Legislator Case Law & Legislation
709/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against insurance compensation for psychological pain under Article 932 of the Civil Code.

Case Number 709/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected appeals filed by multiple parties challenging a lower court's award of psychological pain damages in a motor accident case. The appellants argued the compensation amounts exceeded legal limits and violated the principle of proportionality under Article 932 of the Civil Code. The court found the lower court's reasoning sufficient, noting the awarded sums aligned with common judicial practice and did not abuse discretionary power.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that compensation for psychological pain in motor accidents must be based on common judicial practice and does not constitute a violation of proportionality if the amounts awarded are not manifestly excessive compared to similar cases.

Keywords

AI generated
psychological pain damages motor accident compensation Article 932 Civil Code discretionary power limits proportionality principle appeal dismissal judicial practice standards

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 709 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 709/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ. του Ε., 2) Ε. Γ. του Ι., 3) Δ. Γ. του Ι., 4) Χ. Γ. του Ι., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Α. Τ. του Γ., 5) Γ. Τ. του Α., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Α. Τ. του Γ., κατοίκων ..., 6) Χ. Κ. του Χ., που δεν παραστάθηκε, 7) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 8) Β. Δ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... και 9) Α. Β. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου εκ διαθήκης του Θ. Κ. του Α., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3ος και 9η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πατούνα και οι 4η, 5ος, 7η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πατούνα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Α. Τ. του Γ., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς του Χ. Γ. του Ι. (4η) και Γ. Τ. του Α. (5ος), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν και β) η Χ. Κ. του Χ. (6η) απεβίωσε στις 2-1-2023.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurolife ERB ΑΕΓΑ" και ήδη "Eurolife FFH Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" και δ.τ. "Eurolife FFH ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 31-10-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurolife FFH Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" και δ.τ. "Eurolife FFH ΑΕΓΑ" (πρώην "Eurolife ERB Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" και δ.τ. "Eurolife ERB ΑΕΓΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Ε., 2) Ε. Γ. του Ι., 3) Δ. Γ. του Ι., 4) Χ. Γ. του Ι., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Α. Τ. του Γ., 5) Γ. Τ. του Α., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Α. Τ. του Γ., κατοίκων ..., 6) Χ. Κ. του Χ., που δεν παραστάθηκε, 7) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 8) Β. Δ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... και 9) Α. Β. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου εκ διαθήκης του Θ. Κ. του Α., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3ος και 9η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πατούνα και οι 4η, 5ος, 7η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πατούνα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Α. Τ. του Γ., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς του Χ. Γ. του Ι. (4η) και Γ. Τ. του Α. (5ος), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν και β) η Χ. Κ. του Χ. (6η) απεβίωσε στις 2-1-2023.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2015 αγωγή των 1ου έως και 8ης των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων-υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Θ. Κ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1349/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 835/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 6-4-2021 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 29-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων-υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2023, ΑΠ 193/2023, ΑΠ 3/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τις υπό κρίση: Α) από 6-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2138/258/2021) και Β) από 29-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3054/412/2021), αιτήσεις αναίρεσης, διώκεται η αναίρεση της με αριθ. 835/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 666, 667, 670-676 και 681Α του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

Οι αιτήσεις, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συνεκδικασθούν, διότι έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ).

Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ.

του ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 175/2022, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 808/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων της από 6-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2138/258/2021) αίτησης αναίρεσης, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά (και επαναλαμβάνεται και με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού), μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήταν και ο ανήλικος Α.

Τ. του Γ. (εφεσίβλητος-αντεκκαλών), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους γονείς του τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσειόντων, που ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνά του. Όμως, ο ανωτέρω διάδικος ήδη, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενηλικιώθηκε στις 22-12-2022 (ως γεννηθείς στις 22-12-2004) και νομίμως παρίσταται ως αναιρεσείων στην ως άνω αίτηση αναίρεσης και ως αναιρεσίβλητος στην από 29-4-2021 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 3054/412/2021) αίτηση αναίρεσης, με το δικό του όνομα, αφού μετά την ενηλικίωσή του κατέστη ικανός για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νόμιμων αντιπροσώπων του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος (ΑΠ 1/2023, ΑΠ 42/2023).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Χρήστος Πατούνας, ο οποίος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (τη δήλωση αυτή επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού), γνωστοποίησε ότι η Χ. Κ. του Χ., έκτη αναιρεσείουσα στην από 6-4-2021 αίτηση αναίρεσης και έκτη αναιρεσίβλητη στην από 29-4-2021 αίτηση αναίρεσης, της οποίας ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως αυτό προκύπτει από το με αριθ. ...-2021 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Α.

Κ., απεβίωσε μετά την άσκηση των ως άνω αναιρέσεων, στις 2-1-2023 όπως εμφαίνεται από την από 28-2-2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Φαρκαδώνας Τρικάλων. Ενόψει αυτού και του ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 του ΚΠολΔ), η υπόθεση κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ πρέπει να χωριστεί ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, για την οποία, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου της, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους παριστάμενους λοιπούς διαδίκους.

Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η από 29-4-2021 αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκείται και κατά της ως άνω έκτης αναιρεσίβλητης, αφού ο θάνατος αυτής επήλθε μετά την άσκησή της (αναίρεσης).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι συγγενείς της Χ. Γ., με την ενώπιόν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 2-3-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 32874/1858/2015) αγωγή αποζημίωσης απευθυνόμενη κατά του πρώτου εναγόμενου (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, αντιστοίχως) Α. Δ., οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του και κατά της δεύτερης εναγόμενης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και δεύτερης αναιρεσίβλητης, αντιστοίχως) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Εurolife ERB Α.Ε.Γ.Α.", η οποία είχε ασφαλίσει το ως άνω όχημα για τις προς τρίτους ζημίες, ζητούσαν την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θανάσιμο τραυματισμό της ως άνω συγγενούς τους, κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 8-7-2014, στην επαρχιακή οδό ..., κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1349/2017 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του εξ αυτής θανάσιμου τραυματισμού της συγγενούς των ανωτέρω και επιδικάστηκαν σ'αυτούς τα αναφερόμενα ποσά. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν:

Α) από τους εναγόμενους, η από 30-6-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 58741/4561/2019) έφεση και Β) από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους (στη θέση του ένατου των οποίων Θ. Κ., ο οποίος απεβίωσε, μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπεισήλθε στη δίκη, ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, η Α. Β.), η από 30-7-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7382/6013/2019) αντέφεση, με τις οποίες επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και του ΑΚ, καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσαν οι μεν εναγόμενοι την απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων τους, οι δε ενάγοντες την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας την έφεση και αντέφεση εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά αυτές, απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση των εναγόντων, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγόμενων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την από 2-3-2015 αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 736/2019).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).

Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές .... κατά τις νυκτερινές ώρες ....

ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του ως άνω νόμου ''η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις'', κατά την παρ. 4 ''εκτός κατοικημένων περιοχών, επιτρέπεται η στάση ή η στάθμευση μόνο στους χώρους που έχουν διατεθεί για τον σκοπό αυτόν ή στα ερείσματα των οδών, αν δεν υπάρχουν τέτοια, όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και παράλληλα προς τον άξονά του, εκτός αν απαγορεύεται αυτό'' και, τέλος.

κατά την παρ. 9 ''Ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός των δίτροχων μοτοποδηλάτων και δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι και των Ε.Π.Η.Ο., αν υποχρεωθεί να σταθμεύσει σε οδόστρωμα σε θέση που απαγορεύεται η στάθμευση, είναι υποχρεωμένος να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή, σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα, με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν.

Η πινακίδα τοποθετείται στο οδόστρωμα και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα στις κατοικημένες περιοχές, πενήντα (50) δε μέτρα εκτός κατοικημένων περιοχών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος(κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητοδρόμους). Η αυτή υποχρέωση υφίσταται και για τα ρυμουλκούμενα στην ως άνω περίπτωση''.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου "1. Τα μηχανοκίνητα οχήματα στις οδούς, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι, επιβάλλεται να έχουν τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, αναμμένα τουλάχιστον τα δύο λευκά ή ειδικής επιλογής κίτρινα φώτα θέσης στο μπρος μέρος τους και ίσο αριθμό ερυθρών φώτων θέσης πίσω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στα άρθρα 65 και 66 του παρόντος Κώδικα ... 3.

Τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, η παρουσία μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση πρέπει να επισημαίνεται με τα μπρος και πίσω φώτα θέσης ή στάθμευσης. Εξαιρούνται: α) ..., β)..., γ)... και δ) ... . Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 εδ.

δ' του ίδιου κώδικα "Κατά τη διάρκεια της νύκτας ο οδηγός υποχρεούται να έχει τα φώτα του οχήματός του αναμμένα και να τα χρησιμοποιεί όπως πιο κάτω: α)..., β)..., γ)..., δ)... Τα φώτα θέσης επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 35 του παρόντος Κώδικα και με τα φώτα πορείας, τα φώτα διασταύρωσης και τα φώτα ομίχλης.

Σε περίπτωση στάσης ή στάθμευσης, μπορούν να ανάβουν τα φώτα θέσης ή τα φώτα στάθμευσης". Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 16 του εν λόγω Κ.Ο.Κ. "Τα μηχανοκίνητα οχήματα, εκτός από τις δίτροχες μοτοσικλέτες χωρίς καλάθι, τα τρίτροχα μοτοποδήλατα και τα ρυμουλκούμενα, επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένα με την πινακίδα ή την ειδική συσκευή επισήμανσης, η οποία αναφέρεται στα άρθρα 29 παρ. 3 και 34 παρ. 9 του παρόντος Κώδικα..." (ΑΠ 1670/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του ως άνω νόμου ''οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι' αυτούς ερείσματα. Κατ' εξαίρεση, μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις'' και κατά την παρ. 3 ''αν είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση των πεζοδρομίων ή των ερεισμάτων, που προορίζονται για τους πεζούς, ή δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή ερείσματα οι πεζοί μπορούν να βαδίζουν στο οδόστρωμα, κατά τρόπον ώστε να μην παρεμποδίζουν την κυκλοφορία''.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "...

Στις 8 Ιουλίου και περί ώρα 21.00, ο πρώτος ενάγων (ήδη πρώτος αναιρεσείων και πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αγροτικό μηχάνημα (θεριζοαλωνιστική μηχανή) μετά ρυμουλκούμενου κοπτικού τμήματος (μαχαιριού), συνιδιοκτησίας του ιδίου και της συζύγου του Χ. Γ. (θανούσης), κινείτο στο 1° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση από ...

προς …, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με άδεια διέλευσης από την αρμόδια Υπηρεσία της Περιφέρειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 και 54 του ν. 2696/1999, καθόσον λόγω διαστάσεων, βάρους και έλξης οχημάτων, υπέκειτο σε περιορισμό η κυκλοφορία του, ως προς τις οδούς διέλευσης, το χρόνο κυκλοφορίας, τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα και τα απαιτούμενα μέτρα οδικής ασφάλειας και χωρίς ασφαλιστήριο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, συμβόλαιο.

Η ανωτέρω επαρχιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, πλάτος οδοστρώματος 6,30 μέτρα και συγκεκριμένα 3 μέτρα στη λωρίδα κυκλοφορίας προς ... και χωμάτινο έρεισμα πλάτους 1 μέτρου και 3,30 μέτρα στην αντίθετη λωρίδα, με αλληλουχία στροφών, κατωφέρεια στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., κατά δε τον παραπάνω χρόνο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ενώ των πεζών ανύπαρκτη, η ορατότητα περιοριζόταν μόνο, λόγω νύκτας και μη επαρκούς τεχνητού φωτισμού, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, το όριο ταχύτητας, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, ορίζεται σε 90 χιλιόμετρα την ώρα και, κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και καλή, καθώς οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλές.

Η θεριζοαλωνιστική μηχανή έχει πλάτος 3,50 μέτρα και μήκος 7,80 μέτρα, ενώ το ρυμουλκούμενο κοπτικό τμήμα (μαχαίρι) δύο ρόδες και μέγιστο πλάτος στο σημείο όπου είναι οι ρόδες 2 μέτρα, το δε μήκος του, χωρίς τον άξονα ρυμούλκησης, είναι 6,4 μέτρα και συνολικά θεριζοαλωνιστική μηχανή και προσδεδεμένο ρυμουλκούμενο έχουν μήκος 15,30 μέτρα.

Στο 1° χιλιόμετρο της ως άνω επαρχιακής οδού η θεριζοαλωνιστική μηχανή παρουσίασε κατά την οδήγηση μηχανική βλάβη και ο πρώτος ενάγων αναγκάστηκε να τη σταθμεύσει εντός του ρεύματος πορείας του και συγκεκριμένα με τους δεξιούς τροχούς εντός του χωμάτινου ερείσματος και τους αριστερούς εντός του ρεύματος πορείας της, δίπλα ακριβώς στη διαχωριστική γραμμή, καταλαμβάνοντας ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

Εν συνεχεία τηλεφώνησε σε γνωστό του μηχανικό για να μεταβεί στο σημείο όπου είχε ακινητοποιηθεί το ως άνω όχημα, προκειμένου να επισκευάσει τη βλάβη. Επειδή όμως ο τελευταίος αδυνατούσε να μεταβεί άμεσα, τηλεφώνησε στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων (ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων), τα οποία έφτασαν στο σημείο με τη μητέρα τους Χ.

Γ. Μετά την άφιξή τους, ο πρώτος ενάγων μετέβη στο ... και, αφού πήρε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ογκομέτρησης σιτηρών (ΣΙΛΟ), ιδιοκτησίας της Χ. Γ., επίσης ανασφάλιστο, πλάτους 2,48 μέτρων, εντός του οποίου είχε κιβώτιο με εργαλεία επισκευής της μηχανής, επέστρεψε στις 21.45 στο σημείο όπου ήταν ακινητοποιημένη η θεριζοαλωνιστική μηχανή, προκειμένου να επιχειρήσει να την επισκευάσει, στάθμευσε δε προσωρινά στο αντίθετο από εκείνο όπου ήταν ακινητοποιημένη η ως άνω μηχανή ρεύμα κυκλοφορίας και στο ίδιο ύψος με αυτήν, προς το μέσο σχεδόν του οδοστρώματος, με αναμμένα τα φώτα πορείας.

Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων και πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο χρησιμοποιούσε για τις αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και δεύτερη αναιρεσίβλητη), εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, έτους κατασκευής 1997 και ημερομηνίας 1ης άδειας 11-4- 1997, 17 ΗΡ, το οποίο έως 8-8-2008 είχε πραγματοποιήσει 230.000 χιλιόμετρα, κινείτο επί της ως άνω επαρχιακής οδού με κατεύθυνση προς ...

και επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του στον αριστερό τροχό του ρυμουλκουμένου, έσπασε τον άξονα και τον οπίσθιο μηχανισμό στερέωσης (σφικτήρα) του μαχαιριού. Εν συνεχεία το προπεριγραφέν όχημα του πρώτου εναγομένου ανασηκώθηκε, λόγω της πρόσκρουσης, στους δύο αριστερούς τροχούς, συνέχισε την πορεία του ανασηκωμένο και κατέστρεψε την αριστερή πλευρά του μαχαιριού καθ' όλο το μήκος και κατέληξε με την εμπρόσθια πλευρά του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και στο εμπρόσθιο αριστερό μεσαίο τμήμα (καπό) και το εμπρόσθιο και πλευρικό αριστερό τμήμα (κάθετη αεροτομή καμπίνας) του με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκινήτου, όπου και ακινητοποιήθηκε, έχοντας, όμως, προηγουμένως παρασύρει και τραυματίσει θανάσιμα την πεζή Χ. Γ., σύζυγο του πρώτου ενάγοντος, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν όπισθεν της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., η οποία ειδικότερα υπέστη πολλαπλές βαριές κακώσεις σώματος, συνεπεία των οποίων και μόνο επήλθε ο θάνατος της, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.

πρωτ. 751/10-12-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λάρισας, ενώ και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος υπέστη κάκωση κεφαλής και νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων έως 10-7-2014, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 14580/15-7-2014 πιστοποιητικό του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος. Υπαίτιος πρόκλησης του ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα η πεζή Χ.

Γ., είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όπως κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα οδηγούσε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτατα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα και ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, αλληλουχία στροφών, που, σε συνδυασμό με την υπάρχουσα βλάστηση, εμπόδιζαν την ορατότητα, επαρχιακή οδός όπου κινούνται αγροτικά μηχανήματα, ογκώδη και βραδέως κινούμενα), αλλά και την παλαιότητα του οχήματός του, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τη στάθμευση των ως άνω οχημάτων επί του οδοστρώματος και να μην προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ούτε καν τροχοπέδηση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας και να προκαλέσει το επίδικο τροχαίο ατύχημα.

Ανεξαρτήτως, όμως, της αμέλειας του πρώτου εναγομένου, στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και πταίσμα του πρώτου ενάγοντος, διότι, αν και οδηγούσε τη θεριζοαλωνιστική μηχανή, η οποία, λόγω των διαστάσεων, του βάρους και της έλξης οχημάτων, υπόκειται σε περιορισμό η κυκλοφορία της, ως προς τις οδούς διέλευσης, το χρόνο κυκλοφορίας, τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα και τα απαιτούμενα μέτρα οδικής ασφάλειας, όπως προκύπτει και από τις μεταγενέστερα του ατυχήματος εκδοθείσες άδειες διέλευσης που έλαβε από την αρμόδια Διεύθυνση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, οι οποίες ορίζουν ότι δύναται να την κυκλοφορήσει σε διαδρομές όχι μεγαλύτερες των δύο χιλιομέτρων επί των επαρχιακών οδών του Ν.

Λάρισας και από την ανατολή του ηλίου έως τη δύση του, στη προκειμένη περίπτωση την οδηγούσε σε επαρχιακή οδό του Ν. Τρικάλων, μετά τη δύση του ήλιου και δεν έλαβε οποιοδήποτε προληπτικό μέτρο προς αποφυγήν τέλεσης ατυχήματος μετά την ακινητοποίηση της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και την πλήρη κάλυψη του οδοστρώματος.

Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, δεν έθεσε σε λειτουργία το σύστημα φωτισμού του οχήματος (φώτα διασταύρωσης, φώτα θέσης ή στάθμευσης, μπρος και πίσω και φώτα πέδησης, δείκτες πορείας και φάρο που είναι τοποθετημένος στο οπίσθιο και επάνω μέρος του οχήματος), δεν έφερε την προβλεπόμενη, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 81 παρ. 21 του ΚΟΚ, για τα αγροτικά μηχανήματα επί της οπίσθιας επιφάνειας αυτού ειδική μεταλλική τριγωνική πινακίδα με αντανακλαστικό υλικό ερυθρού χρώματος, το ηλεκτρικό σύστημα φώτων της θεριζοαλωνιστικής μηχανής δεν ήταν συνδεδεμένο με το σύστημα φώτων του ρυμουλκουμένου κοπτικού τμήματος, ήτοι ο ρευματολήπτης (φις) του ρυμουλκουμένου δεν ήταν συνδεδεμένος με τον ρευματοδότη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και τα καλώδια των δύο αναλαμψάντων προειδοποιητικών φάρων που βρίσκονται στο εμπρόσθιο και οπίσθιο πάνω άκρο του ρυμουλκουμένου ήταν κομμένα.

Επίσης δεν τοποθέτησε επί του οδοστρώματος την προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του ΚΟΚ προειδοποιητική πινακίδα σε απόσταση 50 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημα, ώστε να προειδοποιεί τους άλλους χρήστες της οδού για τη στάθμευση και τον πλήρη αποκλεισμό του ρεύματος πορείας προς ..., αλλά στάθμευσε και επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας το υπ' αριθ.

κυκλοφ. ... αυτοκίνητο, παράλληλα με τη θεριζοαλωνιστική μηχανή, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την κίνηση και επί των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της ως άνω επαρχιακής οδού. Σημειωτέον ότι ο πρώτος ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα και για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων στην επαρχιακή οδό μετακίνησε το ως άνω φορτηγό από το ρεύμα προς ..., όπου το είχε σταθμεύσει, στο έρεισμα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού και, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο, απέκρυψε από τους αστυνομικούς, που προσήλθαν μετά το ατύχημα στο σημείο, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το φορτηγό ήταν σταθμευμένο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., προς αποφυγή των ευθυνών του από την πράξη αυτή, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα του βιβλίου αδικημάτων-συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος Φαρκαδώνας της 9ης και 11ης Ιουλίου 2014 και τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν οι ως άνω προανακριτικοί υπάλληλοι, και αναγράφεται ότι άρχισε να συντάσσεται στις 22.55 της 08ης-7-2014, που μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος, και ολοκληρώθηκε, μετά την αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια, στις 22.00 της 11ης-7-2014.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, καθορίζεται σε 40% για τον πρώτο εναγόμενο και 60% για τον πρώτο ενάγοντα. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι ο πρώτος εξ αυτών κινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο για την ως άνω επαρχιακή οδό όριο ταχύτητας και ότι αφενός η έλλειψη φώτων και προειδοποιητικών πινακίδων επί του σταθμευμένου στο ρεύμα πορείας του οχήματος, αφετέρου η θάμβωση εκ των φώτων πορείας του σταθμευμένου στο αντίθετο ρεύμα πορείας φορτηγού, καθώς και ο πλήρης αποκλεισμός της επαρχιακής οδού, συνετέλεσαν αποκλειστικά στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Πλην όμως, ανεξαρτήτως του ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ταχύτητα που κινείτο το όχημα του πρώτου εναγομένου, εφόσον δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τη στάθμευση των ως άνω ογκωδέστατων οχημάτων επί του οδοστρώματος και δεν προέβη σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ούτε καν τροχοπέδηση, αποδεικνύει αμελή οδήγηση και υπέρτερη της επιβαλλομένης από τις προαναφερθείσες επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα, που συνέβαλαν στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, τα φώτα πορείας του οχήματος του και οι δύο τριγωνικοί ανακλαστήρες, που το ρυμουλκούμενο έφερε στο οπίσθιο τμήμα του, σύμφωνα με το άρθρο 72 του ΚΟΚ, θα είχαν αποτρέψει το ένδικο ατύχημα, άλλως περιορίσει τις συνέπειες αυτού.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο πρώτος ενάγων ότι, μετά το ατύχημα και προκειμένου να αποφύγουν την ανάφλεξη, εξαιτίας της διαρροής πετρελαίου και να απεγκλωβίσουν την ως άνω Χ. Γ., διέκοψαν τη λειτουργία των φώτων και αποσύνδεσαν το καλώδιο τροφοδοσίας του ρυμουλκουμένου. Πλην όμως, αφενός, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, δεν βρέθηκε χυμένο πετρέλαιο στο σημείο της σύγκρουσης, αφετέρου δεν απαιτείτο η αποσύνδεση των ως άνω καλωδίων για τον απεγκλωβισμό της θανούσας, καθώς αποδείχθηκε ότι δεν εμπόδιζαν τα ως άνω καλώδια την ανάσυρσή της κάτω από το ρυμουλκούμενο.

Αλλά και εάν πράγματι διέκοψαν τη λειτουργία των φώτων και αποσύνδεσαν το καλώδιο τροφοδοσίας του ρυμουλκουμένου προκειμένου με ασφάλεια να απεγκλωβίσουν τη θανατωθείσα, δεν δίνεται κάποια πειστική εξήγηση γιατί δεν τα έθεσαν σε λειτουργία εκ νέου, καθόσον ο κίνδυνος πρόκλησης και νέου ατυχήματος δεν εξέλιπε, δεδομένου ότι οι προανακριτικοί υπάλληλοι που συνέταξαν την έκθεση αυτοψίας μετέβησαν στο σημείο του ατυχήματος μία ώρα μετά και ενώ η θανατωθείσα Χ.

Γ. και ο πρώτος εναγόμενος είχαν απομακρυνθεί με ασθενοφόρο και στο σημείο είχαν παραμείνει οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων, τέκνα του πρώτου ενάγοντος και της θανούσας. Ισχυρίζεται επίσης ο πρώτος ενάγων ότι είχε τοποθετήσει μία τριγωνική προειδοποιητική πινακίδα σε απόσταση 60 μέτρων περίπου από το ρυμουλκούμενο και ενός μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή και δύο πορτοκαλί κώνους εντός του ρεύματος πορείας προς ...

σε απόσταση 55 και 40 μέτρων από το ρυμουλκούμενο, καθώς και δεύτερη προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 15 μέτρων από το ρυμουλκούμενο και στο μέσον του ρεύματος πορείας. Πλην όμως, από την έκθεση αυτοψίας δεν προκύπτει ότι είχε τοποθετηθεί τριγωνική προειδοποιητική πινακίδα σε απόσταση 60 μέτρων περίπου από το ρυμουλκούμενο και ενός μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή και ο ισχυρισμός ότι καταστράφηκε από το όχημα του πρώτου εναγομένου και ανευρέθηκε την επόμενη ημέρα δεν κρίνεται πειστικός, εφόσον δεν ανευρέθηκαν στο σημείο ούτε καν θραύσματα, που θα αποτυπώνονταν στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας.

Οι προσκομισθείσες από τους ενάγοντες φωτογραφίες καταστραφείσας τριγωνικής πινακίδας επιβεβαιώνουν ότι, εάν είχε τοποθετηθεί τριγωνική πινακίδα και το όχημα του πρώτου εναγομένου την είχε καταστρέψει, θα υπήρχαν θραύσματα τουλάχιστον αυτής επί του οδοστρώματος και οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων που είχαν παραμείνει στο σημείο έως ότου εμφανίστηκαν οι συντάξαντες την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα προανακριτικοί υπάλληλοι θα τους ενημέρωναν σχετικώς, ώστε να τα αποτυπώσουν.

Ως προς τους δύο κώνους και την τριγωνική πινακίδα σήμανσης, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το γεγονός ότι, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, ανευρέθηκαν σε διαδοχική στοίχιση στο μέσον του ρεύματος πορείας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τοποθετήθηκαν μετά το ατύχημα, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν είτε καταστραφεί από το όχημα του πρώτου εναγομένου είτε έστω μετακινηθεί, άλλως ανατραπεί από τη θέση τους, με δεδομένο ότι το φορτηγό του πρώτου εναγομένου είχε πλάτος 1.690 mm και εκινείτο πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, όπως και οι ενάγοντες ισχυρίζονται, αλλά και προκύπτει από το γεγονός ότι δεν επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του επί ολόκληρης της οπίσθιας πλευράς του ρυμουλκουμένου, αλλά επί του αριστερού τροχού αυτού.

Οι δύο αυτοί κώνοι και η τριγωνική πινακίδα σήμανσης, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας σε διαδοχική στοίχιση στο μέσον του ρεύματος πορείας και ο τελευταίος εξ αυτών, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, σε απόσταση 55 μέτρων από το ρυμουλκούμενο και ο πρώτος σε απόσταση 15 μέτρων, αναιρούν και τον ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντος ότι σε απόσταση 60 μέτρων περίπου είχε τοποθετήσει την πρώτη προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα σήμανσης, που καταστράφηκε.

Πλην της συνυπαιτιότητας των ως άνω οδηγών στην πρόκληση του ατυχήματος, στην πρόκληση του θανάτου της Χ. Γ. συνέβαλε και συντρέχον πταίσμα της ιδίας, κατά ποσοστό 30%, καθόσον παρέμεινε, χωρίς να υφίσταται κάποιος λόγος, επί του οδοστρώματος της ως άνω επαρχιακής οδού, παρεμποδίζοντας την κυκλοφορία των οχημάτων, αν και οι επικρατούσες συνθήκες (νύκτα και ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, αλληλουχία στροφών και βλάστηση) περιόριζαν την ορατότητα των οδηγών, κατά παράβαση του άρθρου 38 του ΚΟΚ.

Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος οδηγού της θεριζοαλωνιστικής μηχανής στη πρόκληση του ατυχήματος, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που συνιστά ένσταση, παραδεκτώς υποβληθείσα (άρθρα 262, 269 ΚΠολΔ) και νόμω βάσιμη, κατ' άρθρο 300 ΑΚ και έκρινε τον πρώτο εναγόμενο αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος.

Σημειωτέον ότι οι ως άνω δύο οδηγοί κρίθηκαν ένοχοι τέλεσης της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παραυτουργία και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών στον πρώτο ενάγοντα, μετά και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του σύννομου έως το χρόνο τέλεσης βίου και δώδεκα (12) μηνών στον πρώτο εναγόμενο.

Έσφαλε, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνοντας το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας σε 20% και πρέπει οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης των εναγομένων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το θέμα της υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας, να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσία βάσιμοι και να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αντέφεσης των εναγόντων, καθώς και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος στη πρόκληση του ατυχήματος, που συνιστά άρνηση της αγωγής .....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εναγόμενων-εκκαλούντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου από αυτούς, απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση των εναγόντων και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των τελευταίων, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θανάσιμο τραυματισμό, της ως άνω πεζής συγγενούς τους.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 34 παρ.1, 35 παρ. 1, 3, 36 παρ.1 και 38 του ν.2696/1999 είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτούς των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας καθ` όσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, το Εφετείο, καθ` όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα α) της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των οχημάτων, που ενεπλάκησαν στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος, καθώς και β) τη συντρέχουσα αμέλεια της πεζής Χ.

Γ. ως προς την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος του θανάτου της, δέχθηκε ότι: Α] αμφότεροι οι οδηγοί δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή, που θα επεδείκνυε, κάτω από τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός οδηγός, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, επί πλέον δε: 1] για τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου Α. Δ. ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα στην από 29-4-2021 αίτηση αναίρεσης και πρώτο αναιρεσίβλητο στην από 6-4-2021 αίτηση αναίρεσης, (δέχθηκε) κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτός μολονότι κινείτο, με παλαιό αγροτικό όχημα, νύκτα, σε επαρχιακή οδό με αλληλουχία στροφών και υπάρχουσα βλάστηση, που εμπόδιζε την ορατότητα, στην οποία (οδό) κινούνται αγροτικά μηχανήματα ογκώδη και βραδέως κινούμενα, δεν ρύθμισε την ταχύτατα του οχήματός του, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τη στάθμευση επί του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας του προς ...

του με αριθ. ... αγροτικού μηχανήματος (θεριζοαλωνιστική μηχανή) με ρυμουλκούμενο κοπτικό τμήμα (μαχαίρια) και να μην προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό και τροχοπέδηση, με επακόλουθο να επιπέσει, με το μπροστινό δεξιό τμήμα του οχήματός του στον αριστερό τροχό του ρυμουλκούμενου, να σπάσει τον άξονα και τον πίσω μηχανισμό στερέωσης (σφικτήρα) του μαχαιριού, να ανασηκωθεί, λόγω της πρόσκρουσης, το όχημά του στους δύο αριστερούς τροχούς, να συνεχίσει την πορεία του ανασηκωμένο, να καταστρέψει την αριστερή πλευρά του μαχαιριού και να καταλήξει, με την μπροστινή πλευρά του στο πίσω αριστερό τμήμα της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και στο μπροστινό αριστερό μεσαίο τμήμα (καπό) και το μπροστινό και πλευρικό αριστερό τμήμα (κάθετη αεροτομή καμπίνας) του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού δηλ. αυτό προς ..., όπου και ακινητοποιήθηκε, αφού προηγουμένως παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα την πεζή Χ. Γ., που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν πίσω από τη θεριζοαλωνιστική μηχανή, επί του οδοστρώματος και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., 2] για τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ...

αγροτικού μηχανήματος (θεριζοαλωνιστική μηχανή) με ρυμουλκούμενο κοπτικό τμήμα (μαχαίρια) Ι. Γ. και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα στην από 6-4-2021 αίτηση αναίρεσης και πρώτο αναιρεσίβλητο στην από 29-4-2021 αίτηση αναίρεσης, (δέχθηκε) ότι αυτός, κινούμενος στην ως άνω επαρχιακή οδό, μετά τη δύση του ήλιου, δεν έλαβε οποιοδήποτε προληπτικό μέτρο προς αποφυγή τέλεσης ατυχήματος μετά την ακινητοποίηση της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και την πλήρη κάλυψη του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς ..., καθόσον α) δεν έθεσε σε λειτουργία το σύστημα φωτισμού του οχήματος δηλ.

τα φώτα διασταύρωσης, τα φώτα θέσης ή στάθμευσης, μπρος και πίσω και τα φώτα πέδησης, τους δείκτες πορείας και το φάρο, που είναι τοποθετημένος στο πίσω και επάνω μέρος του οχήματος, β) δεν έφερε την προβλεπόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 21 του ΚΟΚ, για τα αγροτικά μηχανήματα στη πίσω επιφάνεια αυτού ειδική μεταλλική τριγωνική πινακίδα με αντανακλαστικό υλικό ερυθρού χρώματος, γ) δεν είχε συνδεδεμένο το ηλεκτρικό σύστημα φώτων της θεριζοαλωνιστικής μηχανής με το σύστημα φώτων του ρυμουλκούμενου κοπτικού τμήματος, δηλ.

ο ρευματολήπτης (φις) του ρυμουλκούμενου δεν ήταν συνδεδεμένος με τον ρευματοδότη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, δ)τα καλώδια των δύο αναλαμπόντων προειδοποιητικών φάρων που βρίσκονται στο μπροστινό και πίσω πάνω άκρο του ρυμουλκούμενου ήταν κομμένα, ε)δεν τοποθέτησε στο οδόστρωμα την προβλεπόμενη προειδοποιητική πινακίδα σε απόσταση 50 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημα, ώστε να προειδοποιεί τους χρήστες της οδού για τη στάθμευση του οχήματός του και εντεύθεν τον πλήρη αποκλεισμό του ρεύματος πορείας προς ...

και στ) στάθμευσε στο οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος πορείας της οδού δηλ. προς ..., το με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο σε θέση παράλληλα με τη θεριζοαλωνιστική μηχανή, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την κίνηση και επί των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της ως άνω επαρχιακής οδού, το οποίο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αμέσως μετά το ατύχημα και για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων στην επαρχιακή οδό μετακίνησε από το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., όπου το είχε σταθμεύσει, στο έρεισμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της άνω οδού και απέκρυψε από τους αστυνομικούς, που προσήλθαν μετά το ατύχημα στο σημείο, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το φορτηγό ήταν σταθμευμένο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., ενώ β] η πεζή Χ.

Γ. παρέμενε επί του οδοστρώματος της ως άνω επαρχιακής οδού, χωρίς να υπάρχει λόγος, παρεμποδίζοντας την κυκλοφορία των οχημάτων, αν και λόγω νυκτερινής ώρας και ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού, περιοριζόταν η ορατότητα των κινούμενων στην οδό οδηγών.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το μεν η συνυπαιτιότητα των οδηγών των ως άνω οχημάτων, το δε συντρέχον πταίσμα της θανατωθείσας πεζής.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης πλημμέλεια της παράθεσης ασαφών, ανεπαρκών και αντιφασκουσών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, δεν διευκρινίζονται: α) ποιο ήταν το βάθος της ορατότητας από το τέλος του ρυμουλκούμενου και προς την κατεύθυνση του ..., σε σχέση με την ευθύτητα της οδού, από όπου ερχόταν το αγροτικό, για να κριθεί από ποια απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί ο οδηγός του αγροτικού την πεζή, β) ποια τμήματα του συρμού και τμήματα της οδού και σε ποιο βάθος προς την κατεύθυνση προς ...ου και με ποια φωτεινότητα φώτιζαν τα αναμμένα φώτα πορείας του φορτηγού για να κριθεί από ποια απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί ο οδηγός του αγροτικού την πεζή, γ) οι συνθήκες ορατότητας του οδηγού του αγροτικού οχήματος και η ταχύτητα αυτού, υπολογιζόμενου και του χρόνου αντίδρασης αυτού ώστε να μπορέσει έγκαιρα, από την εμφάνιση του κινδύνου, να ενεργήσει τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό και δ) πως η πεζή, η οποία βρισκόταν επί του οδοστρώματος της οδού παρακώλυσε την κίνηση των οχημάτων, ούτε αιτιολογεί την κρίση της κατά ποιο τρόπο η εν λόγω πεζή παρακώλυσε την κίνηση των οχημάτων όταν η οδός ήταν αποκλεισμένη από τη θεριζοαλωνιστική μηχανή.

Τούτο δε, διότι όλες οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες στις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, ως ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες στις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης θεωρούν ως ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων, η θέση αυτών επί της οδού πριν από τη σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, το πλάτος και μήκος της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και του ρυμουλκούμενου, ενώ αναφέρεται ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ταχύτητα με την οποία κινείτο το αγροτικό όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, αφού δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, το γεγονός όμως ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τη στάθμευση των ογκωδέστατων οχημάτων επί του οδοστρώματος και δεν προέβη σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ούτε σε τροχοπέδηση, αποδεικνύει την υπέρτερη της επιβαλλόμενης, από τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, τα φώτα πορείας του οχήματός του και οι δύο τριγωνικοί ανακλαστήρες, που το ρυμουλκούμενο έφερε στο πίσω τμήμα του, θα είχαν αποτρέψει το ένδικο ατύχημα ή θα είχαν περιορίσει τις συνέπειες αυτού.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο, κατά τα νοηματικά (Α) και (Β) σκέλη του, λόγο της από 6-4-2021 αίτησης αναίρεσης και τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 29-4-2021αίτησης αναίρεσης, συνακόλουθα δε οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Εξ άλλου, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ήδη, είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα στην περίπτωση επιδίκασης στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιούμενων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.Α.Π. 9/2015, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 548/2021).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 6-4-2021 αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα α) λαμβάνοντας υπόψη για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης του δεύτερου έως και ένατου των εναγόντων-αναιρεσειόντων (στην από 6-4-2021 αναίρεση) και το συντρέχον πταίσμα του πρώτου από αυτούς, οδηγού της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, στο ένδικο ατύχημα και β) μη λαμβάνοντας υπ` όψιν της, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων, την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος) επιδίκασε στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από το θάνατο της συγγενούς του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, ποσά δυσανάλογα σε σχέση με τα μεγαλύτερα αυτών που έπρεπε να τους επιδικάσει.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει τους ως άνω αναιρετικούς λόγους επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, στους ενάγοντες-αντεκαλούντες-αναιρεσείοντες της από 6-4-2021 αίτησης αναίρεσης, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: "....

αποδείχθηκε ότι ο βίαιος, πρόωρος και απρόσμενος θάνατος, εξαιτίας του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, της Χ. Γ., η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1961 και ήταν απολύτως υγιής, είχε ως συνέπεια να προκληθούν έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου σε όλους τους ενάγοντες, ήτοι στον σύζυγο της, πρώτο ενάγοντα, ηλικίας τότε 56 ετών, στα τέκνα της, δεύτερο, τρίτο και τέταρτη εκ των εναγόντων, ήδη δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων) ηλικίας τότε 33, 27 και 31 ετών, αντιστοίχως, στον γαμπρό της (σύζυγο της θυγατέρας της, τέταρτης ενάγουσας) πέμπτο ενάγοντα, ηλικίας 35 ετών, στον εγγονό της, ανήλικο τέκνο των τέταρτης και πέμπτου των εναγόντων, οι οποίοι και τον εκπροσωπούν, ηλικίας τότε 10 ετών, στη μητέρα της, έκτη ενάγουσα, ηλικίας τότε 80 ετών, στις αμφιθαλείς αδελφές της έβδομη και όγδοη των εναγόντων (ήδη έβδομης και όγδοης των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων), ηλικίας 58 και 55 ετών, αντιστοίχως (ήδη δεύτερο, Τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων) και στον ετεροθαλή αδελφό της, αρχικώς ένατο ενάγοντα, ηλικίας τότε 50 ετών, ο οποίος απεβίωσε στις 14-10-2017 και μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του είναι η Α.

Β. (ήδη ένατη αναιρεσείουσα), οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οικογένειά της, κατά την έννοια του άρθρου 932 εδάφ. γ' ΑΚ και με τους οποίους συνδεόταν με στενούς ψυχικούς δεσμούς, αμοιβαία αγάπη, εκτίμηση και αλληλεγγύη. Προκειμένου δε να αποκατασταθεί η ψυχική οδύνη, που υπέστησαν οι ενάγοντες από την απώλεια της προαναφερθείσας συγγενούς τους, πρέπει να τους επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και τη συνυπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, αλλά και στην πρόκληση αυτής της ψυχικής οδύνης, το οικείο πταίσμα της θανούσας, την ηλικία αυτής, αλλά και των ως άνω εναγόντων-μελών της οικογενείας της, την καλή κατάσταση της υγείας της, το βαθμό της συναισθηματικής σύνδεσης εκάστου των εναγόντων μαζί της, που ήταν ανάλογος με τη μεταξύ τους εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγένεια, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εμπλεκομένων στο ατύχημα φυσικών προσώπων, καθόσον η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία έχει εγγυητική ευθύνη, προσδιορίζει τη χρηματική ικανοποίηση, για την άμβλυνση της ψυχικής οδύνης και την ηθική παρηγοριά και ανακούφιση ενός εκάστου των εναγόντων, στα ακόλουθα εύλογα και ανάλογα για τον καθένα ποσά:

α) των 30.000 ευρώ υπέρ του πρώτου ενάγοντος, μετά την αφαίρεση, κατά το σχετικό αίτημά του, του ποσού των 44 ευρώ, για το οποίο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, β) των 20.000 ευρώ υπέρ εκάστου εκ των δευτέρου, τρίτου και τετάρτης εξ αυτών, μετά την αφαίρεση, κατά το σχετικό αίτημα εκάστου, του ποσού των 44 ευρώ, για το οποίο δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, γ) των 5.000 ευρώ υπέρ του πέμπτου ενάγοντος, δ) των 10.000 ευρώ υπέρ του ανηλίκου τέκνου των τετάρτης και πέμπτου των εναγόντων, ε) των 10.000 ευρώ υπέρ της έκτης ενάγουσας, στ) των 8.000 ευρώ υπέρ εκάστης εκ των εβδόμης και ογδόης εξ αυτών και ζ) των 5.000 ευρώ υπέρ του αρχικώς ενάτου ενάγοντος, τα οποία κρίνονται εύλογα, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικά δίκαια και ανάλογα με τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των διαδίκων μερών, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία, δεδομένου ότι τα άνω ποσά εκτιμάται ότι βρίσκονται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθώς επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, με βάση την κοινή πείρα, την κοινή περί δικαίου συνείδηση και τη δικαστηριακή πρακτική και είναι επαρκή για να αποκαταστήσουν πλήρως την ψυχική οδύνη τους ....''.

Με την προαναφερθείσα κρίση του, το Εφετείο, δηλαδή με το λάβει υπόψη για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης του δεύτερου έως και ένατου των εναγόντων-αναιρεσειόντων (στην από 6-4-2021 αναίρεση) και το συντρέχον πταίσμα του πρώτου από αυτούς, οδηγού της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, στο ένδικο ατύχημα και να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής τους οδύνης στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Τέλος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο της, από 6-4-2021, αίτησης αναίρεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από κάθε πλευρά των αναιρεσειόντων για την άσκηση της δικής τους αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα).

Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ τη δήλωση του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Χρήστου Πατούνα για βίαια διακοπή της δίκης ως προς την έκτη αναιρεσείουσα στην από 6-4-2021 αίτηση αναίρεσης Χ. Κ. του Χ.

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις: Α) από 6-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2138/258/2021) και Β) από 29-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3054/412/2021) αιτήσεις για αναίρεση της με αριθ. 835/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της από 6-4-2021 αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες της ως άνω αίτησης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της από 29-4-2021 αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες της ως άνω αίτησης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ