Legislator Case Law & Legislation
709/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, ruling factual evaluation errors are not grounds for cassation.

Case Number 709/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible, dismissing the request to overturn the Court of Appeal's decision regarding inheritance and property boundaries. The appellant argued the lower court made diagnostic errors in interpreting a will, aerial photos, and a letter, but the Court held these constituted permissible factual evaluations. Since the appellate court's assessment of evidence content falls under the exclusive domain of the trial court, the Supreme Court refused to intervene in these matters.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review factual evaluations of evidence content, as errors in interpreting documents or assessing their probative value do not constitute the diagnostic errors required for cassation.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility factual evaluation review evidence content assessment diagnostic error standard appellate court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 134(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 136(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 709 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 709/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Α. συζ. Γ. Α., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Αλεξάκο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Π. Χ. Γ. (P. G.), κατοίκου ... 2) Σ. χας Θ. Γ. (S. C. J.), το γένος Χ. Γ., κατοίκου .... Ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μεντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2004 μη οριστική, 326/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 362/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19/9/2008 αίτησή της και με τους από 20/2/2010 πρόσθετους λόγους της, επί των οποίων εκδόθηκε η 1876/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει η καλούσα με την από 28/4/2012 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 21/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 134 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον νόμο 1334/1983.

Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω. Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία, σύμφωνα με την από 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ του ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.

Κατά την παρ.1 του άρθρου 15 της Συμβάσεως αυτής, αν μία πράξη δίκης ή ισοδύναμη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για τον σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης και ο εναγόμενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως για όσο χρόνο δεν διαπιστώνεται:

είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ' αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφος του και είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή και ότι σε καθεμία απ' αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 εδάφ. α' του άρθρου 568 του ίδιου Κώδικα, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται, διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσης του η προς αυτόν επίδοση της κλήσης προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης με την 1876/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 19/9/2008 αίτησης της Α. Α. για αναίρεση της 362/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου καθώς και των από 20/2/2010 πρόσθετων λόγων αυτής, διότι δεν έγινε νομότυπη επίδοση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και της από 14/12/2010 κλήσης της αναιρεσείουσας, με την οποία επανέφερε για συζήτηση την υπόθεση κατά τη δικάσιμο της 2/11/2011 (μετά τη ματαίωση της κατά την αρχική δικάσιμο της3/11/2010 λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών) προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους Π.

Γ. και Σ. Γ., που κατοικούν σε γνωστή διεύθυνση στις ΗΠΑ. Ήδη η αναιρεσείουσα επαναφέρει για συζήτηση την υπόθεση με την από 28/4/2012 κλήση της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16/10/2013). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο εμφανίσθηκε μόνον η δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ.

Γ., η οποία παραστάθηκε με έγγραφη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γρηγόρη Μεντή, κατ' αρθρ. 242 § 2 ΚΠολΔ, ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Γ. δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα δεν προκύπτει ότι έγινε πραγματική επίδοση της πιο πάνω κλήσης και του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο ούτε ότι έγινε επίδοση των δικογράφων αυτών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Επομένως, εφόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν κλητεύθηκε νόμιμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο της 16/10/2013 πρέπει, μετά από αυταπάγγελτη έρευνα (αρθρ. 577 § 1,2 ΚΠολΔ), να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, για τον οποίο πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτησή της για την εκπροσωπηθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερη αναιρεσίβλητη (αρθρ. 576 § 3 ΚΠολΔ όπως το εδάφ.

Β' αυτού προστέθηκε με το αρθρ. 62 ν.4139/2013).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, για την ερμηνεία των διατάξεων της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α. Κ. Αποσκοπείται δηλαδή η ανεύρεση της υποκειμενικής απόψεως του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια της δηλώσεως του (αυτή που θα αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη).

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας περί της αληθινής θέλησης του διαθέτη, ως κρίση περί τα πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Τα παραπάνω εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης, η έννοια της δηλώσεως βουλήσεως είτε γιατί ο διαθέτης δεν εκφράστηκε σαφώς είτε γιατί εκφράστηκε ατελώς ή γιατί δεν μπορούσε με τα υπάρχοντα κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεδομένα να προβλέψει την πορεία.

Στις περιπτώσεις αυτές συγχωρείται, για άρση της ασάφειας ή του κενού ή της ατέλειας της δηλώσεως, που μπορεί να γίνει και με προσφυγή σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, εφόσον βοηθούν στη διασάφηση της έννοιας της, και με τη διάταξη ακόμη και μαρτυρικών αποδείξεων, να αναζητηθεί η αληθής βούληση, με το δεδομένο πάντως ότι, σε κάθε περίπτωση, η βούληση του διαθέτη, πρέπει, να περιέχεται, έστω και με την πιο πάνω ερμηνευτική συμπλήρωση της, στο περιεχόμενο της διαθήκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Ο κοινός πάππος των διαδίκων Π. Γ. απεβίωσε το 1946 και άφησε κληρονόμους, δυνάμει της από 28-10-1942 και με αριθμό ... δημοσίας διαθήκης του Συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Ιωάννη Ανδρ. Λύρα, τους υιούς του Α.

και Ι. Γ., (ο δεύτερος είναι ο πατέρας της ενάγουσας - εκκαλούσας), καθώς και τα τέκνα του προαποβιώσαντος στις ΗΠΑ τρίτου υιού του Χ., δηλαδή τους εγγονούς του από την ρίζα του τελευταίου που κατοικούσαν πλέον μόνιμα στην Αμερική, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων περιλαμβανόταν και ένας αγρός εκτάσεως 25 περίπου στρεμμάτων στην θέση Τσάπα της κτηματικής περιφερείας της τότε Κοινότητας Δαιμόνιας και ήδη του ομωνύμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Ασωπού Λακωνίας, ο οποίος διαμοιράσθηκε με την ανωτέρω διαθήκη σε τρία μερίδια και καταλείφθηκε καθένα από αυτά αντίστοιχα σε κάθε επιζώντα υιό του διαθέτη και στους κληρονόμους του αποβιώσαντος υιού του από κοινού.

Το εν λόγω πρώην ενιαίο ακίνητο ήταν επίμηκες, σε σχήμα περίπου παραλληλόγραμμο και εκτεινόταν στην πλαγιά ενός λόφου με τις μικρές πλευρές του στο βορρά και στο νότο και τις μεγάλες δυτικά και ανατολικά. Στο βορρά κατέληγε στην κορυφή λόφου και συνόρευε με κρημνό ονομαζόμενο "Μηλιάδελφο", ενώ προς νότο η κατωφέρεια κατέληγε σε ακόμη υπάρχουσα αγροτική οδό πλάτους 4 μέτρων, από όπου ήταν και η είσοδος του ακινήτου.

Ανατολικά συνόρευε με ιδιοκτησίες των Γ. Κ. και Γ. Π. και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Ι. Ζ. και ήδη Γ. Τ.. Τα τρία τμήματα, στα οποία διαμοιράσθηκε το επίδικο ακίνητο με την προαναφερθείσα διαθήκη και καταλείφθηκαν αντίστοιχα στους δύο επιζώντες υιούς και από κοινού στους εγγονούς του διαθέτη από την ρίζα του αποβιώσαντος υιού του Χ., προσδιορίζονται από την ίδια ως εξής κατά την ακόλουθη σειρά :

α) "Εις τον υιόν μου Ι. αφήνω...εις θέσιν Τσάπα ξηρικόν αγρόν δύο πεζούλες αι κείμεναι εις το-μέσον του όλου κτήματος και φθάνουν ευθεία γραμμή μέχρις του Μηδιάδελφου...", β) "Εις τον υιόν μου Α. αφήνω...τμήμα διαιρετώς εκ του εις θέσιν Τσάπα αγρού μου το επάνω μέρος εκ του όλου κτήματος εκτάσεως εξ στρεμμάτων μετά των εν αυτώ δένδρων και συνορεύει με Γ.

Ζ. Κ. και Γ. Η. Π..", γ) "Εις τους εκ του υιού μου Χ. αποβιώσαντος εν Αμερική εγγονούς μου όσοι και αν είναι ευρισκόμενοι εν Αμερική αφήνω κοινώς και αδιαιρέτως...τμήμα διαιρετώς εκ του εις θέσιν Τσάπα το κάτω μέρος του όλου και συνορεύει με Ι. Ζ. ευθεία γραμμή αμυγδαλιές αι οποίαι αμυγδαλιές θ' ανήκουν εις τον υιόν μου Ι.

μέχρι της πεζούλας ήτις είναι από κάτω από τον έλισο και η πεζούλα αυτή ανήκει εις τους εγγονούς μου τούτους και εντός αυτής ευρίσκονται ένα συκόδενδρον και ένα ελαιόδενδρον..". Το δεύτερο από τα ανωτέρω τμήματα, δηλαδή εκείνο που περιήλθε στον Α. Γ., καταλαμβάνει ολόκληρη την ανατολική πλευρά του πρώην ενιαίου ακινήτου, (χαρακτηρίζεται στην διαθήκη ως επάνω μέρος) και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησίες Κεντρωτή και Περδικόγιαννη, νότια με δρόμο, βορεινά με γκρεμό (Μηλιάδελφο ή Μηδιάδελφο) και δυτικά σε ευθεία γραμμή, υπό τα στοιχεία ΑΒΓΑΕΖ του σχεδιαγράμματος του ανωτέρω πραγματογνώμονα που συνοδεύει την έκθεση του, με το καταλειφθέν στον Ι.

Γ. τμήμα. Το πρώτο από τα προαναφερθέντα τμήματα που περιήλθε στον Ι. Γ., αποτελεί το μεσαίο, από αυτά. Εμφαίνεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΩ'ΩΨΧΦΑ, έχει έκταση 9.002,68 τμ. και συνορεύει βορεινά με Μηλιάδελφο, νότια με δρόμο, ανατολικά με το έτερο τμήμα του πρώην ενιαίου ακινήτου που περιήλθε στον Α.

Γ. και δυτικά με το τμήμα του ιδίου που περιήλθε στους κληρονόμους του Χ. Γ.. Το τρίτο τμήμα, δηλαδή εκείνο των κληρονόμων του Χ. Γ., αναφέρεται ως το κάτω μέρος του όλου, αλλά πράγματι είναι το δυτικό μέρος του πρώην ενιαίου ακινήτου, συνόρευαν αναμφίβολα προς νότο με αγροτική οδό, ανατολικά με το τμήμα του Ι.

Γ. και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Ι. Ζ.. Η διαφορά των διαδίκων έγκειται στο ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η ιδιοκτησία, της οποίας τυγχάνουν συγκύριοι από κοινού με άλλους αδελφούς τους και τέκνα αποβιωσάντων αδελφών τους από την ρίζα του πατέρα τους Χ. Γ., εκτείνεται προς βορράν μέχρι το Μηλιάδελφο, συνορεύοντας σε ευθεία γραμμή μόνο ανατολικά με το τμήμα του Ι.

Γ., ενώ η ενάγουσα, θυγατέρα και κληρονόμος του τελευταίου ισχυρίζεται ότι με βάση την προαναφερθείσα διατύπωση της διαθήκης του πάππου της Π. το βόρειο της ιδιοκτησίας των αντιδίκων της είναι μέχρι το τέλος της ακόμη υπάρχουσας πρώτης από νότο προς βορρά μεγάλης πεζούλας, (δηλαδή εδαφικής επιφάνειας οριοθετημένης με τοιχείο τουλάχιστον από την μια πλευρά, προς την οποία έχει υψομετρική διαφορά από την επόμενη επιφάνεια, ενίοτε δε χρησιμοποιείται η ίδια λέξη και για τον χαρακτηρισμό του διαχωριστικού μεταξύ δύο επιφανειών με υψομετρική διαφορά τοιχείου), από εκεί δε μέχρι τον γκρεμό, (Μηλιάδελφο), η έκταση ανήκει στο παραχωρηθέν στον πατέρα της τμήμα, έτσι ώστε οι αντίδικοι συνορεύουν και προς βορρά με το ακίνητο της, που σχηματίζει στο σημείο αυτό "δόντι" προς τα δυτικά ερχόμενο σε επαφή με την ιδιοκτησία Ζ.

προς την κατεύθυνση αυτή. Επί του τμήματος αυτού άνοιξε μετά από άδεια του Νομάρχη Λακωνίας γεώτρηση τον Μάρτιο του 2002. Η ενέργεια της αυτή προκάλεσε την αντίδραση των αντιδίκων της, με αποτέλεσμα την ανάκληση της άδειας του Νομάρχη και την έναρξη της παρούσας αντιδικίας. Σε σχέση με την ανωτέρω διαφωνία των διαδίκων προέκυψαν ειδικότερα τα ακόλουθα :

Η μεγάλη πεζούλα εκτείνεται 169 μ. από τον αγροτικό δρόμο, χωρίς να μεσολαβεί άλλη πεζούλα, και τελειώνει σε "δαμάκι", δηλαδή λίθινο χαμηλό τοιχείο που χωρίζει το όλο ακίνητο σε δύο σαφώς διακριτά τμήματα, βόρειο και νότιο, με σαφή υψομετρική διαφορά μεταξύ τους που έχουν και τα δύο κλίση. Κοντά στο βόρειο όριο της υπάρχει μια ελιά με περίμετρο 1,30 μ.

Μετά από την πεζούλα αυτή προς βορρά εκτείνεται μια δεύτερη μικρότερη επί 14 μέτρα πριν από το τέλος της οποίας, προς βορρά σε χαμηλό χωμάτινο τοιχείο, υπάρχει μια ελιά με περίμετρο 1,20 μ. και μια άλλη μεγαλύτερη με περίμετρο 2 μ. σχεδόν πάνω στο όριο που στο σημείο αυτό έχει καταστραφεί (βλ. φωτογραφία αριθ. 6 του πραγματογνώμονα).

Βορειότερα και σε απόσταση 16 μέτρων από το τέλος της δεύτερης πεζούλας, δηλαδή εντός της τρίτης, υπάρχει τομή του εδάφους, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οριοθετεί τέταρτη πεζούλα, διότι έχει ομαλή πρόσβαση από ανατολικά και δυτικά και προήλθε προφανώς από μετέπειτα διευθετήσεις του αγρού. Πέραν αυτής υπάρχει η επίμαχη γεώτρηση και μετά ο γκρεμός (βλ.

φωτ.1 του ιδίου). Οι αναφερόμενες στην διαθήκη του Π. Γ. αμυγδαλιές, που οριοθετούσαν το ακίνητο των εναγομένων προς τα ανατολικά με εκείνο του πατέρα της ενάγουσας και ανήκαν στον τελευταίο, δεν υπάρχουν πλέον. Ομοίως δεν υπάρχουν και ο έλισος και το συκόδεντρο που αναφέρονται στην ανωτέρω διαθήκη ότι υπάρχουν στο ακίνητο των εναγομένων, Η μεγάλη ελιά όμως, των 2 μέτρων περιμέτρου, πρέπει λόγω μεγέθους και, συνεπώς, μεγάλης ηλικίας να ταυτίζεται προς το ελαιόδεντρο που αναφέρεται στην ίδια διαθήκη ως υπάρχον μέσα στην πεζούλα που ανήκει στους εναγομένους.

Επομένως κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης (1942) και επαγωγής της κληρονομιάς (1946), η δεύτερη και η τρίτη πεζούλες ήσαν μία ενιαία και το μεταξύ τους όριο διαμορφώθηκε μεταγενέστερα κατά την καλλιέργεια του αγρού, όπως φαίνεται και από την ασθενή διαμόρφωση του. Ώστε στο δυτικό μέρος του πρώην ενιαίου ακινήτου υπήρχαν δυο πεζούλες, μια από τον δρόμο έως το μεγάλο "δαμάκι" και μια από αυτό και έπειτα προς βορρά μέχρι το τελευταίο καλλιεργήσιμο τότε σημείο, που συμπίπτει με εκείνο όπου σήμερα βρίσκονται δύο δίδυμες νεότερες ελιές (βλ.

φωτ. 4 του ιδίου) και όπου τότε πρέπει να υπήρχε ο έλισος. Το υπόλοιπο μέχρι τον γκρεμό μέρος του δυτικού τμήματος του ακινήτου είναι άγονο (βραχώδες), με αποτέλεσμα να απέβαινε αδύνατη η καλλιέργεια του με τα μέσα της δεκαετίας του '40. Η ερμηνεία της αεροφωτογραφίας του 1945 από τον δασολόγο Γ. Μ. που προσκομίζει η ενάγουσα, ότι τότε υπήρχαν δήθεν τρία τοιχεία και συνεπώς τέσσερις πεζούλες στο επίδικο και ότι το βόρειο τμήμα αυτού καλλιεργείτο, δεν κρίνεται πειστική, διότι η εν λόγω αεροφωτογραφία είναι πολύ αχνή και συνεπώς απρόσφορη για ασφαλή συμπεράσματα.

Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει της διατυπώσεως της ανωτέρω διαθήκης, α) ότι στους εγγονούς του διαθέτη από τον υιό του Χ. αφήνει το κάτω μέρος (δυτικό) του όλου, β) ότι με το καταλειπόμενο στον έτερο υιό του Ι. μεσαίο τμήμα του όλου ενιαίου ακινήτου, το δυτικό συνορεύει σε ευθεία γραμμή, γ) ότι η πεζούλα κάτω από τον έλισο, μέσα στην οποία βρισκόταν τότε και ένα ελαιόδενδρο, ήταν η δεύτερη και τελική από νότο προς βορρά πεζούλα και ανήκε στους υιούς του Χ., και δ) ότι το μεσαίο τμήμα του Ι.

περιείχε ομοίως δύο πεζούλες και έφθανε ευθεία γραμμή μέχρι το Μηλιάδελφο, συνάγεται ότι με την εν λόγω διαθήκη οι τελευταίοι απέκτησαν ολόκληρο το δυτικό τμήμα του πρώην ενιαίου ακινήτου μέχρι και το Μηλιάδελφο, λαμβανομένου υπόψη και ότι ο διαθέτης ήθελε να δημιουργήσει τρία κατά το δυνατό ισοδύναμα μερίδια για να μην αδικηθεί κανείς από τους κληρονόμους του.

Η παράλειψη του διαθέτη να αναφέρει ως βόρειο όριο της ιδιοκτησίας των εναγομένων το Μηλιάδελφο και η επιλογή του να προσδιορίσει αυτή ως περιλαμβάνουσα και την δεύτερη (βορινή) πεζούλα, εξηγείται από το ότι οι πεζούλες ως καλλιεργήσιμο έδαφος είχαν οικονομική σημασία ενώ το πέραν της τελευταίας πεζούλας άγονο έδαφος προφανώς δεν είχε.

Περαιτέρω στην ίδια διαθήκη ορίζεται ότι το μερίδιο των υιών του Χ. που απουσίαζαν στην Αμερική θα το καλλιεργούν οι θείοι τους Α. και Ι. για λογαριασμό τους, (ως αντιπρόσωποι), χωρίς να δικαιούνται "αποζημιώσεως" για καλλιεργητικές ή συντήρηση. Πράγματι οι δύο τελευταίοι εν ζωή καλλιεργούσαν και κατείχαν για λογαριασμό των ανεψιών τους, υιών του αδελφού τους Χ., το ανωτέρω μερίδιο τους, ο μεν πρώτος το νότιο τμήμα του (αργότερα δε ο υιός αυτού Γ.

Γ.), ο δε δεύτερος το βόρειο (ήδη επίδικο). Στις 28-3-1979 απεβίωσε ο Ι. Γ., πατέρας της ενάγουσας - εκκαλούσας. Με την δημοσία διαθήκη του, που καταρτίσθηκε με την πράξη υπ' αριθ. .../27-4-1977 της Συμβ/φου Μολάων Ευαγγελίας Θεοδ. Ραϊσάκη, ο αποβιώσας εγκατέστησε την θυγατέρα του (ενάγουσα) ως κληρονόμο μεταξύ άλλων και σε ένα αγροτικό ακίνητο ευρισκόμενο στην θέση Τσάπα της κοινότητας Δαιμόνιας Λακωνίας, εκτάσεως 10 περίπου στρεμμάτων, φερόμενο ως συνορευόμενο γύρωθεν με Α.

Γ. (αδελφό του) και Π. Ζ. (κληρονόμο του Ι.). Το ακίνητο αυτό είναι το καταλειφθέν στον διαθέτη με την κατά το έτος 1942 ήδη αναφερθείσα διαθήκη του πατέρα του Π., μεσαίο τμήμα του πρώην ενιαίου ακινήτου του τελευταίου στην ίδια θέση, από το οποίο έλαβαν ανάλογα τμήματα ο αδελφός του Α. και οι ανεψιοί του από τον αδελφό του Χ..

Το μερίδιο των τελευταίων δεν αναφέρεται ως συνορευόμενο με το δικό του από δυτικά, αλλά αναφέρεται κατευθείαν ως όριο η ιδιοκτησία Ζ.. Το γεγονός αυτό δείχνει πρόθεση να νέμεται για δικό του λογαριασμό το μερίδιο των ανεψιών του, χωρίς όμως και να προκύπτει ότι τους είχε γνωστοποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πρόθεση του αυτή, ώστε αφού λάβουν γνώση της αντιποιήσεως της νομής τους εκ μέρους του αντιπροσώπου τους να απολέσουν αυτήν κατά το άρθρο 982 ΑΚ και να αρχίσει η νομή με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας εκ μέρους του αντιποιουμένου.

Επίσης η ενάγουσα, η οποία επίσης απουσίαζε στην Αμερική, δεν αποδείχθηκε ότι επιλήφθηκε της νομής του επιδίκου εδαφικού τμήματος μετά τον θάνατο του πατέρα της ασκώντας αυτή για δικό της λογαριασμό και ότι είχε γνωστοποιήσει την βούληση της αυτή στους πραγματικούς κυρίους, εξαδέλφους της από τον θείο της Χ..

Αντίθετα προέκυψε ότι με σχετική αλληλογραφία που είχε με την πληρεξούσια δικηγόρο των αντιδίκων της και των λοιπών συγκληρονόμων τους στην Αμερική διαπραγματευόταν κατά το έτος 1995 την αγορά ολόκληρου του μεριδίου τους στην θέση Τσάπα. Η αμφισβήτηση της γνησιότητας από την ίδια της υπογραφής της στην επιστολή υπό ημερομηνία 29-1-1995 δεν είναι πειστική, διότι τις λεπτομέρειες που αναφέρει εκεί μόνο η ίδια θα μπορούσε να γνωρίζει.

Άλλωστε και η άλλη πλευρά δεν θα είχε λόγο να αναλώνεται σε μακροσκελείς επιστολές απευθυνόμενες σε αποδέκτες των οποίων δεν είχε διαπιστωθεί η ταυτότητα. Ότι δήθεν η ίδια αλληλογραφία αφορά άλλο ακίνητο στην ίδια θέση των εναγομένων επίσης δεν προέκυψε, εφόσον ένα μόνο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι στην περιοχή.

Ούτε μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η διαπραγμάτευση αφορούσε μόνο το μη αμφισβητούμενο σήμερα νότιο τμήμα του μεριδίου των εναγομένων, αφού μέχρι τότε δεν είχε δημιουργηθεί διάκριση ανάμεσα στο βόρειο και στο νότιο τμήμα του, (ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας στην διαθήκη του το περιλάμβανε ολόκληρο στην δική του ιδιοκτησία).

Μετά την αποτυχία της διαπραγματεύσεως η ενάγουσα προέβη μόλις στις 29-11-1996 σε αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα της, στην οποία περιέλαβε και το επίδικο, (βλ. πράξη .../96 της Συμβ/φου Επιδαύρου Λιμηράς Γεωργίας Λάγγη - Λίχα), αφού προηγουμένως είχε υποβάλει σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς (βλ. αυτή προσκομιζόμενη σε επικυρωμένο αντίγραφο υπό ημερομηνία 6-8-1996) και το 1997 περιέλαβε αυτό και στο φορολογικό έντυπο Ε9.

Οι ενέργειες της αυτές έγιναν σύντομα γνωστές στους εναγομένους που προέβησαν ομοίως σε συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομιάς του πάππου τους Π. Γ., στην οποία περιέλαβαν και το επίδικο, (βλ. πράξη 225/11-9-1999 του , Συμβ/φου Μασσαχουσέτης ΗΠΑ Ιωάννη Κότσιρα). Το ίδιο έπραξαν και οι λοιποί συγκληρονόμοι των τελευταίων (βλ.

πράξεις του ιδίου Συμβ/φου …/11-9-1999, …/11-2-2000 και …/13-6-2000). Κατά το υπόψη χρονικό διάστημα και τουλάχιστον μέχρι και το 2002, η ενάγουσα διέμενε κυρίως στο Μόντρεαλ του Καναδά και περιστασιακά μόνο επισκεπτόταν την Δ. Σε μια από τις επισκέψεις αυτές τον Μάρτιο του 2002 προέβη σε έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο με την διάνοιξη της επίμαχης γεώτρησης, για την οποία ακολούθησε διαμαρτυρία των τελευταίων με αποτέλεσμα την έναρξη της προκειμένης αντιδικίας.

Με τα προαναφερθέντα δεδομένα η ενάγουσα - εκκαλούσα δεν απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα στο επίδικο εδαφικό τμήμα, διότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος αυτής πατέρας της περιέλαβε στην διαθήκη του τούτο χωρίς να του ανήκει και συνεπώς ως μη κύριος δεν μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα στην κληρονόμο του.

Εξάλλου η ίδια δεν έχει αποκτήσει ούτε με τακτική ή άλλως έκτακτη χρησικτησία το επίδικο, όπως επικουρικά διατείνεται, διότι αφενός δεν διέθετε νόμιμο ούτε και νομιζόμενο τίτλο σε συνδυασμό με καλή πίστη για την κτήση με τακτική χρησικτησία, αφετέρου δεν άσκησε, (έστω με κακή πίστη), πράξεις νομής στο επίδικο για δικό της λογαριασμό μετά τον θάνατο του πατέρα της, εν γνώσει των αντιδίκων της, παρά μόνο μετά το 1996, οπότε δεν έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία χρόνο της εικοσαετίας." Ακολούθως το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθμό 326/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου.

Από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο ότι το Εφετείο δέχτηκε κενό και αμφίβολο σημείο στην ως άνω διάταξη της επίμαχης διαθήκης ως προς τον καθορισμό της ταυτότητας του περιεχομένου στους εναγομένους ακινήτου και ακολούθως προέβη στην ερμηνεία της διαθήκης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του διαθέτη και από στοιχεία εκτός της διαθήκης κείμενα και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 Α.Κ.

την οποία ορθά εφάρμοσε, και επομένως, η περιεχόμενη στον τρίτο, μέρος πρώτο, πρόσθετο λόγο αναίρεσης περί του αντιθέτου αιτίαση από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη, καθώς επίσης είναι αβάσιμη η στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1781 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία είναι άκυρη διάταξη της διαθήκης υπέρ προσώπου ή του καταλειφθέντος ακινήτου τόσο αόριστου, ώστε ο προσδιορισμός του να είναι αδύνατος, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με την κληρονομική μερίδα των εγκατεστημένων στο εξωτερικό τέκνων, που είναι μικρότερη των τέκνων που ζουν στην Ελλάδα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω αναφερόμενα δεν συνιστούν "διδάγματα κοινής πείρας" κατά την προεκτεθείσα έννοια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως, δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11 γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των αναφερομένων στο λόγο αυτό εγγράφων.

Από την επισκόπηση όμως του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου υπάρχει ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση για τη γνησιότητα της υπογραφής της αναιρεσείουσας (την οποία η ίδια αμφισβήτησε) που υπάρχει στην από 29-1-1995 επιστολή προς τη δικηγόρο των αντιδίκων της (που προσκομίστηκε μετ' επίκληση από τους αναιρεσίβλητους στο Εφετείο), αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, και δύο αποδείξεις είσπραξης που φέρουν τη γνήσια υπογραφή της αναιρεσείουσας, τις οποίες η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η υπογραφή που φέρεται ότι προέρχεται από αυτή στην από 29-1-1995 επιστολή δεν είναι γνήσια.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παρεβίασε την αποδεικτική δύναμη της με αριθ. .../1942 δημόσιας διαθήκης του σ/φου Μονεμβασίας Ιωάννη Λύρα, ως προς τα όρια του καταλειπομένου ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό δεν είναι εξ εκείνων, για τα οποία το επικαλούμενο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438,439, και 441 ΚΠολΔ., το δε δικαστήριο της ουσίας εξετίμησε το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού προσέφυγε στην ερμηνεία αυτής και αναζητώντας την αληθινή βούληση του διαθέτη, δια προσφυγής σε στοιχεία εκτός της διαθήκης και περαιτέρω εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και της ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.

Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενο του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε α) το περιεχόμενο της .../1942 δημόσιας διαθήκης του συμ/φου Μονεμβασίας Ιωάννη Λύρα με το να δεχθεί, ως όριο προς βορρά του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στη διαθήκη, β) τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του δασολόγου Γ.

Μ., την οποία έκρινε "ως μη πειστική, διότι είναι πολύ αχνή και απρόσφορη για ασφαλή συμπεράσματα", γ) την από 29/1/1995 επιστολή της αναιρεσείουσας προς την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, με βάση την οποία το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα διαπραγματευόταν την αγορά ολόκληρου του μεριδίου των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, μη δεχόμενο τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) για μη γνησιότητα της υπογραφής της στην επιστολή αυτή και για αναφορά σε άλλο ακίνητο των αναιρεσίβλητων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το οποίο και συγκροτεί τον από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ανεξάρτητα από το ότι την κρίση του το Εφετείο ως προς την ταυτότητα του καταλειπόμενου με την ως άνω διαθήκη ακινήτου στους αναιρεσιβλήτους στήριξε σε ερμηνεία της διαθήκης, συνεκτιμώντας όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19/9/2008 αίτηση της Α. Α. για αναίρεση της 362/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και των από 20/2/2010 πρόσθετων λόγων της, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Γ., ως προς τον οποίο χωρίζει την υπόθεση

Απορρίπτει την από 19/9/2008 αίτηση και τους από 20/2/2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ. Γ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ