Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments not raised before the Court of Appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the lower court erred by considering a €1 discrepancy in severance pay that was not explicitly raised as a ground for invalidating the contract. The court ruled that this argument had been properly presented to the Court of Appeal as a defense against the appeal, making the Supreme Court's consideration of it procedurally valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not raised before the appellate court, but the appellate court may validly consider arguments raised as a defense against the appeal if they constitute independent factual claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 70 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 70/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.
Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Προμηθευτικός Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών Ν. Σερρών Π.Ε.", που εδρεύει στις ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαφαρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 4-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 1 κάθε μιας από τις αμέσως πιο κάτω αναφερόμενες Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής κι εργασίας του προσωπικού φαρμακευτικών και συναφών επιχειρήσεων όλης της Χώρας" και δη: α) της από 15-6-1999 Σ.Σ.Ε. (πρ.καταθ. Υπ. Εργασίας 58/30-6-1999, β) της από 20-7-2000 Σ.Σ.Ε. (πρ.καταθ. Υπ. Εργασίας 95/27-7-2000), γ) της από 25-7-2001 Σ.Σ.Ε. (πρ.καταθ.
Υπ. Εργασίας 78/31-7-2001), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. οικ. 14247 της 20-12-2001/16-1-2002 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δ) της από 10-7-2002 Σ.Σ.Ε. (πρ.καταθ. Υπ .Εργασίας 86/25-7-2002), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. οικ. 13023 της 30-10/13-11-2002 απόφαση του ίδιου Υπουργού, ε) της από 26-6-2003 Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ.
οικ. 16473 της 6/12-11-2003 απόφαση του ίδιου Υπουργού και στ) της από 15-6-2004 Σ.Σ.Ε. (πρ.καταθ. Υπ. Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 58/14-7-2004), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14-7-2004 με την υπ' αριθ. 13154 της 25-10/1-11-2004 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας, "στις διατάξεις της Σύμβασης αυτής υπάγεται το προσωπικό που ασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε όλη τη Χώρα, σε οποιονδήποτε τομέα και υπηρεσία φαρμακευτικών και συναφών επιχειρήσεων.
Δηλαδή φαρμακοβιομηχανίες, αντιπροσωπείες φαρμακευτικών οίκων εξωτερικού, βιομηχανίες καλλυντικών, κτηνιατρικών και γεωργικών φαρμάκων, καθώς και στα καταστήματα πώλησης των προϊόντων αυτών, φαρμακαποθήκες και φαρμακεία αυτοτελή ή εντός νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Επίσης στα καταστήματα παραφαρμακευτικών και ιατρικών ειδών, αντιπροσωπείες εξωτερικού και βιομηχανίες παραγωγής των ειδών αυτών".
Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 3 κάθε μιας από τις αμέσως πιο πάνω Σ.Σ.Ε. οι βασικοί μισθοί των καλυπτομένων από αυτές υπαλλήλων κλιμακώνονται με βάση τα έτη υπηρεσίας η προϋπηρεσίας σε άλλο εργοδότη και προσαυξάνονται με επίδομα τριετίας, για το οποίο συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία σε ομοειδή ή συναφή επιχείρηση.
Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο 3 κάθε μιας από τις εν λόγω Σ.Σ.Ε. .ορίζει ότι, ο χρόνος υπηρεσίας και προϋπηρεσίας των υπαλλήλων υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την υπ' αριθ. 47/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και την υπ' αριθ. 46/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς, ενώ με το άρθρο 2 περ. α' της πρώτης από τις διαιτητικές αυτές αποφάσεις ορίζεται, ειδικότερα, ότι "η μισθοδοσία καθορίζεται αναλόγως της παρά τω αυτώ ή ετέρω εργοδότη ομοτίμου ή συναφούς υπηρεσίας".
Από τη διατύπωση των αμέσως πιο πάνω διατάξεων σαφώς πρόκυπτει ότι για τον συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίαςς του μισθωτού, για τη με βάση αυτή διαμόρφωση των αποδοχών του, πρέπει αυτός να γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία του στον εργοδότη του με την προσαγωγή των σχετικών πιστοποιητικών. Πάντως ο μισθωτός ο οποίος δεν γνωστοποίησε την προϋπηρεσία του κατά την πρόσληψή του δεν στερείται το δικαίωμα να γνωστοποιήσει αυτήν αργότερα, πλην όμως στην περίπτώση αυτήν η υποχρέωση για καταβολή των υψηλότερων αποδοχών, που διαμορφώνονται από την εν λόγω προϋπηρεσία αρχίζει από τη γνωστοποίηση, η οποία έτσι μπορεί να γίνει και μεταγενεστέρως , αφού δεν υφίσταται κάποια ανατρεπτική προς τούτο προθεσμία.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένα περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι οροί της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο "Προμηθευτικό Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Ν. Σερρών Π.Ε." την 1-12-1999 για να εργαστεί στις αποθήκες του στις ......, με σύμβαση εξαρτημένης, εργασίας ορισμένου χρόνου για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών, η οποία μετατράπηκε κατά τη λήξη της (29-2-2000) σε αορίστου χρόνου, απασχολούμενη επί πενθήμερο 40 ώρες εβδομαδιαίως και με συμφωνηθείσα αμοιβή την προβλεπόμενη από τις διαδοχικώς καταρτιζόμενες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Η αναιρεσείουσα εργάστηκε ανελλιπώς από Δευτέρα έως Παρασκευή από τις 7.30 π.μ. έως τις 15.00 μ.μ. και ένα απόγευμα την εβδομάδα από τις 18.00 μ.μ. έως τις 20.30 μ.μ. μέχρι τις 28-2-2005, οπότε και ο αναιρεσίβλητος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Όμως αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε προϋπηρεσία σε άλλον εργοδότη καθόσον δεν προσκόμισε σχετική βεβαίωση γι' αυτό, όπως όφειλε, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18, αντίστοιχα, των από 26-5-1992 και 29-6-1993 Σ.Σ.Ε. "των επιστημόνων φαρμακοποιών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ολόκληρη τη Χώρα".
Η χωρίς ημερομηνία βεβαίωση του Α, φαρμακοποιού, η οποία προσκομίστηκε στο Εφετείο σε φωτοτυπία με ημερομηνία επικύρωσης την 7-5-2001, στην οποία αναφέρεται ότι απασχόλησε στο φαρμακείο του την αναιρεσείουσα για το χρονικό διάστημα από 2-11-1995 έως 13-10-1997, δεν προσκομίστηκε στον αναιρεσίβλητο, προκειμένου να καταγραφεί στο σχετικό έγγραφο σταθερών στοιχείων μισθωτού, για να δικαιούται αυτή επίδομα προϋπηρεσίας.
Εξάλλου, η αναφορά σε επιστολή που ο αναιρεσίβλητος έστειλε στην αναιρεσείουσα ότι "προσλήφθηκε ως άτομο με γνώσεις και εμπειρία των φαρμάκων", πέραν της γενικότητάς της, δεν αναιρεί την υποχρέωση της τελευταίας που είχε να προσκομίσει σχετικό έγγραφο, σύμφωνα με τις αμέσως πιο πάνω Σ.Σ.Ε.". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, ο οποίο δέχτηκε και ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει η αναιρεσείουσα να λαμβάνει τις νόμιμες αποδοχές που προβλέπουν οι Σ.Σ.Ε., στη συνέχεια δέχτηκε ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα), εκτός από το νόμιμο μισθό της και άλλα αναφερόμενα επιδόματα, θα έπρεπε να λαμβάνει και το επίδομα τριετίας από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 και με βάση την παραδοχή του αυτή δέχτηκε ότι η αποζημίωση απολύσεως, την οποία αυτή δικαιούνταν να λάβει εξαιτίας της κατά τα πιο πάνω κατά τις 28-2-2005 γενομένης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως εργασίας της θα έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τις τακτικές αποδοχές της του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, στις οποίες περιλαμβανόταν και επίδομα τριετίας με έναρξη λήψεώς του από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζουν το διατακτικό της με βάση άλλο κανόνα δικαίου. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη "μείζονα" πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην "ελάσσονα" πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998).
Για το λόγο ακριβώς αυτόν η ευδοκίμηση των λόγων αναιρέσεως, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998) και συνεπώς, αν με βάση τις παραδοχές αυτές το συμπέρασμα του δικαστηρίου (διατακτικό) είναι ορθό, η υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών ("ελάσσονος" προτάσεως) σε λανθασμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου ("μείζονα" πρόταση) δεν θεμελιώνει τις πλημμέλειες των αμέσως πιο πάνω αναιρετικών λόγων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα δεν είχε προϋπηρεσία σε άλλον (εκτός του αναιρεσίβλήτου) εργοδότη, αφού "δεν προσκόμισε σχετική βεβαίωση γι' αυτό", κατά τα πιο πάνω σχετικώς αναφερόμενα, ενώ "η χωρίς ημερομηνία βεβαίωση του Α, φαρμακοποιού, η οποία προσκομίστηκε στο Εφετείο σε φωτοτυπία ......, στην οποία αναφέρεται ότι απασχόλησε στο φαρμακείο του την αναιρεσείουσα για το χρονικό διάστημα, από 2-11-1995 έως 13-10-1997, δεν προσκομίστηκε στον αναιρεσίβλητο, προκειμένου να καταγραφεί στο .....
έγγραφο σταθερών στοιχείων μισθωτού, για. να, δικαιούται αυτή επίδομα προϋπηρεσίας". Ανεξάρτητα όμως από το ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένως στήριξε τη μη πριν από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 αναγνώριση προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας. στη μη τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 16 και 18, αντίστοιχα, των από 26-5-1992 και 29-6-1993 Σ.Σ.Ε. "των επιστημόνων φαρμακοποιών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ολόκληρη τη Χώρα" , εφόσον, οι εν λόγω Σ.Σ.Ε., κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του, δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέες, ακριβώς διότι η αναιρεσείουσα, ως μη επιστήμονας φαρμακοποιός, δεν υπαγόταν στις συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας, αλλ' αντιθέτως υπαγόταν, ως εκ της ιδιότητας υπό την οποία είχε προσληφθεί και εργαζόταν στον αναιρεσίβλητο, στις ως άνω Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού φαρμακευτικών και συναφών επιχειρήσεων όλης της Χώρας",εν τούτοις, παρά την εσφαλμένη νομική αυτήν αιτιολογία της εν λόγω (προσβαλλόμενης) αποφάσεώς του το διατακτικό της αποφάσεως αυτής κατά το σχετικό μέρος της είναι ορθό.
Και αυτό γιατί η σαφής παραδοχή του ότι η αναιρεσείουσα μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 δεν είχε γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία της στον αναιρεσίβλητο με την προσαγωγή των σχετικών πιστοποιητικών σε συνδυασμό με το ότι τελικά, σε κάθε περίπτωση, δέχεται, όπως εκτιμάται, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε λάβει γνώση της προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας από άλλη πηγή, στηρίζει την κρίση του για μη συνυπολογισμό τέτοιου χρόνου προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας μισθωτή για τη με τη βάση αυτή διαμόρφωση των αποδοχών της.
Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι α) αφενός πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να στηρίξει με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω κρίση του (για μη αναγνώριση προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας) στις προαναφερόμενες Σ.Σ.Ε. των επιστημόνων φαρμακοποιών και με το να μην εφαρμόσει τις επίσης πιο πάνω από 15-6-1999, 20-7-2000, 25-7-2001,10-7-2002, 26-6-2003 και 15-6-2004 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού φαρμακευτικών και συναφών επιχειρήσεων όλης της Χώρας" παραβίασε τις τελευταίες αυτές Σ.Ε.Ε., καθώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ίδιων Σ.Σ.Ε.
με το να απαιτηθούν για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις εν λόγω Σ.Σ.Ε., και β) αφετέρου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο α,' πρέπει, αφού αντικατασταθεί το κατά την έννοια.
της διατάξεως του άρθρου 578 ΚΠολΔ σχετικό αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να απορριφθούν. Δεν συντρέχει δε περίπτωση, για να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εν λόγω εσφαλμένη αιτιολογία της, ακριβώς διότι η αιτιολογία της αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο, αφού δεν αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε και ως εκ τούτου δεν έχει προσόντα διατακτικού, δεδομένου ότι η αιτιολογία αυτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, δεν στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως αυτής.-
2.- Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, και των υπ' αριθ. ......, ......, ......, ......, ...... και ...... ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Αραπάκη, καθώς και όλων των εγγράφων, τα οποία νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διάδικους.
Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε α) την υπ' αριθ. ...... ένορκη, βεβαίωση του Δημητρίου Θεοδοσοπούλου ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Αραπάκη, καθώς και το υπ' αριθ. ......
Δελτίο Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών της αναιρεσείουσας και β) τις υπ' αριθ. ......, ......, ......, ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις των Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ και Ζ, αντίστοιχα, ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Αραπάκη, τα οποία αποδεικτικά μέσα είχε επικαλεστεί ως προσκομιζόμενα και είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα.
Μάλιστα όλες τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις το Εφετείο ρητώς τις μνημονεύει στην προσβαλλομένη απόφασή του ως ληφθείσες υπόψη και εκτιμηθείσες για την εξαγωγή του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, έστω και αν δεν προβαίνει σε περαιτέρω ειδική και χωριστή αξιολόγηση τόσο των εν λόγω ένορκων βεβαιώσεων όσο και του μη ειδικώς περαιτέρω μνημονευόμενου προαναφερόμενου υπό το στοιχείο α' εγγράφου και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφαση του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως αφενός οι τρίτος, τέταρτος κατά το σχετικό τμήμα του υπόλοιπου (δευτέρου) μέρους του και, αφετέρου έκτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις της μη λήψεως υπόψη, αντιστοίχως, των ως άνω υπό τα στοιχεία α' και β' αποδεικτικών μέσων (ένορκης βεβαιώσεως και εγγράφου αφενός και ένορκων βεβαιώσεων αφετέρου, αντίστοιχα) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.
Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 335, 340, 352 ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αυτεπαγγέλτως, πλην όμως για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, σε περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν την έχει λάβει υπόψη, πρέπει να έχει γίνει επίκληση αυτής από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε και δη με τις προτάσεις που αυτός (αναιρεσείων) υπέβαλε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αυτό να αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως (βλ.σχ.
ΑΠ 575/1980). Στην προκειμένη περίπτωση με το υπόλοιπο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ μέρους του τέταρτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται και η περαιτέρω αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστικής ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, που περιεχόταν στις προτάσεις που αυτός υπέβαλε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω (προσβαλλόμενη) απόφαση για το ότι αυτός γνώριζε την προϋπηρεσία της αναιρεσείουσας σε άλλο εργοδότη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι η αναιρεσειουσα είχε επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, και δη με τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, τέτοια δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου.- 3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει αν η ως άνω στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν έγκυρη, παρά το ότι η αποζημίωση απολύσεως, που είχε καταβληθεί σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) υπολειπόταν κατά ένα (1) ευρώ, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εν λόγω μικρή διαφορά δεν καθιστούσε άκυρη την εν λόγω καταγγελία επειδή οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη του αναιρεσιβλήτου ως προς τις αποδοχές της αναιρεσείουσας, παρά το ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα από αυτόν (αναιρεσίβλητο), υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς γενόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτός είχε προβάλει στην κατ' έφεση δίκη με τις εν λόγω προτάσεις του και δη σε κάθε περίπτωση παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως της αντιδίκου του (αναιρεσείουσας), την οποία αυτή είχε ασκήσει, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, τον ένσταση αποτελούντα αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό (κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 342, 200 και 288 του ΑΚ) ότι, η καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως υπολειπόμενης κατά ένα (1) ευρώ ήταν δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, οφειλόμενη σε εύλογη αμφιβολία και πλάνη, συγγνωστή ως προς το ακριβές ύψος της αποζημιώσεως αυτής, μη υφιστάμενης έτσι ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας από την αιτία αυτή, με αποτέλεσμα το Εφετείο επιτρεπτώς να λάβει υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό και να μην έχει υποπέσει στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 91/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ