legal entitlement that cannot be waived by the employee's acceptance of a promotion or other benefit that results in a higher pension, as such benefits do not exclude the claim for statutory compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 70 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 70/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, που κατάθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Κουτσοκέρα, που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 2151/2002 απόφασή του. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 356/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2184/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2933/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/11/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενος σ` αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Η σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12.3.2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9.3.2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12.3.2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Oι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ολ ΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων (ΑΠ 356/2009).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά τον ν. 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που κατέστη απαιτητή. Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 717/2013) και θεσπίζει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του δικαιώματος καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης που αποσκοπεί στην εκκαθάριση μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα των αξιώσεων αποζημίωσης απόλυσης, συνάγεται ότι, με την υποβολή της σχετικής αγωγής του εργαζομένου εντός της ως άνω αποκλειστικής προθεσμίας, εκπληρώνεται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, αφού αποσαφηνίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού και γνωστοποιούνται εγκαίρως στον εργοδότη.
Συνεπώς, μετά τη δι` αυτού του τρόπου άρση της αβεβαιότητας ως προς την προβολή των σχετικών αξιώσεων του μισθωτού, δεν γεννάται ζήτημα συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας του εξαμήνου κατά τη διάρκεια της επιδικίας, αφού δεν μπορεί στην περίπτωση αυτή να τύχει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, γιατί δεν συμβιβάζεται προς τη φύση και το σκοπό της αποκλειστικής αυτής προθεσμίας (ΑΠ 232/2006), ούτε μπορεί να παραγραφεί η σχετική αξίωση σε επιδικία μετά την εμπρόθεσμη (μέσα σε έξι μήνες) άσκησή της με αγωγή (ΑΠ 902/1999).
Τέλος κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (oλ ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Περαιτέρω κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".
Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ολ.
ΑΠ 30/1998, AΠ 95/2014, 82/2013). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.
ΑΠ 27/1998, ΑΠ 345/2015, 2047/2014, 95/2014, 82/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε την 10.3.1965 από την εναγομένη-εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος και εντάχθηκε αρχικά στο βοηθητικό προσωπικό του τότε ταμειακού κλάδου με το βαθμό του Εισπράκτορα Γ'.
Στη συνέχεια μετατάχθηκε στο κύριο προσωπικό του ταμειακού κλάδου και στη συνέχεια του λογιστικού με το βαθμό του Υπολογιστή Α' και υπό την ιδιότητά του αυτή εργάσθηκε μέχρι την 24.5.2001 οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία του, λόγω παραίτησης, σε ηλικία 60 ετών, με τον βαθμό του Υποδιευθυντή έχοντας συμπληρώσει 36 έτη υπηρεσίας.
Με την κατάρτιση του Κανονισμού της εναγομένης, αυτή αυτοδεσμεύτηκε συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή της στην παραίτηση των υπαλλήλων της, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Συνεπώς στο πρόσωπο του ενάγοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εδάφ. α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και αυτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως καταγγελίας, που δεν του κατέβαλε η εναγομένη και δικαιούται να αξιώσει. Η εναγομένη με τις προτάσεις της επαναφέρει παραδεκτά την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως που και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε προτείνει ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι μετά την δημοσίευση της 356/2009 απόφασης του ΑΠ με την οποία αναιρέθηκε η 2151/2002 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε αρχικά επί της υπό κρίση αγωγής δε μεσολάβησε άλλη διαδικαστική πράξη εκτός από την κατάθεση την 18.2.2010 της από 17.2.2010 κλήσης του ενάγοντος υπ' αριθ.
εκθέσεως καταθέσεως 32448/783/2010 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπό κρίση αγωγή με συνέπεια να συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ... Όμως εν προκειμένω δεν πρόκειται για αξίωση προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις των αριθμών 6 και 17 του άρθρου 250 ΑΚ.
Περαιτέρω η μη εκπλήρωση της προς καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης υποχρεώσεως του εργοδότη την οποία ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία, συνεπώς δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ σύμφωνα με την οποία η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση.
Επομένως εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά η ως άνω αξίωση παραγράφεται σε είκοσι χρόνια από τότε που γεννήθηκε αυτή και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρ. 249 και 251 ΑΚ).
Εν προκειμένω η αξίωση γεννήθηκε την 24.5.2001 οπότε και κατέστη δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη συνεπώς έκτοτε άρχισε να τρέχει ο χρόνος παραγραφής της που διακόπηκε με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής την 16.11.2001. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 2151/2002 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία αναιρέθηκε με την 356/2002 απόφαση του ΑΠ, που δημοσιεύθηκε την 23.9.2002 η οποία συνιστά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων στα πλαίσια της ως άνω δίκης.
Έκτοτε και μέχρι την κατάθεση και επίδοση την 19.2.2010 της από 17.2.2010 Κλήσης του ενάγοντος με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπό κρίση αγωγή δεν έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα είκοσι ετών. Περαιτέρω και όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 η οποία ορίζει ότι είναι απαράδεκτη κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της οφειλόμενης κατά το ν. 2112/1920 ή το β.δ.
της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως απολύσεως, εφόσον η σχετική αγωγή δεν επιδοθεί εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή, καθιερώνει απαράδεκτο, που εξαντλείται με την εμπρόθεσμη άσκηση της αγωγής, όπως έγινε και εν προκειμένω. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει παραγραφεί έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης ως βάσιμος κατ' ουσία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, για καταβολή της αποζημιώσεως, λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α' ν 3198/1995, αφού εν τω μεταξύ δέχθηκε ότι η αξίωση αυτή του αναιρεσιβλήτου κατέστη ληξιπρόθεσμη και δικαστικά επιδιώξιμη από της λύσεως της συμβάσεως εργασίας την 24.5.2001 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 16.11.2001.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου υπόκειται στην παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 AK, η οποία όμως δεν είχε εδώ εφαρμογή, αφού η εν λόγω αξίωση υπόκειται στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι περί παραγραφής διατάξεις εφόσον η σχετική αγωγή ασκήθηκε εντός της εξάμηνης προθεσμίας, όπως εν προκειμένω κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, σε ορθό τελικά αποτέλεσμα κατέληξε, με το να απορρίψει την περί πενταετούς παραγραφής εν επιδικία ένσταση της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, µε την οποία αντικαταστάθηκε το β` εδ. του άρθρου 8 ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί µε την παρ. 4 του άρθρου 8 ν.δ. 3789/1957, "μισθωτοί εν γένει, υπαγόµενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συµπληρώσαντες ή συµπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας των ή να αποµακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαµβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι µεν επικουρικώς ησφαλισµένοι το 40%, οι δε µη ησφαλισµένοι επικουρικώς το 50% της υπό του ν. 2112/1920 οριζοµένης αποζημιώσεως, για την περίπτωση της απροειδοποιήτου καταγγελίας", κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συµβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατοµικές συµβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".
Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α` του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, ως "ευνοϊκότεροι όροι" νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της, είτε στο ίδιο το δικαίωµα καταγγελίας.
Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο.
Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και εκείνης, που καταβλήθηκε, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού. Τέτοιο ευνοϊκότερο, των ρυθμίσεων του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, όρο αποτελεί και η συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη αντί της προβλεπομένης στο άνω άρθρο μειωμένης αποζημιώσεως, να προβεί ο εργοδότης στην προαγωγή του εργαζομένου, που θα του αποφέρει μεγαλύτερη σύνταξη, προαγωγή την οποία χωρίς τη συμφωνία αυτή δεν θα λάμβανε (ΑΠ 681/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, σε σχέση με τον πρωτοδίκως προταθέντα και παραδεκτά επαναφερθέντα στο δεύτερο βαθμό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο ενάγων έλαβε κατά την αποχώρηση του ανταλλάγματα κατά πολύ ανώτερα της αιτουμένης απ' αυτόν αποζημιώσεως και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ενόψει της αποχωρήσεώς του αντί αποζημίωσης η προαγωγή του στον επόμενο βαθμό και όταν απεχώρησε γνώριζε ότι δεν θα λάβει κανένα άλλο ποσό ως αποζημίωση, αποδεχόμενος πλήρως τα συμφωνηθέντα, χωρίς καμία επιφύλαξη και ως εκ τούτου δεν δικαιούται την αιτουμένη αποζημίωση, το Εφετείο µε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων κατά την αποχώρησή του είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του εδαφ.
α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.
Συνεπώς δεν απαιτούνταν καν η συναίνεση την εναγομένης για την θεμελίωση της αξίωσής του για την αιτουμένη αποζημίωση. Πέραν τούτου το γεγονός ότι ο ενάγων προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή με αποτέλεσμα να λαμβάνει μεγαλύτερη σύνταξη από αυτή που θα δικαιούταν, αν δεν είχε προαχθεί, δεν του στερεί το δικαίωμα να λάβει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις αποζημίωση, αφού αυτή αφορά άλλη παροχή και δεν συνεπάγεται τον αποκλεισμό καταβολής της ένδικης αποζημίωσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 3 του ν. 435/1976. Επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση άλλη από εκείνη που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2933/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ