Legislator Case Law & Legislation
708/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague reasoning regarding creditor ranking in debt distribution.

Case Number 708/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the ranking of creditors in a debt distribution case. The appellants argued that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory, specifically regarding the ability to complete creditor announcements with later payment orders. The court rejected this claim because the appeal arguments were too vague, failing to specify which exact reasons were contradictory or how they violated substantive law. Consequently, the appeal was deemed inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974 and 979 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court's review of factual findings is limited, and appeals based on vague or incomplete reasoning regarding the contradiction of lower court motives are inadmissible.

Keywords

AI generated
creditor ranking debt distribution inadmissible appeal vague reasoning contradictory motives Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 974 and 979 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 19 and 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 39 para. 1, 386 para. 1 and 405 para. 1 of the Criminal Procedure Code
Articles 106, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 708 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 708/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 18) Σ. Μ. του Ι., κατοίκων ... Αττικής.

Οι υπό στοιχεία 1, 3, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 17, 18, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπασταυρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 2, 4, 5, 6, 12, 14, 16 αναιρεσείοντες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντωνίου Παπασταυρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 12) Χ. Τ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργαρίτα Μανδουράρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Θηρεσία Δάλλα - Πολυζώη, κάτοικο Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 25/6/2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 700/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 824/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/4/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ'αρθμ.824/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί τις ανακοπές των διαδίκων και μεταρρύθμισε τον πίνακα κατατάξεως δανειστών, αποβάλλοντας απ'αυτόν τη ΔΟΥ Παλλήνης και κατατάσσοντας στο απελευθερωθέν ποσό εκτός από τους αναιρεσείοντες και τους αναιρεσίβλητους. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών για τη διανομή του γίνεται μεν με ενιαία πράξη ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατατάξεως δεν είναι αδιαίρετη. Γι' αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνον από τους δανειστές κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Έτσι, μεταξύ των δανειστών δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή που απευθύνθηκε κατά άλλου δανειστή.

Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως να ασκείται από όλους τους δανειστές, ούτε να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών. Για τον ίδιο λόγο το ένδικο μέσο που ασκείται κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε για την ανακοπή δεν απευθύνεται εναντίον όλων των δανειστών που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομόδικών του δανειστών(ΑΠ1026/2010,ΑΠ 1226/2006).

Οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, τις οποίες κατέθεσαν είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, προβάλλουν την ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αναιρέσεως, για το λόγο ότι κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έχει ασκήσει έφεση το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τελεί ως προς αυτούς και τους αναιρεσείοντες σε αναγκαστική ομοδικία, αφού αμφότεροι βάλλουν κατά της κατατάξεώς τους, με συνέπεια να παρεμποδίζεται η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως, καθώς και της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία ως επί μέρους απόφαση επί μερικών εκ των αναγκαίων ομοδίκων, των αναιρεσειόντων, δεν μπορεί να τελεσιδικήσει.

Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μεταξύ των διαδίκων που άσκησαν χωριστές ανακοπές κατά του πίνακα κατατάξεως, με τις οποίες βάλλουν κατά των απαιτήσεων όχι μόνο του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και άλλων δανειστών, δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσης εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι τελεσίδικη και, εντεύθεν, παραδεκτή τυχγάνει η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Aπό τη διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 β του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαιτήσεως του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξεως συνεπάγεται ακυρότητα, αν προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαιτήσεως που αναγγέλλεται και του προνομίου της.

Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, και ειδικότερα της κατατάξεως, η απαίτηση του αναγγελλομένου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους και την ανακοπή ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσης απαιτήσεως, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαιτήσεως.

Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερομένης σ` αυτό απαιτήσεως μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεώς των, κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ, και να υφίστανται έτσι βλάβη.

Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 ΚΠολΔ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαιτήσεως, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσεώς του στη δίκη της ανακοπής, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κυρίας ή παρεμπιπτούσης αιτήσεως για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 του ΚΠολΔ.

Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλομένης απαιτήσεως αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατατάξεώς της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο έγγραφο. Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλομένη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ.

γ και δ του ΚΠολΔ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Η πάροδος όμως απράκτου της δεκαπενθημέρου προθεσμίας του άρθρου 972 παρ.1 γ' ΚΠολΔ δεν επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ1580/2013,ΑΠ949/2011,ΑΠ31/2010,ΑΠ 1340/2006, ΑΠ472/2005, ΑΠ 195/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ862/2011,ΑΠ 1735/2008).

Η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 εδ.β του ΚΠολΔ, που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα της κατατάξεως των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αλλά μόνο με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου (ΑΠ472/2005,ΑΠ 119/2003, ΑΠ1700/2002,ΑΠ 286/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αναγγελία των αναιρεσιβλήτων λόγω αοριστίας της ως προς τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις απαιτήσεις τους και ως προς την ύπαρξη προνομίου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν κατέταξε τους ανακόπτοντες της Β ανακοπής-εφεσίβλητους, επειδή δεν είχαν καταθέσει εκτελεστό τίτλο.

Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ορισμένη την αναγγελία των ανακοπτόντων της Β ανακοπής, παρά το γεγονός ότι οι απαιτήσεις τους δεν ήταν εξειδικευμένες ως προς το χρόνο γέννησης και το ύψος εκάστης αυτών, δεδομένης της φύσεώς τους ως εργατικών απαιτήσεων και δέχθηκε τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους τελευταίους έγγραφα, αφού οι εφεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν, ούτε προσκόμισαν εκτελεστό τίτλο και δεν ζήτησαν την προνομιακή κατάταξή τους και ενώ τα έγγραφα εκδόθηκαν και κατατέθηκαν μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και την παραγραφή των αξιώσεών τους, με αποτέλεσμα εσφαλμένα να καταταγούν σύμμετρα με τους ίδιους στο υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος.

Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην από 27-2-2019 αναγγελία των τελευταίων, αυτοί ανέφεραν ότι κατά του καθ'ου η εκτέλεση έχουν απαιτήσεις, τις οποίες έχει αναγνωρίσει με την υπογραφή των από 12-11-2011 συμφωνητικών λύσεως των συμβάσεων εργασίας τους για τους πρώτους 10 εξ αυτών και με τις από 26-2-2019 βεβαιώσεις οφειλών για τους 11η και 12ο εξ αυτών και συγκεκριμένα απαιτήσεις ύψους 1) ο Γ.

Π. ... ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων δώρων και επιδομάτων και αποζημίωση απολύσεως, 2)... Με την αναγγελία τους δήλωσαν ότι θα καταθέσουν ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού όλα τα νόμιμα αποδεικτικά έγγραφα της απαίτησής τους και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αναγγελία τους και να καταταγούν στον πίνακα κατάταξης που θα συνταχθεί για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεών τους και συγκοινοποίησαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού φωτοαντίγραφα συμφωνητικών λύσης των συμβάσεων εργασίας τους.

Ακολούθως, οι εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες, προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ανακοπής τους κατά του ένδικου πίνακα κατάταξης, διαταγές πληρωμής και την από 11-11-2019 παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων του προέδρου του καθ'ου η εκτέλεση συνεταιρισμού. Οι διαταγές πληρωμής, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες συνεπεία της ως άνω παραίτησης του καθ'ου, εκδόθηκαν επί των αιτήσεων των εφεσιβλήτων κατά του οφειλέτη τους συνεταιρισμού, το δε δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τις συμβάσεις εργασίας των αιτούντων, τη λύση αυτών, την ύπαρξη οφειλών για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης, την εκ μέρους του καθ'ου βεβαίωση των οφειλών του, τον υποχρέωσε στην καταβολή των προαναφερόμενων ποσών.

Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αναγγελία, οι ανακόπτοντες εκθέτουν με σαφήνεια τα ποσά και την αιτία οφειλής αυτών από τον καθ'ου ο πλειστηριασμός, όπως αυτά προέκυψαν από τα από 12-11-2011 συμφωνητικά λύσης της συμβάσεως εργασίας. Η περιγραφή της αναγγελίας μπορεί, κατ' απώτατο σημείο, να συμπληρωθεί και από τα έγγραφα που προσκομίζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ανακοπής, αφού ληφθεί υπόψη ότι η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων κατά την οριζόμενη προθεσμία, η οποία αρχίζει από την επομένη του πλειστηριασμού ημέρα και ότι οι μη υφιστάμενοι κατά το χρονικό αυτό διάστημα ενέργειας τίτλοι, οι οποίοι όμως εκδόθηκαν μετά την προθεσμία αυτή, όπως η δικαστική απόφαση, μπορούν νομίμως να κατατεθούν και μετά τη λήξη της πιο πάνω 15θήμερης προθεσμίας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι είναι ορισμένη η αναγγελία των εφεσιβλήτων και ότι η μη κατάθεση από αυτούς των εγγράφων της απαίτησής τους και του τυχόν προνομίου της είχε μεν ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα κατάθεσης των εγγράφων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, αλλά δεν συνεπαγόταν την έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής και επίκλησης των εγγράφων αυτών κατά τη συζήτηση της ανακοπής που άσκησαν κατά του πίνακα προς απόδειξη του χαρακτήρα της απαίτησής τους ως εξασφαλισμένης με προνόμιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος>>.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, καθόσον η αναγγελία των αναιρεσιβλήτων, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενό της, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νομίμως ενώπιον του δικάσαντος την ανακοπή τους πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι πλήρης κατά την έννοια της εφαρμοσθείσης διατάξεως του άρθρου 972 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, από την επίμαχη αναγγελία και τα κατατεθέντα στην υπάλληλο του πλειστηριασμού συμφωνητικά λύσεως των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, υπογεγραμμένα από τον καθ'ου , προκύπτει σαφώς ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων προσδιορίζονται επαρκώς ως προς το είδος (δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας), το ύψος και τον προνομιακό χαρακτήρα τους.

Με τα έγγραφα δε που κατετέθηκαν από τους αναιρεσίβλητους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και νομίμως λήφθηκαν υπόψη κατά την εκδίκαση της ασκηθείσης ανακοπής τους και συγκεκριμένα από τις διαταγές πληρωμής, τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, τη λύση αυτών και τις βεβαιώσεις οφειλών του καθ'ου προς τους αναιρεσίβλητους συμπληρώθηκε η περιγραφή της επίμαχης αναγγελίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της μη κηρύξεως απαραδέκτου λόγω της αοριστίας της επίδικης αναγγελίας, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ1030/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι από τους αρθμ.9και14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που πρόβαλαν με την έφεσή τους και συγκεκριμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ορισμένη την αναγγελία των αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι οι απαιτήσεις τους δεν ήταν εξειδικευμένες ως προς το χρόνο γεννήσεως και το ύψος εκάστης εξ αυτών, δεδομένης της φύσεώς τους ως εργατικών απαιτήσεων και δέχθηκε τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ'αυτούς έγγραφα, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν ούτε προσκόμισαν εκτελεστό τίτλο και δεν ζήτησαν την προνομιακή κατάταξή τους και ενώ τα έγγραφα αυτά εκδόθηκαν και κατατέθηκαν μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και την παραγραφή των αξιώσεών τους, με αποτέλεσμα εσφαλμένα να καταταγούν σύμμετρα με τους αναιρεσείοντες στο υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι ορισμένη η αναγγελία των αναιρεσιβλήτων και ότι η μη κατάθεση απ'αυτούς των εγγράφων των απαιτήσεών τους και του τυχόν προνομίου τους είχε μεν ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα καταθέσεως των εγγράφων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, αλλά δεν συνεπαγόταν την έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής και επικλήσεως αυτών των εγγράφων κατά τη συζήτηση της ανακοπής που άσκησαν προς απόδειξη του χαρακτήρα των απαιτήσεών τους και της εξασφαλίσεώς τους με προνόμιο.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 (και όχι από τους αρθμ.20και 14) του ΚΠολΔ των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την κρίση του Εφετείου ότι η περιγραφή της αναγγελίας των αναιρεσιβλήτων μπορούσε, κατ'απώτατο σημείο, να συμπληρωθεί με την παραδεκτή προσκομιδή των εκ των υστέρων εκδοθεισών διαταγών πληρωμής ενώπιον του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ανακοπής τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, που εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Τέλος, σημειώνεται ότι δεν συντρέχει λόγος να διαβιβασθεί η δικογραφία στον αρμόδιο εισαγγελέα για τη διερεύνηση των αξιόποινων πράξεων της απόπειρας κακουργηματικής απάτης και απάτης στο δικαστήριο όπως ζητούν οι αναιρεσείοντες, καθ' όσον ο δικαστής οφείλει να συντάξει έκθεση και να την διαβιβάσει στον εισαγγελέα όταν πρόκειται για έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως και όχι όταν για την ποινική δίωξη του εγκλήματος απαιτείται έγκληση, όπως απαιτείται εν προκειμένω για την ποινική δίωξη της αξιόποινης πράξεως της απάτης (άρθρα 39 αρθμ. 1ΚΠΔ, 386 αρθμ.1 και 405 αρθμ.1ΠΚ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρθμ.1, 191 αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αρθμ.3ΚΠολΔ παραβόλου, διότι πρόκειται για εργατικές διαφορές που εξαιρούνται από την καταβολή παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 824/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό, για όλους, χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ