Legislator Case Law & Legislation
70/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's labor dispute judgment.

Case Number 70/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific evidence and ignored claims about her working hours and salary structure. The court rejected these arguments as inadmissible because they challenged the substantive facts and discretionary assessments already made by the lower courts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1 CPolD; Art. 559 nos. 1, 8 CPolD: The Supreme Court does not review the factual evaluation of the court of first instance; appeals challenging substantive facts or discretionary assessments are inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute substantive facts discretionary assessment inadmissible appeal Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 CPolD
Art. 559 no. 1 CPolD
Art. 559 no. 8 CPolD
Art. 1 N. 3198/55
Art. 4 of the 28-5-2004 Labor Law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 70 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 70/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θάνο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Αθλητικού Συλλόγου με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βουρνά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2004 κύρια αγωγή καθώς και την από 19-7-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 896/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως γίνεται επίκληση πλημμελειών: α) από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο: 1) της 8115/2005 ένορκης βεβαιώσεως του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου ... (η οποία όμως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως συνεκτιμηθέν αποδεικτικό μέσο) και 2) των καθοριζομένων δεκατριών (13) εγγράφων τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και β) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, για απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας: 1) περί απασχολήσεώς της κατά τα Σαββατοκύριακα, 2) περί του συμφωνηθέντος ύψους της αμοιβής της, κατά το δεύτερο έτος της απασχολήσεώς της, από 590 ευρώ μηνιαίως και 3) περί πραγματικής απασχολήσεώς της ως επιστάτριας και όχι ετοιμότητας προς εργασία καθ' όλες τις ώρες του ωραρίου της.

Με τους λόγους όμως αυτούς, όπως διατυπώνονται στο αναιρετήριο, επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων (ανέλεγκτη) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως οι ανωτέρω λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της ισχυρισμό της ότι η σύμβαση εργασίας μερικής απασχολήσεώς της καταρτίσθηκε μετά την πρόσληψή της και ήταν εικονική, γενόμενη προς το σκοπό να αποφύγει το αναιρεσίβλητο την καταβολή προς το ΙΚΑ μέρους των εργοδοτικών του εισφορών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθέν ειδικότερα ότι η σύμβαση μερικής απασχολήσεως της αναιρεσείουσας καταρτίσθηκε εγγράφως κατά το χρόνο της προσλήψεώς της (1-10-2002) και ήταν έγκυρη και όχι εικονική.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δια εσφαλμένης αναγνώσεως και παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος εάν δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενό του και τέλος το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρετικής αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. πλημμέλεια της παραμορφώσεως εγγράφου το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα της από 1-10-2002 συμβάσεως μερικής απασχολήσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου σωματείου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ενέχει παντελή αοριστία, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ανάγνωση αυτού από το δικαστήριο της ουσίας.

Με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1 ότι κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως. Εξάλλου, από το άρθρο 10 παρ.1 του κωδ. ν. 3514/1928, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, προκύπτει ότι η νομική ιδιότητα του μισθωτού ως εργάτη ή υπάλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και αν με αυτή, αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο, συνίσταται στην παροχή σωματικής ενέργειας, ο μισθωτός είναι εργάτης, ενώ, αντιθέτως, αν η παροχή της εργασίας απαιτεί εξιδιασμένη εμπειρία και θεωρητική κατάρτιση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεσή της, ο μισθωτός φέρει την ιδιότητα του υπαλλήλου, διότι στην περίπτωση αυτή προέχει το πνευματικό στοιχείο.

Περαιτέρω, κατά κανόνα, η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργό ή θετική παραδοχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη κάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωση του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, 1876/1990 και 3755/1957, η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για "σχέση ετοιμότητας για εργασία", η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία που είναι και η πιο συνηθισμένη στην πρακτική, συνιστά η λεγόμενη "γνήσια ετοιμότητα για εργασία", στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, (β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη "μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης", κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και (γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας" και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού.

Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία. Η πάγια αυτή θέση της νομολογίας για την διάκριση, κατά την προδιαληφθείσα των όρων έννοια, μεταξύ της γνήσιας και της μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία αναφορικά με το θέμα αμοιβής του μισθωτού δεν διαφοροποιείται με το π.δ. 88/1999, με το οποίο εναρμονίσθηκε το εσωτερικό δίκαιο με την 93/104 ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 23-11-1993, η οποία τροποποιήθηκε με την επακολουθήσασα 2000/34 ΕΚ του Συμβουλίου της 22-6-2000 και σε συμμόρφωση προς αυτήν το π.δ. 88/1999 τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 (ΑΠ Ολομ. 10/2009).

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Δυνάμει έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην ...

την 1-10-2002 μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του εναγόμενου αθλητικού σωματείου που εδρεύει στην ... (όπου διατηρεί αθλητικό γήπεδο) και της ενάγουσας, η τελευταία προσλήφθηκε από το εναγόμενο προκειμένου να εργασθεί ως εργάτρια και δη ως επιστατρια του ως άνω γηπέδου του με πραγματική μερική απασχόλησή της και όχι πλήρη και με τη συμφωνία για πρόσθετη απλή - μη γνήσια ετοιμότητα της προς εργασία επιστάτριας, αντί της συμφωνημένης κατωτέρω κύριας και συμπληρωματικής αμοιβής.

Ειδικότερα, με έγκυρη ρήτρα - όρο της επίδικης σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η για αόριστο χρόνο διάρκεια της ημερήσιας πραγματικής απασχόλησης ως μικρότερη της κανονικής, δηλαδή η παροχή πραγματικής εργασίας κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με ημερήσιο ωράριο μικρότερο του κανονικού (απλή ή κοινή μερική απασχόληση) και συγκεκριμένα όχι επί οκτάωρο αλλά επί τετράωρο τα απογεύματα, ήτοι από 17.00 έως 21.00.

Κατά τις ώρες αυτές, η ενάγουσα επέβλεπε το χώρο του γηπέδου, μεριμνούσε για την καθαριότητα των εγκαταστάσεων, άναβε τα φώτα, τοποθετούσε τα δίκτυα (φιλέ) και τακτοποιούσε τις μπάλες μετά από τις προπονήσεις και τους αγώνες των αθλητών. Για την ως άνω κύρια πραγματική της απασχόληση, συμφωνήθηκε ως κύρια αμοιβή, για το πρώτο έτος το ποσό των 448 ευρώ μηνιαίως και για το δεύτερο έτος το ποσό των 472 ευρώ μηνιαίως.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ως προς τον συστατικό τύπο της ανωτέρω επίδικης σύμβασης, τις επ' αυτής υπογραφές των συμβληθέντων και σφραγίδα του εναγόμενου σωματείου (άρθρα 159, 160 ΑΚ) δεν υπάρχει ειδικότερο παράπονο οπό τους διαδίκους. Εξάλλου, ο ως άνω όρος περί μερικής απασχόλησης γνωστοποιήθηκε μέσα σε 15 ημέρες από την κατάρτισή του στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, όπως αυτό βεβαιώνεται με αριθμό πρωτοκόλλου ...

από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Ν, Γ Αχαΐας. Επίσης, όπως προκύπτει από την επίδικη σύμβαση, η ενάγουσα ανέλαβε και την πρόσθετη υποχρέωση, πριν από την έναρξη και μετά από το πέρας του παραπάνω απογευματινού ωραρίου της κύριας μειωμένης πραγματικής απασχολήσεώς της, να περιορίζει μερικώς την ελευθερία της υπέρ του εναγόμενου (εργοδότη) και να παραμένει μέσα στο χώρο της εργασίας της κατά τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας, προκειμένου να προσφέρει τις αυτές ως άνω υπηρεσίες της ως επιστάτρια δηλαδή επίβλεψη, όμως και να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές της δυνάμεις κατά τις ώρες αυτές, αφού διέμενε σε κατοικία εντός του γηπέδου, δυνάμενη να κατακλιθεί ή να ασχοληθεί με τις οικιακές εργασίες της, χωρίς να ελέγχεται από κανένα.

Για την ανωτέρω πρόσθετη απλή ετοιμότητα της ενάγουσας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η τελευταία να δικαιούται από το εναγόμενο, ως συμπληρωματική αμοιβή της, το ποσό των 142 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος εργασίας της και το ποσό των 118 ευρώ μηνιαίως για το δεύτερο έτος εργασίας της. Επίσης συμφωνήθηκε η παραχώρηση προς αυτήν της χρήσης κατοικίας εντός του προαναφερόμενου γηπέδου του εναγόμενου, χωρίς κάποιο περαιτέρω αντάλλαγμα και χωρίς να επιβαρύνεται η ενάγουσα με λογαριασμούς ρεύματος, νερού και θέρμανσης, τους οποίους πλήρωνε το εναγόμενο.

Η ενάγουσα παρέσχε στο εναγόμενο κατά τους ως άνω όρους της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως την κύρια μειωμένη πραγματική απασχόλησή της ως επιστάτρια του γηπέδου και επιπλέον την πρόσθετη απλή ετοιμότητά της προς ίδια εργασία μέχρι 1-7-2004, οπότε το εναγόμενο κατάγγειλε την εργασιακή της σύμβαση. Τις ώρες που η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη σε πρόσθετη απλή ετοιμότητα δεν αποδείχθηκε ότι χρειάσθηκε να παράσχει και πραγματική εργασία επιστάτριας του γηπέδου όπως η ίδια αβάσιμα ισχυρίζεται.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν δικαιούται τις ερειδόμενες στην πέραν του τετραώρου των εργασίμων ημερών πρόσθετη απλή ετοιμότητα της προς εργασία της επιστάτριας αμοιβές και προσαυξήσεις ούτε από ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ούτε νυκτερινή εργασία, ούτε από εργασία τις Κυριακές και τις λοιπές αργίες, αφού οι σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων δεν έχουν εφαρμογή στην πρόσθετη απλή ετοιμότητα προς εργασία, καθόσον δεν αποδείχθηκε αντίθετη συμφωνία των διαδίκων, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι θα ισχύσουν και στην περίπτωση της πρόσθετης απλής ετοιμότητας προς εργασία οι ανωτέρω διατάξεις.

Τούτων δοθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα κονδύλια της κύριας αγωγής για αμοιβές και προσαυξήσεις από ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση από 3-9-2002 έως 27-5-2004, για προσαυξήσεις από νυκτερινή εργασία για το ίδιο χρονικό διάστημα και προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις λοιπές αργίες, επίσης για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Επίσης για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθούν και τα αγωγικά κονδύλια της παρεμπίπτουσας αγωγής για ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από 31-5-2004 μέχρι 30-6-2004, για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας του ιδίου διαστήματος και για προσαύξηση εργασίας τις Κυριακές και λοιπές αργίες του ίδιου διαστήματος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα την 21-6-2003 τέλεσε γάμο, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε στο εναγόμενο, το οποίο όμως δεν της κατέβαλε το επίδομα γάμου, που της όφειλε. Το επίδομα αυτό υπολογίζεται με βάση τον κύριο μηνιαίο μισθό για την κύρια μερική πραγματική απασχόληση της ενάγουσας ως επιστάτριας, ήτοι 448 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2003 και 472 ευρώ για τους μήνες Οκτώβριο 2003 έως και Ιούνιο 2004.

Η εκ 142 ευρώ και 118 ευρώ αντίστοιχα συμπληρωματική μηνιαία αμοιβή για την πρόσθετη απλή ετοιμότητα της ενάγουσας προς εργασία επιστάτριας δεν συνυπολογίζεται εν προκειμένω, καθόσον επί της τελευταίας εργασίας, αφού δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών συμβάσεων για το επίδομα γάμου.

Με βάση τα ανωτέρω, το επίδομα γάμου α) για το χρονικό διάστημα Ιουλίου -Σεπτεμβρίου 2003 ανερχόταν σε 10% επί του ως άνω κύριου μηνιαίου μισθού, ήτοι 448 ευρώ Χ 10% = 44,8 ευρώ Χ 3 μήνες = 134,40 ευρώ και β) για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2003 μέχρι και Ιούνιο 2004 ανερχόταν σε 10% επί του κύριου μηνιαίου μισθού, ήτοι 472 Χ 10% = 47,20 ευρώ Χ 9 μήνες = 424,80 ευρώ.

Συνεπώς για την ανωτέρω αιτία το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 559,20 ευρώ (134,40 + 424,80). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κατέβαλε στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες με τον ανωτέρω τρόπο μηνιαίες αποδοχές της μηνός Μαΐου 2004 συνολικού ποσού 590 ευρώ (472 + 118). Τούτου δοθέντος, έχει αποσβεσθεί η οικεία απαίτηση της ενάγουσας από την ως άνω εργασιακή σύμβαση και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οφείλεται στην ενάγουσα εκ της προαναφερόμενης εργασίας της επίδομα αδείας 2004, ήτοι ποσό 236 ευρώ, υπολογιζομένου με βάση τον κύριο μηνιαίο μισθό του 2004, ήτοι 472 ευρώ (472/2), μη συνυπολογιζομένης της συμπληρωματικής μηνιαίας αμοιβής για την πρόσθετη απλή ετοιμότητα της ενάγουσας από 118 ευρώ κατά τα προαναφερόμενα.

Αντί του ποσού όμως των 236 ευρώ, το εναγόμενο κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό 140,95 ευρώ και ως εκ τούτου της οφείλει υπόλοιπο 95,05 ευρώ. Με την καταγγελία κατά τα ανωτέρω της συμβάσεως εργασίας, το εναγόμενο δεν κατέβαλε στην ενάγουσα υπόλοιπο εκ της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεώς της, για τον υπολογισμό της οποίας τίθεται ως βάση και πάλι μόνο η κύρια αμοιβή για την κύρια μειωμένη πραγματική απασχόληση της ενάγουσας, η οποία κατά μήνα Ιούλιο 2004 ανερχόταν σε 472 ευρώ μη συνυπολογιζομένης και αυτής για την πρόσθετη απλή ετοιμότητα της ενάγουσας για τους ίδιους ως ανωτέρω λόγους.

Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως της εργάτριας ενάγουσας τίθενται ως βάση οι μειωμένες ημερήσιες αποδοχές της κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση της μήνα, υπό το καθεστώς των μειωμένων (τεσσάρων ωρών), που απασχολήθηκε πραγματικά την κάθε ημέρα, δηλαδή το μειωμένο ημερομίσθιο μαζί με το επίδομα γάμου και εν προκειμένω 472 ευρώ + 47,2 ευρώ/επίδομα γάμου = 519,2 ευρώ : 25 = 20,77 ευρώ το ημερομίσθιο.

Στο ποσό αυτό θα συνυπολογισθεί και η ποσοστιαία ημερήσια αναλογία των επιδομάτων (δώρων) εορτών και επιδόματος αδείας η οποία θα προσαυξήσει τις ως άνω ημερήσιες αποδοχές της ενάγουσας κατά το 1/6 αυτών. Ως εκ τούτου οι μειωμένες ημερήσιες αποδοχές της ενάγουσας κατά τον τελευταίο πριν την απόλυση της μήνα υπό το ανωτέρω καθεστώς των μειωμένων ωρών που απασχολήθηκε πραγματικά, την κάθε ημέρα ανερχόταν σε 24,23 ευρώ [20,77 + (20,77 Χ 1/6 = 3,46)].

Η ενάγουσα κατά το χρόνο απόλυσής της είχε συμπληρώσει 1 έτος και 9 μήνες απασχόλησης.

Συνεπώς η αποζημίωση "που έπρεπε να της καταβληθεί για την απροειδοποίητη καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, ανέρχεται σε 169,61 ευρώ (24,23 ευρώ Χ 7 ημερομίσθια), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3198/55 και άρθρο 4 της από 28-5-2004 ΕΣΣΕ. Αντί του ποσού αυτού όμως, το εναγόμενο κατέβαλε στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 105,43 ευρώ.

Συνεπώς, εκ του λόγου αυτού, το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα υπόλοιπο 64,18 ευρώ και συνολικά οφείλει το ποσό των 512 ευρώ (134,40 + 377,60), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της κύριας αγωγής και το ποσό των 206,43 ευρώ (47,20 + 95,05 + 64,18), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει όμοια. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες, τέταρτος και έβδομος λόγοι της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-4-2007 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 896/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ