Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing finality of lower court judgment and lack of reviewable errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance in a civil dispute. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence and procedural conduct, but the court found no grounds for intervention. The decision rests on the principle that final judgments are immune from appeal unless specific statutory conditions are met, which were not satisfied here.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Articles 501, 503 of the Code of Civil Procedure: A final judgment terminates the trial and is not subject to appeal unless specific statutory conditions for annulment are met, and procedural errors in applying civil procedure rules do not constitute grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 70 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 70/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ι. χήρας Κ. Π., κατοίκου…, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αναγνωστάκη.
Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση: 1) Μ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου…, 2) Μ. (Μ.) συζύγου Γ. Λ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου … και 3)Μ. Φ. Μ., κατοίκου …., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσιούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 15-1-1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12855/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 10837/1996 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-4-1997 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1407/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 3-6-2004 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 5-4-2002 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 309 εδάφ. α', 321 και 495 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και όχι κατά τη συζήτηση αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.2915/1993, "ανακοπή κατά απόφασης, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος, που δικάσθηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης".
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 2, προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται για κάποιον από τους ομοδίκους, περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν που καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί, κατά το μέρος τούτο, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πριν τελεσιδικήσει για τους λοιπούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης Μ. θυγ. Φ. Μ.. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι η ερήμην αυτή απόφαση επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη Μ. Μ., ώστε να αρχίσει η πιο πάνω προθεσμία επί ανακοπής ή ότι παραιτήθηκε αυτή από το δικαίωμα ασκήσεώς της ή από το ένδικο αυτό μέσο, που τυχόν έχει ασκηθεί.
Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της, που αφορά την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε κατά αποφάσεως, που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 97 και 98 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα προς διεξαγωγή δίκης παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις, που αφορούν την διεξαγωγή της δίκης, εκτός από εκείνες, για τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, ήτοι που πρέπει να αναφέρονται ρητώς στην, κατά το άρθρο 96 δικαιοπραξία, με την οποία χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα.
Στις τελευταίες δεν περιλαμβάνεται η παραίτηση από το δικόγραφο (μόνο) της αγωγής, ούτε η παραίτηση από το δικονομικό δικαίωμα εξετάσεως μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι χώρησε εγκύρως, στο όνομα της αναιρεσείουσας, παραίτηση από το δικόγραφο της συνεκδικασθείσας αγωγής της κατά των αναιρεσιβλήτων, αφορώσας το κύρος διαθηκών, καθώς και από το δικαίωμα της προς εξέταση των γνωστοποιηθέντων μαρτύρων της επί της αντίθετης αγωγής των αναιρεσιβλήτων (κατ' αυτής), με δήλωση του δικηγόρου Ε.
Σ., γαμβρού της αναιρεσείουσας, έχοντος, ως ανελέγκτως δέχεται, γενική δικαστική πληρεξουσιότητα, με βάση δε τις παραδοχές αυτές επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως και περαιτέρω απέκρουσε την αίτηση, που υπέβαλε η αναιρεσείουσα για χορήγηση νέας προθεσμίας προς εξέταση των μαρτύρων της.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν κήρυξε, παρά τον νόμο, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και γι'αυτό ο υποστηρίζων τα αντίθετα 1ος (μέρος δεύτερο) λόγος αναιρέσεως, κατά την αντίστοιχη αιτίασή του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο νομικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι για τις παραιτήσεις αυτές απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα και δεν αρκεί γενική τοιαύτη, δεν αποτελεί "πράγμα", ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, ενώ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων και γι'αυτό, ως προς τις αντίστοιχες αιτιάσεις του από τους αριθμούς 8 περ.
β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός, μέρος πρώτο και τρίτο, είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τη γενική βεβαίωση του Εφετείου ότι σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, πλην άλλων, "και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπονται αμφιβολίες για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το υπ'αριθ. ... πιστοποιητικό νοσηλείας του ΝΙΜΤΣ, το οποίο προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς την αντίστοιχη αιτίασή του από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ως προς το υπόλοιπο περιεχόμενό του ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, υπό την αόριστη επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών των αριθ. 8, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει, κατά την αληθή του έννοια, την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, ιδίως επί του κρισίμου ζητήματος της ικανότητας της διαθέτιδας Β. Μ., συζ. Θ.Κ., για τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ζήτημα αν θα διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη ή η επανάληψη ή συμπλήρωση της αρχικής εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, η δε παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει στο σχετικό αίτημα του διαδίκου δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως ότι άφησε αίτηση αδίκαστη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι άφησε αδίκαστο το υποβληθέν αίτημα της αναιρεσείουσας να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10 Απριλίου 1997, αίτηση της Ι. χήρας Κ. Π. για αναίρεση της 10837/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ