Supreme Court dismisses appeal against company liquidation distribution decision due to lack of evidence regarding ignored documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision on the distribution of a company's assets. The appellant argued that the lower court failed to consider specific debt payments and property sales made by the spouse to fund the company. The court rejected this claim, finding no evidence in the record that the appellate court ignored these documents or acted with bias.
Legislator headnote
AI generatedArticles 483, 482, 495, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a distribution decision is inadmissible if the appellate court's reasoning is not contradicted by the evidence presented and no bias is demonstrated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 709/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγκουνίδη που ανακάλεσε την από 12/12/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Γεωργία Λασκαράκη-Εμμανουήλ, που ανακάλεσαν τις από 12/12/2019 και από 14/12/2019 αντίσοιχα δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1163/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/10/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 483 ΚΠολΔ, αν στην κοινωνία υπάρχει εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική, μεταλλευτική, γεωργική, κτηνοτροφική ή άλλη επιχείρηση, που αποτελεί οικονομικό σύνολο, το δικαστήριο μπορεί με αίτηση κάποιου από τους κοινωνούς να επιδικάσει ολόκληρη την επιχείρηση, που πρέπει να διανεμηθεί, σε εκείνον που το ζητεί, έναντι καταβολής χρηματικού ποσού ίσου προς την αγοραία αξία της επιχειρήσεως.
Για να καθορισθεί η αξία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 482 ΚΠολΔ. Αν περισσότεροι κοινωνοί ζητήσουν να επιδικασθεί σ' αυτούς η επιχείρηση, το δικαστήριο την επιδικάζει σε εκείνον, που κατά την κρίση του είναι πιο ικανός να τη συνεχίσει, κατά τρόπο επωφελή. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η αίτηση ενός ή περισσότερων κοινωνών για επιδίκαση ολόκληρης της επιχείρησης, ως οικονομικού συνόλου, είτε η επιχείρηση αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της κοινωνίας, είτε ένα από τα στοιχεία, που την αποτελούν, μπορεί, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, για τους οποίους δικαιολογείται να μη γίνει η διανομή της, να υποβληθεί στο δικαστήριο της διανομής και πριν από κάθε εκκαθάριση ή άσκηση της αγωγής για διανομή της κοινής περιουσίας και να δικασθεί από το ίδιο δικαστήριο αυτοτελώς.
Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η επιδίκαση επιχείρησης, ως συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων (όπως η πελατεία, η εμπορική φήμη, η πίστη, η καλή πορεία της επιχειρήσεως κλπ.), τα οποία οργανώθηκαν σε οικονομική ενότητα, από τον επιχειρηματία, εναπόκειται στην έμφρονα κρίση του δικαστή, που αποφασίζει με κριτήριο την ικανότητα διατηρήσεως αυτής, από τον αιτούντα.
Σε περίπτωση δε που ζητούν περισσότεροι του ενός κοινωνοί την επιδίκαση της επιχείρησης, ο δικαστής αποφασίζει με κριτήριο την αναζήτηση του πλέον ικανού για τη συνέχισή της. Προϋπόθεση, όμως, για να υποβληθεί, στο δικαστήριο της διανομής, αίτηση για επιδίκαση της επιχειρήσεως, από ένα ή περισσότερους κοινωνούς, και πριν από κάθε εκκαθάριση ή άσκηση της αγωγής για διανομή της κοινής περιουσίας και να δικασθεί αυτή, από το ίδιο δικαστήριο, αυτοτελώς, αποτελεί η συνδρομή σοβαρών λόγων, που δικαιολογούν τη μη διανομή της.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός ικανός (επί ενός αιτούντος) ή ικανότερος (επί περισσοτέρων αιτούντων), για επωφελή συνέχιση της επιχειρήσεως, είναι αόριστες νομικές έννοιες και υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η παραπάνω διάταξη, που τις προβλέπει, αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Η ικανότητα αυτή κρίνεται από την εμπειρία, την εργατικότητα, την επιχειρηματική διορατικότητα, την επιχειρηματική οργάνωση παραγωγής και διαθέσεως των προϊόντων της επιχειρήσεως και γενικά της λειτουργίας της, καθώς και από την οικονομική δυνατότητα για τη συντήρηση, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως (ΑΠ 109/1997, ΑΠ 519/1989).
Όταν, όμως, ο μοναδικός κοινωνός, που υπέβαλε αίτηση για επιδίκαση, σ' αυτόν, της επιχείρησης, κριθεί, από το δικαστήριο, μη ικανός για τη διατήρησή της η αίτησή του απορρίπτεται, έστω και αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για τη μη διανομή της (επιχείρησης). Και τούτο διότι, υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, το Δικαστήριο, σ' αυτή την περίπτωση, θα ήταν υποχρεωμένο να επιδικάσει την επιχείρηση στον (μόνο) αιτούντα κοινωνό, παρότι θα τον είχε κρίνει ακατάλληλο για τη διατήρησή της, με όλες τις συνεπαγόμενες, εντεύθεν, επιζήμιες συνέπειες, τόσο για τους κοινωνούς, στο σύνολό τους, όσο και για την επιχείρηση, ως οικονομική μονάδα και να καταλήξει, έτσι, σε λύση ασύμβατη με το σκοπό της ως άνω διάταξης, δηλαδή την επωφελή συνέχιση των επιχειρήσεων, προς όφελος της εθνικής οικονομίας (βλ.
ΣχΠολΔ V 71). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική, από την αληθινή.
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν, από το δικαστήριο, για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του ουσιαστικού δικαστηρίου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεως ή ερμηνεία δικαιοπραξίας (ΑΠ 43/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται, από το δικαστήριο, για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως, από το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 142/13).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν, από την απόφαση, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών τους προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο, δηλαδή, είναι το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 216/2009, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 17/2012).
ΙΙ. Όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος της και κατ' ακριβή απόδοση αυτού, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του από 21-7-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμ. .../1986 συνεστήθη μεταξύ των διαδίκων που τυγχάνουν και αδέλφια, η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... - Τουριστικές επιχειρήσεις Ο.Ε.", αρχική έδρα την ..., με αρχικό κεφάλαιο 500.000 δραχμές, το οποίο καλύφθηκε εξ ημισείας από τους εταίρους, διάρκεια πέντε (5) ετών, με δυνατότητα παράτασης και ποσοστό των εταίρων στις κερδοζημίες 50%.
Μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του καταστατικού της ως άνω ο.ε. στις 23-3-1988, 20-10-1988, 26-9-1989, 11-5-1990, 30-8-1990, 24-9-1990, 16-4-1992 και 13-8-2001 η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε σε 25 έτη, το κεφάλαιο ορίστηκε σε 381.511,37 ευρώ, που καταβλήθηκε από τους διαδίκους, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους, όπως δεν αμφισβητείται, συνδιαχειριστές εκπρόσωποι και ταμίες ορίστηκαν και οι δύο εταίροι, με δυνατότητα ορισμού ειδικού πληρεξουσίου και σε περίπτωση άρνησης του εταίρου για σύμπραξη με δυνατότητα άσκησης διαχειριστικών πράξεων και από ένα εταίρο, ενώ η έδρα της εταιρίας μεταφέρθηκε στο ....
Αντικείμενο της εταιρίας ήταν η εκμετάλλευση ξενοδοχειακής μονάδας στο ... με το διακριτικό τίτλο "...", σε ακίνητο που ανηγέρθηκε από την ο.ε. και ανήκει στην κυριότητα της. Όπως προελέχθηκε οι διάδικοι συνεισέφεραν, κατά το ποσοστό τους, τόσο στο αρχικό κεφάλαιο της εταιρίας, όσο και στις μετέπειτα αυξήσεις και από τον Ιούνιο του 1986 έως το 1990, ήτοι το κεφάλαιο που τοποθέτησαν και οι δύο εταίροι ήταν 381.511,37 ευρώ, δηλαδή ο κάθε εταίρος κατέβαλε μετρητά 57.400.000 δραχμ.
ή 168.451,95 ευρώ και εισέφερε αξία οικοπέδου 7.000.000 δρχμ. ή 22.303,74 ευρώ. Οι διάδικοι αρχικά κατοικούσαν στη Γερμανία, αλλά ο ενάγων επέστρεψε στην Ελλάδα το 2001, ενώ ο εναγόμενος παρέμεινε στο εξωτερικό, όπου διατηρεί ξενοδοχειακή επιχείρηση στο ... Γερμανίας και δεν ασχολήθηκε με τις εταιρικές υποθέσεις. Τη διαχείριση εν τοις πράγμασι ασκούσε ο ενάγων και ορισμένες φορές εκπρόσωπος αυτού.
Το 1988 ανοικοδομήθηκε το ξενοδοχείο, με 45 αρχικά δωμάτια, σε ιδιόκτητο όπως προαναφέρθηκε οικόπεδο της εταιρίας με δάνειο 66.480.000 δρχμ. ή 195.099,05 ευρώ που εκταμιεύτηκε από την ΕΤΒΑ, η οποία κατόπιν συγχωνεύτηκε με την Τράπεζα Πειραιώς. Επομένως από τον Ιούνιο του 1986 έως το 1990 το κεφάλαιο που τοποθετήθηκε στην εταιρία από τους εταίρους ήταν 576.610 ευρώ (381.511,37 ευρώ το κεφάλαιο + 195.099,05 ευρώ το δάνειο της ΕΤΒΑ).
Η ξενοδοχειακή μονάδα λειτούργησε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του έτους 1990 και έκτοτε λειτουργεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (τέλη Μαΐου - αρχές Σεπτεμβρίου). Το έτος 1999 οι διάδικοι αποφάσισαν την επέκταση της μονάδας κατά 23 δωμάτια ώστε να γίνει ανταγωνιστική και κερδοφόρα. Από το έτος 1996 ο εναγόμενος άρχισε να προσπαθεί και να απαιτεί από τον αδελφό του ουσιαστική ενημέρωση για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων.
Το καλοκαίρι του 1999 ήλθε στην Ελλάδα και διαπίστωσε ότι το διαμέρισμα που κατείχε και ουδέποτε εκμισθωνόταν σε τρίτους, είχε εκμισθωθεί. Μετά από αυτό το γεγονός απέστειλε στον ενάγοντα την από 22-7-1999 επιστολή διαμαρτυρίας. Από τη στιγμή που ο ενάγων μετακόμισε μόνιμα στην Ελλάδα και ανέλαβε την λειτουργία του ξενοδοχείου άρχισαν τα προβλήματα μεταξύ τους.
Ο εναγόμενος απέδιδε στον ενάγοντα πλημμελή διαχείριση και ο ενάγων απέδιδε στον αδελφό του αδιαφορία για τις εταιρικές υποθέσεις. Η συνεννόηση και η συνεργασία μεταξύ τους ήταν τόσο δύσκολη, ώστε ο εναγόμενος προκειμένου να λάβει γνώση των εγγράφων της εταιρίας αναγκάστηκε να ασκήσει εναντίον του ενάγοντος την με αριθμ.
καταθ. 629/2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αίτημα την χορήγηση όλων των φορολογικών εγγράφων για τις χρήσεις από τα έτη 1995 έως και το 2001, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 878/2002 απόφαση, που υποχρέωσε την παράδοση των σχετικών εγγράφων. Εκτός των ανωτέρω ο εναγόμενος προκειμένου να πληροφορηθεί την οικονομική κατάσταση της εταιρίας τον Οκτώβριο του έτους 2003 ανέθεσε στην εταιρία με την επωνυμία ...
ΕΠΕ το διαχειριστικό έλεγχο της ο.ε. Κατά την από το Φεβρουάριο του 2004 έκθεση ελέγχου της ως άνω ελεγκτικής εταιρίας, διαπιστώθηκε γενικά αταξία στη διαχείριση, και συγκεκριμένα δεν υπήρχαν υπογραφές στους ισολογισμούς από τους εταίρους, το υπόλοιπο του ταμείου ανερχόταν την 31-12-2003 σε 240.911,91 ευρώ, χωρίς να υπάρχει τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της εταιρίας, ενώ θα έπρεπε λόγω του όγκου εργασιών της και τέλος δεν είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία τιμολόγια, εισπράξεις πληρωμές με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η παρακολούθηση των καταχωρήσεων μετά την 30-9-2003.
Μετά από αυτά ο εναγόμενος με την από 10-4-2004 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 20-4-2004 και καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αυξ. αριθμ. ...-5-2004 κατήγγειλε τη μεταξύ τους εταιρεία. Με τη λύση της ο.ε. αυτή τέθηκε σε εκκαθάριση. Το ξενοδοχείο, όμως που διατηρεί η υπό εκκαθάριση εταιρεία συνεχίζει να λειτουργεί από την οικογένεια του ενάγοντος, για να συντηρηθεί η αξία της επιχείρησης, χωρίς να προκύπτει ότι λειτουργεί για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.
Ο εναγόμενος, αν και αντιδρούσε με την κατάσταση αυτή, δεν ασχολήθηκε ενεργά με την επιχείρηση όχι λόγω αδιαφορίας, αλλά λόγω των ιδιαίτερα τεταμένων σχέσεων μεταξύ αυτού και του αδελφού του. Στα πλαίσια των προσπαθειών του εναγομένου να λάβει γνώση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας απέστειλε στον ενάγοντα την από 18-7-2005 εξώδικη πρόσκληση με την οποία ζητούσε αντίγραφα των οικονομικών εγγράφων της εταιρίας.
Επίσης με την από 23-8-2005 εξώδικη πρόσκληση προς τον λογιστή της εταιρίας Χ. Π. ζητούσε τα ίδια. Το έτος 2007 πληροφορήθηκε ότι με την με αριθμ. 533/2002 απόφαση του Μον. Πλημ. Κασσάνδρας καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή 2.200 ευρώ για τα αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, γεγονός που αγνοούσε.
Τελικά άσκησε έφεση και αθωώθηκε. Επειδή ο ενάγων δεν του παρέδιδε τα οικονομικά έγγραφα της εταιρίας ο εναγόμενος άσκησε την με αριθμ. κατάθ. 1078/14-9-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 220/2010 απόφαση, η οποία υποχρέωνε τον ενάγοντα να επιδείξει στον εναγόμενο όλα τα τιμολόγια, τις αποδείξεις, τα βιβλία εσόδων και εξόδων, τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος κλπ.
από το έτος 1999 μέχρι το 2010. Με το με αριθμ. ... κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής κατηγορήθηκε ο εναγόμενος ότι από 1-10-2007 έως 1-3-2009 ως εργοδότης του ξενοδοχείου καθυστερεί την αγορά ενσήμων καταβολής εισφορών για μισθωτούς ύψους 33.828,34 ευρώ. Τελικά η ποινική διαδικασία ανεστάλη, διότι όπως πληροφορήθηκε λόγω των ανωτέρω ο ενάγων υπήγαγε τις οφειλές σε ρύθμιση.
Ακολούθως ο εναγόμενος απέστειλε στον ενάγοντα την από 26-4-2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση με την οποία τον καλούσε να μη λειτουργήσει την επιχείρηση κατά τη θερινή περίοδο του έτους 2011 εάν πρώτα δεν ολοκληρωνόταν η εκκαθάριση. 'Ομως την ανωτέρω εξώδικη αγνόησε παντελώς ο αντίδικος. Εν συνεχεία μετά από αίτηση του εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμ.192/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής η οποία αντικατέστησε τον ενάγοντα από την ιδιότητα του εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρίας τους διορίζοντας ως εκκαθαριστή τον Β.
Κ. - τρίτο πρόσωπο, αφού έκρινε κακή διαχείριση από τον ενάγοντα και οφειλές της υπό εκκαθάριση εταιρίας προς τρίτους (προς το Δήμο Κασσάνδρας 32.585,45 ευρώ για το οικονομικό έτος 2009, στη Δ.Ο.Υ. Πολυγύρου 26.545,95 ευρώ, και στο Ταμείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων 30.188,26 ευρώ για τα έτη 2003, 2004, 2008 και 2010) και μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων κατά τα έτη 2008 και 2009.
Ο ανωτέρω εκκαθαριστής δεν προχώρησε τις εργασίες εκκαθάρισης, οπότε ο εναγόμενος με αίτησή του πέτυχε την έκδοση της αριθμ. 187/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με την οποία αντικαταστάθηκε ο ανωτέρω εκκαθαριστής από τον Ι. Ζ.. 'Ηδη με την με αριθμ. 113/ 2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και με δεδομένο το υφιστάμενο έντονο κλίμα καχυποψίας μεταξύ των εταίρων αντικαταστάθηκε και ο ανωτέρω εκκαθαριστής από την οικονομολόγο Μ.
Η., από τον κατάλογο Πραγματογνωμόνων. Επιπροσθέτως το έτος 2014 ο εναγόμενος ανέθεσε στο Σώμα Ορκωτών Λογιστών (ΣΟΛ) την εξέταση των οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι σε εφαρμογή του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 το ύψος του δανείου της εταιρίας προς την ΕΤΒΑ περιορίστηκε το 2005 από το ποσό των 586.357,67 ευρώ στο ποσό των 74.781,93 ευρώ, μειωμένο δηλαδή κατά 511.575,74 ευρώ η διαγραφή αυτή όμως δεν εμφανίζεται στα αποτελέσματα χρήσης του έτους 2005.
Όπως αναφέρει η ανωτέρω έκθεση η μη παράθεση τέτοιου τεράστιου ποσού καθιστά τις οικονομικές καταστάσεις ψευδείς και παραπλανητικές του ελέγχου και έχει επίδραση και στη δυνατότητα διανομής κερδών (βλ. την από Ιούνιο του 2014 έκθεση ελέγχου του ΣΟΛ). Επισημαίνεται ότι σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας έχουν εγγραφεί κατασχέσεις στο Υποθηκοφυλακείο Κασσάνδρας για οφειλές προς το ΙΚΑ, Δήμο Κασσάνδρας και φυσικά πρόσωπα (βλ.
την με αριθμ..../22-2-2000 περίληψη εγγραφής κατασχετήριας επιταγής της ΕΤΒΑ, την με αριθμ. .../13-7-2011 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Χαλκιδικής Άγγελου Παπαγεωργίου, την με αριθμ. .../2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Ε.
Λ., την με αριθμ. ...-9-2013 περίληψη έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Κ. Κ.). Μετά από καταγγελία του εναγομένου το ΣΔΟΕ της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης διενήργησε έλεγχο στην υπό εκκαθάριση εταιρία και διαπίστωσε ότι αν και τελεί σε εκκαθάριση συνεχίζει απρόσκοπτα την λειτουργία της από τον ενάγοντα χωρίς να έχει δηλωθεί στη Δ.Ο.Υ η μεταβολή αυτή (βλ.
την από 16-11-2015 έκθεση ελέγχου). Εξάλλου η Δ.Ο.Υ Πολυγύρου καταλόγισε στην εταιρία τον Απρίλιο του 2017 το ποσό των 232.201,45 ευρώ για τη μη εγγραφή ως εκτάκτου εσόδου του ποσού που διαγράφηκε, όπως προαναφέρθηκε βάσει νόμου από την οφειλή προς την Τράπεζα Πειραιώς (ΕΤΒΑ). Κατά των πράξεων προσδιορισμού φόρου η εταιρία άσκησε τη με αριθμ.
καταχ. ...28-9-2017 προσφυγή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ήδη οι οφειλές της εταιρίας προς ΑΑΔΕ ανέρχονται σε 242.371,877 ευρώ (βλ. την από 18-10-2017 εκτύπωση από το ΤΑΧΙSΝΕΤ). Όλες οι ανωτέρω ενέργειες του εναγομένου αντικατοπτρίζουν την συνεχή και αδιάκοπη προσπάθειά του να ασχοληθεί με την ξενοδοχειακή επιχείρηση και να συμμετάσχει στην εμπορική και οικονομική της δραστηριότητα.
Πλην όμως οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες εξ αιτίας της συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος εκφράζει την πρόθεση να διαχειρίζεται και να εκμεταλλεύεται μόνος την επιχείρηση αποκλείοντας τόσο τον εναγόμενο, όσο και τους εκκαθαριστές αυτής από οποιαδήποτε ενημέρωση και πληροφόρηση. Ο ενάγων διατείνεται ότι ουδέποτε χρηματοδότησε ο εναγόμενος την εταιρία και ότι ο ίδιος κάνοντας χρήση προσωπικών περιουσιακών στοιχείων και διαθέτοντας το τίμημα από την αγορά δύο διαμερισμάτων της συζύγου του το 2001 έκανε πληρωμές ύψους 108.585 ευρώ για υποχρεώσεις της εταιρίας και ειδικότερα για δόση του δανείου από την ΕΤΒΑ.
Από την ανωτέρω όμως προσκομιζόμενη έκθεση ελέγχου του σώματος ορκωτών λογιστών προκύπτει ότι στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας δεν διακρίνονται τέτοιες πληρωμές, οι οποίες θα έπρεπε από τη μια να μειώνουν τις υποχρεώσεις της εταιρίας προς τους διάφορους τρίτους (τράπεζες, εφορίας κλπ.) και από την άλλη να αυξάνουν τις υποχρεώσεις προς τους πληρώσαντες τα παραπάνω ποσά.
Επίσης ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει δανεισθεί από τρίτους διάφορα ποσά συνολικού ύψους 63.101,97 ευρώ τα οποία διέθεσε για την πληρωμή προμηθευτών κατά το διάστημα από το Νοέμβριο του 1999 έως το Φεβρουάριο του 2000, πλην όμως από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας δεν αποδεικνύονται τα ανωτέρω δάνεια.
Με τη διαχείριση όμως που έχει ασκήσει ο ενάγων έχει δημιουργήσει χρέη και υποχρεώσεις της εταιρίας χωρίς να υπάρχει δυνατότητα, λόγω αταξίας στην τήρηση των βιβλίων, να ελεγχθούν ως πραγματικά ή μη. Εξάλλου με τη διαχείριση την οποία ασκεί ο ενάγων ματαιώνει τη διενέργεια της εκκαθάρισης, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή άρχισε ήδη από το 2004 και δεν προέκυψε ότι έγινε καμία ενέργεια για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.
Βέβαια δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι όλη η οικογένεια του ενάγοντος εργάστηκε στην επιχείρηση, αποτέλεσμα όμως αυτής της ενασχόλησης ήταν η κακοδιαχείριση και η δημιουργία υπέρογκων οφειλών της εταιρίας προς τρίτους με αντίστοιχη ζημία αυτής (εταιρίας) και των εταίρων της. Εξάλλου όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων υποβάλλει ανακριβή στοιχεία της εταιρίας, με αποτέλεσμα να καταλογίζεται πρόστιμο στην εταιρία και να μην αποδίδει μερίσματα στον συνεταίρο του.
Ούτε αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο επιτυχούς διαχείρισης το γεγονός ότι η εταιρία καταβάλει λόγω ρύθμισης μηνιαία το ποσό των 4.304 ευρώ για διάφορες οφειλές (ΙΚΑ, τέλη ύδρευσης, Δ.Ο.Υ Κασσάνδρας). Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι ο ενάγων δεν είναι ικανός να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η οποία δεν είναι πειστική και δεν ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, η εκκαθάριση της ένδικης επιχείρησης θα αποφέρει όφελος στους διαδίκους, αφού θα ικανοποιηθούν οι δανειστές και ότι θα απομείνει θα διανεμηθεί σε αυτούς ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία. Η διατήρηση της επιχείρησης και η συνέχιση της από τον ενάγοντα δεν δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες ότι αυτή θα επιβιώσει και θα ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, αφού όπως προαναφέρθηκε αυτή έχει δημιουργήσει υπέρογκες οφειλές.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετική κρίση και δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε την εταιρία στον ενάγοντα κρίνοντας ότι είναι ο πλέον ικανός να συνεχίσει τη λειτουργία αυτής με επιτυχία και δυνατότητα βιωσιμότητας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης...".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την, αντιθέτως κρίνασα, πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, εν όλω, την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και δέχθηκε ότι ο ενάγων, δεν είναι ικανός για τη διατήρηση της ένδικης επιχείρησης, αφού λόγω της εκ μέρους του κακής διαχείρισης των υποθέσεών της, συνεπεία της οποίας γεννήθηκαν υπέρογκες οφειλές αυτής σε, ΟΤΑ, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζα (ΕΤΒΑ) και το Δημόσιο, για την εξασφάλιση των οποίων, μάλιστα, επιβλήθηκαν πρόστιμα και αναγκαστικές κατασχέσεις σε βάρος της περιουσίας της και ότι, έτσι, δεν υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιβίωσης και ανταπόκρισης αυτής στις δημιουργηθείσες, από τη ζημιογόνο, για τα συμφέροντά της, διαχείριση των υποθέσεων αυτής, από τον αναιρεσείοντα, ενάγοντα, υποχρεώσεις της, δεν παραβίασε, ευθέως ούτε και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 483 ΚΠολΔ, ορθά εξειδίκευσε, με τη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, την αόριστη νομική έννοια της ικανότητας του ήδη αναιρεσείοντος, ως κοινωνού, αιτούντος την επιδίκαση, σ' αυτόν, της ένδικης επιχείρησης και με σαφείς πλήρεις, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και άλματα, αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αυτός στερείται αυτής της ικανότητας.
Επομένως: Α) Ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αποδιδόμενη, στο Εφετείο, αιτίαση ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι: "η εκκαθάριση της ένδικης επιχείρησης θα αποφέρει όφελος στους διαδίκους, αφού Θα ικανοποιηθούν οι δανειστές και ό,τι θα απομείνει θα διανεμηθεί σε αυτούς ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία" και, συνακόλουθα, να απορρίψει την ένδικη αγωγή του, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, από τις οποίες δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η ως άνω κρίσιμη διάταξη του άρθρου 483 ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτή (προσβαλλομένη) τα κατ' ιδίαν περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της ένδικης ξενοδοχειακής επιχείρησης, η αξία αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής του και το οικονομικό όφελος του καθενός από τους εταίρους, σε περίπτωση χωριστής διανομής των κατ' ιδίαν περιουσιακών της στοιχείων της, σε σύγκριση με το οικονομικό όφελος αυτών από τη μεταβίβασή της, εν λειτουργία και ως οικονομικό όλον, ώστε να μπορεί εντέλει να εξαχθεί βάσιμα το συμπέρασμα αν η διανομή της είναι, πράγματι, συμφέρουσα και επωφελής για τους εταίρους και την ίδια (επιχείρηση), όπως (το Εφετείο) έκρινε και όχι επαχθής και βλαπτική, όπως αυτός (αναιρεσείων) υποστηρίζει, κρίνεται απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.
Τούτο δε διότι, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, στήριξε το, απορριπτικό, της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, δικανικό του πόρισμα και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του στην αιτιολογία ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν είναι ικανός για τη διατήρηση της ένδικης επιχείρησης.
Ενώ, η ως άνω πληττόμενη παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, την οποία ο αναιρεσείων επέλεξε να αποσπάσει, από το όλο σκεπτικό της και να παραθέσει στο αναιρετήριο, για να θεμελιώσει τον παρόντα αναιρετικό λόγο, στηρίζει επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου, που τέθηκε προς ενίσχυση της ως άνω κύριας αιτολογίας του, η οποία, επαρκώς, στηρίζει το ως άνω διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με την κρινόμενη αίτηση.
Β) Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά τις αιτιάσεις του: α) από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο: 1) με το να δεχθεί έλλειψη σοβαρού λόγου για τη μη διανομή της ένδικης επιχείρησης, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικά με την εξειδίκευση της ως άνω αόριστης έννοιας (συνδρομής ή μη σοβαρού λόγου), είναι αλυσιτελής, αφού και με αυτόν πλήττεται η ίδια, ως άνω, επάλληλη αιτιολογία της, επαρκώς στηρίζουσας το διατακτικό της προσβαλλομένης, κύριας αιτιολογίας του.
Και, 2) με τις ως άνω παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, αναφορικά με την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ικανότητας του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος για διατήρηση της ένδικης επιχείρησης, με αποτέλεσμα να δεχθεί την έλλειψη αυτής και συνακόλουθα, να οδηγηθεί στην απόρριψη της ένδικης αγωγής του, είναι αβάσιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ορθά την εξειδίκευσε, με τη χρήση των διδαγμάτων κοινής πείρας.
Και, β) από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, η οποία (αιτίαση) προβάλλεται, με τον παρόντα λόγο, επικουρικά, σε σχέση με τις προηγούμενες, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του, δεν αναφέρεται, καθόλου, στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των (αιτιολογιών), ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (AΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει, με τις λοιπές αποδείξεις, τα παρακάτω, νόμιμα προσκομισθέντα, με επίκληση, από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται η εκ μέρους του και με δικά του χρήματα εξόφληση οφειλών της ένδικης εταιρείας προς τρίτους, γεγονός, που συνέχεται με την υπηρέτηση, από αυτόν, του εταιρικού σκοπού, με την έμπρακτη τοποθέτηση και ανάλωση προσωπικών του πόρων, για τη διάσωση και την ανάπτυξη αυτής (επιχείρησης).
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο δέκα (10) αποδεικτικά, εξόφλησης, εκ μέρους του, χρεών της ένδικης εταιρείας σε τρίτους, κατά τα έτη 1995 - 1999, συνολικού ποσού, 230.282,61 ευρώ. β) Τα συμβόλαια: 1) ....2.2001 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Λ. Χ., με το οποίο η σύζυγός του, Ε.
Π. του Θ., πώλησε και μεταβίβασε αντί εξοφληθέντος τιμήματος 17.000.000 δρχ (ή 49.889,94 €) ένα διαμέρισμά της και, 2) ...22.2.2001 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Σ., με το οποίο η ίδια, ως άνω, σύζυγός του πώλησε και μεταβίβασε αντί εξοφληθέντος τιμήματος 5.215.000δρχ (ή 15.304,47 €) ένα, ακόμη, διαμέρισμά της. Και, γ) το από 23/02/2001 Γραμμάτιο της ΕΤΒΑ, με το οποίο καταβλήθηκε σ' αυτή το ποσό των 37.000.000 δρχ.
για τη μερική τακτοποίηση της οφειλής της εταιρίας τους, λόγω της από 3/5/1988 Σύμβασης Δανείου, ποσό που συγκεντρώθηκε, κατά κύριο λόγο από την πώληση των ως άνω διαμερισμάτων της συζύγου του. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν: "...και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα στον πρώτο βαθμό προσκόμισαν και ήδη με επίκληση επαναπροσκομίζουν, ως και εκείνα, που επικαλούνται και παραδεκτά προσκομίζουν για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια...
αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης δεν υπάρχει κανένα, απολύτως, στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ισοδυνάμως, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα ανωτέρω, που φέρονται, κατά τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα, στα οποία, όμως, αυτό προσέδωσε, έναντι των άλλων, ως είχε εξουσία, μικρότερη αξιοπιστία.
Επομένως, ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-10-2018 αίτηση, για αναίρεση της 1163/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ