Legislator Case Law & Legislation
709/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural defects and lack of substantive grounds.

Case Number 709/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against two final judgments from the Athens courts. The appellant failed to appear at the hearing, and the appeal against the first judgment was filed years after the deadline for the second instance appeal had expired. Furthermore, the court rejected arguments claiming violations of the ECHR because the appeal was not based on substantive law violations but on procedural delivery issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 §1 and 577 §1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed out of time or lacks substantive grounds, and claims of ECHR violations must be based on substantive law breaches, not procedural delivery rules.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility statute of limitations appeal second instance appeal deadline ECHR violation substantive law procedural delivery rules civil procedure code final judgment enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 226 §4 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 553 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 513 §1 paragraph b of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 964/1996 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 709 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 709/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : .........., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης : Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Πλαταιών ν.π.δ.δ., που εδρεύει στις Πλαταιές Θηβών και εκπροσωπείται νόμιμα από το Ηγουμενοσυμβούλιο αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσιδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 507/1999 του ίδιου δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε η από 13-3-1999 ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 2390/2000 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τέλος η 4180/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 507/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 4180/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 226§4 εδ. δ΄ ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου. (ΑΠ 964/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, της συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18.9.2006 επέσπευσε η αναιρεσείουσα, κατά την οποία παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατόπιν αιτήσεώς της η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσης. Κατά την εν λόγω, μετ' αναβολή, δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, παρέστη η αναιρεσίβλητη, δεν παρέστη δε η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 553§1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες, η δε τελεσιδικία κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι κατά τον χρόνο της καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 §1εδαφ.β' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 25.04.1994 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 §18 του ν.2207/1994, κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευση τους, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 503 §1 και 518§1 του ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως , αν δε ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία περατώνει τη δίκη.

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία της εφέσεως για την ερήμην απόφαση αρχίζει από την επίδοσή της και τρέχει συγχρόνως με την προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας. Μετά δε την κατάργηση των άρθρων 506 και 515 του ΚΠολΔ με το άρθρο 3§§ 15 και 19 του ν. 2207/1994 η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά οποιασδήποτε ερήμην αποφάσεως δεν αναστέλλει την προθεσμία της εφέσεως, σε περίπτωση δε απορρίψεως της ανακοπής ερημοδικίας η κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως έφεση δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλει και την ερήμην εκδοθείσα απόφαση, κατά της οποίας στράφηκε η ανακοπή (ΑΠ 890/2003, Ελλ.

Δικ. 45.94). Περαιτέρω η προθεσμία της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 564§ 3ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδοθεί είναι τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευσή της , αν δε επιδοθεί και ο αναιρεσίβλητος διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Η προθεσμία δε ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ΄ αυτής.

Η πρώτη ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης οπότε η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, υποκείμενη σε αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αναίρεση στρέφεται: α) κατά της υπ'αριθμ.507/1999 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην της αναιρεσειούσης εναγομένης, β) κατά της υπ' αριθ.4180/2001 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσειούσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης κατά της υπ'αριθμ.2390/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπό στοιχ.

α' αποφάσεως . Η υπ' αριθμ.507/1999 απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 22.03.1999 όπως αποδεικνύεται από την υπ'αριθμ............. έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......... Επομένως, έγινε τελεσίδικη την 21.4.1999, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. ......... πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι την 20.07.2001 δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής.

Έτσι η προθεσμία της αναιρέσεως άρχισε να τρέχει από τις 22.04.1999 και έληξε την 21.05.1999. Η αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκε την 15.05.2003, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως της γραμματέως του εν λόγω δικαστηρίου κάτω από το δικόγραφο της αναιρέσεως. Επομένως η αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε εκπροθέσμως και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ.) Η αναίρεση κατά της υπ'αριθμ.4180/2001 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 23.05.2001, ασκήθηκε την 15.5.2003, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών κάτω από το δικόγραφο της αναιρέσεως.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοσή της. Επομένως, εφόσον ασκήθηκε εντός της τριετίας από την δημοσίευσή της, είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή.

ΙΙΙ. Με τον πέμπτο και έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4180/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και για παραβίαση των κανόνων της ΕΣΔΑ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 εδαφ.1 και 19 ιδρύεται μόνο επί παραβιάσεως ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, που εφήρμοσε το Εφετείο, ήτοι τις περί επιδόσεως διατάξεις του ΚΠολΔ για να κρίνει ότι η επίδοση της κλήσεως προς την αναιρεσείουσα για να παραστεί στη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν νόμιμη, ενώ δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιοι κανόνες της ΕΣΔΑ παραβιάσθηκαν στο πρόσωπο της αναιρεσειούσης κατά την συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.04.2003 αίτηση αναιρέσεως της ........... για αναίρεση της απόφασης 507/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της απόφασης 4180/2001 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ