Appeal dismissed; co-owners' claim of abuse of right rejected; appeal on common sense misapplication inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three co-owners against the Second Instance Court of the Aegean. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim of abuse of right regarding a third party's unauthorized thirty-year use of their shared property. The court held that the Second Instance Court correctly applied the doctrine of abuse of right and that the appellants' additional arguments constituted an inadmissible appeal on the misapplication of common sense principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 787, 980, 981, 982, 994, 1113 and 1884 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1, sub-paragraph b of the Code of Civil Procedure. An appeal is inadmissible if it alleges a violation of common sense principles used for evidence evaluation rather than for legal interpretation or subsumption of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 709/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. Π., 2) Δ. Ε. Π., και 3) Ι. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωστόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. χήρας Β. Τ., το γένος Κ. Χ., 2) Ε. χήρας Ε. Μ., το γένος Κ. Χ.,, 3) Σ. Κ. Χ., κατοίκων ..., 4) Ι. Α. Χ., κατοίκου ..., και 5) Σ. Α. Χ., κατοίκου ... . Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Χάμπα, ο 3ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, οι 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτοπαπά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Μ. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2009 Εφετείου Αιγαίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1450/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2014 αίτησή τους και τους από 21/7/2014 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει καθ' αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα, αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής.
Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση. Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί ύστερα από άτυπη συμφωνία μεταξύ τους, παραχώρησαν τη νομή του κοινού ακινήτου σ' έναν από τους συγκυρίους για να το νέμεται έκτοτε με γνώση των λοιπών αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Τούτο βέβαια προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος το επίδικο ο συγκοινωνός που προβάλλει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή διανοία κυρίου.
Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του, δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες απάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματός που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως εγένεντο με αυτή δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Δ. Χ. του Σ., που απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 3-4-1970 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους αρχικούς ενάγοντες (αδελφή και τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών), δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-7-1942 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Νάξου Α.
Μπογιατζόγλου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος … αριθμ. 40), σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../9-2-1961 πωλητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος … αριθμ. 94), απέκτησε ένα οικόπεδο, σχήματος τραπεζίου, συνολικής επιφανείας 96,54 τ.μ., που βρίσκεται στην παραλία της ... {αποτελεί πλεονάζοντα χώρο της χερσαίας ζώνης του λιμένος της ..., σύμφωνα με το τελευταίο συμβόλαιο (.../1961)}, στην συνοικία ..., επί της παραλιακής οδού της πόλεως του Δήμου ...
και συνορεύει δυτικώς με την παραλιακή οδό της πόλεως ..., νοτίως με δημόσιο δρόμο, βορείως με αυλή οικίας κληρονόμων Α. Γ. και ανατολικώς με υπόλοιπον οικόπεδον του Δ. Χ.. Στη συνέχεια ο Δ. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-6-1963 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Νάξου, Βασιλείου Δέτση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου, στον τόμο … και αριθμ. 100, πώλησε και μεταβίβασε τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αυτού στον πρώτο εναγόμενο Ε.
Π. και στον μη διάδικο, Μ. Π., κατ' ισομοιρίαν, δηλαδή ανά 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, αντί τιμήματος 20.000 δρχ ο καθένας και έχοντας πλέον στην κυριότητα του ο ίδιος ο πωλητής το 1/3 εξ αδιαιρέτου. Η αγοραπωλησία αυτή καταρτίστηκε, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, προκειμένου με κοινές δαπάνες των τριών αυτών κοινωνιών, που ο καθένας τους ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, να ανοικοδομηθεί και αξιοποιηθεί το οικόπεδο.
Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε με το ως άνω συμβόλαιο (.../18-6-1963) με το οποίο καταρτίστηκε και σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας: 1) να ανεγερθεί σ' αυτό (οικόπεδο) ισόγειο κατάστημα, ύψους 5 μ. με στέγη από μπετόν αρμέ, το οποίο κατάστημα θα ανήκει κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους συμβαλλόμενους (πωλητήν και δύο αγοραστές), συμμετέχοντος υποχρεωτικώς και του πωλητού. (Δ.
Χ.) στο 1/3 των εν γένει εξόδων της ισογείου οικοδομής αυτής, 2) η όλη εργασία οικοδομήσεως θα εκτελεστεί σύμφωνα με το σχέδιο και μελέτη μηχανικού με πρόβλεψη οικοδομήσεως ανωγείων ορόφων, υπέρ δε την επιφάνεια της πλάκας της στέγης πρέπει να εξέχει οπλισμός αναμονής, η δε θεμελίωση και τα υποστηλώματα θα κατασκευασθούν με πρόβλεψη οικοδομήσεως ανωγείων ορόφων (τουλάχιστον ενός), 3) ο πωλητής Δ.
Χ. παραμένει συγκύριος του ενός τρίτου (1/3) εξ αδιαιρέτου του οικοδομηθησομένου κατά τα ανωτέρω ισογείου καταστήματος μετά κοινοχρήστου χώρου κατά οριζόντια ιδιοκτησία και εξ ολοκλήρου κύριος, νομέας και κάτοχος του δικαιώματος οικοδομήσεως άνωθεν της πλακός επικαλύψεως του όλου ισογείου καταστήματος μετά του κοινοχρήστου χώρου κατά τα περί ιδιοκτησιών κατ' ορόφους ισχύοντα και εις απεριόριστον ύψος.
Εν όψει αυτών και προκειμένου να ανεγερθεί το παραπάνω ισόγειο κατάστημα, ο πρώτος εναγόμενος υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομία Κυκλάδων την από 5-7-1963 αίτηση για άδεια οικοδομής του ισογείου καταστήματος και εκδίδεται η σχετική με αριθμό …/10-9-1964 άδεια στο όνομα του (πρώτου εναγομένου που είχε υποβάλλει και την αίτηση), για την ανέγερση του ισογείου καταστήματος επί του οικοπέδου, κειμένου στην ...
και επί της οδού Παραλιακής και ανήκοντος εις αυτόν κατά την ιδίαν αυτού δήλωση (βλ. σχετική άδεια οικοδομής). Στη συνέχεια και ενώ είχε αρχίσει η ανέγερση του εν λόγω ισογείου καταστήματος, με κοινές δαπάνες και των τριών συγκυρίων, όπως υποχρεούντο από το ως άνω συμβόλαιο, οι τελευταίοι, οι οποίοι είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ.
Χ.-Ε.Δ. Π.-Μ. Π. ΟΕ" με έδρα την …, στις 24-1-1964 με την με αριθμό ... συμβολαιογραφική δήλωση τους, ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου Βασιλείου Δέτση, με την ιδιότητα τους ως ομόρρυθμα μέλη της ως άνω εταιρίας, συναίνεσαν για την εγγραφή πρώτης υποθήκης στο εν λόγω ισόγειο κατάστημα ανεγερθέντος δια κοινού και εξ ίσου εξόδων των εμφανισθέντων υπέρ της εδρεύουσας στην … ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Πουρφίνα Ελληνική Εταιρία Πετρελαίων ΑΕ", μέχρι του ποσού των 100.000 δρχ., για ενδεχόμενη απαίτηση της, δεδομένου ότι η ομόρρυθμη ως άνω εταιρία είχε αναλάβει με σύμβαση την με προμήθεια πώληση στην περιφέρεια της πόλης της ...
των εμπορευμάτων της ανώνυμης αυτής εταιρίας. Κατόπιν στις 26-3-1964 ο Μ. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26-3-1964 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Νάξου, στον τόμο … και αριθμό 44, πώλησε στον πρώτο εναγόμενο Ε. Π., το ως άνω ιδανικό του μερίδιο (ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου) επί του ισογείου ως άνω καταστήματος, το οποίο κατά τον χρόνο αυτόν, είχε ξεκινήσει ήδη η ανοικοδόμηση του καταστήματος και βρισκόταν στο στάδιο του σκελετού, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, "ενός ισογείου υπό ανέγερσιν μαγαζείου θεμελιουμένου δια στηλών (κολόνων) και εστεγασμένο δια πλακός εκ μπετόν αρμέ διατελούντος εισέτι άνευ τοιχωμάτων" αντί τιμήματος 15.000 δρχ.
Επομένως μετά και αυτήν την μεταβίβαση, συγκύριοι του εν λόγω υπό κατασκευή ισογείου καταστήματος, είναι ο Δ. Χ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και ο πρώτος εναγόμενος, Ε. Π., κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου. Το 1969 ο Δ. Χ. υπέβαλλε στην αρμόδια πολεοδομία Νάξου την από 30-6-1969 αίτηση για άδεια ανέγερσης οικοδομής και συγκεκριμένα για προσθήκη Α' ορόφου επί του υπάρχοντος ως άνω ισογείου καταστήματος, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό .../92/3-7-1969 οικοδομική άδεια και άρχισε η ανέγερση του πρώτου αυτού ορόφου.
Προκειμένου να εκδοθεί η εν λόγω οικοδομική άδεια, ο επιβλέπων μηχανικός Α. Ο. κατάρτισε το από Οκτώβριο του 1968 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται η υπάρχουσα κατά τον χρόνο αυτόν της σύνταξης, κατάσταση του ισογείου καταστήματος, θεωρημένο από τον διευθυντή αρχαιοτήτων με την υπ' αριθμ. .../11-11-1968 άδεια αρχαιολογικής υπηρεσίας Αθηνών, και όπως αποδεικνύεται αυτό (ισόγειο κατάστημα) ήταν χωρισμένο σε τρία καταστήματα, τα δύο είχαν είσοδο από την παραλιακή οδό και το τρίτο από την δημοτική οδό και το μεν ένα, που είχε είσοδο από την παραλιακή οδό έκανε χρήση ο Δ.
Π., στα δε δύο άλλα ο πρώτος εναγόμενος. Στις 3-11-1970 απεβίωσε αιφνίδια ο Δ. Χ. του Σ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους και μοναδικούς συγγενείς που κατέλιπε, ήτοι την αρχική πρώτη ενάγουσα, αδελφή του, Μ. Χ., τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων, που ήταν τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Κ.
Σ. Χ., τους πέμπτο και έκτο των εναγόντων, που ήταν τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του, Α. Σ. Χ. και την Ε. χήρα Α. Χ., αδελφή του ομοίως. Η αρχική πρώτη ενάγουσα, Μ. Χ., και η Ε. χήρα Α. Χ., αδελφές του αποβιώσαντος Δ. Χ., δυνάμει της με αριθμό .../23-2-1983 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Νάξου Εμμανουήλ Βιλαντώνη, νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου στο τόμο … και αριθμό 108, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος ως άνω αδελφού τους, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από αυτές .
Οι πέμπτος και έκτος εκ των εναγόντων, τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α. Χ., δυνάμει της με αριθμό .../11-11-1982 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Δανηλάτου, νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου στο τόμο … και αριθμό 83, αποδέχθηκαν επίσης την επαχθείσα σ' αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος θείου τους, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, κοινώς και κατ' ισομοιρίαν μεταξύ τους, οι δε ως άνω λοιποί ενάγοντες-κληρονόμοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά αυτή.
Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων του κληρονομούμενου Δ. Χ., που αποδέχθηκαν οι παραπάνω ενάγοντες με τις προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί τριών καταστημάτων κειμένων επί της παραλίας της πόλεως του Δήμου ..., επί οικοπέδου μέτρων τετραγωνικών 90 πλέον ή έλαττον, το οποίο περιήλθε στον κληρονομούμενο Δ.
Χ., δυνάμει α) του υπ' αριθμ. .../1961 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, νομίμως μεταγραμμένου β) σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου, Ανδρέα Μπογιατζόγλου, και προς την υπ' αριθμ. .../1963 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Βασιλείου Δέτση, νομίμως μεταγραμμένων.
Στις 14-4-1993 απεβίωσε η Ε. χήρα Α. Χ. και με την με αριθμό .../18-2-1987 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου Εμμανουήλ Βιλαντώνη, η οποία δημοσιεύτηκε στις 3-6-1993 με τα υπ' αριθμ. 43/1993 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, άφησε μοναδική κληρονόμο της την αρχική πρώτη ενάγουσα, αδελφή της Μ.
Χ., η οποία δεν αποποιήθηκε την εν λόγω κληρονομιά. Μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας της, ήταν και το ιδανικό της μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου, που είχε κληρονομήσει από τον αδελφό της Δ. Χ.. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../10-10-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Νάξου Άννας Κοντοπίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάξου στον τόμο … και αριθμό 675-676, μεταβίβασε ως αποκλειστικός κύριος του επιδίκου καταστήματος, κατά ψιλή κυριότητα το εν λόγω ισόγειο κατάστημα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, παρακρατώντας ο ίδιος, εφόρου ζωής, την επικαρπία.
Συγκεκριμένα στο εν λόγω συμβόλαιο ο πρώτος εναγόμενος, Ε. Π., κατά πιστή αναφορά σ' αυτό (συμβόλαιο), δήλωσε ότι "έχει στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή του την αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία-κατάστημα του ισογείου ορόφου μιας οικοδομής που βρίσκεται στην Χώρα ... Κυκλάδων, στην παραλία της Χώρας ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., που φαίνεται στο από Μαΐου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα-κάτοψη του ισογείου ορόφου του πολιτικού μηχανικού Π. Κ., που προσαρτάται στο παρόν με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά ενενήντα οκτώ και σαράντα εκατοστά του τετραγωνικού μέτρου (98,40 μ2), ιδιόκτητο όγκο σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία, ποσοστό εξ' αδιαιρέτου στο οικόπεδο εκατοστά πενήντα (50%) και συνορεύει Βόρεια μερικά σε πλευρά Γ-Δ του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων οκτώ και εξήντα εκατοστών του μέτρου (8,60), με ιδιοκτησία Ε.
Γ. και μερικά σε πλευρά Ε-Ζ του άνω διαγράμματος μήκους μέτρων τεσσάρων και ογδόντα εκατοστών του μέτρου (4,80) με ιδιοκτησία Έ. Σ., Νότια σε πλευρά Α-Β του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων δέκα τριών και πενήντα εκατοστών του μέτρου (13,50) με δημοτικό δρόμο, Ανατολικά σε πλευρά Β-Γ του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων εννέα και εβδομήντα εκατοστών του μέτρου (9,70) με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Χ. και Δυτικά μερικά σε πλευρά Α-Ζ του άνω διαγράμματος-κάτοψης, μήκους μέτρων τεσσάρων και τριάντα εκατοστών του μέτρου (4,30) με τον δημοτικό παραλιακό δρόμο και πέραν αυτού με την παραλία της Χώρας ... και μερικά σε πλευρά Δ-Ε του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων δύο (2) με ιδιοκτησία Έ. Σ.. Το κατάστημα, έχει κτιστεί πριν το 1967 σε ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην Χώρα ...
Κυκλάδων στην παραλία της Χώρας ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., που φαίνεται στο άνω από Μαΐου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα-κάτοψη του ισογείου ορόφου του πολιτικού μηχανικού Π. Κ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά ενενήντα οκτώ και σαράντα εκατοστά του τετραγωνικού μέτρου (98,40 μ2), και συνορεύει Βόρεια μερικά σε πλευρά Γ-Δ του άνω διαγράμματος κάτοψης μήκους μέτρων οκτώ και εξήντα εκατοστών του μέτρου (8.60) με ιδιοκτησία Ε.
Γ. και μερικά σε πλευρά Ε-Ζ του άνω διαγράμματος μήκους μέτρων τεσσάρων και ογδόντα εκατοστών του μέτρου (4.80) με ιδιοκτησία Έ. Σ., Νότια σε πλευρά Α-Β του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων δέκα τριών και πενήντα εκατοστών του μέτρου (13.50) με δημοτικό δρόμο, Ανατολικά σε πλευρά Β-Γ του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων εννέα και εβδομήντα εκατοστών του μέτρου (9,70) με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Χ. και Δυτικά μερικά σε πλευρά Α-Ζ του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων τεσσάρων και τριάντα εκατοστών του μέτρου (4,30) με τον δημοτικό παραλιακό δρόμο και πέραν αυτού με την παραλία της Χώρας ... και μερικά σε πλευρά Δ-Ξ του άνω διαγράμματος-κάτοψης μήκους μέτρων δύο (2) με ιδιοκτησία Έ. Σ.. Η παραπάνω ιδιοκτησία-κατάστημα περιήλθε στον παρέχοντα γονέα Ε.
Π. κατά μεν τα σ' αυτήν αναλογούντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου: α) κατά ποσοστό ενός τρίτου (1/3) αδιαίρετα από αγορά από τον Δ. Χ. με το υπ' αριθμόν .../18.6.1963 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου τότε Νάξου Κωνσταντίνου Δέτση, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο … και αριθμό 100 των βιβλίων μεταγραφών δήμου Νάξου, β) κατά ποσοστό ενός τρίτου (1/3) αδιαίρετα από αγορά απ' τον Μ.
Π. με το υπ' αριθμόν .../26.3.1964 συμβόλαιο αγοραπωλησίας επίσης του Συμβολαιογράφου τότε Νάξου Κωνσταντίνου Δέτση, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο … και αριθμό 44 των βιβλίων μεταγραφών Δήμου Νάξου και γ) κατά ποσοστό ενός τρίτου (1/3) αδιαίρετα από άτυπη αγορά απ' τον Δ. Χ. το έτος 1965, και έτσι έγινε κύριος αυτού και κατά το ποσοστό του ενός τρίτου (1/3) αδιαίρετα με έκτακτη χρησικτησία γιατί από τότε (1965) μέχρι σήμερα το νέμεται, κατέχει και κυριεύει αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιατάρακτα, χωρίς ποτέ να τον ενοχλήσει ή να τον αμφισβητήσει κανείς.
Για την έκτακτη αυτή χρησικτησία του ενός τρίτου (1/3) αδιαίρετα υποβλήθηκε στη ΔΟΥ Νάξου η με αριθμό …/29.8.1997 δήλωση φόρου μεταβίβασης, ο δε σχετικός φόρος εκ δραχμών 1.747.774 καταβλήθηκε με το υπ' αριθμόν 0758538/5.9.1997 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Νάξου που προσαρτάται στο παρόν με εκδότρια την κ. Σ.. Περιήλθε δε η παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία-κατάστημα κατά δε τα κτίσματα που την αποτελούν με το άνω υπ' αριθμ. .../18-6-1963 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου τότε Νάξου Κωνσταντίνου Δέτση με το οποίο γίνεται η σύσταση της".
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, όπως άλλωστε αυτό προκύπτει από το ως άνω συμβόλαιο, (ισχυρισμό τον οποίο αρνούνται οι ενάγοντες), ότι ο πρώτος εναγόμενος, Ε. Π., είχε αγοράσει το 1964 ολόκληρο το επίδικο κατάστημα και συγκεκριμένα το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού στις 18-6-1963 με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (.../18-6-1963) από τον κύριο αυτού Δ.
Χ., το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού στις 26-3-1964 με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (.../26-3-1964) από τον κύριο αυτού Μ. Π. και το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού (επίδικο ιδανικό μερίδιο) στις 17-8-1964 με άτυπη πώληση από τον κύριο αυτού .Δ. Χ., αντί συνολικού τιμήματος 88.000 δραχμών, που ήταν η αξία των ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων, στις οποίες είχε προβεί εκείνη την χρονική περίοδο ο πρώτος εναγόμενος σε ακίνητα του Δ.
Χ. και συγκεκριμένα στο επίδικο κατάστημα, στο κατάστημα που βρισκόταν προς ανατολάς του επιδίκου, επιφανείας 30τμ., στο οποίο εγκατέστησε πλήρη ηλεκτρολογική εγκατάσταση, στα δύο διαμερίσματα του 1ου ορόφου πάνω από το επίδικο κατάστημα, που αποτελούντο από 7 δωμάτια με δύο λουτρά και μαγειρείο, στα οποία τοποθέτησε πλήρη ηλεκτρολογική εγκατάσταση, στην οικία που είχε ο Δ.
Χ. στη θέση "...", το οποίο προηγουμένως χρησιμοποιούσε μονάδα των TEA Νάξου και είχε σοβαρές καταστροφές καθώς επίσης είχε κάνει ηλεκτρολογικές εργασίες και σε μία άλλη οικία του Δ. Χ., που βρίσκεται στην θέση "..." της πόλης της ..., στο οποίο εγκατέστησε και ηλεκτρικό ψυγείο και ηλεκτρική κουζίνα που τότε εμπορευόταν.
Επειδή λοιπόν, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, η αξία όλων των παραπάνω ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων ανερχόταν στο ποσό των 88.000 δρχ, το οποίο αδυνατούσε, λόγω οικονομικής αδυναμίας του, να του καταβάλλει τότε ο Δ. Χ., μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο με άτυπη πώληση, ως αντάλλαγμα των εν λόγω ηλεκτρολογικών εργασιών, με συμφωνία που έγινε μεταξύ τους στις 17-8-1964, το ιδανικό του μερίδιο εκ ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου (επίδικο ποσοστό) και ότι από τότε ο πρώτος εναγόμενος νεμόταν το όλο ακίνητο και το επίδικο ποσοστό συγκυριότητας, διάνοια κυρίου, μέχρι το έτος 1997, που μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του καταστήματος αυτού κατ' ισομοιρία στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία αυτού, ώστε να έχει καταστεί αυτός (πρώτος εναγόμενος) έτσι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ποσοστού (1/3 εξ αδιαιρέτου) του παραπάνω ακινήτου, δια εκτάκτου χρησικτησίας.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε αληθής ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων και επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι ουδόλως αποδείχθηκε κάτι τέτοιο και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε άτυπη πώληση του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου καταστήματος εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ.
Χ. στον πρώτο εναγόμενο. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέστη συγκύριος μόνο των 2/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ισογείου καταστήματος με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, διότι με το με αριθμό .../18-6-1963 συμβόλαιο αγόρασε από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, Δ. Χ., το 1/3 εξ αδιαιρέτου αρχικά του οικοπέδου στο οποίο θα ανεγείρετο το επίδικο ισόγειο κατάστημα, ρητώς με κοινές δαπάνες όλων των συμβαλλομένων, δηλαδή και του Δ.
Χ., αντί τιμήματος 20.000 δρχ, και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω καταστήματος, αγόρασε στις 26-3-1964 με το με αριθμό .../ 1964 παραπάνω συμβόλαιο από τον Μ. Π., αντί τιμήματος 15.000 δρχ. Ουδεμία άτυπη πώληση αποδείχθηκε ότι έγινε για το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου από τον Δ. Χ. στον πρώτο εναγόμενο στις 17-8-1964, ως αντάλλαγμα της αξίας των παραπάνω ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων, που αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και τούτο διότι στα διαμερίσματα του πρώτου ορόφου πάνω από το επίδικο κατάστημα του Δ.
Χ., δεν ήταν δυνατόν κατά το χρονικό διάστημα 1963-1964 που επικαλούνται οι εναγόμενοι ότι έγιναν ηλεκτρολογικές εργασίες, να γίνουν αυτές, καθόσον αυτά (διαμερίσματα) ανεγέρθησαν πολύ αργότερα και συγκεκριμένα το έτος 1969, διότι τόσο η μελέτη και τα τοπογραφικά σχέδια για την ανέγερση και κατασκευή αυτών και την υποβολή της σχετικής αίτησης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας .καταρτίστηκαν από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Α.
Ο., τον Οκτώβριο του 1968, όπως προκύπτει από το ταυτόχρονο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του εν λόγω μηχανικού το οποίο φέρει θεώρηση από το διευθυντή αρχαιοτήτων την 21-11-1968, όπως και η αναγκαία άδεια της αρχαιολογικής υπηρεσίας για την υποβολή της σχετικής αίτησης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, εκδόθηκε στις 11-11-1968 με την με αριθμό .../11-11-1968 σχετική άδεια, όσο και η με αριθμό .../3-7-1969 οικοδομική άδεια για την ανέγερση αυτών, εκδόθηκε πολύ αργότερα, ήτοι στις 3-7-1969 και επομένως τότε (1969) άρχισε και η ανέγερση των παραπάνω διαμερισμάτων του 1ου ορόφου.
Βέβαια το ότι οι εργασίες ανοικοδόμησης των διαμερισμάτων αυτών του 1ου ορόφου διενεργούντο το έτος 1969 αποδεικνύεται πέραν των ανωτέρω εγγράφων και από το ότι, κατόπιν σχετικής καταγγελίας για αυθαίρετη κατασκευή στον 1ο όροφο, διενεργήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία αυτοψία και διαπιστώθηκε ότι ο Δ. Χ.
οικοδομούσε κατά τον χρόνο αυτόν που έγινε η αυτοψία (Αύγουστο 1969) στον 1ο όροφο πάνω από το επίδικο κατάστημα, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../3-7-1969 οικοδομικής άδειας, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. 1226/30-8-1969 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Κυκλάδων. Επίσης στην οικία του Δ. Χ. στη θέση "...", που χρησιμοποιείτο από μονάδα των TEA Νάξου, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη την περίοδο 1963- 1964 σε ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και εργασίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι υπήρχαν σοβαρές καταστροφές εκεί, καθόσον, όπως προκύπτει από το από 1-11-1958 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ο Δ.
Χ. είχε μισθώσει την εν λόγω οικία του στην μονάδα TEA Νάξου και την είχε παραδώσει για χρήση την 1-11-1055, όπου στο εν λόγω πρωτόκολλο αναφερόταν ότι η οικία αυτή που μισθώθηκε στο στρατό έχει εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση πλην απαιτείται εγκατάσταση γνώμωνος και σύνδεση, η οποία γίνεται από την ΔΕΗ και η εν λόγω οικία παραδόθηκε μετά την λήξη της μίσθωσης στον ιδιοκτήτη αυτής, Δ.
Χ., στις 16-1-1968 με το ταυτόχρονο πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο επίσης αναφέρεται ότι η οικία έχει εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση. Επομένως εφόσον δεν προέβη ο πρώτος εναγόμενος την χρονική περίοδο 1963-1964 στις ηλεκτρολογικές εργασίες και εγκαταστάσεις στα ως άνω ακίνητα του Δ. Χ., δεν αποδείχθηκε και ο λόγος για τον οποίο επικαλούνται οι εναγόμενοι ότι έγινε η άτυπη πώληση του επιδίκου ιδανικού μεριδίου από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, Δ.
Χ., ήτοι για αντάλλαγμα της οφειλής για ηλεκτρολογικές εργασίες και εγκαταστάσεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ουδόλως είχε οικονομική αδυναμία να καταβάλλει στον πρώτο εναγόμενο οποιαδήποτε αμοιβή για οποιαδήποτε αιτία απαιτείτο, ώστε να προβεί σε άτυπη πώληση του ιδανικού του αυτού μεριδίου με αντάλλαγμα την αμοιβή για διάφορες ηλεκτρολογικές εργασίες, που αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και τούτο διότι αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις πληρωμής ότι αυτός ήταν συνεπής σε όλες του τις οικονομικές υποχρεώσεις, όπως στον Α.
Π. για διάφορες οικοδομικές εργασίες, στο ΙΚΑ Νάξου, στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, στο Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων έργων. Η κρίση δε του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Δ. Χ., πώλησε άτυπα στον πρώτο εναγόμενο το ιδανικό του μερίδιο (1/3 εξ αδιαιρέτου) στο επίδικο κατάστημα ενισχύεται, πέραν των παραπάνω εγγράφων και από το ότι ο ίδιος (Δ.
Χ.) στο άνευ ημερομηνίας και υπογραφής ιδιόγραφο σχέδιο διαθήκης του, στην μετά θάνατο του περιουσία του περιελάμβανε, μεταξύ άλλων και το επίδικο ιδανικό μερίδιο, που σε αντίθετη περίπτωση δεν θα το περιελάμβανε. Συγκεκριμένα στο ως άνω σχέδιο ανέφερε "Εν ... τη ο κάτωθι υπογεγραμμένος Δ. Σ. Χ. ναυτικός πράκτωρ κάτοικος … καθορίζω την τύχη της μετά θάνατον μου περιουσίας μου ορίζω κληρονόμους μου τους εξ αδιαθέτου τούτους.
Ειδικώτερον εις την αδελφήν μου Μ. Σ. Χ. αφήνω επί πλέον του άνω μεριδίου της την επί της παραλίας ... κτιζομένην ιδιοκτησίαν μου απαρτιζόμενη εκ του αναλογούντος μεριδίου επί του οικοπέδου, του μεριδίου μου επί του ενός καταστήματος, του ετέρου τοιούτου εκ δύο διαμερισμάτων εις το ανώγειον και εκ του αέρα της οροφής.
Τούτο δε το κάμω εις ένδειξην ευχαριστήσεως δια τις περιποιήσεις και φροντίδας που μου έκαμε επί τόσα χρόνια που συγκατοικούμεν. ... Ο διαθέτης". Το ότι οι εναγόμενοι προσκομίζουν την από 4-10-1963 δήλωση αδειούχου εγκαταστάτη, στην οποία αναφέρεται ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις 4-10-1963 σε ηλεκτρική εγκατάσταση σε ακίνητο ιδιοκτησίας του Δ.
Χ., χωρίς να αναφέρεται για ποια ιδιοκτησία πρόκειται, δεν προκύπτει η αξία της εν λόγω εργασίας, ούτε ότι δεν ανταμείφθηκε γιαυτήν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ισόγειο κατάστημα κατασκευάσθηκε με δαπάνες όλων των συγκυρίων κατά το ιδανικό τους μερίδιο, αρχικά από τρεις, ήτοι Δ. Χ.-πρώτος εναγόμενος και Μ.
Π. και στη συνέχεια, μετά την μεταβίβαση του ιδανικού μεριδίου του εκ μέρους του Μ. Π. στον πρώτο εναγόμενο στις 26-3-1964 κατά τα προαναφερόμενα, οι Δ. Χ. και πρώτος εναγόμενος κατά το ποσοστό συγκυριότητας που είχε ο καθένας τους, ήτοι ο πρώτος κατά το 1/3 και ο δεύτερος κατά τα 2/3, όπως αυτό προκύπτει από όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαια, με τα οποία μεταβιβάστηκαν τα ιδανικά μερίδια, στα οποία ρητά έκαναν μνεία για τα έξοδα της ανέγερσης του εν λόγω καταστήματος, αλλά ακόμη και στο προαναφερόμενο με αριθμό .../24-1-1964 συμβόλαιο με το οποίο οι συγκύριοι του εν λόγω καταστήματος (Δ.
Χ.-Ε. Π.-Μ. Π.) ως ομόρρυθμα μέλη της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας που είχαν συστήσει, συναίνεσαν για εγγραφή πρώτης υποθήκης στο ακίνητο αυτό, ανέφεραν ότι αυτό αναγείρεται δια κοινού και εξ ίσου εξόδων των εμφανισθέντων, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι αυτό κατασκευάσθηκε με δαπάνες μόνο του πρώτου εναγομένου.
Το κατάστημα αυτό ήταν χωρισμένο σε τρία καταστήματα, όπως τούτο προκύπτει από το προαναφερόμενο από Οκτώβριο του 1968 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Ο., το οποίο φέρει θεώρηση από το διευθυντή αρχαιοτήτων στις 21-11-1968 και το οποίο απεικονίζει την υπάρχουσα κατάσταση κατά τον χρόνο αυτόν του ισογείου επιδίκου ακινήτου, που είναι χωρισμένο σε τρία καταστήματα, εκ των οποίων τα δύο έχουν είσοδο από την παραλιακή οδό και το τρίτο που είναι πίσω, από την δημοτική οδό.
Άλλωστε και ο μάρτυρας των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε ότι πράγματι τότε το κατάστημα ήταν χωρισμένο. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Δ. Χ., έκανε χρήση του ενός καταστήματος από αυτά, που είχε είσοδο από την παραλιακή οδό, μέχρι του επισυμβάντος στις 3-11-1970 αιφνίδιου θανάτου του, διατηρώντας εκεί το γραφείο του, δεδομένου ότι ήταν ναυτικός πράκτορας, και των άλλων δύο έκανε χρήση ο πρώτος εναγόμενος, που είχε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών Το ότι το κοινό αυτό κατάστημα, ήταν χωρισμένο όσο ζούσε ο Δ.
Χ. σε τρία μέρη, δεν αναιρείται από το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την με αριθμό …/30-6-1974 άδεια λειτουργίας καταστήματος και το από Απρίλιος 1988 σχεδιάγραμμα-κάτοψη του αρχιτέκτονα-μηχανικού Κ. Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, στα οποία φαίνεται ως ενιαίος χώρος όλο το κατάστημα, διότι αυτά αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρόνο, που είχε αλλάξει η διαρρύθμιση του χώρου και έκανε αποκλειστική χρήση ο πρώτος εναγόμενος με την ανοχή των εναγόντων κατά τα παρακάτω.
Το ότι η με αριθμό …/10-9-64 οικοδομική άδεια για την ανέγερση του εν λόγω καταστήματος εκδόθηκε μόνο στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου, δεν σημαίνει ότι αυτός ήταν και κύριος όλου του επιδίκου καταστήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και τούτο διότι κατά τον χρόνο που ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλλε την σχετική αίτηση για την άδεια οικοδομής του ισογείου καταστήματος στην αρμόδια πολεοδομία στις 5-7-1963, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ήταν και οι τρεις προαναφερόμενοι, κάτι που δεν αμφισβητείται από κανένα, παρόλα αυτά την σχετική αίτηση δεν την υπέβαλλαν και οι τρεις μαζί, αλλά, κατόπιν συμφωνίας τους, μόνο ο πρώτος εναγόμενος και έτσι εκδόθηκε στο όνομα του και η σχετική άδεια οικοδομής, στην οποία (άδεια οικοδομής) σημειώνεται ότι αναφέρεται ότι "έχοντες υπόψη την από 5-7-1963 αίτηση του Ε.
Π. αιτουμένου άδειαν οικοδομής επί οικοπέδου κειμένου εν ... κατά την συνοικίαν ... και επί της οδού Παραλιακής και ανήκοντος εις αυτόν κατά την ιδίαν αυτού δήλωσιν". Στη συνέχεια για τους λόγους και τον τρόπο της χρήσης του ανωτέρω κοινού καταστήματος μετά τον θάνατο του Δ. Χ. (3-11-1970) από τους εναγομένους, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
επειδή οι αρχικοί ενάγοντες και η Ε. Χ., κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του Δ. Χ., στην κληρονομιαία περιουσία του οποίου ανήκε, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ποσοστό (1/3 εξ αδιαιρέτου), δεν είχαν ανάγκη της χρήσης του εν λόγω καταστήματος-να σημειωθεί ότι εκτός της αρχικής πρώτης ενάγουσας Μ. Χ., όλοι οι λοιποί ενάγοντες ήταν κάτοικοι Αθηνών, όπου και εργάζονταν, επέτρεψαν στον πρώτο εναγόμενο, που όπως προαναφέρθηκε, ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, αλλά και συγγενής τους (ανεψιός της αρχικής πρώτης ενάγουσας και δεύτερος εξάδελφος των λοιπών), να το χρησιμοποιεί αυτός ως κατάστημα εμπορίας ηλεκτρικών και ηλεκτρολογικών ειδών και εγκαταστάσεων, όπως άλλωστε χρησιμοποιούσε ήδη μέχρι τον θάνατο του Δ.
Χ. τα 2/3 του εν λόγω καταστήματος, που όπως προαναφέρθηκε ήταν χωρισμένο μέχρι τότε. Προοδευτικά ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να χρησιμοποιεί το κατάστημα αυτό ολόκληρο, συμπεριλαμβανομένου του 1/3 εξ αδιαιρέτου που ανήκε στους κληρονόμους του Δ. Χ., περισσότερο συστηματικά και πιο συγκεκριμένα προέβη στην αλλαγή της διαρρύθμισης του χώρου και σε ανακαίνιση αυτού, ανάλογα με τις απαιτήσεις του είδους κάθε φορά της επιχείρησης που ασκούσε σάυτό.
Συγκεκριμένα από το έτος 1970 έως το έτος 1983, παράλληλα με την εμπορία ηλεκτρικών ειδών, διαμόρφωσε τμήμα του καταστήματος ως κατάστημα πώλησης Ναξιακών προϊόντων. Τα έτη 1983 και 1984 μετέτρεψε τη χρήση του και το χρησιμοποιούσε ως κατάστημα "Φαστ Φουντ" τους Θερινούς μήνες και ως ταβέρνα το χειμώνα, ενώ από το έτος 1985 έως το 1990 το χρησιμοποιούσε ως εργαστήριο ζαχαροπλαστικής.
Το έτος 1990 ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε ανακαίνιση και μετασκευή του καταστήματος και το χρησιμοποιούσε έκτοτε ως καφετέρια-ζαχαροπλαστείο, γνωστό με την επωνυμία "...", χρήση που συνεχίζει μέχρι σήμερα, αφού και το έτος 1997 το ανακαίνισε εκ νέου και το χρησιμοποιούν από τότε όλοι οι εναγόμενοι. Βέβαια στις δαπάνες αλλαγής διαρρύθμισης και ανακαίνισης του χώρου του παραπάνω καταστήματος δεν συμμετείχαν οι ενάγοντες κατά το κληρονομιαίο επίδικο ποσοστό (1/3), διότι οι δαπάνες αυτές γίνονταν πάντα προς όφελος της επιχείρησης που ασκούσε αρχικά ο πρώτος εναγόμενος και στη συνέχεια όλοι οι εναγόμενοι, ανάλογα με το είδος αυτής.
Με τις ανωτέρω εργασίες το επίδικο ακίνητο κατέστη πρόσφορο για τη χρήση για την οποία προόριζαν οι εναγόμενοι, πάντοτε βέβαια με την ανοχή των αρχικών εναγόντων, εκ των οποίων η αρχική πρώτη ενάγουσα, Μ. Χ. διέμενε στο πάνω όροφο του επιδίκου και η αδελφή της Ε. Χ. κατοικούσε και αυτή μέχρι τον θάνατο της (14-4-1993) στην …, και επισκέπτονταν συχνά το επίδικο κατάστημα, το οποίο επιτηρούσαν, ιδίως η αρχική πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό όλων των εναγόντων, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κατοικούσαν στην …, αλλά κατεχόμενοι από διάθεση παροχής βοηθείας αρχικά προς τον πρώτο εναγόμενο και στη συνέχεια προς όλους τους εναγομένους, που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν και συγγενείς τους και ασκούσαν εκεί την επιχείρηση τους, δεν αντιδρούσαν στην χρησιμοποίηση ολοκλήρου του καταστήματος από αυτούς για την άσκηση της επιχείρησης τους, τόσο περισσότερο καθόσον τότε δεν είχαν κανένας από τους ενάγοντες ανάγκη αυτού, ούτε συνέτρεχε στο πρόσωπο τους κάποιος ειδικός λόγος χρησιμοποιήσεως αυτού κατά το ποσοστό κυριότητας που είχαν, Πάντα βέβαια οι ενάγοντες, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, γνωρίζοντας ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ.
Χ., στην κληρονομιαία περιουσία του οποίου ανήκε και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου καταστήματος, προέβη καν η μεν αρχική πρώτη ενάγουσα Μ. Χ. και η αδελφή της Ε. Χ., καθώς και οι πέμπτος και έκτος των εναγόντων, στην αποδοχή της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομιάς περιουσίας του εν λόγω κληρονομουμένου, με τις προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς και στην μεταγραφή αυτών (.../83 και .../82), η Ε.
Χ. με την με αριθμό .../1987 δημόσια διαθήκη της, η οποία νόμιμα δημοσιεύτηκε, όπως προαναφέρθηκε, εγκατάστησε μοναδική της κληρονόμο την αδελφή της, Μ. Χ. (αρχική πρώτη ενάγουσα), στην κληρονομιαία περιουσία, της οποίας περιλαμβανόταν και το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που είχε αυτή (κληρονομουμένη) επί του ιδανικού μεριδίου του δικαιοπαρόχου της Δ.
Χ. επί του επιδίκου καταστήματος, κληρονομιά την οποία δεν αποποιήθηκε η αρχική πρώτη ενάγουσα Μ. Χ., ο πέμπτος και έκτος των εναγόντων Σ. και Ι. Χ. του Α., δήλωναν το ιδανικό τους μερίδιο στο κατάστημα αυπό τόσο στο Ε9 όσο και στο Ε2 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, αλλά και η Μ. Χ. προέβαινε σε σχετικές δηλώσεις, μάλιστα αυτή στο έντυπο Ε2, που αφορά την αναλυτική κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων οικονομικού έτους 1997, ανέφερε ως τεκμαρτό μίσθωμα για το ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, το ποσό των 400.000 δρχ, με φερόμενο ως μισθωτή τον πρώτο εναγόμενο.
Πέραν αυτών ο πέμπτος και έκτος των εναγόντων άσκησαν κατά των λοιπών συγκληρονόμων του δικαιοπαρόχου τους Δ. Χ., την από 28-7-1982 αγωγή, με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η κληρονομική τους μερίδα επί των ακινήτων που ανέφεραν στην αγωγή τους, από την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του Δ.
Χ. και την δικαστική διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων ανέφεραν και το επίδικο, ήτοι ανέγραφαν "1/3 εξ αδιαιρέτου (των ετέρων 2/3 εξ αδιαιρέτου ανηκόντων εις τον Ε. Π.) επί τριών καταστημάτων κειμένων επί της παραλίας πόλεως ...". Στη συνέχεια, επειδή μετά από κάποιο χρονικό διάστημα που οι εναγόμενοι έναν χρήση ολοκλήρου του επιδίκου καταστήματος, η αρχική πρώτη ενάγουσα, η οποία διέμενε και εκεί .ενεργώντας για λογαριασμό και των λοιπών εναγόντων, προέβαινε σε προφορικές συζητήσεις με τον πρώτο εναγόμενο, για καταβολή κάποιου μισθώματος εκ μέρους του για την ολοκληρωτική χρήση του επιδίκου, οι οποίες όμως, με διάφορες αιτιολογίες οικονομικής αδυναμίας εκ μέρους των εναγομένων, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από τους τελευταίους το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων, δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα, οι ενάγοντες και η αρχική πρώτη ενάγουσα Μ.
Χ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, κατά του πρώτου εναγομένου την από 3-10-2000 αγωγή μισθωτική, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι έχει συναφθεί μεταξύ τους προφορική μισθωτική σύμβαση για το ιδανικό τους μερίδιο, να προσδιορισθεί το μηνιαίο μίσθωμα που αντιστοιχεί στο ποσοστό τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλλουν αυτό (μίσθωμα).
Κατά την συζήτηση της εν λόγω αγωγής στις 18-1-2001, ο πρώτος εναγόμενος Ε. Π., με τις από 18-1-2001 προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι έχει μεταβιβάσει το ακίνητο στα δύο τέκνα του με την με αριθμό .../10-10-1997 πράξη γονικής παροχής και με την από 22-1-2001 προσθήκη των προτάσεων του, για πρώτη φορά ισχυρίστηκε και έτσι έλαβαν γνώση οι ενάγοντες της αντιποίησης της νομής τους, ότι ο ίδιος ήταν πριν την ως άνω μεταβίβαση στα τέκνα του, κύριος ολοκλήρου του επιδίκου καταστήματος, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του, όσον αφορά τα δύο τρίτα εξ αδιαιρέτου με τα προαναφερόμενα συμβόλαια αγοράς, ήτοι από τον Δ.
Χ., το 1/3 εξ αδιαιρέτου (.../1963) και από τον Μ. Π., το 1/3 εξ αδιαιρέτου (.../1964) και το υπόλοιπο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της άτυπης δωρεάς το 1965 από τον Δ. Χ. προς αυτόν, λόγω της συγγενικής και συναδελφικής σχέσης που τους ένωνε και εξ αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 33/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, η οποία απέρριψε κατ ουσία την αγωγή, διότι δεν αποδείχθηκε σύμβαση μισθώσεως, αναφέροντας στο αιτιολογικό της ότι αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου ποσοστού συγκυριότητας και εξ αυτού δικαιολογούνται τέτοιες συζητήσεις περί μισθώσεως του ποσοστού τους και η μίσθωση του ιδανικού τους μεριδίου να είναι ενδεχομένως ένας τρόπος ικανοποιήσεως των αξιώσεων τους, όμως σε καμία περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν αξίωση από σύμβαση μισθώσεως.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ και η αντιφατικότητα στην αιτιολογία της άτυπης μεταβίβασης από τον Δ. Χ. προς τον πρώτο εναγόμενο του 1/3 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω καταστήματος, που ισχυρίζεται ο τελευταίος, δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος για την εδραίωση της κτήσης κυριότητας του επιδίκου ποσοστού με χρησικτησία, αναφέρει στην παραπάνω προσθήκη των προτάσεων άτυπη δωρεά από τον Δ.
Χ., λόγω συγγενικής και συναδελφικής σχέσης το 1965, στο με αριθμό .../1997 συμβόλαιο γονικής παροχής, αναφέρει για το ίδιο ποσοστό, άτυπη αγορά το 1965 από τον Δ. Χ. και στην ένδικη υπόθεση, για την θεμελίωση της ένστασης ιδίας κυριότητας, ισχυρίζεται άτυπη πώληση από τον Δ. Χ. στις 17-8-1964 προς αυτόν, ως αντάλλαγμα για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και εργασίες σε ακίνητα του Δ.
Χ., συνολικού κόστους 88.000 δρχ, που αδυνατούσε να του καταβάλλει ο τελευταίος, αντιφατικότητα που ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου ότι ουδέποτε υπήρξε σχετική οφειλή από τον Δ. Χ. προς τον πρώτο εναγόμενο από ηλεκτρολογικές εργασίες και άτυπη πώληση γι’ αυτό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην κατά τα άνω χρησιμοποίηση του ακινήτου αυτού προέβαινε αρχικά ο πρώτος εναγόμενος και μετά την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας στα τέκνα του δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, όλοι οι εναγόμενοι, χωρίς να προβούν ποτέ σε κάποια ενέργεια δηλωτική τους ότι το θεωρούσαν ολόκληρο το κατάστημα αυτό δικό τους, ήτοι και κατά το επίδικο ποσοστό, που ανήκε πάντα στους αρχικούς ενάγοντες, ούτε εκδήλωσαν ποτέ τέτοια πρόθεση, μέχρι ότου ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην προαναφερόμενη μεταβίβαση με γονική παροχή, κατά τα προαναφερόμενα, ενέργεια όμως που έλαβαν γνώση για πρώτη φορά οι ενάγοντες στις 22-1-2001 με την προσθήκη των προτάσεων στην μισθωτική δίκη, όπου, κατά τα προαναφερόμενα, για πρώτη φορά τους δήλωσε ότι αυτός έγινε κύριος του επιδίκου ποσοστού με άτυπη δωρεά από τον δικαιοπάροχο τους Δ.
Χ.. Με τις ως άνω πράξεις, ήτοι την αναφορά ο πρώτος εναγόμενος στο συμβόλαιο γονικής παροχής (.../97), ότι ήταν κύριος ολοκλήρου του καταστήματος αυτού και συγκεκριμένα ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ποσοστού με άτυπη αγορά το 1965 από τον Δ. Χ. και μέχρι τον χρόνο αυτόν της μεταβίβασης (1997) είχε καταστεί κύριος αυτού (επιδίκου ποσοστού) με έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια μεταβίβασε δυνάμει γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας ολοκλήρου του καταστήματος (και του επιδίκου ποσοστού) κατ' ισομοιρία στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και στην συνέχεια ισχυρίστηκαν το ίδιο, με άλλη αιτιολογία (άτυπη πώληση), προς αντίκρουση της μισθωτικής σύμβασης, στην σχετική αγωγή των εναγόντων, στις 22-1-2001, οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους για πρώτη φορά ότι αντιποιούνται την νομή των αρχικών εναγόντων στο επίδικο ποσοστό συγκυριότητας τους και την αμφισβήτηση της συγκυριότητας των εναγόντων κατά το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, την οποία όμως έλαβαν γνώση για πρώτη φορά οι ενάγοντες στις 22-1-2001.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, δεν προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος και κατ' επέκταση και οι λοιποί εναγόμενοι, κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ποσοστού συγκυριότητας (1/3), ανεξαρτήτως των ενεργηθεισών εκ μέρους τους ως άνω πράξεων νομής, στις οποίες εν πάσει περιπτώσει εδικαιούντο να προβούν ως εκ της ιδιότητας τους ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και χωρίς να θίγεται εξ αυτών η εξ αδιαιρέτου επίσης συγκυριότητα των εναγόντων, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών.
Επίσης δεν αποδείχθηκε οι ι με την ανωτέρω χρήση του παραπάνω ακινήτου ο πρώτος εναγόμενος .απέκτησε οποιοδήποτε δικαίωμα και δη δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας του επιδίκου ποσοστού συγκυριότητας δια χρησικτησίας, αφού ουδέποτε το νεμήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σε κάθε δε περίπτωση ουδέποτε δήλωσε μέχρι το έτος 2001, ρητώς ή σιωπηρώς, στους συγκυρίους αυτού αρχικούς ενάγοντες ότι το νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, ούτε οι τελευταίοι έλαβαν ποτέ γνώση, καθοιονδήποτε τρόπο, ότι ο πρώτος εναγόμενος, νεμόταν για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό το επίδικο ποσοστό συγκυριότητας, ούτε άφησε με τις ανωτέρω πράξεις νομής να διαφανεί η σχετική απόφαση του και επομένως, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, δεν κατέστη ο πρώτος εναγόμενος κύριος, με προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, του επιδίκου ακινήτου, κατά το επίδικο ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και συνεπώς και ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων δεν έχουν καταστεί ψιλοί συγκύριοι του εν λόγω ποσοστού .Ως εκ τούτου ο πρώτος εναγόμενος μη νόμιμα προέβη στη μεταβίβαση του επιδίκου ποσοστού κατά ψιλή κυριότητα, δυνάμει γονικής παροχής στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων κατά ψιλή κυριότητα κατ' ισομοιρία, παρακρατώντας ο ίδιος εφόρου ζωής την επικαρπία του εν λόγω ποσοστού.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αρχική πρώτη ενάγουσα Μ. Χ., η οποία απεβίωσε στις 13-12-2006 και κληρονομήθηκε από τον έκτο ενάγοντα και ήδη τέταρτο των εκκαλούντων, Ι. Χ. του Α., δυνάμει της από 11-9-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 2/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ο οποίος δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά και συνεχίζει την δίκη, καθώς και οι λοιποί ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες είναι συγκύριοι του επιδίκου ποσοστού συγκυριότητας του παραπάνω ακινήτου, δικαιούμενοι σε άσκηση της υπό κρίση αγωγής (αναγνωριστικής) ως εκ της έμπρακτης αμφισβήτησης του ως άνω δικαιώματος τους που ενήργησαν οι εναγόμενοι κατά τα ανωτέρω και συγκεκριμένα: 1) η αρχική πρώτη ενάγουσα Μ.
Χ. είναι συγκυρία ποσοστού 60/360 εξ αδιαιρέτου, εκ των οποίων τα 30/360 εξ αδιαιρέτου απέκτησε με παράγωγο τρόπο, ήτοι κληρονομική διαδοχή-αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή, αλλά και πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία τα δε υπόλοιπα 30/360 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη από το 1970 το ποσοστό αυτό δια του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ως συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών, μέχρι τις 22-1-2001, που οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους για πρώτη φορά ότι αντιποιούνται την νομή των αρχικών εναγόντων στο επίδικο ποσοστό συγκυριότητας τους και την αμφισβήτηση της συγκυριότητας των εναγόντων κατά το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, 2) η δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των εναγόντων και ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντων είναι συγκύριοι ποσοστού 10/360 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι από το 1970 το ποσοστό αυτό μέχρι τις 22-1-2001 κατά τα ανωτέρω και 3) ο πέμπτος και έκτος των εναγόντων και ήδη πέμπτος και τέταρτος των εκκαλούντων, είναι συγκύριοι ποσοστού 15/360 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, τα οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι κληρονομική διαδοχή αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή, αλλά και πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία κατά τα ανωτέρω, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι από το 1970 το ποσοστό αυτό μέχρι τις 22-1-2001 κατά τα ανωτέρω και ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων-εφεσίβλητων περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ποσοστού από αυτούς με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω η ένσταση παραγραφής που πρότειναν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο παρόν δικαστήριο, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον σε παραγραφή υπόκεινται μόνο αξιώσεις, δηλ. το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον πράξη ή παράλειψη, σύμφωνα με το άρθρο 247 ΑΚ. και η αναγνωριστική αγωγή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν περιέχει αξίωση και συνεπώς καθεαυτή δεν υπόκειται σε παραγραφή, ούτε βέβαια έχει παραγραφεί η αξίωση, ώστε να λείπει το έννομο συμφέρον για αναγνώριση στην προκειμένη περίπτωση, διότι από το έτος 2001 που οι εφεσίβλητοι εκδήλωσαν την αντιποίηση της νομής και έλαβαν γνώση αυτής οι εκκαλούντες, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής 2003, δεν συμπληρώνεται εικοσαετία, ώστε να αποσβεσθεί με παραγραφή το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων-εκκαλούντων, και να καταστούν κύριοι του επιδίκου οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι με τα προσόντα της.
έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η ένσταση ενιαυσίας παραγραφής της νομής, που προτείνουν οι εναγόμενοι στον πρώτο βαθμό και επαναφέρουν στο παρόν δικαστήριο, διότι δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για αγωγή νομής, αλλά για αναγνωριστική κυριότητας. Περαιτέρω οι εναγόμενοι πρότειναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο παρόν δικαστήριο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι η συμφωνία άτυπης πώλησης, που έγινε μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγόντων-εκκαλούντων, Δ.
Χ. και του πρώτου εναγομένου-πρώτου εφεσίβλητου, Ε. Π. το 1964 και η λόγω αυτής παράδοση από τότε της σύννομης του 1/3 του επιδίκου στον τελευταίο, ο οποίος από τότε νεμόταν και έκανε χρήση μόνο αυτός ολοκλήρου του επιδίκου καταστήματος, υπό τα όμματα των εκκαλούντων-εναγόντων, χωρίς ποτέ οι τελευταίοι να αντιδράσουν και χωρίς ποτέ να απαιτήσουν αντάλλαγμα από τις (17-8-1964 μέχρι το έτος 2000), τους δημιούργησαν την πεποίθηση και την εντύπωση ότι οι ενάγοντες δεν διεκδικούν κανένα δικαίωμα στο ιδανικό τους μερίδιο.
Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε ουδέποτε έγινε άτυπη μεταβίβαση του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου καταστήματος το έτος 1964 από το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εναγομένων, Δ. Χ., στον πρώτο εναγόμενο Ε. Π., ο δε πρώτος εφεσίβλητος-πρώτος εναγόμενος νεμόταν το κοινό ακίνητο για λογαριασμό και των λοιπών κοινωνών, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, αυτός ως συγκοινωνός λογίζετο νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών, μέχρι το έτος 1997, που ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα και του επιδίκου ποσοστού, κατ' ισομοιρία στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση τους για πρώτη φορά ότι αντιποιούνται την νομή των αρχικών εναγόντων στο επίδικο ποσοστό συγκυριότητας τους και επανέλαβαν τον ισχυρισμό αυτόν στις 22-1-2001, όπου τότε (22-1-2001) για πρώτη φορά έλαβαν γνώση οι ενάγοντες-εκκαλούντες της εν λόγω πρόθεσης τους, αντιδρώντας άμεσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα, που αρχικά έκανε χρήση μόνο ο πρώτος εναγόμενος και στη συνέχεια μετά την παραπάνω μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, όλοι οι εναγόμενοι, οι αρχικοί ενάγοντες δια της αρχικής πρώτης ενάγουσας, που κατοικούσε στην ..., προέβαινε σε συζητήσεις για καταβολή μισθώματος για το ιδανικό τους μερίδιο, πλην όμως λόγω της συγγενικής τους σχέσης, οι εναγόμενοι επικαλούμενοι και διάφορα οικονομικά προβλήματα, ουδέποτε τους κατέβαλαν κάποιο ποσό, με αποτέλεσμα να προβούν οι εκκαλούντες ενάγοντες στην άσκηση της παραπάνω αγωγής καταβολής μισθώματος εναντίον τους, κατά την συζήτηση της οποίας, με την από 22-1-2001 προσθήκη των προτάσεων ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι τα ανωτέρω και έτσι για πρώτη φορά έλαβαν γνώση οι αρχικοί ενάγοντες της αντιποίησης της σύννομης τους και άμεσα προέβησαν στην άσκηση της ένδικης αγωγής.
Περαιτέρω σύμφωνα με τα παραπάνω οι εναγόμενοι αρχικά ο πρώτος και στη συνέχεια όλοι οι εναγόμενοι, έκαναν αποκλειστική χρήση του επίκοινου ως άνω ισογείου καταστήματος καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1970, που απεβίωσε ο δικαιοπάροχος των αρχικών εναγόντων, Δ. Χ., μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Ιούνιος 2003) και συνεπώς υποχρεούται να αποδώσουν στους ενάγοντες ανάλογο7 προς τη μερίδα εκάστου εξ αυτών μέρος των ωφελημάτων, που αποκόμισαν από τη χρήση του κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα.
Η υποχρέωση δε αυτή των εναγομένων και το αντίστοιχο δικαίωμα των αρχικών εναγόντων δεν εξαρτώνται από την προηγούμενη παρακώλυση των αρχικών εναγόντων στη σύγχρηση του επιδίκου κοινού ισογείου καταστήματος, αλλά αρκεί ότι τούτο χρησιμοποιείτο κατά τον ένδικο χρόνο αποκλειστικά από τους εναγομένους, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα όρια της χρήσεως του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς προσδιορίζονται από την πραγματικά ασκούμενη σύγχρηση από τους λοιπούς κοινωνούς ή με εκείνη που αξιώνεται από αυτούς.
Επομένως οι εναγόμενοι, εφόσον για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από Μάιο 1996 μέχρι Ιούνιο 2003 έκαναν αποκλειστική χρήση του επιδίκου κοινού ισογείου καταστήματος, υποχρεούνται ο καθένας από αυτούς (εναγομένους) κατά ίσα μέρη και όχι εις ολόκληρο που ζητείται, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ, να αποδώσουν στους αρχικούς ενάγοντες ανάλογο προς τη μερίδα εκάστου εξ αυτών μέρος των ωφελημάτων που αποκόμισαν από τη χρήση του για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως του αν οι αρχικοί ενάγοντες απέκρουσαν ή όχι πρόσκληση αυτών για σύγχρηση του κοινού καταστήματος κατά το ανήκον σε καθένα από αυτούς ποσοστό εξ αδιαιρέτου.
Όπως ήδη προεκτέθηκε το επίδικο κοινό ισόγειο κατάστημα βρίσκεται στην πόλη της ..., επί της παραλιακής οδού, επιφανείας 98,40 τμ. Η περιοχή στη οποία βρίσκεται το κοινό ισόγειο κατάστημα είναι εντός σχεδίου πόλεως, και το σημείο και η οδός που βρίσκεται (παραλιακή οδός), είναι το πλέον κεντρικό και εμπορικό σημείο της πόλης της ..., όπου εκεί βρίσκονται όλα τα τουριστικά καταστήματα, καφέ και εστιατόρια, αλλά και η αγορά της πόλης.
Οι αρχικοί ενάγοντες στην αγωγή τους προσδιορίζουν τη μισθωτική αξία: 1) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 1935 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 645 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από Μάιο 1996 μέχρι Δεκέμβριο 1996, 2) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 2112 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 704 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 1997, 3) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 2289 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 763 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 1998, 4) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 2463 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 821 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 1999, 5) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 2640 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 880 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2000, 6) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 2817 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 939 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2001, 7) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 3081 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 1027 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2002 και 8) του επιδίκου κοινού ακινήτου σε 3519 ευρώ μηνιαίως και ολοκλήρου του ιδανικού μεριδίου τους (1/3) σε 1173 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 μέχρι Ιούνιο 2003.
Οι ενάγοντες προσκομίζουν και επικαλούνται τα από 13-3-1995 και 5-5-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεων γειτονικών καταστημάτων, με τα οποία με το πρώτο από αυτά μισθώθηκε κατάστημα 30 τμ. με αποθήκη 14 τμ. το 1995 στον Π. Σ. για μία εξαετία, με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 400.000 δρχ, ήτοι 1174 ευρώ και με το δεύτερο από αυτά μισθώθηκε κατάστημα 218 τμ στην Τράπεζα Εργασίας το 1999 για εννέα έτη, με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 1.100.000 δρχ, ήτοι 3228 ευρώ.
Οι δε μάρτυρες των εναγόντων Α. Τ. και Γ. Μ. στις υπ' αριθμ. .../2003 και .../2003 ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους αντίστοιχα αναφέρουν ότι η μισθωτική αξία του ιδανικού μεριδίου των εναγόντων (1/3 εξ αδιαιρέτου) ανέρχεται κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης (2003), η μεν πρώτη στο ποσό των 1.000 ευρώ, ο δε δεύτερος στο ποσό των 1174 ευρώ.
Οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για την μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει της ως άνω θέσεως, της φύσεως, της καταστάσεως και του εμβαδού του επιδίκου κοινού ακινήτου καταστήματος, όπως προπεριγράφηκε, η μισθωτική αξία αυτού, με βάση τις κρατούσες στην περιοχή του μισθωτικές συνθήκες, ανέρχονταν: 1) για ολόκληρο το κοινό ακίνητο σε 1500 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου για το επίδικο ιδανικό μερίδιο (1/3) σε 500 ευρώ μηνιαίως για το κατά χρονικό διάστημα από Μάιο του έτους 1996 μέχρι και Δεκέμβριο 1998, 2) για ολόκληρο το κοινό ακίνητο σε 1700 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου για το επίδικο ιδανικό μερίδιο (1/3) σε 570 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1999 μέχρι Δεκέμβριο 2000 και 3) για ολόκληρο το κοινό ακίνητο σε 2000 ευρώ μηνιαίως και ως εκ τούτου για το επίδικο ιδανικό μερίδιο (1/3) σε 667 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2001 μέχρι Ιούνιο 2003.
Επομένως η μισθωτική αξία ολοκλήρου του επιδίκου κοινού ακινήτου και εντεύθεν η ωφέλεια που αποκόμισαν οι εναγόμενοι από τη χρήση του κατά τα ένδικα πιο πάνω χρονικά διαστήματα ανέρχεται στα ίδια παραπάνω ποσά αντίστοιχα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και 1) να αναγνωρισθούν οι αρχικοί ενάγοντες συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά τα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, συγκεκριμένα:
η αρχική πρώτη ενάγουσα Μ. Χ., η οποία απεβίωσε στις 13-12-2006 και κληρονομήθηκε από τον έκτο ενάγοντα και ήδη τέταρτο των εκκαλούντών, Ι. Χ. του Α., δυνάμει της από 11-9-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 2/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ο οποίος δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά και συνεχίζει την δίκη είναι συγκυρία ποσοστού 60/360 εξ αδιαιρέτου, 2) η δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των εναγόντων και ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντών είναι συγκύριοι ποσοστού 10/360 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς και 3) ο πέμπτος και έκτος των εναγόντων και ήδη πέμπτος και τέταρτος των εκκαλούντών, είναι συγκύριοι ποσοστού 15/360 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς και 2) να αναγνωρισθεί ότι οι εφεσίβλητοι -εναγόμενοι οφείλουν ο καθένας από αυτούς κατά ίσα μέρη, να καταβάλλουν στους εκκαλούντες-ενάγοντες, κατά το ιδανικό μερίδιο καθενός από αυτούς, ως αποζημίωση για την χρήση του ως άνω κοινού ακινήτου το συνολικό ποσό των 49.690 ευρώ για το αιτούμενο ως άνω χρονικό διάστημα (ήτοι 4000 + 6000 + 6000 + 6840 + 6840 + 8004 + 8004 + 4002).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), αναγνώρισε τους αρχικώς ενάγοντες συγκυρίους, συννομείς και συγκατόχους, κατά, τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά του λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου ήτοι ενός ισογείου καταστήματος που βρίσκεται στην πόλη της ...
Κυκλάδων και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) οφείλουν ο καθένας από αυτούς κατά ίσα μέρη να καταβάλουν στους ενάγοντες κατά το ιδανικό μερίδιο καθενός από αυτούς ως αποζημίωση για την υπό αυτούς αποκλειστική χρήση του ως άνω κοινού ακινήτου το συνολικό ποσό των σαράντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα (49.690) ευρώ.
Στη συνέχεια, έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει διάφορο κρίση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, της μη κτήσεως αποκλειστικής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τους εναγομένους δια χρησικτησίας και ως προς το ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε δήλωσε μέχρι το έτος 2001, ρητώς ή σιωπηρώς στους συγκυρίους ενάγοντες ότι νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό το επίδικο ακίνητο ούτε άφησε με τις πράξεις νομής του να διαφανεί σχετική απόφαση του και ως προς το ότι ο πρώτος εναγόμενος άνευ δικαιώματος προέβη στη μεταβίβαση του επιδίκου ποσοστού επί του επιδίκου ακινήτου στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους κατά ψιλή κυριότητα παρακρατώντας ο ίδιος εφόρου ζωής την επικαρπία του εν λόγω ποσοστού, περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ΑΚ και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Με τη διάταξη αυτή χάριν της οικονομίας της δίκης καθιερώνεται η εν μέρει ελεύθερη απόδειξη με κύριο χαρακτηριστικό την ελεύθερη εκτίμηση από το δικαστή αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Το δικαστήριο, δικαιούται να λάβει υπόψη του ακόμη και άκυρα αποδεικτικά μέσα, υποστατά πάντως εντασσόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατ' άρθρο 443 ΚΠολΔ για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή που επιβεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει.
Ανυπόγραφα ιδιωτικά έγγραφα, έστω και αν έχουν γραφεί ιδιοχείρως δεν έχουν την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου μπορεί όμως να αποτελέσουν τη βάση για συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου. Ο νόμος δεν απαιτεί να έχει συνταχθεί το έγγραφο ιδιοχείρως ή να φέρει άλλα στοιχεία όπως τον τόπο ή την ημεροχρονολογία της εκδόσεως του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με τη διάταξη αυτή που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341, και 346 ΚΠολΔ ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Επί υποθέσεων πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζομένων κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Το ίδιο ισχύει και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Στη διαδικασία αυτή είναι παραδεκτά και άκυρα, ανεπίσημα, ανυπόγραφα ανεπικύρωτα, ή φερόμενα ως εσφαλμένα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.11α ΚΠολΔ, προσάπτεται μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου και συγκεκριμένα το άνευ ημερομηνίας και υπογραφής ιδιόγραφο σχέδιο διαθήκης του Δ. Χ. διότι δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη του και δεν έχει γραφεί από τον ίδιο το συντάκτη αυτού πράγμα που ρητά προέτειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Ο λόγος αυτός σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και ενόψει του ότι το Εφετείο το εν λόγω έγγραφο το έλαβε υπόψη δεχόμενο εκ των αποδείξεων το ιδιόγραφο αυτό ως δικαστικό τεκμήριο ενισχυτικό της κρίσεως του ότι ουδέποτε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Δ. Χ. πώλησε άτυπα στον πρώτο εναγόμενο το ιδανικό του μερίδιο (1/3 εξ αδιαιρέτου) επί του επιδίκου καταστήματος και όχι ως παράγον πλήρη απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 7/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο με την απόφαση αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: Περαιτέρω οι εναγόμενοι πρότειναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο παρόν δικαστήριο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ ισχυριζόμενοι ότι η συμφωνία άτυπης πώλησης που έγινε μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγόντων-εκκαλούντων Δ.
Χ. και του πρώτου εναγομένου-πρώτου εφεσίβλητου Ε. Π. το 1964 και η λόγω αυτής παράδοση από τότε της συννομής του 1/3 του επιδίκου στον τελευταίο ο οποίος από τότε νεμόταν και έκανε χρήση μόνο αυτός ολοκλήρου του επιδίκου καταστήματος υπό τα όμματα των εκκαλούντων-εναγόντων, χωρίς ποτέ οι τελευταίοι να αντιδράσουν και χωρίς ποτέ να απαιτήσουν αντάλλαγμα από τις 17-8-1964 μέχρι το έτος 2000, τους δημιούργησαν την πεποίθηση και την εντύπωση ότι οι ενάγοντες δεν διεκδικούν κανένα δικαίωμα στο ιδανικό τους μερίδιο.
Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε ουδέποτε έγινε άτυπη μεταβίβαση του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου καταστήματος το έτος 1964 από το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εναγομένων Δ. Χ., στον πρώτο εναγόμενο Ε. Π., ο δε πρώτος εφεσίβλητος-πρώτος εναγόμενος νεμόταν το κοινό ακίνητο για λογαριασμό και των λοιπών κοινωνών, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, αυτός ως συγκοινωνός λογίζετο νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών, μέχρι το έτος 1997 που ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε τη ψιλή κυριότητα και του επιδίκου ποσοστού, κατ' ισομοιρία στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση τους για πρώτη φορά ότι αντιποιούνται τη νομή των αρχικών εναγόντων στο επίδικο ποσοστό συγκυριότητας τους και επανέλαβαν τον ισχυρισμό αυτό στις 22-1-2001, όπου τότε (22-1-2001) για πρώτη φορά έλαβαν γνώση οι ενάγοντες-εκκαλούντες της εν λόγω πρόθεσής τους, αντιδρώντας άμεσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα, που αρχικά έκανε χρήση μόνο ο πρώτος εναγόμενος και στη συνέχεια μετά την παραπάνω μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, όλοι οι εναγόμενοι, οι αρχικοί ενάγοντες δια της αρχικής πρώτης ενάγουσας που κατοικούσε στη ..., προέβαινε σε συζητήσεις για καταβολή μισθώματος για το ιδανικό τους μερίδιο, πλην, όμως λόγω της συγγενικής τους σχέσης, οι εναγόμενοι επικαλούμενοι και διάφορα οικονομικά προβλήματα, ουδέποτε τους κατέβαλαν κάποιο ποσό με αποτέλεσμα να προβούν οι εκκαλούντες-εναγόντες στην άσκηση της παραπάνω αγωγής καταβολής μισθώματος εναντίον τους, κατά τη συζήτηση της οποίας με την 22-1-2001 προσθήκη των προτάσεων ισχυρίστηκαν οι εναγομένοι τα ανωτέρω και έτσι για πρώτη φορά έλαβαν γνώση οι αρχικοί ενάγοντες της αντιποίησης της συννομής των και άμεσα προέβησαν στην άσκηση της ένδικης αγωγής.
Το Εφετείο έκρινε ότι ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων υπό τα ανωτέρω περιστατικά είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 262, 269, και 559 αρ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά "πράγματα" η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον και με την προσθήκη αυτών, ο σχετικώς ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει δηλαδή το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν στοιχειοθετείται όμως λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του προσθέτου λόγου αναίρεσης ο οποίος αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν ότι επικαλέστηκαν παραδεκτώς, προς θεμελίωση της ανωτέρου ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και επί λέξει "υπό τα όμματα του Δ.
Χ. ολοκληρωτική ήταν η παρ' ημών άσκηση νομής, κατοχής και χρήσης του καταστήματος χωρίς ποτέ να απαιτήσει (ο συγκοινωνός) αντάλλαγμα και στη συνέχεια των κληρονόμων του αντιδίκου επί σειρά ετών (από 17 Αυγούστου 1964 μέχρι το έτος 2000), σε τρόπο ώστε μας δημιούργησαν ευλόγως την πεποίθηση και την εντύπωση ότι δεν διεκδικούν κανένα δικαίωμα στο άνω 1/3 ώστε ήδη οι με την αγωγή ασκούμενες αξιώσεις τους αντίκεινται στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και απαγορεύεται, πρέπει συνεπώς σε κάθε περίπτωση η αγωγή να απορριφθεί ως καταχρηστική ασκουμένη (ΑΚ 281) σε σχέση με όλα τα αιτήματά της" και "έτσι μας δημιούργησαν ευλόγως την πεποίθηση και την εντύπωση ότι δεν διεκδικούν κανένα δικαίωμα στο άνω 1/3", ενώ στη σελίδα 10 της προσθήκης και αντίκρουσης ισχυρίστηκαν "μια τέτοια εξέλιξη (η παραδοχή δηλαδή της αγωγής) όχι μόνο θα επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία της επιχείρησης μας αλλά εν γένει θα προκαλέσει σε εμάς τεράστια οικονομική ζημία χωρίς αντίστοιχη και ανάλογη ωφέλεια των αντιδίκων".
Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι τα ως άνω επικαλούμενα με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά προς στήριξη της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς απόρριψη της προβληθείσης παρ' αυτών ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Τα δε περιστατικά που επικαλούνται επί πλέον οι αναιρεσείοντες με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων τους που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, δεν ελήφθησαν από το Εφετείο υπόψη ως απαραδέκτως προτεινόμενα και συνεπώς, δεν μπορεί να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Συνεπώς, ο πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας, θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές, ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το τρίτο σκέλος του πρόσθετου λόγου, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζουν ότι δεν είναι δυνατόν ο συγκύριος του 1/3 ενός ακινήτου το οποίο αυθαιρέτως και παρανόμως χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται ένας τρίτος επί τριάντα και πλέον χρόνια, να συζητεί μετ' αυτού αν θα του καταβάλει ή όχι μίσθωμα και ποιο μίσθωμα, ανεχόμενος αδιαμαρτύρητα την εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι προβάλλεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που χρησιμεύουν στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθησαν.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28-3-2014 αίτηση του Ε. Δ. Π. κλπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2014 αίτηση των: 1) Ε. Δ. Π., 2) Δ. Ε. Π., και 3) Ι. Ε. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ