Supreme Court dismisses appeal against administrative court ruling on private law contract jurisdiction and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the administrative court's decision regarding jurisdiction and statute of limitations. The appellant argued that the dispute was private in nature and that the claim was time-barred, but the court found the administrative court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an administrative court's decision on jurisdiction and statute of limitations is not subject to appeal if the reasoning is clear, adequate, and free from contradictions, thereby precluding the appellant from challenging the unreviewable judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 709/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., αναδόχου της μελέτης "...". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευριδίκη Τασσίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 3686/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την αγωγή στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Πενταμελές Εφετείο Κρήτης και 2/2019 του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 Ν. 1418/1984 (ήδη του άρθρου 175 Ν. 4412/2016) υπ'αριθμ. 2/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την από 14/10/2002, προσφυγή - αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, όμοια κατά περιεχόμενο με την επίδικη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκαν διαδοχικά η 169/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η 4017/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η 16093/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η 3578/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και τελικά η 3908/2013 αμετάκλητη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία αναιρέθηκε η 3578/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και απορρίφθηκε η προσφυγή - αγωγή, επειδή κρίθηκε ότι η επίδικη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, γιατί η επίδικη σύμβαση των διαδίκων συνάφθηκε προφορικά και συνεπώς δικαιοδοσία δεν έχουν τα διοικητικά αλλά τα πολιτικά δικαστήρια.
Ακολούθως ο αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα την ένδικη από 12/2/2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκαν η 69/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, η 3686/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την από 12/2/2016 έφεση του αναιρεσίβλητου και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο Χανίων και τελικά η αναιρεσιβαλλόμενη 2/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Χανίων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1,3 Κ. Πολ. Δ) Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι') δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 891/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση δημοσίου δικαίου.
Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012 ΑΠ 891/2018).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 84 του ισχύοντος κατά τον κατωτέρω επίδικο χρόνο ΝΔ 321/1969 περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, "πάσα σύμβασις δια λογαριασμό του Δημοσίου έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου....Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δια χωριστών εγγράφων.
Η εκ τη μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Το ανωτέρω χρηματικό ποσό αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές δυνάμει της 2054839/452/0026/9-7-1992 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β'447), ενώ όμοιες ρυθμίσεις περιλαμβάνουν και οι επακολουθήσαντες Κώδικες Δημοσίου Λογιστικού και συγκεκριμένα ο Ν. 2362/1995 με το άρθρο 80 αυτού και ο Ν. 4270/2014 με το άρθρο 130 αυτού.
Επίσης κατά τον ισχύοντα κατά τον επίδικο χρόνο Ν. 716/1977, ο οποίος καθορίζει τους όρους και τις διαδικασίες της ανάθεσης σε ιδιώτες μελετητές της εκπόνησης μελετών για λογαριασμό του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Δημοσίων, Επιχειρήσεων και λοιπών Οργανισμών Δημοσίου Ενδιαφέροντος (άρθρο 1), προβλέπεται, μετά το πέρας της διαγωνιστικής διαδικασία και της εγκριτικής περί αναθέσεως της μελέτης απόφασης του εργοδότη (άρθρο 11 παρ. 1-10), η σύναψη έγγραφης σύμβασης υπογραφόμενης από τον εργοδότη και τον ανάδοχο (άρθρο 11 παρ. 1) (βλ.
ΣτΕ 2858/2020, 1205/2006). Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, όπου απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύμβαση ανάθεσης μελέτης δημοσίου έργου, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός και γι' αυτό η έλλειψη του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ.1 του ΑΚ, άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή, κατά το άρθρο 180 του ιδίου Κώδικα, ως μη γενομένη, αίρεται δε η ακυρότητα της σύμβασης μόνο όταν για την σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 909/2018, ΑΠ 1382/2017).
Επομένως εάν συναφθεί με το Δημόσιο σύμβαση μελέτης για την εκτέλεση δημοσίου έργου με προφορική συμφωνία αυτή είναι άκυρη και εφ' όσον εκτελεστεί το έργο με την εκπόνηση και παράδοση της ανατεθείσας μελέτης, το Ελληνικό Δημόσιο, που παρέλαβε την μελέτη, υποχρεούται να αποδώσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
ΑΚ) την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και η οποία συνίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση, που υπάρχει αδυναμία αυτούσιας απόδοσης της παροχής, η οποία έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στην χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου και στην δαπάνη που εξοικονόμησε το Ελληνικό Δημόσιο, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012).
Η διαφορά που δημιουργείται είναι, όπως προαναφέρθηκε, ιδιωτική διαφορά υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γιατί, λόγω της προφορικής κατάρτισης της άκυρης σύμβασης, δεν μπορεί να διακριβωθεί εάν έχουν περιληφθεί σ' αυτήν κανονιστικές διατάξεις, που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και αποδίδουν στο Ελληνικό Δημόσιο υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό και καθιστά την σύμβαση διοικητική ανεξαρτήτως του εάν με τη σύμβαση επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο (ΑΠ 909/2018, ΑΠ 891/2018), Επομένως, εφ' όσον η σύμβαση ανάθεσης μελέτης για την εκτέλεση δημοσίου έργου καταρτίστηκε προφορικά και είναι άκυρη, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σ' αυτήν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ανωτέρω Ν. 716/1977 και των εφαρμοστικών αυτού π.δ. 194/1979 και 696/1974, που καθορίζουν αυστηρό πλαίσιο σύναψης εκτέλεσης, παράδοσης και πληρωμής της σύμβασης ανάθεσης εκπόνησης μελέτης για την εκτέλεση δημοσίου έργου με υπερέχουσα την θέση του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του αντισυμβαλλόμενου του και, συνεπώς, δεν εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 11 του Ν. 716/1977, που όπως προαναφέρθηκε προσδιορίζει την διαδικασία σύναψης της σύμβασης και τον καθορισμό της αμοιβής του μελετητή, των άρθρων 22 και 23 του ίδιου νόμου, που ορίζουν τον τρόπο παραλαβής της μελέτης και την υποχρέωση τήρησης της ειδικοφανούς διαδικασίας των άρθρων 16 και 17 ΝΔ 1266/1972 (ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο 12 και 13 Ν. 1418/84), με την υποβολή από τον μελετητή ενστάσεως αρχικά κατά των πράξεων ή παραλείψεων της διευθύνουσας υπηρεσίας του έργου, που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του και αιτήσεως θεραπείας στην συνέχεια, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δικαστική επίλυση των διαφορών, που προκύπτουν από την σύμβαση, των άρθρων 12 και 19 του ΠΔ 194/1979 που προσδιορίζουν ειδικότερα την υποχρέωση του αναδόχου μελετητή για κάθε πληρωμή της αμοιβής του να συντάσσει και να υποβάλλει προς έλεγχο στο επιβλέπον την εκτέλεση της μελέτης όργανο πιστοποιήσεις με ανάλυση των πληρωτέων ποσών, οι οποίες θεωρούνται από τον προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας αυτού (άρθρο 12) καθώς και τις ειδικότερες ρυθμίσεις ως προς την παραλαβή της μελέτης (άρθρο 19) και τέλος του άρθρου 104 ΠΔ 696/1974, που καθορίζει ειδικότερα τον τρόπο καταβολής της αμοιβής του ανάδοχου μελετητή.
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 και 93 του ΝΔ 321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (οι οποίες εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση κατά την διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 Ν. 2362/1995 Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1/1/1996 και κατάργησε το ΝΔ 321/1969, αλλά στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού ορίζει ότι οι διατάξεις του περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων, που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του) ορίζεται, αντίστοιχα, ότι ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφ' όσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής και ότι η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Από τις διατάξεις αυτές (οι οποίες είναι όμοιες με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 παρ. 1 Ν. 2362/1995 και ήδη των άρθρων 140 και 141 παρ. 1 του Ν. 4270/2014 ,που κατάργησε το Ν. 2362/1995), προκύπτει ότι, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής ,οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας σύμβασης, που συνάφθηκε με το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 2116/2013) παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 303/2016). Η αξίωση θεωρείται γεγεννημένη μόλις συμπληρωθούν τα γεγονότα, που συνιστούν τους όρους ύπαρξης του δικαιώματος και συνεπώς επί άκυρης σύμβασης έργου με το Ελληνικό Δημόσιο (όπως είναι και η σύμβαση ανάθεσης μελέτης), μόλις παραδοθεί το έργο στο Ελληνικό Δημόσιο και περιέλθει στην σφαίρα επιρροής του, καθισταμένου έτσι αυτού αδικαιολόγητα πλουσιότερου, τότε γεννάται και η υποχρέωσή του να αποδώσει στον διενεργήσαντα την μελέτη την ωφέλεια.
Η αξίωση δε του τελευταίου είναι άμεσα δικαστικά επιδιώξιμη χωρίς να υποχρεούται αυτός να οχλήσει το Ελληνικό Δημόσιο κατά το άρθρο 252 ΑΚ ή να τηρήσει της προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 22 και 23 Ν. 716/1977, 12 και 19 ΠΔ 194/1979 και 104 ΠΔ 696/1974 με την υποβολή ιδίως Πιστοποίησης Εργασιών, ώστε να μπορεί ακολούθως αυτός να επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση της ωφέλειας, αφού οι διατάξεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόζονται επί άκυρης σύμβασης ανάθεσης εκπόνησης μελέτης για δημόσιο έργο και, συνεπώς, με το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου έγινε η παράδοση της μελέτης στο Ελληνικό Δημόσιο αρχίζει και η παραγραφή της εναντίον του αξίωσης για καταβολή της ωφέλειας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επίσης με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. β' και 94 παρ. δ' εδ. τελευταίο του ανωτέρω Ν. 2362/1995, οι οποίες κατά το άρθρο 107 αυτού εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση γιατί η επίδικη απαίτηση φέρεται γεννηθείσα πριν τις 1/1/1996, που άρχισε να ισχύει ο νόμος αυτός, αλλά τα επαγόμενα την διακοπή της παραγραφής γεγονότα έχουν συντελεσθεί μετά την ημερομηνία αυτή, ορίζεται αντίστοιχα ότι "με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο....β) με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η εγγραφή απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής...." και "η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".
Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή, με σαφή εκδήλωση αντίστοιχης βούλησης, η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1643/2017,ΑΠ 1938/2008).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μόνο η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος ,που αποκρούει την παραγραφή, δεν μπορεί δε να την λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 570/2018, ΑΠ 533/2018).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 Κ. Πολ. Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας την ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, στην οποία ο αναιρεσείων, επικαλούμενος προφορικά καταρτισθείσα σύμβαση, με την οποία το αναιρεσίβλητο του ανέθεσε την εκπόνηση τοπογραφικής μελέτης, που εκπονήθηκε από τον ίδιο, παραδόθηκε στο αναιρεσίβλητο και εγκρίθηκε από αυτό αυτοδίκαια, αφού απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής α) για ανάκληση άλλως ακύρωση 1) της παράλειψης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου να εγκρίνει την 1η Εντολή - Πιστοποίηση της μελέτης και 2) της παράλειψης του Υπουργού Γεωργίας να αποφανθεί για την αίτηση θεραπείας, που προέβαλε κατά της σιωπηρής απόρριψης της ένστασης, η οποία στρεφόταν κατά της παράλειψης έγκρισης της 1ης εντολής - πιστοποίησης και β) για αναγνώριση ότι η εντολή αυτή εγκρίθηκε αυτοδίκαια, ως απαράδεκτα ελλείψει δικαιοδοσίας, καθώς και το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο με βάση την σύμβαση να του καταβάλει την αμοιβή του για την σύνταξη της μελέτης, ποσού 101.191,03 ευρώ, ως μη νόμιμο λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, δέχθηκε ως προς το τελευταίο αυτό αίτημα, το οποίο έκρινε νόμιμο κατά την επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμό 178034/20α /74/24-8-1990 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η ανάθεση εκπόνησης της μελέτης μικρών λιμνοδεξαμενών στους νομούς Χανίων και Ρεθύμνης νήσου Κρήτης από τη Σύμπραξη α) Του Γραφείου Μελετών "..." για τη μελέτη των υδραυλικών έργων, β) του μελετητή γεωπόνου Χ.
Σ. για τη γεωργοτεχνική οικονομική μελέτη και γ) του Γραφείου Μελετών Ε. Κ. για τη γεωλογική μελέτη. Σύμφωνα με την εγκεκριμένη Συγγραφή Υποχρεώσεων εκπόνησης της μελέτης οριζόταν ότι στο πρώτο στάδιο σύνταξης της μελέτης θα εξετάζονταν 20 κατάλληλες θέσεις κατασκευής λιμνοδεξαμενών και στους δύο νομούς, από τις οποίες οι 10 πρώτες θέσεις θα προχωρούσαν σε οριστικό στάδιο.
Με τη με αριθμό 134619/741/9-7-1991 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η αναγνωριστική μελέτη και η συνέχιση εκπόνησης σε οριστικό στάδιο 5 θέσεων λιμνοδεξαμενών, οι οποίες ήταν α) στο νομό Χανίων η Χρυσοσκαλίτισσα, Αγ. Θεόδωροι και Ασή Γωνιά και β) στο νομό Ρεθύμνης η Νίδδα και το Βιζάρι (ΣΕΙΡΑ Ι). Για τις ανάγκες εκπόνησης των οριστικών αυτών μελετών ανατέθηκαν και εκτελέστηκαν τοπογραφικές εργασίες με την από 15-7-1991 συμπληρωματική σύμβαση....
Η ανάθεση αυτή έγινε σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας (άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 716/1977), που παρέχουν τη δυνατότητα εκπόνησης συμπληρωματικών μελετών και γίνεται η ανάθεση σε σύμπραξη του μελετητή των υδραυλικών έργων με μελετητή, που διαθέτει να νόμιμα προσόντα. Η μελέτη τοπογραφίας ανατέθηκε και εκπονήθηκε από το μελετητή ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό.....
Στη συνέχεια, με τις με αριθμό 137870/7 4.1/28-8-1992, 132657/74.1/2-6-1993 και 139814/74.1/17-9-1993 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η εκπόνηση μελέτης 4 νέων λιμνοδεξαμενών (ΣΕΙΡΑ ΙΙ) στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης, στις περιοχές ΟΜΑΛΟΥ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ Ι και ΙΙ νομού Χανίων και ΑΡΚΑΔΙ και ΓΩΝΟΜΙΟΥ νομού Ρεθύμνης. Η εκπόνηση των μελετών αυτών εντάχθηκε στο κοινοτικό πρόγραμμα INTERREG και γι' αυτό, στις παραπάνω αποφάσεις οριζόταν ότι για την ταχεία προώθηση εκπόνησης των ανωτέρω μελετών έπρεπε να γίνουν το συντομότερο δυνατόν οι απαιτούμενες ενέργειες για την πραγματοποίηση των απαραίτητων συμπληρωματικών μελετών, εργασιών και ερευνών, ώστε οι οριστικές μελέτες των παραπάνω λιμνοδεξαμενών να εκπονηθούν και εγκριθούν εμπρόθεσμα στα χρονικά πλαίσια που όριζε το πιο πάνω πρόγραμμα, το οποίο έληγε την 31-12-1993.
Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας κάλεσε το γραφείο μελετών "..." να προχωρήσει στην εκπόνηση της μελέτης των υδραυλικών έργων άμεσα, σύμφωνα με τις προφορικές μεταξύ τους συννενοήσεις χωρίς, όμως, να έχει υπογραφεί σύμβαση... Ωστόσο, η υπηρεσία στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη διαδικασία ανάθεσης εκτέλεσης των απαιτούμενων τοπογραφικών εργασιών.
Το δε γραφείο μελετών "...", βασιζόμενο στις προφορικές διαβεβαιώσεις της υπηρεσίας ότι θα ακολουθήσει η υπογραφή σχετικής σύμβασης ανάθεσης των τοπογραφικών μελετών, προχώρησε στην εκτέλεση των μελετών αυτών με το μελετητή ενάγοντα, ο οποίος άλλωστε είχε εκπονήσει τις τοπογραφικές μελέτες της προηγούμενης φάσης, προκειμένου αυτό (γραφείο μελετών) να ανταποκριθεί χρονικά στην ολοκλήρωση των οριστικών μελετών.
Παράλληλα, η υπηρεσία την 4-2-1993 δημοσίευσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την ανάληψη εκπόνησης τοπογραφικών μελετών για τις ανάγκες των μελετών που θα εκπονούντο για λιμνοδεξαμενές σε 11 διαμερίσματα του νησιωτικού χώρου. Λόγω ενστάσεων η διαδικασία επιλογής ολοκληρώθηκε την 20-4-1994, με την επιλογή του μελετητή τοπογράφου πολιτικού μηχανικού Ε.
Λ. για τους νομούς Χανίων και Ρεθύμνης. Ωστόσο, δεν υπεγράφη σχετική σύμβαση λόγω ανυπαρξίας τοπογραφικού αντικειμένου, καθόσον οι οριστικές μελέτες των εν λόγω τεσσάρων λιμνοδεξαμενών είχαν ολοκληρωθεί με τη σύμπραξη του ενάγοντος. Αν και ο ενάγων προσκόμισε την 7-10-1993 στην διευθύνουσα υπηρεσία σχέδιο σύμβασης και εγγυητική επιστολή του ΤΣΜΕΔΕ, εντούτοις καθυστερούσε η υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης για τις ήδη εκτελεσθείσες τοπογραφικές μελέτες.
Γι' αυτό, ο τελευταίος υπέβαλε το με αριθμό πρωτ. 672/23-9-1994 υπόμνημά του, ζητώντας την επίσπευση της διαδικασίας για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο). Η υπηρεσία την 10-12-1996 υπέβαλε σχετική εισήγηση στο Κεντρικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Εγγειοβελτιωτικών Έργων του Υπουργείου Γεωργίας, για την ανάθεση της μελέτης τοπογραφίας στον ενάγοντα, για τις ανάγκες ολοκλήρωσης του φακέλου των οριστικών μελετών των πιο πάνω λιμνοδεξαμενών, κατά παρέκκλιση από τις διαδικασίες και λοιπές διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 716/1977.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμό ΔΒΒ18/74.1/30-5-1997 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, αφού λήφθηκε, μεταξύ άλλων, υπόψη α) ότι η σύνταξη των οριστικών μελετών (ΣΕΙΡΑ
ΙΙ) των ως άνω λιμνοδεξαμενών χρησιμοποίησε ένα τοπογραφικό υπόβαθρο, το οποίο εκπόνησε επειγόντως, με μέριμνά του ο ως άνω μελετητής των υδραυλικών έργων και κατ' επέκταση ο ενάγων, επειδή οι μελέτες των υδραυλικών έργων περιλαμβάνονταν στο κοινοτικό πρόγραμμα INTERREG με βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, καθώς και β) η σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου.
Με την απόφαση αυτή, εγκρίθηκε α) η κατά παρέκκλιση από τις διαδικασίες και λοιπές διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 716/1977 ανάθεση εκπόνηση της μελέτης τοπογραφίας για τις ανάγκες ολοκλήρωσης του φακέλου απαλλοτριώσεων των οριστικών μελετών των λιμονδεξαμενών στις θέσεις ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ Ι και ΙΙ και ΟΜΑΛΟΥ νομού Χανίων και ΓΩΝΟΜΙΟΥ και ΑΡΚΑΔΙ νομού Ρεθύμνης, λόγω του επείγοντος, προκειμένου να δοθεί έγκαιρα η δυνατότητα στην υπηρεσία να προβεί στις αναγκαίες διαδικασίες απαλλοτρίωσης για την απρόσκοπτη δημοπράτηση κατασκευής των έργων των αντίστοιχων οριστικών μελετών, καθώς και β) η διάθεση ποσού 27.000.000 δρχ.
για την εκπόνηση της μελέτης. Επίσης, εξουσιοδοτήθηκε ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό ως εκπρόσωπος του Δημοσίου. Ωστόσο, παρά την παραπάνω απόφαση, δεν υπεγράφη το συμφωνητικό. Ο διευθυντής της πιο πάνω υπηρεσίας υπέβαλε το από 10-6-1999 ενημερωτικό σημείωμά του υπόψη του Υφυπουργού Γεωργίας και του Γενικού Γραμματέα.
Με αυτό, η υπηρεσία αναγνωρίζει ότι ο ενάγων εκπόνησε τις υπόψη τοπογραφικές μελέτες που αποτέλεσαν το τοπογραφικό υπόβαθρο και ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωση των οριστικών μελετών των υδραυλικών έργων των λιμνοδεξαμενών, οι οποίες υδραυλικές μελέτες έχουν εγκριθεί από την ίδια (υπηρεσία) και επομένως, η τελευταία αναγνωρίζει ηθική υποχρέωση πληρωμής της αμοιβής των τοπογραφικών εργασιών, που εκτελέστηκαν "καλή τη πίστη" από τον ενάγοντα.
Επίσης, με το ίδιο έγγραφο, η υπηρεσία εξέφρασε τον προβληματισμό της όσον αφορά την ετεροχρονισμένη ανάθεση των ένδικων τοπογραφικών μελετών, δεδομένου ότι ο ως άνω επιλεγείς μελετητής Ε. Λ.ς εξέφρασε αντιρρήσεις για τη ρύθμιση αυτή. Εξάλλου, ο ενάγων υπέβαλε τα με αριθμ. πρωτ. …/4-1-2000 και .../16-2-2000 έγγραφά του, με τα οποία όχλησε εκ νέου την υπηρεσία για την υπογραφή του συμφωνητικού.
Στη συνέχεια, ο ενάγων υπέβαλε στην υπηρεσία την από 5-11-2011 1η εντολή πληρωμής -πιστοποίηση και πινάκιο αμοιβής, η οποία επιδόθηκε στην Υπουργό Γεωργίας και στη Διεύθυνση Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών την 4-12-2001... Ακολούθησε η με αριθμό πρωτ. .../17-1-2002 ένσταση του ενάγοντος ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής κατά της παράλειψης της διευθύνουσας, υπηρεσίας να εγκρίνει εμπροθέσμως την 1η εντολή- πιστοποίηση.
Κατόπιν ο ενάγων υπέβαλε την από 4-6-2002 αίτηση θεραπείας του ενώπιον του Υπουργού Γεωργίας, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο, στη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων και Γεωργικών Διαρθρώσεων και στη Διεύθυνση Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών την 4-6-2002, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε την από 14-10-2002 προσφυγή-αγωγή του κατά του εναγομένου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών και στον Υπουργό Γεωργίας την 22-10-2002.....
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ο ενάγων εκπόνησε άρτια και έντεχνα τις τοπογραφικές μελέτες στο πλαίσιο των οριστικών μελετών (ΣΕΙΡΑ ΙΙ) των λιμνοδεξαμενών στις θέσεις ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ Ι και ΙΙ και ΟΜΑΛΟΥ Νομού Χανίων και ΓΩΝΟΜΙΟΥ και ΑΡΚΑΔΙ Νομού Ρεθύμνης, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υπογραφεί σχετική σύμβαση μεταξύ αυτού και του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ οι μελέτες αυτές ήσαν απαραίτητες και αποτέλεσαν το τοπογραφικό υπόβαθρο για την εκπόνηση των οριστικών μελετών των υδραυλικών έργων για τις ως άνω λιμνοδεξαμενές, οι οποίες εγκρίθηκαν με αποφάσεις της υπηρεσίας, κατά τα προαναφερόμενα.
Συνεπώς, το Ελληνικό Δημόσιο, που δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη νόμιμη αμοιβή του για τις τοπογραφικές μελέτες που εκπόνησε, κατέστη πλουσιότερο αδικαιολογήτως εις βάρος του, διότι εξοικονόμησε το ίδιο ποσόν, το οποίο θα κατέβαλε με νόμιμη σύμβαση σε άλλο τοπογράφο μηχανικό, που θα εκπονούσε τις ίδιες μελέτες. Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι οι οριστικές μελέτες των υδραυλικών έργων, που βασίσθηκαν στις τοπογραφικές μελέτες του ενάγοντος, εγκρίθηκαν με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας των ετών 1994 και 1995, η τελευταία των οποίων ήταν η υπ' αριθμ. ΔΒ3Α6/74.1/10-11-1995 και επομένως, η παράδοση και έγκριση των εργασιών του ενάγοντος, δεδομένου ότι δεν πιθανολογείται από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίζονται, προγενέστερος χρόνος, είχε γίνει το αργότερο κατά την άνω ημερομηνία (10-11-1995).
Συνεπώς από 1-1-1996, που ήταν δυνατή και η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης του ενάγοντος από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άρχισε η πενταετής παραγραφή της απαίτησης αυτής, η οποία συμπληρώθηκε στις 31-12-2000, όταν δε ασκήθηκε η από 14-10-2002 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η απαίτηση ήταν ήδη παραγεγραμμένη.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ... ότι δεν έχει επέλθει παραγραφή της απαίτησής του, διότι το... Ελληνικό Δημόσιο... είχε οχληθεί με τον ως άνω 1ο λογαριασμό, με την πρώτη προσφυγή-αγωγή του από 22-10-2002 και προ αυτού από 17-1-2002 με την ένστασή του και από 4-6-2002 με την αίτηση θεραπείας. Οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος, που προτείνονται κατ' αντένσταση, είναι όλοι απορριπτέοι διότι δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή στην έναρξη ή στη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.....
Εξάλλου, ακόμα και αν η υποβολή του 1ου λογαριασμού, που έγινε στις 4-12-2001 ή η υποβολή της ένστασης και της αίτησης θεραπείας θεωρηθούν ως αιτήσεις για πληρωμή, αυτές έγιναν μετά την 31-12-2000, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής. Να σημειωθεί... ότι το υπ' αριθμ. πρωτ. 43/4-1-2000 έγγραφο, που υπέβαλε ο ενάγων στη Δ/νση Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών του Υπουργείου Γεωργίας, δεν επέφερε διακοπή της παραγραφής, όπως δέχθηκαν οι (εξαφανισθείσες) υπ' αριθμ. 16093/2007 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, 3578/2008 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και 69/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποφάσεις, διότι με το έγγραφο αυτό ο ενάγων ζητούσε από την ανωτέρω υπηρεσία να προβεί στην υπογραφή του συμφωνητικού, άλλως να του γνωρίσει τους λόγους της άρνησή της προκειμένου να προβεί στις νόμιμες ενέργειες και δεν υπέβαλε αίτηση για πληρωμή της απαίτησής του, η οποία και μόνο, εκτός άλλως περιοριστικών περιπτώσεων, θα επέφερε διακοπή της παραγραφής κατά το άρθρο 93 εδ.
β' του Ν. 2362/1995". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που υπέβαλε ο αναιρεσείων, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την υποβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής και απέρριψε και την επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στο αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 84, 91 παρ. 1, 93 ΝΔ 321/1969, 93 παρ. β', 94 παρ. δ', 107 Ν. 2362/1995 και 904 ΑΚ και επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 11, 22 και 23 Ν. 716/1977, 104 ΠΔ 696/1974, 12 και 19 ΠΔ 194/1979 και 251, 252 ΑΚ, καθ' όσον α) τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, ήτοι την παραγραφή της απαίτησης , την παραδοχή της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της αγωγής, αφού, κατά τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αξίωση του αναιρεσείοντος, για επιδίκαση της ωφέλειας που αποκόμισε το αναιρεσίβλητο από την παραδοθείσα σ' αυτό μελέτη δυνάμει προφορικώς καταρτισθείσας και γι' αυτό άκυρης σύμβασης εκπόνησης μελέτης, γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη με την παράδοση στο αναιρεσείβλητο της μελέτης εντός του έτους 1995 και, συνεπώς, η πενταετής παραγραφή της αξίωσης, η οποία άρχισε με το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη, είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) η περιεχόμενη στο 43/4-1-2000 έγγραφο του αναιρεσείοντος προς την Δ/νση του Υπουργείου Γεωργίας αίτηση του δεν πληρούσε το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 93 παρ.
β' του ν. 2362/1995, που απαιτεί την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, και συνεπώς δεν διέκοψε την ως άνω παραγραφή και η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα σχετική ένσταση ήταν αβάσιμη. Δεν ήταν δε αναγκαίο για τη γέννηση της απαίτησης και την έναρξη της παραγραφής αυτής να προηγηθεί η υποβολή στο αναιρεσίβλητο από τον αναιρεσείοντα πιστοποίησης για την πληρωμή των εκτελεσθεισών εργασιών καθώς και η τήρηση των λοιπών προϋποθέσεων που επιβάλλουν οι μη εφαρμοζόμενες διατάξεις του Ν. 716/1977 και των ΠΔ 696/1974 και 194/1979, ώστε να γεννηθεί και να είναι δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωσή του και συνεπώς να αρχίσει η παραγραφή της, ούτε ήταν αναγκαίο για την γέννηση της αξίωσης και την έναρξη της παραγραφής να προηγηθεί έγκριση, κατά τις ίδιες αυτές διατάξεις, της παραδοθείσας μελέτης από το αναιρεσίβλητο.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 1 μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τούτων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα 1) ότι η ανωτέρω αξίωση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη εντός του έτους 1995 και όχι με την σιωπηρή απόρριψη της από 4-6-2002 αίτησης θεραπείας, άλλως με την υποβολή προς έγκριση της 1ης πιστοποίησης στις 4/12/2001, άλλως με το από 10-6-1999 ενημερωτικό σημείωμα προς τον Υφυπουργό Γεωργίας του Διευθυντή της Δ/νσης Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών του Υπουργείου Γεωργίας, άλλως με την Β18/74.1/30-5-1997 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και συνεπώς αυτή είχε υποπέσει σε παραγραφή πριν την άσκησή της από 14/10/2002 προσφυγής - αγωγής τους αναιρεσείοντος ενώπιον του Δοικητικού Εφετείου Χανίων, και 2) δεν αποτέλεσε διακοπτικό γεγονός της παραγραφής η αίτηση του αναιρεσείοντος προς την ανωτέρω Δ/νση του Υπουργείο Γεωργίας, που περιέχεται στο 43/4-1-2020 έγγραφο, γιατί σε αυτήν δεν περιέχεται αίτηση για πληρωμή της απαίτησης ,αλλά μόνο αίτηση για σύναψη σύμβασης εκπόνησης της ήδη εκτελεσθείσας μελέτης, δηλαδή χωρίς ρητή δήλωση της βούλησης του αναιρεσείοντος προς πληρωμή της απαιτήσεώς του.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος οι ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχοναι στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, με τις οποίες πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.) Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 η οποία κατά την αρχή της ισότητας, που θεσπίζεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμόζεται και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 20/9/2019 αίτηση του Λ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ