Supreme Court allows retrial and partial dismissal of bank employee promotion suit due to statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the plaintiff's claim for reinstatement of a bank employee's promotion due to the expiration of the five-year statute of limitations. While the court accepted the argument regarding the time limit, it rejected the request for a retrial because the defendant had voluntarily paid the disputed amount based on the contested decision. Consequently, the court ordered the defendant to return the paid sum and covered the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(4), 9(1), 3(1), 14, 9(1), 2, 10(1), 5 of the Organization of the National Bank of Greece; The court's assessment of an employee's promotion is a substantive administrative decision not subject to judicial review, but a claim for reinstatement filed after five years is barred by the statute of limitations, whereas a request for restitution of voluntarily paid sums following a retrial is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 709/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5205/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2011 αίτησή της, με τις δε από 4-3-2013 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 19-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 14, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 267 της 26-9-1953 και έχει ισχύ νόμου, η προαγωγή στις οργανικές θέσεις, από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και πάνω γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας σε καθένα από τους προηγούμενους βαθμούς.
Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινόμενων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους η προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Στη περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώρισή της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 § 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, άπαξ τελεσθείσα, γεννάται από τότε που επήλθε και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίνει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από αυτές που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών και κατά τους κοινούς κανόνες να προβλεφθούν, κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά, ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, τελούν δε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημιογόνο συμπεριφορά του υποχρέου, με την έννοια ότι το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τις μεταγενέστερες αυτές επιζήμιες συνέπειες, αρχίζει, για την αξίωση προς αποκατάστασή τους, νέα αυτοτελής παραγραφή αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία.
Από τη γνώση αυτή της ζημίας, η απαίτηση του δικαιούχου είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, εκτός αν αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής, λόγω νομικών κωλυμάτων, είτε σύμφωνα με ρητές διατάξεις του νόμου, είτε από το γεγονός ότι μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ένσταση, που έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο.
Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή (ΑΠ 122, 987/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της ΕΤΕ που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου εφόσον εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 2868/1922 και εγκρίθηκε με την ΥΑ 42461/27-6-1932, ορίζεται ότι "πας ησφαλισμένος ή δικαιοδόχος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούμενος συντάξεως εκ του Ταμείου τούτου ή αυξήσεως ή αναθεωρήσεως αυτής ή παροχής οικονομικής ή οιουδήποτε επιδόματος του άρθρου 12 του παρόντος, υποχρεούται να υποβάλη, επί ποινή εκπτώσεως από του δικαιώματος, εντός πενταετίας, αφής το δικαίωμα εγεννήθη, αίτησιν προς το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, ήτις καταχωρείται εις το υπό της υπηρεσίας τηρούμενον πρωτόκολλον.
Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της αιτήσεως συνεπάγεται την έκπτωση από του δικαιώματος. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται το Διοικητικόν Συμβούλιον δι' αποφάσεώς του. Εις ουδεμίαν περίπτωσιν αναγνωρίζονται αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου συντάξεις ή αυξήσεις ή περιοδικαί παροχαί ή οικονομικά αποτελέσματα δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθόν υπεβλήθη η αίτησις του ενδιαφερομένου".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 30-3-1964 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος λογιστικού κλάδου με το βαθμό του δόκιμου. Υπηρέτησε στην αναιρεσείουσα συνεχώς από την πρόσληψή του μέχρι την 3-7-1996, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.
Κατά την αποχώρησή του από την εναγομένη κατείχε το βαθμό του συμπράττοντα Υποδ/ντή στον οποίο είχε προαχθεί από 1-1-1991 και συνεπώς κατά την αποχώρησή του έλαβε από το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. και από το λογαριασμό Επικούρησης Προσωπικού Ε.Τ.Ε. κύρια και επικουρική σύνταξη υπολογιζόμενες με βάση τον κατεχόμενο από αυτόν βαθμό του συμπράττοντα Υποδ/ντή.
Επειδή ο αναιρεσίβλητος κατείχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για προαγωγή του στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή, η αναιρεσείουσα δε αρνήθηκε να τον προαγάγει στο βαθμό αυτό κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-1996, ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-7-1998 αγωγή του.
Με την υπ' αριθμ. 129/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε τελεσίδικα ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας να παραλείψει να προάγει τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Υποδ/ντή κατά τις κρίσεις της 1-7-1996, ήταν καταχρηστική κατ' άρθρον 281 ΑΚ και γι' αυτό επιδικάστηκε σ' αυτόν λόγω της αδικοπραξίας το ποσό των 694.044 δρχ.
και το ποσό των 340.750 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας. Έτσι κρίθηκε αμετακλήτως ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1996 και για το προδικαστικό αυτό ζήτημα υφίσταται δεδικασμένο.
Μετά την έκδοση της πιο πάνω (129/2006) απόφασης του Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. αίτηση με την οποία ζητούσε να του καταβληθούν οι συνταξιοδοτικές διαφορές που προέκυπταν από 6-8-1996 μέχρι 14-2-2006 μεταξύ της σύνταξης του Υποδιευθυντή που έπρεπε να του καταβάλλεται και εκείνης του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι του καταβαλλόταν, καθώς επίσης και οι διαφορές της επικουρικής σύνταξης από το Ταμείο Αυτασφαλείας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του παραπάνω Ταμείου Συντάξεων αποφάσισε με την υπ' αριθμ. 1190/2006 απόφασή του την αναπροσαρμογή της σύνταξής του, σύμφωνα με το βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή σ' αυτόν των συνταξιοδοτικών διαφορών ενός έτους πριν από την υποβολή της ως άνω αίτησης, ήτοι από 14-2-2005 έως 14-2-2006, ενώ απέρριψε το αίτημά του για καταβολή των συνταξιοδοτικών διαφορών πέραν του έτους, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του Κανονισμού του Ταμείου.... Το ίδιο συνέβη και με την επικουρική σύνταξη η οποία ακολουθεί πάντοτε την κυρία. Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της Ε.Τ.Ε. συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ. του Α.Κ., και παρέχει στον παραλειφθέντα αναιρεσίβλητο το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός των άλλων, και αποζημίωση για την ως άνω ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψή του, υφίσταται δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και της έμμεσης ζημίας του ήτοι της στέρησης της διαφοράς σύνταξης και επικούρησης που θα ελάμβανε ...
ανερχόμενης συνολικά στο ποσό των 49.671,6 ευρώ ... Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η παραπάνω αξίωση του αναιρεσιβλήτου έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., διότι αυτός έλαβε γνώση του ζημιογόνου γεγονότος, ήτοι της παράλειψης της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή στις 18-2-1997, οπότε ανακοινώθηκαν στο προσωπικό της οι γενόμενες προαγωγές με την εγκύκλιο της διοίκησης 3/18-2-1997, και ότι η πενταετής παραγραφή της παραπάνω απαίτησης του αναιρεσιβλήτου η οποία άρχισε την άνω ημερομηνία (18-2-1997), συμπληρώθηκε στις 18-2-2002, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής (3-7-2006), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση ναι μεν ο αναιρεσίβλητος, όπως συνομολογεί με την έφεσή του, έλαβε γνώση της παράλειψης της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή στις 18-2-1997, με την πιο πάνω 3/18-2-1997 εγκύκλιο, αλλά η ένδικη αξίωσή του γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, σύμφωνα με το άρθρο 251 του Α.Κ., με την υποβολή σχετικού αιτήματος στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού Ε.Τ.Ε., μετά τη συνταξιοδότησή του και από τότε που αναγνωρίστηκε τελεσίδικα με την 129/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 17-1-2006 ότι πρέπει να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή.
Επομένως, εφόσον η αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της στις 17-1-2006 η ένδικη αγωγή, η οποία ασκήθηκε στις 3-7-2006 δεν υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται συνολικά το ποσό των 49.671,6 ευρώ που αντιστοιχεί στη διαφορά των μηνιαίων συντάξεων (κύριας και επικουρικής) που απώλεσε, κατά το χρονικό διάστημα από 6-8-1996 έως 14-2-2006, μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή που έπρεπε να κατέχει και της αντίστοιχης σύνταξης που έπρεπε να λαμβάνει και του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι κατείχε και της σύνταξης του βαθμού αυτού που πράγματι ελάμβανε, απέρριψε δε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει το ως άνω ποσό στον αναιρεσείοντα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, την ένσταση της παραγραφής που νομίμως είχε προτείνει η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε νομίμως ενώπιόν του με σχετικό λόγο εφέσεως, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 937, 247 και 251 του ΑΚ σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού αν και δέχτηκε, κατά τις ως άνω παραδοχές, ότι ο αναιρεσίβλητος πληροφορήθηκε την παράλειψή του την 18-2-1997, όντας ήδη συνταξιούχος, αφού αποχώρησε οικειοθελώς στις 3-7-1996 και ως εκ τούτου γνώριζε κατά το χρόνο αυτό (18-2-1997) τόσο τη ζημία, όσο και τον υπόχρεο, αλλά ακόμη και το ύψος αυτής, άσκησε παρά ταύτα την αγωγή στις 3-7-2006, ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά ταύτα, εφόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας όλων των βαθμών λόγω του δυσερμηνεύτου των πιο πάνω διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να διατάξει ο Άρειος Πάγος την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 4-3-2013 προτάσεις της, η αναιρεσείουσα ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρούμενης αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το ποσό των 45.517,94 ευρώ που κατέβαλε σ' αυτόν σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω αναιρεθείσας απόφασης.
Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ. και εφόσον αποδεικνύεται η από την αναιρεσείουσα καταβολή προς τον αναιρεσίβλητο του πιο πάνω ποσού των 45.517,94 ευρώ (βλ. την από 15-3-2011 εξοφλητική απόδειξη), πρέπει το ως άνω αίτημα να γίνει δεκτό και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, με την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5205/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 26-2-2009 έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 376/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων δέκα επτά ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (45.517,94). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ