Legislator Case Law & Legislation
709/2017 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds, ruling the appeal is vague and concerns evidence evaluation not reviewable.

Case Number 709/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The bank argued the lower court misinterpreted documents regarding the acceptability of promissory notes with unreadable signatures, but the court found this argument vague and focused on evidence evaluation rather than legal error. Since the Supreme Court cannot review factual assessments of evidence, the appeal was rejected as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific regarding legal errors, and the Supreme Court cannot review factual assessments of evidence or the evaluation of documents.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation document interpretation legal error review procedural dismissal code of civil procedure unreadable signature

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 709 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 709/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη (που ανακάλεσε την από 13/11/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο) και Α. Ν., και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Σαρακενίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30081/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2101/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/1/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 4/11/2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/1/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2101/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση η από 29-1-2015 αίτηση της ενάγουσας- εκκαλούσας κατά του εναγομένου- εφεσίβλητου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2101/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007), διότι αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 297 και 298 του ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι οι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, που προκλήθηκε.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005, ΑΠ 996/2004).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.

Αδικοπρακτική συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 386 του ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης.

Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999). Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι’ αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη.

Η έννοια του δόλου προκύπτει, κατά βάση, από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει, όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1861/2013, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 890/2010). Εξάλλου, η απάτη μπορεί να τελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, και από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού.

Με τον όρο "από κοινού" νοείται, ότι τα πρόσωπα ενεργούν με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων.

Είναι δε αδιάφορο, αν η πραγμάτωση της όλης άδικης πράξης γίνεται από κάθε συμμέτοχο κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια ή αν αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συναυτουργών ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ωσαύτως, η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με τη συνδρομή άμεσου συνεργού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β ΠΚ.

Άμεση συνέργεια, κατά τη διάταξη αυτή, είναι η παροχή, με πρόθεση, άμεσης συνδρομής στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης του αυτουργού και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης. Για τη στοιχειοθέτησή της απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλικής φύσης, που λαμβάνει χώρα μόνο κατά την πράξη και όχι πριν ή μετά την τέλεση αυτής, χωρίς τη βοήθεια της οποίας δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος και επιπλέον δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή, θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του αυτουργού και η γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της και τη διάρκεια της ίδιας πράξης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος, περί τα τέλη του έτους 1993 προσελήφθη από τον Δ. Κ., ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση διανομών εμπορίας και πώλησης χονδρικής και λιανικής ειδών τροφίμων και λοιπών καταναλωτικών ειδών σε σούπερ μάρκετ στην πόλη του Κιλκίς καθώς και υποκατάστημα στην Κοζάνη, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος-διευθυντής πωλήσεων στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας.

Επειδή όμως ο Δ. Κ. αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, προκειμένου να διευρυνθεί ο κύκλος εργασιών του στην περιοχή της Κοζάνης και να είναι σε θέση να προμηθευτεί εμπόρευμα από διάφορους προμηθευτές, έπεισε τον εναγόμενο να υποβάλλει αίτηση έκδοσης μπλοκ επιταγών στην "... ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", ώστε με την δική του εγγυητική ευθύνη να επιτύχει παράταση πληρωμής των υποχρεώσεων του προς τους οφειλέτες του.

Ενόψει της υπαλληλικής αλλά και της φιλικής σχέσης που τους συνέδεε ο εναγόμενος πείστηκε και προκειμένου να τον βοηθήσει μετέβη μαζί με τον ως άνω εργοδότη του στο κατάστημα της ως άνω τράπεζας και κατόπιν αιτήσεως του, έλαβε δύο μπλοκ επιταγών στις οποίες έθεσε την υπογραφή του ως εκδότης και παρέδωσε στον Δ.

Κ. λευκές, προκειμένου να τις μεταβιβάσει σε τρίτα πρόσωπα που δεν γνώριζε. Μάλιστα, είχε λάβει τη διαβεβαίωση του Κ. ότι όλες αυτές οι επιταγές θα πληρωνόταν, απλώς θα παρατεινόταν η πληρωμή των υποχρεώσεων του Κ., αφού ο τελευταίος θα τις παρέδιδε στους προμηθευτές του συμπληρώνοντας ημερομηνία μεταγενέστερη της παράδοσης τους ήτοι θα ήταν μεταχρονολόγημένες.

Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο εναγόμενος έχοντας λάβει την ως άνω διαβεβαίωση από τον Δ. Κ., έμαθε πολύ αργότερα ότι κάποιες εκ των επιταγών αυτών δεν πληρώθηκαν - ενόψει του ότι η υπαλληλική σχέση έπαψε να υφίσταται το 1995 - και σε συνάντηση κατά την οποία παρευρέθησαν τόσο ο ίδιος ο μάρτυρας, όσο και ο Κ.

αλλά και ο εναγόμενος, ο Κ. και πάλι διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι θα τακτοποιήσει τις οφειλές από τις. επιταγές αυτές, πλην όμως εξαφανίστηκε χωρίς να τηρήσει την υπόσχεση του αυτή. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στα δύο ως άνω μπλοκ επιταγών, περιλαμβανόταν και οι ακόλουθες ... μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 3.000.000 δραχμών έκαστης εξ αυτών, με ημερομηνίες εκδόσεως την 25-10-1994 η πρώτη, την 23-11-1994 η δεύτερη την 8-1-1995 η τρίτη και την 15-1-1995 η τέταρτη αντίστοιχα, εκδόσεως του εναγομένου εις διαταγήν του Δ.

Κ. και που ήταν πληρωτέες σε χρέωση του λογαριασμού όψεως που διατηρούσε ο εναγόμενος στο κατάστημα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας "... ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" στην Κοζάνη. Εν συνεχεία, ο Δ. Κ. στις 12-8-1994, με βάση την υπ’ αριθ. ...1-4-1992 σύμβαση πίστωσης που είχε καταρτίσει προ διετίας περίπου με την ενάγουσα, οπισθογράφησε τις τρεις πρώτες εκ των προαναφερομένων επιταγών -συνολικής αξίας 9.000.000 δραχμών- λόγω ενεχύρου στην ενάγουσα μαζί με άλλες επιταγές εκδόσεων τρίτων προσώπων συνολικής αξίας 10.567.690 δραχμών, συνταχθέντος του σχετικού πινακίου ενεχυρίασης και πιστώθηκε ο υπ’ αριθ. ...

λογαριασμός του κατά τα ποσά των επιταγών, ενώ στις 17-8-1994 οπισθογράφησε με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης και την τέταρτη επιταγή - αξίας 3.000.000 δραχμών- μαζί με άλλες δεκαπέντε επιταγές συνολικής αξίας 4.706.920 δραχμών συνταχθέντος του σχετικού πινακίου ενεχυρίασης και πιστώθηκε ο υπ’ αριθ. ως άνω ...

λογαριασμός του κατά τα ποσά των επιταγών. Όπως προαναφέρθηκε και οι επίδικες επιταγές, όπως και οι υπόλοιπες που περιεχόταν στα δύο μπλοκ, παραδόθηκαν την ίδια ημέρα λευκές από τον εναγόμενο στον Δ. Κ., αφού προηγουμένως ο εναγόμενος έθεσε την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, χωρίς ο εναγόμενος να γνωρίζει ότι επρόκειτο ο εργοδότης του να τις oπισθογραφήσει στην ενάγουσα τράπεζα λόγω ενεχύρου, επιτυγχάνοντας κατά τον τρόπο αυτό χρηματοδότηση του με πίστωση του λογαριασμού του βάσει προϋπάρχουσας συμβάσεως πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό.

Ο μόνος λόγος για τον οποίο πείσθηκε και έδωσε τις επιταγές αυτές στον ως άνω εργοδότη του, ήταν προκειμένου να επιτύχει ο τελευταίος την παράταση των πληρωμών σε διάφορους προμηθευτές υπό την μορφή της έκδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών, ώστε να μπορέσει να προμηθευτεί εμπόρευμα και αφού είχε λάβει προηγουμένως τη διαβεβαίωση του ότι θα πληρωνόταν οπωσδήποτε κατά τους χρόνους έκδοσης που Κ.

θα ανέγραφε. Ουδεμία συζήτηση κατά την παράδοση των επιταγών είχε γίνει για την ενεχυρίαση των επιταγών στην τράπεζα, καθώς όπως ο μάρτυς ανταπόδειξης κατηγορηματικά κατέθεσε τότε ο εναγόμενος δεν γνώριζε καν για "πλαφόν" και τον εν λόγω τρόπο χρηματοδότησης με την ενεχυρίαση των επιταγών στις τράπεζες.

Το ότι οι επιταγές δεν αντιπροσώπευαν συναλλαγή μεταξύ του εναγομένου και του Δ. Κ., -γεγονός που συνομολογεί άλλωστε ο εναγόμενος- δεν είναι ικανό να στοιχειοθετήσει την επικαλούμενη με την αγωγή κακουργηματικής μάλιστα μορφής απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συναυτουργία. Πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος είχε καταστρώσει με τον Δ.

Κ. σχέδιο εξαπάτησης της τράπεζας με σκοπό να λάβει περιουσιακό όφελος ο Κ. ώστε να επιτύχει μεν τη χρηματοδότηση του από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας κατά τα ποσά των ενεχυριαζόμενων επιταγών εν γνώσει ότι η τράπεζα δεν θα μπορούσε να εισπράξει τα χρήματα της ώστε να υποστεί ισόποση ζημία από τη μη πληρωμή των επιταγών.

Για αυτό που ήταν βέβαιος ο εναγόμενος, ήταν ότι οι προμηθευτές - και όχι η τράπεζα αφού δεν γνώριζε ότι ο Κ. επρόκειτο να κάνει χρήση των επιταγών αυτών και να χρηματοδοτηθεί κατά τα προεκτεθέντα- επρόκειτο να εισπράξουν τα χρήματα τους, μέσω των αξιόγραφων αυτών και ουδόλως γνώριζε ότι οι επιταγές αυτές δεν επρόκειτο να πληρωθούν.

Η ενάγουσα τράπεζα ισχυρίζεται ότι αν γνώριζε την παραπάνω αληθινή κατάσταση, ότι δηλαδή οι ως άνω επιταγές ήταν ευκολίας, δεν θα προέβαινε στην αποδοχή των επιταγών και την πίστωση του λογαριασμού του Κ., υπονοώντας ότι τα αξιόγραφα αυτά (ευκολίας) εμπεριέχουν μεγάλη διακινδύνευση για την περιουσία της Τράπεζας συνήθως λόγω εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες πλην όμως η μη είσπραξη των χρημάτων δεν οφείλεται στο ότι ακολούθησε δίκη ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής στην οποία να προεβλήθη ένσταση για μη ύπαρξη υποκείμενης αιτίας αφού ανακοπή κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε.

Ούτε από κάποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η δεδομένη αφερεγγυότητα του εναγομένου κατά το χρόνο ενεχυρίασης των επιταγών. Εξάλλου ο κομιστής του αξιόγραφου από καμιά διάταξη του ουσιαστικού δικαίου δεν υποχρεούται να γνωρίζει την εσωτερική σχέση του εκδότη του αξιόγραφου και του υπέρ ού εξεδόθη αυτό και καμιά ένσταση αναφορικά με την εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και του υπέρ ού το αξιόγραφο δεν προβάλλεται κατά του κομιστή της επιταγής.

Για αυτό άλλωστε το λόγο η ενάγουσα δέχτηκε την ενεχυρίαση και επιταγών με όνομα εκδότη "δυσανάγνωστος"... Το ότι ο εναγόμενος στο δικόγραφο της με αριθ. .../2007 αγωγής του κατά της ενάγουσας αναφέρει επί λέξει ότι "ο Δ. Κ. ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας, του ζήτησε να τον βοηθήσει εκδίδοντας μπλοκ επιταγών από την "...

ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ" και να του παραδώσει επιταγές ως ευκολίας, ώστε να επιτύχει την παράταση διαφόρων υποχρεώσεων του προς οφειλέτες του και κατόρθωσε να τον πείσει να υποβάλλει αίτηση και να λάβει δύο μπλοκ επιταγών τις "οποίες υπέγραψε και παρέδωσε λευκές στον Κ. και στη συνέχεια τις μεταβίβασε σε τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν γνώριζε" ισχυρισμούς που επαναλαμβάνει άλλωστε και με τις προτάσεις του, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά ομολογία (και κυρίως όχι δικαστική όπως αβασίμως επικαλείται η ενάγουσα) της επικαλούμενης κακουργηματικής εξαπάτησης της ενάγουσας, η οποία πείστηκε να χρηματοδοτήσει τον Κ., ώστε να μην μπορέσει να εισπράξει τα χρήματα της, μέσω των αξιογράφων αυτών.

Η έκδοση επιταγών ευκολίας που συνομολογείται δεν έχει καμία σχέση με την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της τράπεζας. Όλα τα ανωτέρω περί της ανυπαρξίας οιασδήποτε αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εναγομένου, ουδόλως ανατρέπονται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος άλλωστε ουδεμία προσωπική αντίληψη για την ένδικη αδικοπραξία έχει και η μόνη πηγή γνώσεως είναι το εν λόγω αγωγικό δικόγραφο του εναγομένου, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί της εκδόσεως των εν λόγω επιταγών ως επιταγών ευκολίας.

Άλλωστε ενώ η ενάγουσα διατείνεται ότι συντρέχει εν προκειμένω κακουργηματικής φύσεως απάτη σε βάρος της, ουδόλως όμως προέβη στην άσκηση σχετικής μήνυσης σε βάρος του εναγομένου, τα όσα δε ο μάρτυς απόδειξης καταθέτει ήτοι ότι δεν θα μπορούσε να αχθεί η υπόθεση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου διότι έπειτα από 16 χρόνια οι μάρτυρες υπάλληλοι της τράπεζας που έχουν άμεση γνώση ή έχουν φύγει ή έχουν συνταξιοδοτηθεί, δεν κρίνονται πειστικά, διότι δεν εξηγεί γιατί θα έπρεπε να καταθέσουν μάρτυρες που ήταν τότε παρόντες στα γεγονότα στην ποινική και όχι στην προκειμένη πολιτική δίκη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή της κατά του αναιρεσίβλητου, με την οποία, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού σε βάρος της (κακουργηματική απάτη) από κοινού με το Δ.

Κ., είχε ζητήσει αποζημίωση, ισούμενη με τα ποσά των άνω επιταγών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 386 παρ.1 και 3, 13 εδ. στ και 46 παρ.1β ΠΚ και 914 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού από τις παραδοχές του προκύπτει ότι δεν υπήρξε κοινός δόλος μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Δ. Κ., που να τείνει στην εξαπάτηση της αναιρεσείουσας, με την έκδοση εκ μέρους του σε διαταγή του τελευταίου και παράδοση σ’ αυτόν των επίμαχων τραπεζικών επιταγών, ως επιταγών ευκολίας, που δεν είχαν αντίκρισμα και δεν αντιπροσώπευαν υπαρκτή μεταξύ τους συναλλαγή.

Ούτε, εξάλλου, παραβίασε τις διατάξεις αυτές, επειδή δεν δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος, με την έκδοση των άνω επιταγών σε διαταγή του Δ. Κ., χωρίς υπαρκτή μεταξύ τους συναλλαγή, παρέσχε άμεση συνδρομή στον τελευταίο για την τέλεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης κακουργηματικής απάτης, αφού, κατά τις παραδοχές του, δεν αποδείχθηκε δόλος αυτού, δηλαδή, ηθελημένη και εν γνώσει του άμεση υποστήριξη του Δ.

Κ. στη συγκεκριμένη πράξη της κακουργηματικής απάτης σε βάρος της αναιρεσείουσας και επιπλέον η έκδοση και παράδοση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου προς το Δ. Κ. των επίδικων επιταγών δεν παρασχέθηκε κατά την τέλεση της άνω πράξης, αλλά πριν από αυτή, σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αυτή δεν είχε τέτοια βάση.

Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω απορριπτικό αποδεικτικό της πόρισμα.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της παραβίασης υπό του Εφετείου του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφορούν κατ’ αυτήν σε αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στην απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού της ότι δεν γνώριζε την ανυπαρξία πραγματικής συναλλαγής μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του ενεχυραστή προς αυτή των επιταγών, ήτοι ότι ήταν " ευκολίας", διότι διαφορετικά δεν θα προέβαινε στην πίστωση του λογαριασμού του τελευταίου, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του απορριπτικού αποδεικτικού πορίσματος της αγωγής, αλλά αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρισίμων περιστατικών, σχετίζονται δηλαδή με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη κατέληξε στο απορριπτικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι, δηλαδή, ελλείπει η αδικοπρακτική συμπεριφορά (από κοινού κακουργηματική απάτη) του αναιρεσίβλητου σε βάρος της, με την αιτιολογία, πέραν άλλων, ότι "...

άλλωστε... αυτή...ουδόλως προέβη στην άσκηση σχετικής μήνυσης σε βάρος του...", ενώ η υποχρέωσή του δεν έχει ως προϋπόθεση την προηγούμενη ποινική καταδίκη του ούτε καν τη δίωξή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η αιτιολογία που προσβάλλεται δεν συνιστά παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Στην περίπτωση που δεν λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εφ’ όσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 1139/2009, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβανόταν στις από 5-4-2010 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοδικείου και προτάθηκε από αυτή με την από 6-4-2010 πρωτόδικη προσθήκη-αντίκρουση της, σχετικά με την από κοινού με το Δ.

Κ. απατηλή συμπεριφορά αυτού σε βάρος της αναιρεσείουσας και η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο σκέλος του, που αφορά την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου στο πλαίσιο της προηγηθείσας δίκης επί της δικής του αγωγής κατ’ αυτής (αναιρεσείουσας), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κρίνοντας ότι από τα αναφερόμενα στην αγωγή του πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ομολογία απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ως άνω φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομική και όχι ουσιαστικού δικαίου τοιαύτη, εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ως παραβίαση των ορισμών του άρθρου 352 παρ.1 ΚΠολΔ σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας, δηλαδή ως λόγος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προαναφερόμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης ενώπιον άλλου δικαστηρίου από αυτό που δίκασε την ένδικη αγωγή είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των αρθρ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου, ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πινακίων ενεχύρασης των επιταγών, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, διότι από την αναφορά στα άνω πινάκια στη στήλη που αναφέρεται το όνομα των εκδοτών της λέξης "δυσανάγνωστος", η οποία αναγράφεται, όταν πράγματι η υπογραφή του εκδότη είναι δυσανάγνωστη, οδηγήθηκε στην κρίση ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δέχεται την ενεχύραση επιταγών με όνομα εκδότη "δυσανάγνωστος", υπονοώντας ότι ενεχυράζει επιταγές χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο ή χωρίς να γνωρίζει το πρόσωπο του εκδότη και συνεπώς ότι δεν την ενδιέφερε ποιος ήταν ο εκδότης και η υποκείμενη αιτία των επίδικων επιταγών, ώστε να τις δεχθεί προς ενεχυρίαση και μετά ταύτα ήχθη σε απόρριψη της αγωγής της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν περιγράφεται το όλο περιεχόμενο των εγγράφων που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για να καταλήξει το Εφετείο στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα συνεξετίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά και περαιτέρω διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ανάγνωση των άνω εγγράφων, αλλά σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, με συνέπεια να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 21/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2015 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ’ ‘ για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2101/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαϊου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ