Appeal dismissed as inadmissible because the appeal was filed after the judgment became final against absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the judgment under review had already become final against several absent defendants. The appellants argued for the appeal's admissibility, but the court found no evidence that the absent defendants waived their right to file a suspension of default judgment or that the judgment became final in their absence. Consequently, the court ruled that the appeal could not proceed against a judgment that was not yet final for all necessary co-litigants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after a judgment becomes final against absent co-litigants is inadmissible unless the finality of the judgment is proven for all necessary parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 709/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Τ. του Π., κατοίκου ..., έως και 14. Κ. Τ. του Δ., κατοίκου .... Ο 12ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Π., 2. Ι. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την δικηγόρο Χριστίνα Κριτσιμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 5.12.2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την α)απόρριψη ως απαράδεκτης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β)για την περίπτωση που κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη κατά την άσκηση της αίτησης για αναίρεση εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση.
Ο παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291, 292 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος η δίκη δε που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 971/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσίβλητους, που επισπεύδουν τη συζήτηση της προκειμένης αίτησης αναίρεσης υπ' αριθμ. 9870/29-7-2010 και 9972Γ/5-8-2010 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ... και του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., αντιστοίχως, καθώς και από τις υπ' αριθμ. 1875 Γ'/31-5-2010, 2346 Γ'/10-9-2010, 2347Γ'/10-9-2010 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πατρών ...
και από τις 10812 Δ'/6-9-2011, 10813Δ'/6-9-2011, 10814Δ'/6-9-2011 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα τόσο στους αρχικούς αναιρεσείοντες όσο και μετά την επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του δεύτερου και δέκατου αναιρεσείοντα Γ.
Τ. και Ν. Π., κατά την 16-8-2008 και 3-2-2009, αντιστοίχως, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους των, Κ. χήρα Γ. Τ. και Σ. Γ. Τ., Μ. χήρα Ν. Π., Κ. και Χ. Π. του Ν., για την αρμοδίως ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, λόγω του επισυμβάντος θανάτου των ανωτέρω και η οποία ήδη νομίμως επαναλαμβάνεται, στους δε κληρονόμους του Ν.
Π., για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Επομένως, εφόσον αυτοί (πλην του 12ου αναιρεσείοντος Α. Τ. του Δ., Δικηγόρου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως), δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω, μετ' αναβολή αρμοδίως ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά του σχετικού πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ,Δ., πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, δηλαδή της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη, περί αυτού, έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 430/2009).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή από το τέκνο που γεννήθηκε εκτός γάμου, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της πατρότητας αυτού, κατά τα άρθρα 1479 και 1480 ΑΚ, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους αναγκαίους ομοδίκους.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, δεν μπορεί δε εκ των προτέρων να αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος αναγκαίου ομοδίκου, να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, και δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Εάν συνεπώς, στη δίκη για την αναγνώριση της πατρότητος τέκνου που γεννήθηκε εκτός γάμου, δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε, με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με τη σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης, ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο, συνεκδίκασε ερήμην των 4ης, 6ης, 8ης, 10ου, 11ου, 13ου και 14ου την έφεση των εκκαλούντων εναγομένων κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή των εφεσίβλητων εναγόντων και αναγνωρίσθηκε ότι οι εν λόγω ενάγοντες, που έχουν γεννηθεί στην Αθήνα στις 9-11-1981 ο πρώτος και 16-9-1983 ο δεύτερος, είναι γνήσια τέκνα του Ι.
Π. του Γ., κατοίκου εν ζωή Αθηνών, καταγόμενου από την Παλούμπα Γορτυνίας Αρκαδίας, που κληρονομήθηκε από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες και απεβίωσε πριν την άσκηση της αγωγής. Με την ίδια απόφασή του το Εφετείο όρισε και παράβολο για την περίπτωση άσκησης αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας από τους ερημοδικασθέντες, ως άνω εκκαλούντες.
Επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου στους άνω ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες, δεν αποδεικνύεται είτε με την προσκόμιση σχετικών εκθέσεων επίδοσης αυτής, είτε με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέντα αντίγραφα της προσβαλλόμενης απόφασης προς αυτούς.
Δεν αποδεικνύεται δηλαδή, ότι οι ερημοδικασθέντες εκκαλούντες, που είναι συγχρόνως αναγκαίοι ομόδικοι και αντίδικοι όλων των υπολοίπων διαδίκων απώλεσαν το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την ύπαρξη ή έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος, κατά τα προεκτεθέντα.
Ούτε άλλωστε προκύπτει ότι ασκήθηκε από τους εν λόγω ερημοδικασθέντες διαδίκους ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε, πράγμα που δεν επικαλούνται ούτε οι αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ούτε ο παριστάμενος αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του. Τέλος, δεν μπορεί να συναχθεί ότι με την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση και από τους ερημοδικασθέντες εκκαλούντες, αυτοί παραιτήθηκαν σιωπηρώς από το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, διότι δεν αποδεικνύεται ότι ο υπογράφων την αίτηση για αναίρεση δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει αυτεπαγγέλτως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ) και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2007 αίτηση για αναίρεση της 123/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ