Supreme Court dismisses appeal on bus driver dismissal due to illness exceeding statutory absence limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding the dismissal of a bus driver. The employer argued the dismissal was valid because the employee's illness exceeded the absence limits set by Presidential Decree 229/1994, while the employee claimed proper notification and medical certification were provided. The court ruled that the dismissal was lawful since the statutory time limits for absence due to illness were surpassed, rendering the termination justified under the specific regulations governing KTEL personnel.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 4 and 6 lit. a of Presidential Decree 229/1994; The employer is not entitled to consider a contract termination due to employee illness if the absence exceeds the limits prescribed by the relevant decree, provided the employer was notified and a medical certificate covering the absence period was submitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο εργοδότης, ιδιοκτήτης λεωφορείου, δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει καταγγελία της σύμβασης εργασίας την λόγω ασθενείας αποχή του υπαλλήλου του (οδηγού λεωφορείου εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ) από την εργασία του, που διαρκεί περισσότερο από τα καθοριζόμενα από το ΠΔ 229/1994 όρια, εφόσον έχει ειδοποιηθεί για την ασθένεια στην οποία οφείλεται η αποχή και έχει υποβληθεί γι΄ αυτήν γνωμάτευση που καλύπτει το χρονικό διάστημα της απουσίας.
Αριθμός 709/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου πόλεως ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 1-3-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου πόλεως ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73ΕΙ.Π./2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2009 αίτησή του και τους από 21-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 2 παρ.4 και 6 περ. α' του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ), που ίσχυσε έως την κατάργηση του με το ΠΔ 246/2006 (ΦΕΚ α/261/29-1-2006), η ισχύς του οποίου άρχισε κατ' άρθρο 39 αυτού από την 1η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στο Φ.Ε.Κ, προκύπτει ότι 1)ο οδηγός των ΚΤΕΛ, κατ' εξαίρεση από το λοιπό προσωπικό αυτών, έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, διεπόμενος όμως από τον πιο πάνω Κανονισμό ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του και 2)η απόλυση οδηγών μπορεί να γίνει μόνον για τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους (βλ.
Ολ.ΑΠ 15/2002), μεταξύ των οποίων είναι και οι αναφερόμενοι στο άρθρο 14 του ανωτέρω Κανονισμού. Εξάλλου α)κατά μεν το άρθρο 14 παρ.1 περ. ε' του ιδίου Π.Δ. το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης των ΚΤΕΛ απολύεται, μεταξύ άλλων, εξ αιτίας αδικαιολόγητης παρατεινόμενης απουσίας του πέρα από πέντε (5) συνεχείς ημέρες, β)κατά την παράγραφο 2 εδ.
α' του ιδίου ως άνω άρθρου οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για το προσωπικό κίνησης των ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των μονάδων εκμετάλλευσης (λεωφορείων), στις οποίες υπηρετεί αυτό και γ)κατά την παρ.3 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται έγγραφα από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εκτός αν προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό δυνατότητα προσφυγής στο πειθαρχικό συμβούλιο, οπότε είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 13 παρ.1 του Π.Δ. 229/1994 α)ό,τι αφορά την αποχή από την εργασία εξ αιτίας ασθένειας και τις παροχές που δικαιούται το προσωπικό σ' αυτή την περίπτωση ρυθμίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία και β)δεν θεωρείται καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του ασθενούντος μισθωτού η αποχή από την εργασία του λόγω αποδεδειγμένης ασθένειάς του, που γίνεται με ειδοποίηση της υπηρεσίας του για την ασθένεια προσκομίζοντας απόφαση ή βεβαίωση του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα, εκτός από την περίπτωση διαρκούς ανικανότητας.
Επομένως ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει καταγγελία της σύμβασης εργασίας την αποχή του υπαλλήλου του, που διαρκεί περισσότερο από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια, εφόσον έχει ειδοποιηθεί για την ασθένεια στην οποία οφείλεται η αποχή και έχει υποβληθεί γι' αυτήν γνωμάτευση που καλύπτει το χρονικό διάστημα της απουσίας, εκτός αν πρόκειται για ασθένεια, σωματική ή πνευματική, που τον καθιστά ανίκανο για την εκτέλεση των καθηκόντων του και διαπιστώνεται αυτό από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του Ι.Κ.Α.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1.4.1994 ως οδηγός στο υπ' αρ. ... λεωφορείο ιδιοκτησίας ..., ... χήρας ... και ...χήρας ... ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ..., μετά τη μεταβίβαση του πιο πάνω λεωφορείου δυνάμει του από 28.8.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού στον αναιρεσείοντα και την αντικατάστασή του με το υπ' αρ. ...
λεωφορείο ομοίως ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ..., εξακολούθησε να εργάζεται ως οδηγός σ' αυτόν, ως διαδεχθέντα εργοδότη των πιο πάνω και υπεισελθόντα στην ανωτέρω εργασιακή σχέση. Μετά από οξύ πρόσθιο έμφραγμα του μυοκαρδίου υποβλήθηκε σε επέμβαση στερνοτομής και τετραπλής στεφανιαίας παράκαμψης επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (bypass) και αφού έλαβε τρίμηνη αναρρωτική άδεια εμφανίστηκε στην ανωτέρω εργασία του προς ανάληψη υπηρεσίας την 12.8.2006.
Το ΚΤΕΛ ... ζήτησε από αυτόν να προβεί σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες ελέγχου της μετεγχειρητικής κατάστασης της υγείας του, ώστε να προσκομίσει σ' αυτό βεβαίωση ικανότητας ασκήσεως του επαγγέλματος κατά 100%, ενώ ζήτησε το ίδιο από το Επαρχείο ... με αίτησή του, καταβάλλοντας ακολούθως, για λογαριασμό του εναγομένου, σ' εκείνον το μισθό του μήνα Σεπτεμβρίου 2006.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με το υπ' αρ....δελτίο εργατικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων του τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Σύρου ο μεν αναιρεσείων αποδέχτηκε την προσφορά εργασίας από τον αναιρεσίβλητο, όχι όμως την οδήγηση του πιο άνω λεωφορείου μέχρι να κριθεί αρμοδίως η ικανότητά του προς εργασία, ενώ ο τελευταίος αποδέχτηκε και δήλωσε ότι θα ενεργήσει για την εξέτασή του εγκαίρως κατά νόμο.
Στη συνέχεια με την υπ' αρ. πρωτ.5669/22.9.2006 απόφαση του Έπαρχου ... παραπέμφθηκε για ιατρική εξέταση ο ενάγων στην αρμόδια Δευτεροβάθμια Ιατρική Επιτροπή, ενώ αφαιρέθηκε, κατ' άρθρο 13 παρ.8 Ν.2696/1999, η άδεια οδήγησης απ' αυτόν, η οποία θα του αποδιδόταν μετά την ανωτέρω εξέταση. Με την υπ' αρ. 44/06 από 3.10.2006 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α ...
έγινε γνωμάτευση ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ικανός κατά 100% προς εργασία ως οδηγός ΚΤΕΛ από την ημερομηνία λήξης της ανωτέρω αναρρωτικής αδείας του. Ο αναιρεσείων µε την από 24.10.2006 αίτησή του προς το Τμήμα Μεταφορών και Επικοινωνιών του Επαρχείου ... ζήτησε να πληροφορηθεί 1)αν ο ενάγων προσκόμισε την αιτηθείσα απ' αυτό (Επαρχείο ....) ιατρική γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Ιατρικής Επιτροπής και 2)αν του έχει αποδοθεί η επαγγελματική άδεια οδηγήσεως, που του αφαιρέθηκε.
Με το υπ' αρ. 19432 πρακτικό της συνεδρίασης της 6.11.2006 της Δευτεροβάθμιας Ιατρικής Επιτροπής ο ενάγων κρίθηκε ικανός και ανανεώθηκε η επαγγελματική του άδεια οδηγήσεως για δύο έτη. Μετά την ανωτέρω εξέτασή του επέστρεψε αυθημερόν (6.11.2006) από τον ..., όπου, αφού εξετάσθηκε την ίδια ημέρα στο Καρδιολογικό Ιατρείο του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α ..
από τον ιατρό ..., Καρδιολόγο, διαγνώσθηκε απ' αυτόν ότι είχε εμπύρετη λοίμωξη αναπνευστικού, του δόθηκε δε το από 6.11.2006 παραπεμπτικό για παρακλινική εξέταση µε σημείωση ότι χρήζει αναρρωτικής αδείας δώδεκα(12) ημερών. Τέλος, µε την υπ' αρ. 2668/06 από 13.11.2006 γνωμάτευση του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α ... κρίθηκε ότι, λόγω της πιο πάνω ασθένειάς του(εμπύρετη λοίμωξη αναπνευστικού), ήταν ανίκανος για εργασία από 6.11.2006 έως 17.11.2006.
Την 7.11.2006 το Επαρχείο ... µε το υπ' αρ. πρωτ. Εξ 6299/7.11.2006 έγγραφό του γνώρισε στον αναιρεσείοντα, σε απάντηση της προαναφερθείσας από 24.10.2006 αίτησής του, 1)ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κριθεί ικανός από τη Δευτεροβάθμια Ιατρική Επιτροπή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιά και γνωµοδοτήθηκε η ανανέωση της επαγγελματικής του αδείας οδήγησης για 2 χρόνια και 2)ότι του παραδόθηκε η παρακρατηθείσα άδεια ικανότητας οδήγησης.
Ακολούθως το ΚΤΕΛ ... µε έγγραφό του προς τον αναιρεσείοντα, τον ενημέρωσε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προσέλθει έως τότε στα γραφεία του ΚΤΕΛ για παροχή των υπηρεσιών ως οδηγός του υπ' αρ. ... λεωφορείου. Κατόπιν αυτού ο αναιρεσείων κατήγγειλε την 15.11.2006, µε έγγραφό του, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο αυθημερόν, την ανωτέρω εργασιακή σύμβαση του τελευταίου, επικαλούμενος αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του για διάστημα πέρα από πέντε (5) συνεχείς ημέρες (δηλαδή από 7.11.2006) κατά παράβαση του, ρητά μνημονευόμενου στην παραπάνω καταγγελία άρθρου, 14 παρ.1 περ.
ε' Π.Δ 229/1994 και τον καλούσε να προσέλθει στο γραφείο του ΚΤΕΛ ..., για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση μαζί µε τον οφειλόμενο μέχρι τότε μισθό και την αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων. Ο αναιρεσίβλητος απέκρουσε την παραπάνω καταγγελία µε την από 16.11.2006 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την επομένη.
Ο τελευταίος, µε την από 22.11.2002 εξώδικη γνωστοποίηση-προσφορά γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, που επιδόθηκε στον πρώτο, αυθημερόν, του γνωστοποίησε τη γενόμενη εκ μέρους του παρακατάθεση στο Γραφείο Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ.... µε το υπ' αρ. .... γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης συνολικού ποσού 11.407,40 ευρώ υπέρ εκείνου και τελικά το ανωτέρω γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης παραλήφθηκε την 4.11.2008 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ι.
Δοκιµάκη. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσίβλητος, σχετικά µε την απουσία από την εργασία κατά το διάστημα της αναρρωτικής αδείας από 6.11.2006 έως 17.11.2006, ενημέρωσε προφορικά την επομένη της επιστροφής του στην ... (8.11.2006) τον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ ... Π, στο καφενείο του οποίου καθημερινά σύχναζε, πλην όμως ο ανωτέρω του είπε να περιμένει για να ενημερωθεί αναιρεσείων, ο οποίος έλλειπε στο εξωτερικό, ενόψει δε του ότι ο αναιρεσίβλητος σύχναζε στο καφενείο του πιο πάνω Προέδρου των ΚΤΕΛ ...
Π, είναι προφανές, µε βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ), ότι µετά την επιστροφή του στην ... (8.11.2006) ενημέρωσε ο ίδιος προφορικά τον τελευταίο εγκαίρως για τη λήψη εκ µέρους του της ως άνω αναρρωτικής αδείας των 12 ημερών, αφού ήδη προηγουμένως είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά και από τη σύζυγό του η αρμοδία υπάλληλος του ΚΤΕΛ ...Λ, ενώ δεν προσκόμισε ο ίδιος παράλληλα και το σχετικό έγγραφο λήψεως αυτής πεισθείς από τα λεγόμενά του πιο πάνω Προέδρου του ΚΤΕΛ ...
ότι ο αναιρεσίβλητος τότε απουσίαζε στο εξωτερικό. Με βάση τα παραπάνω η απουσία από την υπηρεσία του ως οδηγού του υπ' αρ. ΕΜΗ 2202 λεωφορείου, παρατεινόμενη για διάστημα πέρα από πέντε συνεχόμενες ημέρες, κρίνεται δικαιολογημένη, ενόψει της παρασχεθείσας σ' αυτόν νομίμως αναρρωτικής άδειας από 6.11-17.11.2006, για την οποία είχε εγκαίρως ενημερώσει την υπηρεσία του.
Συνεπώς δεν συνέτρεχε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 14 παρ.1 περ. ε' ΠΔ 229/1994 λόγος για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 73/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε και αναγνώρισε την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας.
Με τις κρίσεις του αυτές δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ και εκείνες των άρθρων 5 παρ.3 εδ. α' Ν.3198/1955, 1&3Ν.2112/1920, 174,180 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, κατά τα αντίστοιχα μέρη του, στο αναιρετήριο και με στοιχ.1.Γ στους πρόσθετους, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, στο σύνολό τους. Η ποσοτική ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 22.11.2006 αγωγής, ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος με αυτήν ότι εργαζόταν ως οδηγός από 1.4.1994 στο υπ' αρ. ΕΜΗ 2202 λεωφορείο ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ... και ότι εκείνος την 15.11.2006 κατάγγειλε τη σύμβασή του, κατά παράβαση του διέποντος τις μεταξύ τους σχέσεις Π.Δ. 229/1994 και δίχως να του καταβληθεί ή προσφερθεί η αναλογούσα αποζημίωση, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν αναφερόμενα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 14 παρ.1 περ. ε' ΠΔ 229/1994 λόγος για την καταγγελία, εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ιδιοκτήτη του λεωφορείου), της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσίβλητου, η οποία ως εκ τούτου είναι άκυρη, στη συνέχεια δε αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, την έκανε δεκτή.
Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις του ΠΔ που προαναφέρθηκαν, προκειμένου να κριθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, κατά τις διατάξεις αυτές. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, αφού στο δικόγραφο της δεν γίνεται αναφορά 1)του είδους της επικαλουμένης σύμβασης εργασίας, 2)των διατάξεων επί των οποίων ο αναιρεσίβλητος θεμελιώνει το δικαίωμα του 3) του ύψους των αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα της απόλυσης του και 4)της ιδιότητας του ως διαδόχου των φυσικών προσώπων, στην κυριότητα των οποίων ανήκε το λεωφορείο πριν ο ίδιος καταστεί κύριος αυτού και της υπεισέλευσης του στην εργασιακή σχέση, είναι αβάσιμες, διότι 1)σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλείται με αυτήν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και 2)οι νομικές διατάξεις επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμα του δηλαδή εκείνες του ΠΔ 229/1994, το ύψος των αποδοχών του και η ειδικότερη αναφορά του τρόπου υπεισέλευσης του αναιρεσείοντος στην εργασιακή σχέση δεν είναι αναγκαία στοιχεία του κύρους της αγωγής, κατά τη βάση της κατά την οποία έγινε δεκτή, αρκούσης της μνείας στο δικόγραφο της αγωγής, των πραγματικών περιστατικών που προαναφέρθηκαν και διαλλαμβάνονται σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη του λεωφορείου, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε αυτήν, απορρίπτοντας, εκ του πράγματος, την ένσταση του αναιρεσείοντος-εφεσιβλήτου, για αοριστία της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και να κηρύξει ακυρότητα, ήτοι να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη. Γι' αυτό οι, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, πρώτος και κατά τα δύο μέρη του, στο αναιρετήριο και με στοιχ. 1.Α και Β. στους πρόσθετους, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά άρθρο 8 του Ν. 1599/1986, γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από την ανωτέρω διάταξη, συνάγεται ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και συνεπώς η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 1-12-2006 υπεύθυνη δήλωση της υπαλλήλου του ΚΤΕΛ ... Λ, είναι αβάσιμος, αφού τούτο απέκρουσε την ανωτέρω δήλωση, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί και στην προκειμένη δίκη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, υπό στοιχ. 2 των προσθέτων, λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ειδοποποιήσει το ΚΤΕΛ ...
για τη λήψη αναρρωτικής άδειας, το με αριθμό ... έγγραφο του τελευταίου. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και το παραπάνω έγγραφο, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτό.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009, αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, για αναίρεση της με αριθμό 31/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και τους από 21-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ