Appeal dismissed for one party regarding ancient artifacts discovery, allowed for another regarding procedural standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first respondent, ruling that the lower court correctly considered evidence of ancient artifacts found on the disputed property which halted construction. Conversely, the appeal against the second respondent was accepted because the first respondent lacked proper standing to initiate the lawsuit without authorization. The court held that while factual findings regarding archaeological discoveries were upheld, procedural defects in the representation of one party necessitated remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 173, 200 of the Civil Code; Article 63(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if substantive law rules were violated, including interpretative rules requiring the search for true intent and good faith, while a party capable of legal acts may appear in court in their own name without a representative.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 709/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 Κ.ΠολΔ προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1. ψ1 και 2. ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαΐου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 321/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο πρώτων και τη παραδοχή του τρίτου των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Εξάλλου, ο διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.
Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένου καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (Α.Π. 329/2006).
Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια της βούλησης των μερών, που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία, όμως, που έδωσε, παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή θέληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις.
Κενό υφίσταται όταν τα μέρη άφησαν κάποιο σημείο αρρύθμιστο, το οποίο, όμως, πρέπει να ρυθμισθεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της δικαιοπραξίας (Α.Π. 337/2006). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή έγιναν δεκτά τα εξής: Με το ... εργολαβικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Άρτας Βασίλειου Β.
Νούλη μεταξύ του. θανόντος εν τω μεταξύ, δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων ..., ως οικοπεδούχου και του εφεσίβλητου, ως εργολάβου, συνεφωνήθη η ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής, δυο πολυωρόφων οικοδομών, σε ισάριθμα οικόπεδα του οικοπεδούχου, ευρισκομένων στην Άρτα, εμβαδού 1.295,02 τετ. μέτρων του ενός και 253,09 τετ.
μέτριο του άλλου, παρακειμένου του πρώτου, με δαπάνη και ευθύνη του εργολάβου, έναντι αμοιβής αυτού, συνισταμένης στη μεταβίβαση από τον οικοπεδούχο στον ίδιο ή σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία αυτός θα υποδείκνυε, της κυριότητας των κατωτέρω αναφερομένων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυωρόφου οικοδομής, η οποία θα αναγείρονταν στο πρώτο των ανωτέρω οικοπέδων, μετά των ποσοστών συνιδιοκτησίας τους επί του οικοπέδου αυτού.
Η πρώτη των ανωτέρω οικοδομών, οι επί μέρους αυτοτελείς ιδιοκτησίες αυτής και οι λοιποί χώροι της εμφαίνονται στα από μηνός Ιουλίου 1984 διαγράμματα κατόψεων υπογείου, πυλωτής και τυπικού ορόφου, τα δε ποσοστά συνιδιοκτησίας κλπ εκάστης των ανωτέρω αυτοτελών ιδιοκτησιών επί του οικοπέδου προσδιορίζονται στον υπό την ιδία χρονολογία πίνακα κατανομής ποσοστών του εργολάβου, ως πολιτικού υπομηχανικού, οι οποίοι πίνακες και διαγράμματα έχουν επισυναφθεί στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω διαγράμματα, η πρώτη των παραπάνω οικοδομών επρόκειτο να αποτελεσθεί από υπόγειο όροφο, πυλωτή, πρώτο υπέρ την πυλωτή όροφο, δεύτερο υπέρ την πυλωτή όροφο, τρίτο υπέρ την πυλωτή όροφο και το δώμα. Ο υπόγειος όροφος επρόκειτο να περιλάβει τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται στα ανωτέρω διαγράμματα και στους πίνακες με τα στοιχεία Υ1, Υ2, Υ3, Υ4, Υ5, Υ6, Υ7, Υ8 και Υ9, με εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας αυτών επί του οικοπέδου 4/1000, 3/1000, 4/1000, 4/1000, 5/1000. 6/1000, 4/1000, 4/1000 καν 16/1000, αντιστοίχως.
Η πυλωτή επρόκειτο να περιλάβει τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται στα ανωτέρω διαγράμματα και στους πίνακες-με τα στοιχεία ΠΙ, Π2, Π3, Π4, Π5. Π6, Π7, Π8, Π9, Π10, Π11, Π12, Π13. ΠΙ4, Π15. Π16, Π17, Π18 και Π19, με εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας αυτών επί του οικοπέδου 10/1000, 13/1000, 12/1000, 9/1000, 9/1000, 7/1000. 7/1000, 7/1000. 7/1000, 7/1000, 8/1000, 8/1000, 6/1000, 6/1000, Π/1000, 11/1000. 11/1000, 6/1000 και 7/1000, αντιστοίχως.
Ο πρώτος υπέρ την πυλωτή όροφος επρόκειτο να περιλάβει τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται στα ανωτέρω διαγράμματα και στους πίνακες με τα στοιχεία ΑΙ, Α2, Α3, Α4, Α5 και Α6,με εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας αυτών επί του οικοπέδου 33/1000, 36/1000, 33/1000, 35/1000, 34/1000 και 39/1000, αντιστοίχως.
Ο δεύτερος υπέρ την πυλωτή όροφος επρόκειτο να περιλάβει τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται στα ανωτέρω διαγράμματα και στους πίνακες με τα στοιχεία Β1, Β2, Β3, Β4 Β5. και Β6, με εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας αυτών επί του οικοπέδου 33/1000, 36/1000, 33/1000, 35/1000, 34/1000 και 39/1000, αντιστοίχως.
Ο τρίτος υπέρ την πυλωτή όροφος επρόκειτο να περιλάβει τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται στα ανωτέρω διαγράμματα και στους πίνακες με τα στοιχεία Π, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5 και Γ6, με εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας αυτών επί του οικοπέδου 33/1000, 36/1000, 33/1000, 35/1000, 34/1000 και 39/1000, αντιστοίχως.
Και τέλος, το δώμα επρόκειτο να περιλάβει τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται στα ανωτέρω διαγράμματα και στους πίνακες με τα στοιχεία ΔΙ, Δ2, Δ3 και Δ4, με εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας αυτών επί του οικοπέδου 2/1000, 2/1000, 2/1000 και 2/1000, αντιστοίχως. Σύμφωνα με το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο, από τις παραπάνω αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, θα παρέμεναν στην κυριότητα του οικοπεδούχου:
α) από τον υπόγειο όροφο, οι Υ1, Υ3, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 11/1000 εξ αδιαιρέτου, β) από την πυλωτή, οι Π5, Π6 και Π7, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 23/1000 εξ αδιαιρέτου και γ) από τον πρώτο υπέρ την πυλωτή όροφο, οι ΑΙ, Α2 και Α3, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 102/1000 εξ αδιαιρέτου.
Οι υπόλοιπες των ανωτέρω αυτοτελών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, θα περιέρχονταν στην κυριότητα του εργολάβου.
Συγκεκριμένα, θα περιέρχονταν στην κυριότητα αυτού: α) από τον υπόγειο όροφο, οι ανεξάρτητες ιδιοκτησίες με τα στοιχεία Υ4, Υ5, Υ6, Υ7, Υ8 και Υ9, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 39/1000 εξ αδιαιρέτου, β) από την πυλωτή, οι ΠΙ, Π2, Π3, Π4, Π8, Π9, Π10. Π11, Π12, Π13, Π14, Π15, Π16, Π17, Π18 και Π19, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 139/1000 εξ αδιαιρέτου, γ) από τον πρώτο υπέρ την πυλωτή όροφο, οι Α4, Α5 και Α6, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 108/1000 εξ αδιαιρέτου και δ) όλες οι προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου υπέρ την πυλωτή ορόφου, του τρίτου υπέρ την πυλωτή ορόφου και του δώματος, συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου εκείνων του δευτέρου ορόφου 210/1000, εκείνων του τρίτου ορόφου 210/1000 και του δώματος 8/1000.
Έτσι, το συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του παραπάνω οικοπέδου θα ανέρχονταν για μεν τον οικοπεδούχο σε 136/1000, για δε τον εργολάβο σε 714/1000 εξ αδιαιρέτου. Τα υπόλοιπα 150/1000 παρακρατήθηκαν υπέρ των μελλοντικών ορόφων, θα περιέρχονταν δε από αυτά 20/1000 στον οικοπεδούχο και τα υπόλοιπα 130/1000 στον εργολάβο.
Επομένως, τα συνολικά ποσοστά συνιδιοκτησίας των ανωτέρω επί του παραπάνω οικοπέδου θα ανέρχονταν σε 844/1000 για τον εργολάβο και 156/1000 για τον οικοπεδούχο. Ενόψει τούτων, εκ παραδρομής ανεγράφη στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, ότι το ποσοστό συνιδιοκτησίας, επί του παραπάνω οικοπέδου, το οποίο υποχρεούταν να μεταβιβάσει, για την προαναφερθείσα αιτία, ο οικοπεδούχος στον εργολάβο ανέρχονταν σε 864/1000 εξ αδιαιρέτου, αντί του ορθού 844/1000.
Η δευτέρα των ανωτέρω οικοδομών, ήτοι εκείνη, η οποία επρόκειτο να ανεγερθεί επί του οικοπέδου των 253,09 τετ. μέτρων και η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θα περιέρχονταν εξ ολοκλήρου στον οικοπεδούχο, τα επί μέρους τμήματα της και οι λοιποί χώροι αυτής εμφαίνονται στα από μηνός Ιουλίου 1984, επίσης, διαγράμματα κατόψεων του εργολάβου, τα οποίοι έχουν επισυναφθεί στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Σύμφωνα με τα εν λόγω διαγράμματα, η παραπάνω δευτέρα οικοδομή επρόκειτο να αποτελεσθεί από υπόγειο όροφο, πυλωτή, πρώτο υπέρ την πυλωτή όροφο, δεύτερο υπέρ την πυλωτή όροφο και τρίτο υπέρ την πυλωτή όροφο, όπως ακριβώς, ως προς τα στοιχεία αυτά και η προαναφερθείσα πρώτη οικοδομή. Σε εκτέλεση του παραπάνω εργολαβικού προσυμφώνου, επακολούθησε την 1-11-1990 η υπογραφή του ...
εγγράφου του ιδίου παραπάνω συμβολαιογράφου μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων, με το οποίο αυτοί υπήγαγαν στο σύστημα της οριζοντίου ιδιοκτησίας την μέλλουσα να ανεγερθεί επί του παραπάνω πρώτου οικοπέδου οικοδομή και προέβησαν στη σύνταξη του κανονισμού πολυκατοικίας της εν λόγω πολυωρόφου οικοδομής.
Σύμφωνα δε και με το δεύτερο αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο γίνεται αναφορά σχετικώς στα επισυναφθέντα, κατά τα προεκτεθέντα,
στο προαναφερθέν πρώτο συμβολαιογραφικό έγγραφο ανώτερη διαγράμματα κατόψεων και πίνακες ποσοστών, η εν λόγω επί του πρώτου οικοπέδου οικοδομή θα αποτελούταν από τους παραπάνω ορόφους και τις προαναφερθείσες αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες εκάστου τούτων, από τις οποίες θα περιέρχονταν σε καθένα των συμβληθέντων εκείνες, οι
οποίες προαναφέρθηκαν, με τα παραπάνω ποσοστά συνιδιοκτησίας εκάστης τούτων επί του παραπάνω οικοπέδου. Επομένως, και με το έγγραφο αυτό, τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του ανωτέρω πρώτου οικοπέδου ανέρχονται για με τον οικοπεδούχο σε 156/1000, για δε τον εργολάβο σε 844/1000 εξ αδιαιρέτου. Με το δεύτερο αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο ουδεμία μεταβολή επήλθε στα ανωτέρω ποσοστά συνιδιοκτησίας των συμβληθέντων στο παραπάνω οικόπεδο και, συγκεκριμένα, δεν μειώθηκαν τα ποσοστά συνιδιοκτησίας του εργολάβου σε 714/1000, όπως αβασίμως διατείνεται ο τελευταίος σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, ούτε αμέσως, αλλά ούτε και εμμέσως, αφού στο εν λόγω δεύτερο συμβολαιογραφικό έγγραφο προσδιορίζονται οι περιερχόμενες στον εργολάβο (αλλά και στον οικοπεδούχο) οριζόντιες ιδιοκτησίας, όπως αυτές αναφέρθηκαν ειδικότερα παραπάνω και αναφέρεται το ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστης τούτων επί του οικοπέδου, από την άθροιση δεν των εν λόγω ποσοστών των ανωτέρω επί μέρους οριζοντίων ιδιοκτησιών προκύπτει, ότι το συνολικό εξ αδιαιρέτου ποσοστό του εργολάβου επί του ανωτέρω πρώτου οικοπέδου ανέρχεται σε 844/1000.
Την 1-11-1990, ήτοι κατά την ημεροχρονολογία υπογραφής του ανωτέρω δευτέρου συμβολαιογραφικού εγγράφου, οι συμβληθέντες υπέγραψαν το υπό την ημεροχρονολογία αυτή ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, πλην άλλων, καθόρισαν, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών ανεγέρσεως των ανωτέρω δύο οικοδομών, το χρόνο μεταβιβάσεως από τον οικοπεδούχο στον εργολάβο των προαναφερθέντων ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του παραπάνω πρώτου οικοπέδου, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, θα περιέρχονταν στον εργολάβο.
Συγκεκριμένα, ορίσθηκε, ότι τα ποσοστά αυτά θα μεταβιβασθούν στον εργολάβο ως εξής: "α) Με την έναρξη των εργασιών 100 χιλιοστά, β) Με την αποπεράτωση του δαπέδου 75 χιλιοστά, γ) Με την αποπεράτωση της πλάκας υπογείου 75 χιλιοστά, δ) Με την αποπεράτωση της πλάκας PILOTIS 75 χιλιοστά, ε) Με την αποπεράτωση της πλάκας Α.' ορόφου 75 χιλιοστά.
στ) Με την αποπεράτωση της πλάκας Β' ορόφου 75 χιλιοστά, ζ) Με την αποπεράτωση της πλάκας Γ1 ορόφου 75 χιλιοστά, η) Με την αποπεράτωση των οπτοπλινθοδομών 75 χιλιοστά, θ) Με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων 75 χιλιοστά, ι) Με την αποπεράτωση των δαπέδων 75 χιλιοστά, ία) Και με την παράδοση του έργου 89 χιλιοστά", ήτοι εν συνόλω 864 χιλιοστά, όσα δηλαδή, εκ παραδρομής, κατά τα προαναφερθέντα, αντί του ορθού 844 χιλιοστά,
είχαν αναγραφεί στο προαναφερθέν πρώτο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η έναρξη στην πρώτη περίπτωση και η αποπεράτωση στις λοιπές περιπτώσεις των ανωτέρω εργασιών, ως χρονικό σημείο μεταβιβάσεως των αντιστοίχων ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του πρώτου οικοπέδου, στον εργολάβο, αναφέρεται στις εργασίες ανεγέρσεως και των δυο ανωτέρων οικοδομών.
Τούτο ορίζεται ευθέως στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού σ' αυτό γίνεται λόγος, όσον αφορά το χρόνο παραδόσεως των δυο οικοδομών, ότι "αντί για 3 χρόνια (τα οποία προέβλεπε το πρώτο των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων, αρχομένων, κατά το έγγραφο αυτό, από της λήψεως της οικοδομικής αδείας) τα διαμερίσματα και το αυτοτελές κτίριο (ήτοι η οικοδομή επί του δευτέρου οικοπέδου) θα παραδοθούν σε δυο χρόνια, καθώς επίσης και από το ότι στο ίδιο συμφωνητικό γίνεται λόγος, αναφορικά με τις ποινικές ρήτρες, ότι "για κάθε μήνα καθυστέρησης της παράδοσης πέραν των δυο ετών, ο εργολάβος θα πληρώνει ποινική ρήτρα 50.000 δρχ.
το μήνα για κάθε διαμέρισμα (αντί των ποσών των δρχ. 12.000 για καθένα των παραπάνω διαμερισμάτων της πρώτης οικοδομής και 15.000 για κάθε όροφο (διαμέρισμα) της δευτέρας, επί του οικοπέδου των 253,09 τετ. μέτρων, οικοδομής, τα οποία προέβλεπε το πρώτο των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων", ανεξάρτητα δηλαδή αν πρόκειται για διαμέρισμα της πρώτης ή για (όροφο) διαμέρισμα της δευτέρας των ανωτέρω οικοδομών.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή ήταν η αληθινή βούληση των ανωτέρω συμβληθέντων, όπως η εν λόγω βούληση τους συνάγεται χωρίς προσήλωση στις λέξεις, τις οποίες χρησιμοποίησαν για να εκφρασθούν κατά τη σύνταξη του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και ερμηνευομένης της εν λόγω συμβάσεις τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 173, 200).
Συνάγεται, δε τούτο: α) από το προεκτεθέν όλο περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού σ' αυτό γίνεται λόγος και για τις δυο παραπάνω οικοδομές και ρυθμίζονται τα προαναφερθέντα και για τις δυο αυτές οικοδομές θέματα, ήτοι ο χρόνος παραδόσεως τους και η ποινική ρήτρα, σε περίπτωση μη τηρήσεως του χρόνου αυτού, β) από το ότι δεν έχει ρυθμισθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ο χρόνος παραδόσεως των επί μέρους τμημάτων της δευτέρας οικοδομής, γ) από το ότι το προαναφερθέν 844/1000 ποσοστό συνιδιοκτησίας του εργολάβου επί του πρώτου οικοπέδου αφορά, κατά τα προεκτεθέντα, την αμοιβή αυτού και για τις δυο οικοδομές, δ) από το ότι, στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή μεταβιβάζονταν στον εργολάβο τα 844/1000 επί του πρώτου οικοπέδου με την σταδιακή κατασκευή της πρώτης μόνο οικοδομής, αυτός μεν δεν θα είχε λόγο να κατασκευάσει, μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αυτής οικοδομής, τη δεύτερη οικοδομή, αφού θα είχε λάβει την αμοιβή του και γι' αυτή, ο δε οικοπεδούχος δεν θα είχε μέσον πιέσεως του για την εκπλήρωση της παροχής του αυτής, ήτοι για την κατασκευή και της δεύτερης οικοδομής και ε) από το ότι και οι δυο οικοδομές αποτελούνταν, κατά τα προεκτεθέντα, από υπόγειο, πυλωτή και τρεις ορόφους η κάθε μια ώστε η ανωτέρω αναφερομένη στο από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό σταδιακή πρόοδος των εργασιών τους να προσήκει και στις δυο, και ως εκ τούτου, να μην είναι αναγκαία η αναφορά χωριστού για κάθε μια τους χρόνου σταδιακής παραδόσεως. Τέλος, ο εργολάβος δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα στην έναρξη των εργασιών ανεγέρσεως της παραπάνω δευτέρας οικοδομής.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υφίσταται υποχρέωση του οικοπεδούχου προς μεταβίβαση σ' αυτόν των πρώτων 100 χιλιοστών συγκυριότητας επί του παραπάνω πρώτου οικοπέδου και, ως εκ τούτου, αυτός δεν δικαιούται αντίστοιχο ποσοστό επί της δικαστικώς καθορισθείσης, κατά τις παραδοχές των διαδίκων και καταβληθείσης αποζημιώσεως, λόγω της εν τω μεταξύ αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, συνεπεία αρχαιολογικών ευρημάτων, του οικοπέδου αυτού, όπως αβασίμως αιτείται με την, εφ' ης η εκκαλουμένη απόφαση, ανωτέρω αγωγή του.
Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για το ότι ο εφεσίβλητος εργολάβος, για να έχει αξίωση μεταβιβάσεως σ' αυτόν των πρώτων 100 χιλιοστών συγκυριότητας επί του παραπάνω πρώτου οικοπέδου, όφειλε να αρχίσει τις εργασίες ανεγέρσεως και των δυο προαναφερθεισών οικοδομών, στηρίζεται, πρωτίστως, στα ανωτέρω τρία έγγραφα.
Επίσης, η κρίση για το ότι αυτός δεν έχει αρχίσει μέχρι σήμερα τις εργασίες ανεγέρσεως, τουλάχιστον της δευτέρας οικοδομής, στηρίζεται, πρωτίστως., στη σαφέστατη κατάθεση του παραπάνω μάρτυρά του, αλλά και στις παραδοχές του ιδίου, ενώ, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του, ότι με το προαναφερθέν δεύτερο συμβολαιογραφικό έγγραφο τροποποιήθηκε το πρόβλεπον τη σχετική υποχρέωση του προς ανέγερση της δευτέρας οικοδομής πρώτο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με αντίστοιχη μείωση των ποσοστών συγκυριότητας του επί του πρώτου οικοπέδου σε 714/1000.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά, και συγκεκριμένα ότι ο εφεσίβλητος, ως δικαιούχος των 100/1000 συγκυριότητας επί του παραπάνω πρώτου οικοπέδου, είναι δικαιούχος αντιστοίχου ποσοστού της ανωτέρω γι' αυτό αποζημιώσεως και υποχρέωσε, ακολούθως, τους εκκαλούντες, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμους, του παραπάνω οικοπεδούχου, να του καταβάλουν το εν λόγω ποσοστό της παραπάνω αποζημιώσεως, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε.
Γι' αυτό, κατά παραδοχή και ως κατ' ουσίαν βάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, καθ' ο μέρος δέχθηκε την ανωτέρω αγωγή. Ακολούθως και αφού διακράτησε και εκδίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε, αφού, διαπιστώνοντας ευθέως πραγματικό κενό περί την εκφρασθείσα βούληση των συμβαλλομένων μερών στα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα, σχετικά με το αν η έναρξη των εργασιών ανεγέρσεως έπρεπε να είχε γίνει και επί του δευτέρου οικοπέδου, ανεύρε αυτήν, όπως εκτίθεται ανωτέρω, χωρίς να υφίσταται παραβίαση τόσο της καλής πίστεως, όσο και των συναλλακτικών ηθών, υπό τη προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος, είναι και ο εν συνεχεία δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίον το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν νομίμως, τους κατωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην παρούσα δίκη και που προκύπτουν από α) τα άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, β) το από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό, γ) τα με αριθμ. πρωτ. .. και ... έγγραφα της ΙΒ' Εφορίας Προϊστ. και Κλασσ. Αρχ/των Ιωαννίνων, από τα οποία αποδείχθηκε, ότι ανευρέθησαν αρχαιότητες επί του οικοπέδου, που είχε αρχίσει τις εργασίες και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να συνεχίσει αυτές, δ) την με αριθμ. 1025355/2169/0010/5-3-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού περί κηρύξεως της άνω απαλλοτριώσεως και ε) το άνω με αριθμ.
ΥΠΠΟ/ΑΠΑΛΛ/Φ. ... έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης, Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, τα οποία, επίσης, επικαλείται και προσκομίζει νομίμως. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 56 παρ. 2 ΚΠολΔ), και τα, ως άνω, έγγραφα (συμβολαιογραφικά και μη) και οι εξ αυτών πηγάζοντες ισχυρισμοί περί ανευρέσεως αρχαιοτήτων στο επίδικο μεγαλύτερο οικόπεδο μετά την έναρξη εργασιών και περί κηρύξεως απαλλοτριώσεως του αυτού οικοπέδου, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως.
Τέλος, και όσον αφορά τον εκ του αριθμού 14 του ιδίου, ως άνω, άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, διότι το δίκασαν Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα και αναιρεσίβλητο, καθότι ούτε πληρεξούσιος, ούτε αντίκλητος αυτού ήταν η πρώτη εκκαλούσα και αναιρεσίβλητη, αλλ' ούτε και εκ των υστέρων εγκρίθηκε η άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου, αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθότι ως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει, ότι όποιος είναι ικανός για οποιοδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, στο πεδίο του αστικού δικονομικού δεν υφίσταται ο θεσμός της εκουσίας αντιπροσωπεύσεως, παρά μόνο σε περιορισμένη έκταση, για τη περίπτωση της ελλείψεως ικανότητας της διεξαγωγής της δίκης, κατά την οποία προβλέπεται ο διορισμός δικηγόρου ως δικαστικού πληρεξουσίου (άρθρο 94 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Συνεπώς, ως προς μεν την πρώτη αναιρεσίβλητη πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική της δαπάνη, ως προς, δε το δεύτερο (αναιρεσίβλητο) 1) να γίνει δεκτή και, αφού αναιρεθεί ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με εκείνο που την εξέδωσε, εφόσον, όμως, είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), και 2) να καταδικαστεί, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά τα εις το διατακτικό ειδικότερο οριζόμενα
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 321/2006, αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τη πρώτη αναιρεσίβλητη (ψ1).
Καταδικάζει αυτόν στη δικαστική δαπάνη της ψ1 εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Δέχεται την ως άνω αναίρεση, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (ψ2).
Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του εκδώσαντος αυτήν δικαστηρίου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον (δεύτερο) αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ